Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

27."Το κολίμπρι που δεν ήθελε να αλλάξει ο χρόνος"

    Μια μέρα σαν αυτή, παραμονές πρωτοχρονιάς, ένα ευτυχισμένο από τις τύχες του προηγούμενου χρόνου που έφευγε κολίμπρι αρνούνταν την αλλαγή του νέου έτους.
    Καθώς λοιπόν ο ήλιος έδυε την τελευταία μέρα του χρόνου και ερχόταν η νύχτα από την οποία θα ξημέρωνε η νέα μέρα εκείνο πέταξε πίσω του. Κούνησε τα φτερά του τόσο γρήγορα που άρχισαν να φαίνονται στο ανθρώπινο μάτι και κατάφερε να ακολουθεί το φως. Δεν θα άφηνε ποτέ την τελευταία μέρα του χρόνου αυτού που του συνέβησαν τόσα καλά ακόμα και αν αυτό σήμαινε πως θα πετούσε αιώνια πίσω από την τελευταία μέρα του χρόνου.
    Είναι άγνωστο πως βρήκε την δύναμη να πετάξει τόσο γρήγορα, την αντοχή να μην κουραστεί και το κουράγιο να μην τα εγκαταλείψει όταν η νύχτα τον ακολουθούσε τόσο επίμονα και απειλητικά πίσω του. Με την παραμικρή επιβράδυνση το κολίμπρι θα έχανε την τελευταία μέρα του χρόνου που τόσο αγάπησε και θα έπεφτε στην νύχτα που δεν έκρυβε τίποτα άλλο από την νέα μέρα.
    Το κολίμπρι πέταξε έξω από το δάσος των περιμυθιασμάτων, πάνω από τις πηγές της λίμνης της σκέψης, πέρα από το βουνό των σπηλαίων των κορών. Έφτασε σε τόπους πραγματικούς και χώρες ανθρώπινες. Πέταξε σχεδόν μία ολόκληρη μέρα και τότε πίστεψε πως τα είχε καταφέρει.
    Μα το κακόμοιρο κολίμπρι είχε αγνοήσει το σχήμα της γης, και βρέθηκε πάλι στο δάσος των περιμυθιασμάτων. Είδε τα ζώα να ανταλλάσσουν ευχές για την νέα χρονιά με το φως της μέρας που είχε ακολουθήσει. Κατάκοπο στάθηκε σε έναν φρέσκο μίσχο ενός αειθαλούς δέντρου και συνειδητοποίησε πως δεν τα κατάφερε να ξεφύγει από τον νέο χρόνο, προσπαθώντας να σκεφτεί τι λάθος είχε κάνει. Μήπως θα έπρεπε να ακολουθήσει την νύχτα; Μα και πάλι δεν θα βρισκόταν στο δάσος το ερχόμενο βράδυ. Ήταν άραγε ο ήλιος που του έπαιξε παιχνίδι ή γη και το σφαιρικό της σχήμα.
     Η απάντηση το βρήκε στον ύπνο του, καθώς κουρασμένο αποκοιμήθηκε στον προβληματισμό και την απογοήτευση του. Από τον χρόνο δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς.

     Υπάρχει σαφής οδηγία από τον δημιουργό αυτής της ιστορίας πως αν αυτή αφηγείται την τελευταία μέρα του χρόνου, να δηλώνεται πως ο επόμενος χρόνος ήταν πολύ καλύτερος από τον προηγούμενο πολύ καλό χρόνο για το κολίμπρι.
    Και σίγουρα ήταν αφού έμαθε να προσπαθεί σκληρά για ότι ήθελε να συμβεί.

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

26." Η ρόμπα του Τουνγξ"

    Η φτιαγμένη από μετάξι κλωστή του Τουνγξ έχει την ικανότητα να δένεται κόμπος με μαγικό τρόπο. Όταν κάποιος την κρατά στο χέρι του και κάνει μία άσχημη σκέψη αυτή με μαγικό τρόπο πριν προλάβει να δει κάτι ανθρώπινο μάτι αυτή κονταίνει τόσο όσο, και εμφανίζεται ένας κόμπος λίγο πιο κάτω από την μέση της.
    Ο δημιουργός της, ένας μεγάλος γνέφτης από την Άπω Ανατολή, αρχικά την παρουσίασε ως παιχνίδι για τα μικρά παιδιά των πλουσίων. Είχε κατασκευάσει χιλιάδες μέτρα από αυτή για να πουλήσει τα κομμάτια της και να πλουτίσει. Το διέδωσε σε όλη την χώρα. Ονειρευόταν πως θα γινόταν πλούσιος ως και σήμερα, όμως για κακή του τύχη ο νους των παιδιών δεν μπορούσε να κάνει την κλωστή να δεθεί κόμπος. Έψαξε να βρει τότε άλλο αγοραστικό κοινό. Όμως μόνο κάποιοι πλανόδιοι ταχυδακτυλουργοί ενδιαφέρονταν, μα και εκείνοι έβρισκαν το κόλπο έβρισκαν αρκετά φτηνό. Άλλωστε ποιος θα μπορούσε να δει την κίνηση της κλωστής όταν δενόταν από μία πλατεία, και μάλιστα τόσο γρήγορα που δεν την έπιανε ανθρώπινο μάτι.
    Απογοητευμένος ο γνέφτης παράτησε κάθε προσπάθεια.

    Όμως η χώρα ήταν τεράστια σε έκταση και τα νέα της κλωστής του άργησαν να φτάσουν και άργησαν να απαντηθούν. Έφτασαν όταν ο γνέφτης είχε ήδη απογοητευτεί. Μα και πάλι δεν ήταν αργά. Ένας αγγελιοφόρος στα πράσινα ντυμένος, απεσταλμένος από τον θρησκευτικό Δικαστή του Βορρά, χτύπησε νύχτα την πόρτα του γνέφτη και ζήτησε να δει αν η κλωστή έκανε ότι λεγόταν. Ο γνέφτης απέδειξε την αλήθεια της φήμης που είχε απλωθεί στους έξι ορίζοντες (ανατολή, δύση, βορά, νότο, πάνω και κάτω) και ο αγγελιοφόρος του παρέδωσε την παραγγελία.
    Ο θρησκευτικός Δικαστής ου Βορρά ήθελε να πλεχτεί μια μεταξένια ρόμπα που θα δοκιμάζει τις σκέψεις των υπηκόων. Το αυτό και έγινε. Όταν κάποιος φορούσε την ρόμπα και αυτή τον στένευε κρινόταν ότι είχε κάνει περισσότερες κακές σκέψεις από ότι θα έπρεπε και καταδικαζόταν σε θάνατο.
   Οι δίκες ήταν ανελέητες. Αδίκως κάποιοι ισχυρίζονταν πως είχαν φάει πολύ και πάχυναν. Δεκάδες σφάχτηκαν, κρεμάστηκαν και καταδικάστηκαν με εκατόν τριάντα πέντε διαφορετικούς φρικτούς θανάτους που σκέφτηκαν οι ευφάνταστοι κριτές του Δικαστηρίου του Βορρά, χωρίς να ξέρουν όμως το μέγεθος των κακών σκέψεων των δοκιμασμένων. Ο θρησκευτικός Δικαστής γέμισε με μανία, και δοκίμαζε συνέχεια την μεταξωτή ρόμπα στους υπηκόους.
    Με κάθε δοκιμή όμως οι κλωστές γίνονταν κόμπος και κόντευαν, και η ρόμπα μίκρυνε. Ο Δικαστής αναγκαζόταν να δοκιμάζει όλο και πιο μκρόσωμους άντρες. Ύστερα φορούσε τη ρόμπα σε γυναίκες, προκαλώντας τα ήθη της χώρας που δεν δικάζονταν ποτέ για τα δικά τους σφάλματα αλλά για τα σφάλματα που προξενούσαν οι άλλοι για εκείνες.
    Στο τέλος η ρόμπα μίκρυνε τόσο που δεν χωρούσε σε κανέναν ενήλικο, και ο Δικαστής μέσα στην μανία του την δοκίμασε σε παιδιά. Τότε η ρόμπα έπαψε να μικραίνει και αχρηστεύτηκε από την αγνότητα των παιδκών σκέψεων.
     Ο Δικαστής τότε θέλησε να ζητήσει μια καινούρια, όμως θυμήθηκε πως ο γνέφτης ήταν από τους πρώτους που εκτελέστηκαν.

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

25. "Μία κλοπή στη χώρα αυτών που σκέφτονται"

    Ένας ήχος σαν αυτούς που ακούγονται όταν ξεκουρδίζεται κάποιο ρολόι ακούστηκε και η κλειδαριά του παραθύρου άνοιξε. Ύστερα το άνοιγμα αυτό το ακολούθησε ένα άλλο άνοιγμα, αυτό του παραθύρου. Δύο σκιές μπήκαν μέσα στο δωμάτιο ενός ανθρώπου από την φυλή αυτών που σκέφτονται. Τα χέρια των δύο σκιών πλησίασαν το κρεβάτι που κοιμόταν ο άντρας και ψαχούλεψαν τα σκεπάσματα και τον ίδιο χωρίς να διακόψουν τον βαθυστόχαστο ύπνο του.
    Ύστερα έψαξαν τριγύρω και ολόγυρα τους τα πράγματα του δωματίου. Βρήκαν αυτό που έψαχναν. Ένα μέρος του γραφείου ήταν άδειο. Ακούμπησαν εκεί το μικρό βαλιτσάκι που κουβαλούσαν και άπλωσαν μία τυλιχτή δερμάτινη θήκη που έβγαλαν από μέσα και όπου κράταγαν τα αλλόκοτα εργαλεία τους. Διάλεξαν προσεκτικά ποια χρειάζονταν κοιτάζοντας κάθε τόσο τον κοιμόμενο στο κρεβάτι πίσω τους. Όχι μήπως και ξυπνούσε αλλά για να διαλέξουν τα σωστά.
    Οι δύο σκιές με τα εργαλεία πια στο χέρι ανέβηκαν στο κρεβάτι του κοιμόμενου, όρθιες πάνω σε αυτό και παράξενα πιο μικρές πια και με τέχνη ζηλευτή και άγνωστη άνοιξαν το κεφάλι του για να κλέψουν το μυαλό του.
    Το πρωί ο άντρας ξύπνησε και φυσικά δεν μπορούμε να τον αποκαλούμε πια κοιμόμενο. Γρήγορα διαπίστωσε πως το παράθυρο ήταν ανοιχτό, η κλειδαριά του επίσης ανοιχτή και αλίμονο το κεφάλι του ήταν ανοιχτό και αυτό! Κι το μυαλό του έλειπε. Κυριευμένος από φόβο είχε καταλάβει τι είχε γίνει. Στεναχώρια μεγάλη πλημμύρισε την καρδιά του για την απώλεια του. Για τις σκέψεις που είχε χάσει για πάντα, για τις αναμνήσεις του, για τις ιδέες του και για όλα όσα βρίσκονταν μέσα στο μυαλό  που του έκλεψαν. Απαρηγόρητος κάλεσε τους γείτονες για βοήθεια με μία φωνή απελπισίας.
    Τι θα έκανε τώρα πια;
     Ο γιατρός όμως ήταν καθησυχαστικός, αφού γνώριζε την επιστήμη της φυσιολογίας και την βιολογίας των ανθρώπων της φυλής που σκέφτονται. Το μυαλό του θα ξαναφύτρωνε. Ω! τι γλυκιά παρηγόρια ήταν αυτή. Όμως οι αναμνήσεις του, οι ιδέες του, ή ήδη πραγματοποιηθήσες σκέψεις του. Όλα είχαν χαθεί. Μα και αυτά ήξερε πως θα τα ανακτούσε. θα τα προσπαθούσε από την αρχή. Και θα τα κατάφερνε γιατί ήταν όλα πράγματα που σκέφτονταν όλοι της φυλής αυτών που σκέφτονται. Ότι έχασε θα το ξανααποκτούσε.
    Ήσυχος πια το επόμενο βράδυ με το παράθυρο διπλοσφράγιστο ο άντρας έκανε την πρώτη του σκέψη με το νέο του μυαλό που σιγά σιγά φύτρωνε και πάλι.
"Και τι θα τους χρησιμεύσουν οι πολύτιμες σκέψεις μου αυτωνών; Τι θα κάνουν με το αγαπημένο μου μυαλό; Το πολύ πολύ να κάνουν μία σούπα. Καλή τους όρεξη!"

***
Βασισμένο σε πραγματική  ιστορία.

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

24. "Το στοιχειό του γέρου παραμυθά"

    Ο γέρος παραμυθάς με τα λεπτά γεροντίστικα δάχτυλα του πίεσε την πένα ώστε να αφήσει στο χαρτί μία και τελευταία κουκίδα μελάνι. Είχε μόλις βάλει την τελευταία τελεία στο παραμύθι του. κουρασμένος - μόνο ένας θεός ήξερε πόσο και νοιαζόταν αρκετά - έκλεισε τα μάτια του να αποκοιμηθεί ήσυχος πως είχε γράψει ένα τέλειο παραμύθι. Καθώς λοιπόν έγειρε στην καρέκλα του γραφείου του - επειδή κάποιος θεός νοιάστηκε - ο γέρος δεν κοιμήθηκε αλλά πέθανε. Η βεβαιότητα όμως στην αιώνια ψυχή του έμεινε η ίδια. Το παραμύθι του ήταν τέλειο.
    Ο χρόνος όμως δεν περνά το ίδιο αργά για τους αποδημήσαντες όσο αργά για τους ζώντες, και εν ριπή οφθαλμού ο γέρος είδε το παραμύθι του να διαδίδεται γρήγορα, να γίνεται σπουδαίο αλλά και να αλλάζει με τα χρόνια καθώς εξιστορητές το άλλαζαν λίγο λίγο ηθελημένα ή άθελα. Η τελειότητα του παραμυθιού του φθειρόταν καθώς άλλαζε και μα την αλήθεια αυτό τον ενοχλούσε και τον θύμωνε. Ο θυμός αυτός πραγματικά σπάραζε την ψυχή του. Σε σημείο μάλιστα που εκδιώχτηκε από όπου ήταν και επέστρεψε στη γη των ζωντανών, φάντασμα πια.
    Καθόλου δεν τον πείραξε αυτό αφού πια μπορούσε να στοιχειώσει κάθε έναν που θα έλεγε την ιστορία του λάθος. Πράγματι αυτό έκανε, και το πασίγνωστο παραμύθι του έφτασε να είναι γνωστό παρά σε ελάχιστους.
    Μία αφήγηση του είναι γνωστή στον παρών αφηγητή, όμως προτιμά - ο δειλός - να μην την μοιραστεί γιατί - όπως ισχυρίζεται - του είναι γνωστά και όσα έπαθαν από το στοιχειό του γέρου παραμυθά οι προηγούμενοι.
Ίσως κάποτε...

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

23. "Ένα χαμένο στο δάσος παιδί."

    Ένα μικρό αγόρι που είχε χαθεί μέσα στο δάσος των περιμυθιασμάτων, αφού περιπλανήθηκε ώρες και μέρες και βδομάδες μέσα σε αυτό χωρίς ελπίδα και νου πια, βρέθηκε μπροστά σε ένα πελώριο δέντρο, ο κορμός του οποίου είχε περίμετρο πάνω από δέκα μέτρα. Τα κλαδιά του ήταν γεμάτα πολύχρωμα φύλλα' πράσινα, κίτρινα και κόκκινα. Από τις φυλλωσιές ακούγονταν δεκάδες τιτιβίσματα πουλιών που πήδαγαν από κλαδί σε κλαδί και φανέρωναν το μπλε χρώμα των φτερών τους. Κάποια στιγμή μια μεγάλη κουφάλα ανοίχτηκε στο κορμό του δέντρου ακριβώς μπροστά από εκεί που στεκόταν ο μικρός, προσκαλώντας το μικρό παιδί να μπει μέσα. Το αγόρι μέσα στο δέντρο έβλεπε το σπίτι του. Η νοσταλγία και ο φόβος εμπόδισαν το άμοιρο αγόρι να καταλάβει την ψευδαίσθηση, που αλίμονο είχε αρχίσει πολύ πριν, και διστακτικά μπήκε μέσα.
    Κι όμως μέσα στον κορμό βρισκόταν το στρωμένο τραπέζι του πρωινού, το παράθυρο της κουζίνας με την δαντελένια κουρτίνα, το μπρίκι με το αυγό που έβραζε, το κουνιστό αλογάκι που είχε στο δωμάτιο του, το κόκκινο σκαμνί που καθόταν στον κήπο, ο καναπές του σαλονιού με τα περίεργα λαβυρινθώδη σχήματα που έξηπταν την φαντασία του στο παιχνίδι, το κρεβάτι των γονιών του με τα λευκά σεντόνια, και το ντουλάπι του μπάνιου με τους αντικριστούς καθρέφτες που πολλαπλασίαζαν ο ένας τον άλλον όταν αντικρίζονταν.
    Όσο η ώρα περνούσε τόσο το μικρό αγόρι πειθόταν πως είχε επιστρέψει σπίτι του. Ένιωθε ζεστασιά στο σώμα και την καρδιά του και σιγά σιγά οι εικόνες των αντικειμένων του σπιτιού συμπληρώνονταν με γνώριμους ήχους και οικείες μυρωδιές. Ήταν έτοιμο να γελάσει δυνατά και να ορμήσει στο τραπέζι να φάει από το ζεστό ψωμί και το φρέσκο βούτυρο, να φωνάξει στη μαμά του ότι γύρισε και εκείνη να εμφανιστεί. Μα στο πρώτο θαρρετό του βήμα, όταν πια είχε παραδοθεί ολότελα στην παραίσθηση του δέντρου, κατάλαβε πως όλα όσα υπήρχαν μέσα στο δέντρο δεν ήταν παρά μόνο αναμνήσεις. Το ίδιο ανάμνηση ήταν και η συνείδηση του είναι του, αφού ταυτόχρονα κατάλαβε πως ούτε παιδί ήταν εδώ και καιρό. Το σώμα του και εκείνο μία ανάμνηση ήταν. Όλες οι αναμνήσεις τότε ενώθηκαν και έγιναν ένα, τελειώνοντας την ύπαρξη του μέσα σε εκείνο το δέντρο που δεν είχε πια κουφάλα.
    Τα μπλε πουλιά σταμάτησαν να τραγουδούν τότε. Περιστράφηκαν μία φορά γύρω από τον εαυτό τους, αντίστροφα από τους δείκτες του ρολογιού και στάθηκαν πια ακίνητα, κούκοι ενός σταματημένου ρολογιού. Κάποτε τα πουλιά αυτά θα μιλήσουν με ανθρώπινη φωνή και τα λόγια τους θα δώσουν την λύτρωση λένε. Πολύ πριν συμβεί αυτό όμως πολλά ακόμα από αυτά τα παιδιά θα χαθούν, θα βρουν το δέντρο, θα μπουν μέσα σε αυτό, και θα επαναληφθεί ότι περιγράφτηκε.

Όλα τα ζώα του δάσους συμφωνούν: "Αυτό ας μην χρειαζόταν να συμβαίνει."

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

22. "Το μυστικό της λίμνης των εκατομμυρίων ψαριών"

      Στα δυτικά της λίμνης των εκατομμυρίων ψαριών υπήρχε ένα μεγάλο χωριό με πολλούς κατοίκους από τα πολύ παλιά τα χρόνια. Ήρθε όμως κάποτε η εποχή που και αυτό κινδύνεψε να χαθεί, αλλά που ευτυχώς ο αρχηγός του το κατάλαβε έγκαιρα και απέτρεψε την καταστροφή.
    Ο σπουδαίος άντρας διαπίστωσε εγκαίρως πως οι συγχωριανοί του κινδύνευαν να πεθάνουν από ασιτία, αφού έπαψαν να ενδιαφέρονται για τα του στομάχου τους και νοιάζονταν μόνο για τα του πνεύματος. Είχαν εγκαταλείψει κάθε εργασία και κάθονταν στα παράλια της λίμνης ξαπλωτοί στο χορτάρι και στο μαλακό χώμα φιλοσοφώντας, αναζητώντας την γνώση και προσδιορίζοντας τις αλήθειες της ζωής. Συντηρούνταν με ελάχιστους άγριους καρπούς που έβρισκαν, μα πιο πολύ τρώγοντας τα έντομα που τους τριγυρνούσαν από την βρώμα που σερνόταν πάνω τους αφού ούτε για αυτό νοιάζονταν. Κάποιες φορές ήταν τυχεροί αν το κύμα ξέβραζε κάποιο ψάρι δίπλα τους, μα ούτε και τότε έμπαιναν πάντα στον κόπο να το καθαρίσουν ή να το μαγειρέψουν, παρά το έτρωγαν ωμό.
     Για τον αρχηγό του χωριού ήταν παράλογο να ζουν στις όχθες μίας τόσο πλούσιας σε ψάρια λίμνης και να λιμοκτονούν. Έτσι σκαρφίστηκε να διαδώσει μία φήμη, ένα ψέμα πέρα για πέρα ψεύτικο, που θα έλυνε το πρόβλημα. Διέδωσε με τρόπο μυστικό και κατεργάρικο πως κάποιο από τα ψάρια της λίμνης μιλούσε την γλώσσα των ανθρώπων και πως ακόμα ήξερε μία μεγάλη αλήθεια και πώς αν κάποιος το έπιανε εκείνο θα την μοιραζόταν μαζί του.
      Οι διψασμένοι για αλήθειες χωριανοί με το που άκουσαν την φήμη ξεχύθηκαν στην λίμνη και άρχισαν να ψαρεύουν αναζητώντας το εξαιρετικό αυτό ψάρι. Επιδόθηκαν με τόσο ζήλο δε που με τα ψάρια που έβγαζαν από τα νερά της λίμνης χόρταιναν αλλά και προμήθευαν όλες τις κοντινές περιοχές, που ανταπέδιδαν με δώρα και κάθε λογής πλούτο.
      Το χωρίο όχι μόνο είχε σωθεί από το ψέμα του αρχηγού αλλά γνώρισε έκτοτε μέρες ευημερίας και μακροημέρευσης. Και ο σωτήρας του να κοιμόταν ήσυχος ύπνο γαλήνιο τα βράδια πια.
      Μόνο εμείς ξέρουμε πως ένα από εκείνα τα βράδια που κοιμόταν ήσυχος και ζεστός στο κρεβάτι του, ένας ψαράς έπιασε το ψάρι και πως η αλήθεια που μοιράστηκε με τον ψαρά ήταν πως ο αρχηγός του χωριού είχε πει ψέματα σε όλους.

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

21. "Η Μούσα του Μπρονσκ"

    Η μούσα του Μπρονσκ, του συγγραφέα των παραδεισένιων αφηγήσεων, αποτελεί την ασχημότερη γυναικεία φιγούρα από τα πλάσματα των εμπνεύσεων. Ο ίδιος την περιγράφει ως μία γυναίκα με μακρόστενο πρόσωπο, πλατύ μέτωπο, έντονα ζυγωματικά, εξωπραγματικά μακρυά και πλατιά δόντια - “λες και όλα τους ήταν κοπτήρες” - και ένα στόμα σχηματισμένο από δύο κάτω χείλη. Το σώμα της σχεδόν άσαρκο ταίριαζε με την γυναικεία αντιστοίχηση μίας αποστεωμένης αγελάδας από τα εφτά ισχνά έτη της Αιγύπτου.
    Το πλάσμα αυτό επισκεπτόταν τον Μπρονσκ, συνήθως όταν κοιμόταν, και του ψιθύριζε μέσα στο κεφάλι του χιλιάδες τρομερές ιδέες τις οποίες προσπαθούσε να ξορκίσει και να ξεχάσει γράφοντας τα αριστουργηματικά γραπτά του γεμάτα όμορφες περιγραφές γαλήνιων και αγαθών πραγμάτων, τα οποία και τον έκαναν διάσημο.
    Αλίμονο όμως όσο ο Μπρονσκ και αν νικούσε τις εμπνεύσεις με τις οποίες του εμπότιζε τον νου η μούσα του, δεν κατάφερνε να απαλλαγεί από αυτή καθεαυτή την εικόνα αυτού του τρομερού πλάσματος που τον επισκεπτόταν.
    Εν τέλει ο Μπρονσκ αποφάσισε να συγγράψει ένα από τα πιο μεγάλα ανοσιουργήματα που θα μπορούσαν να γραφτούν ποτέ και -ας να είναι καλά όπου είναι -  το κατέστρεψε και δεν το διάβασε ποτέ άλλος. Ο ίδιος όμως το διάβασε πολλές και πολλές φορές ώστε κάθε φρικτή και αρρωστημένη εικόνα να εντυπωθεί καλά μέσα στο μυαλό του, και με αυτό τον τρόπο κατάφερε να δημιουργήσει ένα ακόμα τρομερότερο πλάσμα μέσα στο κεφάλι του από την μούσα του, ελπίζοντας πως την επόμενη φορά που αυτή θα τον επισκεπτόταν, εκείνη θα τρόμαζε και δεν θα του ξαναπαρουσιαζόταν ποτέ.
    Η τύχη του Μπρονσκ όμως ήταν κακή από την αρχή. Όταν η μούσα συνάντησε το απονόημα που δημιούργησε ο Μπρονσκ, τα δύο πλάσμα ερωτεύτηκαν και ζευγάρωσαν μέσα στο κεφάλι του γεννώντας εκατομμύρια εκτρώματα που τον οδήγησαν στην τρέλα και αργότερα στην αυτοκτονία.
    Λέγεται μάλιστα πως το κρανίο του Μπρονσκ ακόμα φιλοξενεί τους δύο γονείς και τις γενιές τους. Βρίσκεται σε ένα σκονισμένο ράφι ενός αυταπατώμενου αλχημιστή.
    Αλλά αυτό ίσως είναι κάποια άλλη ιστορία που δεν μας την έχουν πει ακόμα.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

20. "Οι διακόσιες και η μία αλήθειες"


    Όταν ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας γονάτισε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Χαλίφη και του ζήτησε ταπεινά χρυσό να αγοράσει μάρμαρα και μαλάματα για να αποτελειώσει τον πύργο που του είχε παραγγείλει στην δυτική πλευρά του παλατιού του και εκείνος αρνήθηκε, τότε έξαλλος έβαλε τους εκατό μαστόρους του και τους άλλους τόσους μαθητές του να σφραγίσουν τις πόρτες και τα παράθυρα του πύργου και να στήσουν σκαλωσιές στο έξω μέρους του και να φτιάξουν μια φιδωτή σκάλα με διακόσια και ένα σκαλοπάτια που να φτάνει ως την στέγη.
    Σαν εκείνοι του αποκριθήκαν πως ο πύργος ήταν πολύ ψηλός για να φτιάξουν μόνο διακόσια και ένα σκαλοπάτια και πως αν το έκαναν τα σκαλοπάτια θα ήταν πολύ κουραστικά στο ανέβασμα και πολύ επικίνδυνα στο κατέβασμα εκείνος τους απάντησε πως η κούραση θα είναι το λιγότερο για όποιον τολμήσει να τα ανέβει και ο κίνδυνος σαν φτάσει στην κορυφή δεν θα τον νοιάζει πια.
    Με τρόπους ξεχασμένους στην τέχνη της οικοδόμησης και της μαγείας πια η σκάλα τέλειωσε με τον αρχιμάγιστρο και αρχιμάστορα να φτιάχνει το τελευταίο σκαλί.
Κατεβαίνοντας από τον πύργο οι μάστορες και μαθητές του του έδωσαν στα χέρια έναν κόκορα για να τον σφάξει στο κεφαλόσκαλο μα εκείνος που είχε ξεχάσει το μαχαίρι του στην κορυφή του πύργου αντί να τον σφάξει τον έπνιξε, στρίβοντας του το λαρύγγι -λένε- στην φορά της σκάλας. Ύστερα παρουσιάστηκε μπροστά στο θρόνο του Χαλίφη και ολόρθος του ανακοίνωσε πως δεν ζητά αμοιβή για το θαύμα που είχε φτιάξει. Ένα που έκρυβε τα μαρτύρια της κόλασης αλλά και την σοφία του Αλλάχ.
    Πράγματι αν κάποιος επιχειρούσε να ανέβει στην κορυφή του θεόρατου πύργου θα αντιμετώπιζε πέρα από την δυσκολία των απότομων σκαλοπατιών και το μαρτύριο από τα μάγια που είχαν φτιαχτεί. Για κάθε σκαλοπάτι που κάποιος ανέβαινε μάθαινε και μία αλήθεια για τον κόσμο, όμως υπέφερε και απερίγραπτα μαρτύρια (που δεν μπορούν να περιγραφούν). Κάθε φορά το επόμενο σκαλοπάτι ήταν όλο και πιο μαρτυρικό μα η αλήθεια που χάριζε ακόμα πιο μεγάλη και πολύτιμη.
    Αν κάποιος υπέφερε και ανέβαινε όλα τα σκαλιά ως και το τελευταίο θα μάθαινε τις διακόσιες και την μία αλήθεια του κόσμου. Καθώς όμως κανέναν δεν τα κατάφερνε, και πολλοί γκρεμνίζονταν σαν αποφάσιζαν να κατεβούν πριν φτάσουν στο τέλος, φήμες άρχιζαν να ακούγονται για την τελευταία αλήθεια που ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας είχε κρύψει στο τελευταίο σκαλοπάτι και πολλοί ψίθυροι μιλούσαν για το μαχαίρι που είχε ξεχαστεί εκεί πάνω.
    Άλλοι λέγαν πως ο σοφός πια αναβάτης θα σκότωνε τον εαυτό του, και άλλοι έλεγαν πως θα κατέβαινε και θα σκότωνε τον Χαλίφη. Μα αν ο Χαλίφης ανέβαινε πάνω και οι δύο εκδοχές θα επαληθεύονταν και όλοι θα ήταν ικανοποιημένοι. Έτσι μια μέρα όλοι ζήτησαν να ανέβει ο Χαλίφης τα σκαλοπάτια του πύργου και εκείνος σε απάντηση τον γκρέμισε. Και έτσι λένε οι ιστορικοί και ιστορήτες πως ποτέ το Χαλιφάτο δεν απέκτησε έναν Χαλίφη με την σοφία του Αλλάχ.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

19. “Ο χορός του τρελού Ιώκ.”

Σε ένα μέρος του Λονδίνου, που το αποκαλούν ο λαβύρινθος του λαβυρίνθου, μεθυσμένοι απόκληροι τραγουδάνε ζωηρά μία στιχομυθία που περισσότερο μοιάζει με προσευχή. Τρεκλίζοντας έναν χορό, κάνοντας κύκλο, ο ένας έχοντας το ένα χέρι στον ώμο του άλλου όπως η σκηνή της ταινίας το εξπρές του μεσονυκτίου, καλούν τον τρελό Ιώκ στο ξεφάντωμα τους.

Crazy Jok! Crazy Jok!”
Ο τρελός Ιώκ δεν είναι παρά ένα φάντασμα που στα μεθυσμένα μυαλά τους πλησιάζει στη γοτθική εκδοχή της γάτας του Τσεσίρ. Τουλάχιστον στο χαμόγελο και στον τρόπο που εμφανίζεται και εξαφανίζεται.

He can kill you if you want.”
Το φάντασμα αυτό λέγεται πως έρχεται και σκοτώνει κάθε αυτόχειρα που δεν τολμά να βάλει ο ίδιος τέλος στην ζωή του.

You can ask him if you dare.”
Αρκεί αυτός να το καλέσει και εκείνο θα έρθει.

If you die we don't care.”
Με βροντερά γέλια οι μεθυσμένοι τελειώνουν το πρώτο μέρος από το τραγουδάκι τους και συνεχίζουν να χορεύουν χτυπώντας παλαμάκια και σηκώνοντας τα γόνατα τους ψηλά καθώς περπατυάνε μέχρι κάποιος θαμών να πεθάνει.

Crazy Jok? Crazy Jok?”
Συνεχίζουν, τότε, χωρίς να νοιάζονται για τον πτώμα που υπάρχει ανάμεσα τους και που η παρουσία του τους ενοχλεί μόνο στα βήματα του χορού. Κάπου κάπου σηκώνουν τα πόδια τους πιο ψηλά για να μην σκοντάψουν πάνω του και αυτό είναι όλο.

Is that me you are looking for?”
Ο τρελός Ιώκ όμως δεν αναζητεί να σκοτώσει τον οποιονδήποτε αλλά κάποιον συγκεκριμένο, που κανείς δεν ξέρει ποιος είναι.

So you missed me crazy Jok,”
Οι μεθυσμένοι σίγουροι πως το φάντασμα δεν τα έχει καταφέρει τραγουδούν χλευάζοντας το

Cause you killed some other guy...”
για το λάθος που έκανε να σκοτώσει κάποιον άλλο.

Try tomorrow crazy Jok”
και το καλούν με θράσος να ξαναδοκιμάσει την επομένη.

You might find who you want.”
Με αυτό το στίχο τελειώνουν τον ξέφρενο χορό τους και μιας και έχουν ξεγέλασει για άλλη μια φορά τον τρελό Ιώκ ξεσπούν σε γέλια και χειροκροτήματα χαρούμενοι που έζησαν και που θα έχουν τον τρελό Ιώκ και την επομένη στην παρέα τους να χορέψουν και να τραγουδήσουν το τραγούδι του.

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

18. “Η μαρτυρία του σκίουρου.”

    Υπάρχει ένα σημείο στο δάσος των περιμυθιασμάτων που οι ακάνθινοι θάμνοι δεν αφήνουν χώρο να περπατήσουν τα ζώα και να καταφάνε την βλάστηση εκεί. Με τα χρόνια σπόροι δέντρων βλασταίνουν σε αυτό το χώρο και κανένα ζώο δεν καταφέρνει να πάει εκεί για να διακόψει την θεριά τους με την πείνα του. Τα δέντρα θεριεύουν λοιπόν εκεί τόσο κοντά το ένα στ’ άλλο που η βλάστηση πυκνώνει και πυκνώνει μέχρι που τα κλαδιά και τα φύλλα μπλέκονται σε ένα σώμα μέσα στο οποίο κανένα ζώο δεν τολμά να μπει από το φόβο μη χαθεί ή μην λαχταρίσουν την σάρκα τους τα εκατοντάδες ζωύφια που κατοικούν μέσα εκεί. Μόνο η μαϊμού κάθε τόσο λένε πως πηγαίνει εκεί. Χάνεται μέσα στις φυλλωσιές. Μα ποιος τολμά να πάει να την ακολουθήσει;
    Ένας σκίουρος μόνο την ακολούθησε κάποτε και διηγήθηκε το εξής όταν επέστρεψε.
   "Σαν είδα την μαϊμού να φεύγει από την λίμνη κατάλαβα που θα πήγαινε και την ακολούθησα, εγώ ο τολμηρός! Την ακολούθησα χωρίς να με δει ή να με καταλάβει ή να με υποψιαστεί ή οτιδήποτε τέτοιο. Όπου πατούσε πάταγα και όπου στεκόταν στεκόμουν. Έτσι δεν αγκυλώθηκα σε κανένα αγκάθι και τίποτα κακό δεν έπαθα. Σας το λέω τώρα για ένα ζώο στο μέγεθος μου δεν είναι δύσκολο να πάει στις πυκνές φυλλωσιές. Όμως ποτέ δεν θα ξαναπήγαινα σε εκείνο το μέρος. Και ούτε εσείς να πάτε.
  
Η μαϊμού κινούταν γρήγορα μα την πρόφταινα. Γιατί εκείνη πρόσεχε πολύ τα βήματα της επειδή είναι μεγαλύτερη και επειδή προπορευόταν, αλλά επίσης δεν φαινόταν πως πήγαινε κάπου. Έψαχνε και για αυτό καθυστερούσε. Τι έψαχνε; Μία κουφάλα από ότι φάνηκε. Ανάμεσα στις φυλλωσιές υπάρχουν πολλοί κορμοί και όλοι έχουν κουφάλες. Κάθε κορμός! Δεν τις έφτιαξε κανένα ζώο, αλλά μάλλον τα ζωύφια που κατοικούν στις φυλλωσιές και πρέπει να είναι τεράστια για να κάνουν τέτοιες κουφάλες. Ευτυχώς που δεν είδα κανένα τους αλλιώς δεν θα ζούσα, σας λέω.
    Είδα -που σας λέω- την μαϊμού κάποια στιγμή, να στέκεται μπροστά σε μία από αυτές τις κουφάλες, να χώνει το ένα της χέρι βαθιά στο αυτί της και να βγάζει από μέσα μία σκέψη. Ένα μικρό άμορφο πράγμα σαν το ρετσίνι των δέντρων. Με το άλλο χέρι ψαχούλευε την κουφάλα του δέντρου. Από εκεί έβγαλε μία άλλη σκέψη βρωμερή και σάπια αλλά πιο συμπαγή από αυτή που μόλις είχε βγάλει από το αυτί της. Την έβαλε στο στόμα της και την πιπίλησε. Όταν την έβγαλε ήταν καθαρή και έμοιαζε με μπλεγμένες βελόνες, την δοκίμασε αν στέκεται κάπου ίσα, και σαν είδε πως στεκόταν, έφτυσε με δύναμη την βρωμιά που δεν είχε καταπιεί ως φαίνεται και μετά έβαλε την σκέψη στο στόμα της και την μασούλαγε. Την άλλη δε σκέψη, που είχε βγάλει από το αυτή της, την πέταξε μέσα στην κουφάλα και έφυγε. Και έφυγα και εγώ.
    Δεν ξέρω για εσάς, και πως το ερμηνεύετε όλο αυτό αλλά εγώ δεν πρόκειται να ξαναμπώ στην κουφάλα του δέντρου μου και σε καμία άλλη κουφάλα.”
    Αυτά είπε ο σκίουρος στα ζώα και πολλά πολύ (ή πολύ πολλά) γέλασαν μαζί του.

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

17. “Η Λιτή Εκδοχή”


    Η ιστορία αποτελεί μία λιτή και σαφώς σκοτεινότερη εκδοχή της ιστορίας των πρωτόπλαστων. Λιτότερη καθώς από αυτή απουσιάζουν παντελώς τα βασικά πρόσωπα το Θεού και του όφη. Σκοτεινότερη καθώς αυτό εξιστορείται παρακάτω.
    Η αφήγηση θέλει τον Αδάμ να πλάθει εκείνος την Εύα. Από χώμα και νερό αρχικά, φτιάχνει έναν “άμορφο ή άψυχο σβώλο χώματος” και σιγά σιγά του δίνει την μορφή του ανθρώπου και αργότερα της γυναίκας. Παράλληλα με την τελειοποίηση της μορφής, ο Αδάμ εξανθρωπίζει το δημιούργημα του διδάσκοντας το να συμπεριφέρεται όπως εκείνος και όχι ωσάν τα ζώα του κήπου της Εδέμ.
    Το δημιούργημα όμως, κατά την διάρκεια της μαθητεία του, μισεί τον δημιουργό και δάσκαλο του αλλά και την ανθρωπιά που σιγά σιγά το κατακλύει και το παραλλάσει σε άνθρωπο, κάτι που δεν ήταν εξ αρχής.
    Στο τέλος της ιστορίας ο Αδαμ πετυχαίνει και δημιουργεί άνθρωπο ίσο και ικανό όπως εκείνος. Η Έυα δημιουργείται και υπάρχει αλλά μαζί με αυτή έχει γεννηθεί και υπάρχει το μίσος κατά του ανθρώπου.
    Έτσι κατά την πρώτη ένωση των δύο πρωτόπλαστων που το σώμα της Έυας αφηγηματικά επανέρχεται στην λασπερή μορφή του και τυλίγει τον Αδάμ, περιγραφή χωρίς ουσία αλλά με σκοπό να αποφευχθεί αφηγηματικά η ακριβής περιγραφή της γενετήσιας πράξης, το μίσος παρίσταται αλλά δεν εκδηλώνεται παρά κληροδοτείται στους απογόνους των πρωτόπλαστων. Οι απόγονοι από τότε μισούν αδερφούς και εαυτούς εις τους αιώνες των αιώνων, όπως το δημιούργημα του Αδάμ μίσησε τον άνθρωπο πριν το ίδιο τελειοποιηθεί και γίνει η Εύα.
    Με αυτό τον τρόπο η ιστορία αυτή αποδίδει και εξηγεί την έξοδο του ανθρώπου από τον παράδεισο και την αρχή των δεινών της ζωής που γνωρίζουμε και ζούμε.

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

16. "Η γυάλα του Κομφούκιου"

    Στη κινέζικη γυάλα του Κομφούκιου λέγεται πως ζει ένα ιδιαίτερο όσο και σπάνιο είδος ψαριών. Τα ψάρια αυτά με την δύση του ηλίου βυθίζονται σε ύπνο ελαφρύ και λήθη βαριά, και με την αυγή ξυπνάνε χωρίς να θυμούνται τίποτα από την προηγούμενη μέρα.
    Βάσει ενστίκτου ξέρουν πως να αναπνεύσουν, να φαν και να αναπαραχθούν όμως πρέπει να μάθουν τη γυάλα, και όσα υπάρχουν σε αυτή, και να τα εξηγήσουν από την αρχή. Πρέπει μέσα σε μια μέρα να δομήσουν εξ αρχής και να αναδομήσουν εκ νέου όλο τον μικρόκοσμο και την κοινωνία τους.
     Κάθε μέρα εφευρίσκουν νέες επεξηγήσεις για το γυαλί που δεν τους επιτρέπει να κολυμπήσουν πιο πέρα, για το πώς εμφανίζεται το φαί, για το τι είναι ζωή και τι θάνατος, ή η χαρά και η λύπη. Προσπαθούν να βρουν λύσεις για κάθε τους πρόβλημα από το μηδέν.
    Η ιστορία αυτή λένε, έχει σκοπό να υπογραμμίσει την ματαιότητα που ελλοχεύει στην αρχή και το τέλος του χρόνου.
     Λένε ακόμα πως δεν φτιάχτηκε για να την διηγείται κανείς σε ανθρώπους. Η ανθρώπινη καχυποψία την παρερμηνεύει και υποθέτει πως ένα ή περισσότερα από τα ψάρια της γυάλας δεν ξεχνά κάθε δύση (ή πως θυμάται με κάθε ανατολή) και έτσι εκμεταλλεύεται το φαινόμενο της βραχείας μνήμης των υπολοίπων προς όφελος του.

    Για να τιμωρήσει την αισχρή αυτή ερμηνεία, αποτέλεσμα του ότι η ιστορία αυτή έφτασε  σε αυτιά ανθρώπων, από το γεγονός ότι την ιστορία αυτή έφτασε σε αυτιά ανθρώπων ενώ αυτό δεν ήταν να γίνει,  ο δημιουργός της ονομάζει το ψάρι αυτό άνθρωπο.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

15. "Ο μάγος - γητευτής της Ινδίας"

Λίγους γητευτές στα μέρη της μακρινής Ινδίας ονομάζουν μάγους. Κάποτε όμως ένας γητευτής είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο την τέχνη της γητειάς των ζώων που ψιθυρίζοντας στα αυτιά των λιονταριών τα έπειθε πως ήταν κλειδωμένα σε κάποιο σιδερένιο κλουβί. Έτσι οι δρόμοι και οι στράτες του Δελχί σύντομα γέμισαν με λιοντάρια να περιφέρονται και να βρυχώνται στους περαστικούς καθώς περπατούσαν δίπλα δίπλα. Όμως δεν πίστευαν πως μπορούσαν να αρπάξουν τους περαστικούς με τα δυνατά νύχια και τα δόντια τους και να τους κατασπαράξουν για να κορέσουν την ατέλειωτη πείνα τους και τα αιώνια ένστικτα τους. Υπομονετικά περίμεναν να φάνε αποφάγια από χασάπικα ή από τα σκουπίδια, ενώ έφριτταν στην κίβδηλη αιχμαλωσία τους.
Αντίθετα με τους λέοντες οι κάτοικοι του Δελχί δεν ήξεραν πως τα θεριά ήταν δέσμια και ανήμπορα να τους βλάψουν. Πολλοί πέθαναν από φόβο σαν έβλεπαν τα σαγόνια των οργισμένων θηρίων να ανοίγουν δίπλα στα κεφάλια τους και να βρυχώνται δυνατά, όπως ακριβώς θα έκαναν αν πλησίαζαν στα κλουβιά τους.
Η αστυνομία, προφανώς γιατί θα είχε βαρεθεί να μαζεύει πτώματα φοβισμένων ανθρώπων από τους δρόμους, σκαρφίστηκε και διέδωσε πως οι θάνατοι δεν ήταν τίποτα άλλο από το τίμημα των ξορκιών του μάγου-γητευτή για να υπνωτίσει τα λιοντάρια στην ψεύτικη φυλακή τους. Με αυτή την κατηγορία της μαύρης μαγείας - που αλίμονο θα μπορούσε να είναι και αλήθεια -  οι αστυνόμοι συνέλαβαν και κρέμασαν τον μάγο-γητευτή με την ελπίδα πως η γητειά (ή τα μάγια) θα πάψει. Ο μάγος-γητευτής κρεμάστηκε και δεν ξέρουμε ακριβώς τι συνέβη στη συνέχεια της ιστορίας.
Ούτε και χρειάζεται να μάθουμε. Σημασία έχει πως τα λιοντάρια σώθηκαν από τη βασανιστική τους ψευδαίσθηση. Και αν χόρτασαν την πείνα τους και με τι δεν μας αφορά. Ποιος στα αλήθεια νοιάζεται για τους ανθρώπους;

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

14. "Το τζίνι της Ουρν"

    Στην αρχαία πόλη Ουρν της Ανατολής ένας θρύλος έβαζε κάθε βράδυ τα πριγκιπόπουλα για ύπνο στα μαλακά τους κρεβάτια και παρηγορούσε τους πεινασμένους της πόλης που γυρόφερναν από εδώ και από εκεί.
    Σύμφωνα με τον θρύλο αυτό, ένα σπουδαίο τζίνι, το τζίνι της Ουρν, εμφανιζόταν κάθε τόσο στον εκάστοτε Σουλτάνο και αφού τον έκρινε και ήταν κακός τον μετέφερε ρακένδυτο μακρυά από τα μετάξια και τα μαλάματα του παλατιού του στους λασπερούς δρόμους και στα βρώμικα στενοσόκακα της αγοράς. Αν ο Σουλτάνος, ζητιάνος πια, κατάφερνε να ζήσει και να επιστρέψει πίσω στο παλάτι και τον θρόνο του τότε το τζίνι θα του πραγματοποιούσε τρεις ευχές, τις οποίες βέβαια ο μετανιωμένος Σουλτάνος θα χρησιμοποιούσε για το καλό του λαού του.
    Η αλήθεια του θρύλου επιβεβαιώνεται μία και μόνο φορά στις ιστορικές αναφορές που έφτασαν στα χέρια μας. Στα χρόνια του άτεκνου Σουλτάνου Ναμπί όταν, κατά τη διάρκεια της αιματηρής επανάστασης που τον καθαίρεσε, εκείνος βρέθηκε με σκισμένα ρούχα στους δρόμους της Ουρν ανάμεσα στο εξαγριομένο πλήθος. Σε καμία ιστορική εκδοχή δεν καταγράφεται πως ο Ναμπί κατάφερε να επιστρέψει στο παλάτι. Αντίθετα, πολλές πηγές αναφέρουν πως δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα ζωντανός από το σημείο όπου τον άφησε το μεγάλι τζίνι παίρνοντας τον από την αίθουσα του θρόνου του ανάμεσα από τους ριμαγμένους φρουρούς του και αφήνοντας τον εκεί που εκείνος θα άφηνε τελικά την τελευταία του πνοή.

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

13. “Ένα συμπέρασμα του ασβού”

"Φαντάζεσαι ο Νάρκισσος να καθρεφτιζόταν σε μία λίμνη φτιαγμένη από γυαλί; "

γέλασε πάλι μόνος του ο ασβός με το κρύο του αστείο την παγερή εκείνη μέρα του χειμώνα όταν σκέφτηκε τον Νάρκισσο να σπάει το κεφάλι του.
"Φαντάσου το νερό να ήταν σκληρό σαν το γυαλί των ανθρώπων." συνέχισε την σκέψη του ο ασβός και μέσα στην παγωνιά του καιρού είπε να προχωρήσει προς την λίμνη του δάσους. Ολόγυρα η βαρυχειμωνιά είχε οδηγήσει τους πάντες σε ζεστά μέρη και δεν ήταν κανείς τριγύρω. Ο ασβός ήταν ολομόναχος. Σαν έφτασε λοιπόν στην λίμνη με έκπληξη  παρατήρησε πως πράγματι, το νερό της λίμνης ήταν όπως το είχε φανταστεί. 
"Τι περίεργος αυτός ο βαρύς χειμώνας...” αναλογίστηκε και περπάτησε πάνω στον πάγο να εξερευνήσει την περίεργη κατάσταση του νερού. Με την ίδια εμμονή, όπως εκείνη του Νάρκισσου, ο ασβός κοιτούσε στον πάγο κατά μεσής της λίμνης μήπως και δει το πρόσωπο του στα παγωμένα νερά. Σε κάποιο σημείο που ο πάγος θα ήταν πιο λεπτός, εκείνος έσπασε και ο ασβός βρέθηκε μέσα στα κρύα νερά και παραλίγο να πνιγεί. Αφού σώθηκε ως εκ θαύματος, με ένα τέτοιο θαύμα που δεν αξίζει στην παρούσα συλλογή και ίσως ούτε και στον κατά τα άλλα συμπαθή ασβό, αποφάσισε πως ποτέ δεν θα ξαναγελάσει εις βάρος των νεκρών.
"Μιας και πολύ εύκολα μπορείς να γίνεις ένας από αυτούς.” προσθέτει ο ασβός στην αφήγηση.

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

12. “Η πεταλούδα, η αράχνη και ο χρόνος”

    Μία κάμπια είχε τυλιχτεί στο κουκούλι της μέχρι που έφτασε η ώρα να βγει από αυτό πεταλούδα και να πετάξει. Μα για κακή της τύχη, όταν το κουκούλι άνοιξε και ήταν επιτέλους να πετάξει, διαπίστωσε πως τα φτερά της καθώς και τα υπόλοιπα μέρη της, ήταν μπλεγμένα στον ιστό μίας αράχνης. Η πεινασμένη αράχνη πλησίασε το γεύμα της, που είχε ετοιμαστεί και σερβιριστεί πια, για να χορτάσει την πείνα της. 

Έτσι ξεκίνησε ο περίεργος διάλογος που περιγράφεται το δίχως άλλο παρακάτω:
    Η πεταλούδα λέγοντας πως δεν θα έφτιαχνε ποτέ το κουκούλι της πάνω σε έναν ιστό αράχνης, κατηγόρησε για κατάφωρη αδικία την θύτη της.
    Η αράχνη από την άλλη υποστηρίζοντας πως ο ιστός της θα μπορούσε να υπήρχε από πριν, μιας και υπάρχει τώρα απεκήρυξε τον παρελθόντα χρόνο από την διαφωνία τους, και έτσι, όπως το έβλεπε εκείνη, υπήρχαν δύο δυνατές συνέχειες για το τι θα γινόταν. Ή η πεταλούδα θα κατάφερνε να ξεφύγει και θα πετούσε ή θα φαγωνόταν, με το δεύτερο να φαντάζει σαφώς πιθανότερο.

    Η πεταλούδα παρέβλεψε σκόπιμα τις μαθηματικές αναφορές της αράχνης και συνέχισε στην φιλοσοφική βάση που είχε τεθεί η συζήτηση αρχικά, αντετείνοντας πως δεν υπήρχε καμία δυνατή συνέχεια. Το γεγονός πως ήταν αρτιμελής και εν ζωή ήταν αρκετό για να παραμείνει έτσι και ούτε ο μπλεγμένος στο σώμα της ιστός ούτε η παρουσία της αράχνης, δεν σήμαινε απαραίτητα ότι θα φαγωθεί ή θα πετάξει - με το δεύτερο να φαντάζει σαφώς απιθανότερο - και απεκήρυξε και αυτή από πλευρά της τον μέλλοντα χρόνο από την διαφωνία.


    Με το παρελθόν και το μέλλον να έχουν τεθεί εκτός της ιστορίας μας η πεταλούδα και η αράχνη μένουν καταδικασμένες να διαφωνούν σε μία αιώνια στιγμή στο αν η μία θα πετάξει ή η άλλη θα χορτάσει. Η ιστορία μοιάζει να μην έχει κάτι άλλο να πει, και άρα τελειώνει εδώ κάπως άδοξα για την πεταλούδα, την αράχνη και... κυρίως τους αναγνώστες της.
 

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

11. “Η αρχή της ιστορίας των Δαύκων”

    Όταν ήρθε η μέρα να ανακηρυχτεί καινούριος ηγούμενος στη μονή του φιλοσοφικού Τάγματος των Δαύκων, ο επιλεγμένος από όλους νέος ηγούμενος ανέβηκε στα σκαλιά της εισόδου του κυρίως κτίσματος της μονής και μπροστά στα μάτια όλων των μοναχών και των μαθητευόμενων, -και αλίμονο! - και στα αυτιά τους, έσκισε το σκήνωμα του και φώναξε με δύναμη πως όλα όσα διδάχτηκαν ως λάθη και αμαρτίες τα αποκηρύσσει και μονομιάς άρχισε να κηρύττει το πραγματικό νόημα της ζωής.
    “Ως πότε θα ζούμε υπακούοντας ανούσιους κανόνες και αποφεύγοντας ψεύτικες αμαρτίες!” αναφώνησε με θέρμη.

    Ο μοναχοί, που εδώ και χρόνια διακατέχονταν κατά βάθος από την ίδια γνώμη και τις ίδιες ιδέες, τον χειροκρότησαν, πανηγύρισαν και αγκαλιάστηκαν ασπάζοντας ο ένας τον άλλο. Το πιο όμορφο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο χαμόγελο του νέου ηγούμενου καθώς στην αυλή της μονής του έβλεπε να ανατέλλει μία καινούρια εποχή για το ανθρώπινο γένος. Μια εποχή γαλήνης και με πραγματικό νόημα ζωής.
    Για λίγο καιρό όλοι απέλαυσαν την ελευθερία και χάρηκαν την ζωή κατ’ όπως πρέσβευε η "
Πεμπτουσιώδης Αλήθεια" όπως ονομάστηκε το κήρυγμα του ηγούμενου. Για λίγο καιρό όμως. 

    Αυτή είναι η ιστορία του αυστηρού μοναστηριού των φιλοσόφων Δαύκων που χάρισε χρόνια αργότερα το "Βιβλίο των Πραγματικών Αμαρτιών". Θέμα πολύ βαρύ για την συλλογή αυτών των αφηγήσεων που θα αποκαλυπτόταν αν η αφήγηση δεν διακοπτόταν στην παραπάνω παράγραφο, ομολογουμένως, τόσο απότομα.
 
    Για τη διακοπή αυτή ζητείται συγγνώμη. Αν και σύμφωνα με τη "Βίβλο των Δαύκων", δεν συντρέχει λόγος απολογίας ή συγχώρεσης.

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

10. “Η επανάσταση της Ραμβαρολιτοποσμύλης”

    Η πόλη “Ραμβαρολιτοποσμύλη” που άγνωστο γιατί και πως χτίστηκε σε μία μεγάλη υπόγεια κοιλότητα εκατοντάδες μέτρα κάτω από την γη και αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, φωτιζόταν με μία ευμεγέθη πέτρα κρεμασμένη στο ζενίθ της κοιλότητας που βρισκόταν η πόλη. Η πέτρα αυτή παρότι αρκούσε να φωτίζει ως σαν ένας μικρός ήλιος ολόκληρη την πόλη επί 24ώρου βάσεως (αν υποθέσουμε ότι οι κάτοικοι της είχαν 24ώρες μέρες και αν υποθέσουμε πως είχαν μέρες και νύχτες) ήταν συνεχώς σκεπασμένη με ένα ημιδιαφανές σκούρο ύφασμα που άφηνε πολύ λίγη ποσότητα φωτός να περάσει καταδικάζοντας την πόλη σε ένα ενοχλητικό μισοσκόταδο.
    Οι κάτοικοι της κουρασμένοι από την χρόνια σκοτεινιά επαναστάτησαν κάποια στιγμή εναντίον των αρχών που είχαν - εκτός άλλων (μπορούμε να υποθέσουμε) -  επιβάλλει το ύφασμα της ιστορίας μας. Με το που νίκησαν και κατάργησαν τις αρχές οι αγανακτισμένοι πολίτες της Ραμβαρολιτοποσμύλης σκαρφάλωσαν και πέταξαν κάτω το επιβαλλόμενο ύφασμα. Αφού τα μάτια τους συνήθισαν στο φως και ενόσω πανηγύριζαν που βγήκαν από το σκοτάδι έντρομοι είδαν στους τοίχους των σπιτιών τους τις σκιές τους και τις σκιές των χτισμάτων τους στα κοιλώματα της υπόγειας κοιλότητας. Λένε πως εν ριπή οφθαλμού αποφάσισαν να ξαναβάλουν το υφασμάτινο κάλυμμα στην θέση του και πως προτίμησαν το σκοτάδι από την θέα των σκιών τους στο διάπλετο φως.
    Όσες πιέσεις και αν δέχτηκε ο αφηγητής αυτής της ιστορίας πως αποτελεί παρά μόνο μία μεταφορά και πως σε αυτή κρύβεται κάποιο νόημα για τις ανθρώπινες κοινωνίες, η επίμονη άρνηση του και η έντονη ευαισθησία του στο φως αποτελούν πολύ ισχυρά επιχειρήματα για να μην πιστέψουμε πως είναι αληθινή.

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

9. “Απρόσωπα ψεύδη"

Κάποτε τα μάτια βαρέθηκαν να βλέπουν ψέματα και έπεσαν.
Κάποτε τα αυτιά βαρέθηκαν να ακούνε ψέματα και έπεσαν και αυτά.
Κάποτε η γλώσσα και το στόμα βαρέθηκαν να λένε ψέματα και έπεσαν και εκείνα.
Όταν βρέθηκαν όλα μαζί στο κατάχαμα και ρώτησε το ένα το άλλο τι κάνει εκεί;

Άρχισαν όλα πάλι τα ψέματα.
Μόνο που αυτή τη φορά ήταν απρόσωπα.

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

8. "Το πρόβλημα των Τατρούφων"

    Όταν οι Τατρούφοι διαπίστωσαν πως όταν εμπλέκονται όλοι στη δουλειά της τροφής τους δεν καταφέρνουν τίποτα, αποφάσισαν να μην δουλεύουν όλοι για αυτή και έτσι απέφυγαν την πρώτη λιμοκτονία.
    Σύντομα όσοι δούλευαν κατηγορούσαν όσους κάθονταν και μεγάλες αναταραχές αναμένονταν να συμβούν. Οι Τατρούφοι τότε, κάπως σωστά σκεπτόμενοι, εφηύραν άλλες δουλειές -αχρείαστες- ώστε να δουλεύουν όλοι και να μην κάθεται κανείς.
    Με τα χρόνια οι Τατρούφοι ξέχασαν ποιες δουλείες είχαν εφεύρει και δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν ποια δουλειά πραγματικά συνέβαλε στην τροφή τους και ποια όχι. Το σύστημα τους έγινε τόσο περίπλοκο δε, που άρχισαν να έχουν προβλήματα που προμήνυαν μία δεύτερη λιμοκτονία.
    Δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αναδείξουν έναν σοφό ανάμεσα τους και να του αναθέσουν να ξεχωρίσει "την ήρα από το στάρι". Τις άχρηστες από τις χρήσιμες δουλειές. Όμως η πρώτη δουλειά που έκρινε ο σοφός ως αχρείαστη ήταν η δική του. Όπως αρμόζει σε έναν σοφό έτσι και εκείνος επέδειξε την αλληλεγγύη που θα έπρεπε να επιδείξει και δεν κατονόμασε ποτέ καμία άχρηστη δουλειά στους Τατρούφους.
    Για κάποιο λόγο τη λύση στο πρόβλημα των Τατρούφων δεν την μάθαμε ποτέ ως σήμερα.

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

7. “Ο φαύλος κύκλος των προβάτων”

    Όταν μετά από καιρό τα πρόβατα σταμάτησαν να βλέπουν στους εφιάλτες τους τον λύκο να τα τρώει και η εφιαλτική φιγούρα που τάραζε τώρα πια τον ήσυχο ύπνο τους ήταν αυτή του βοσκού που τα χτυπούσε με την βίτσα του, ένα βράδυ προσποιήθηκαν πως κοιμήθηκαν και την κατάλληλη στιγμή βγήκαν από την στάνη και μπήκαν κρυφά στο δωμάτιο του που κοιμόταν ο βοσκός. Τον έπνιξαν μέσα στα μάλλινα σεντόνια του και γέμισαν την νύχτα με τους χαρούμενους ήχους της ζοφερής τους πράξης που είχε επιτύχει.Λίγο ήξεραν πως σύντομα θα εμφανιζόταν ξανά ο λύκος. Ακόμα και αν όλοι οι λύκοι είχαν πεθάνει, το τρίχωμα του τσομπανόσκυλου κάποια στιγμή θα γινόταν λυκίσιο και τότε τα πρόβατα θα χρειαζόταν έναν νέο βοσκό, και εκείνος κάποιο νέο τσομπανόσκυλο. Η ιστορία είναι καταδικασμένη σε έναν φαύλο κύκλο, και ο αφηγητής που την εγκατέλειψε σε εμάς καταδικασμένος και αυτός να ελπίζει πως κάποια στιγμή τα πρόβατα θα αποφασίσουν να σκοτώσουν τον λύκο και όχι τον βοσκό. Τότε η ιστορία θα τελειώσει και η ψυχή του αφηγητή θα αναπαυθεί.

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

6. “Μια ιστορία της φυλής αυτών που σκέφτονται”

    Ένας ψηλόλιγνος από την φυλή αυτών που ποτέ δεν παύουν να σκέφτονται ποτέ ένιωθε εδώ και μέρες το κεφάλι του να πονά. Αφού σκέφτηκε γιατί του συνέβαινε αυτό, και σκέφτηκε ότι ήταν από την πολλή σκέψη, σκέφτηκε πως από αύριο θα πάψει να σκέφτεται, σκεφτόμενος το υπόλοιπο της μέρας γιατί θα ξεκινούσε από αύριο και όχι από την στιγμή που το σκέφτηκε.
    Όντως ο αδύνατος άνθρωπος με το μεγάλο κεφάλι, τόσο μεγάλο που πολλές φορές είχε σκεφτεί ότι έμοιαζε με σπίρτο, σταμάτησε να σκέφτεται. Ξύπνησε χωρίς να σκέπτεται, μαγείρεψε χωρίς να σκέπτεται, έφαγε χωρίς να σκέπτεται, έπλυνε τα πιάτα χωρίς να σκέπτεται, έκανε έναν περίπατο χωρίς να σκέφτεται, έκανε μπάνιο χωρίς να σκέπτεται, ετοιμάστηκε για ύπνο χωρίς να σκέπτεται  και ονειρεύτηκε χωρίς να σκέπτεται. Το κεφάλι του άδειασε από κάθε σκέψη και σταμάτησε να πονά.
    Την επόμενη μέρα επανέλαβε το ίδιο, φυσικά χωρίς να το σκεφτεί καθόλου. Έτσι ξύπνησε, μαγείρεψε, έφαγε, έπλυνε και καθάρισε και τέλος βγήκε για μία βόλτα. Όμως εκείνη τη μέρα καθώς έκανε τον περίπατο του, φύσηξε ένας πολύ δυνατός αέρας που παρέσυρε το άδειο και ελαφρύ του κεφάλι. Έτσι όπως το κεφάλι του ήταν μεγάλο και δυσανάλογο με το σώμα του, που ήταν λεπτό και αδύνατο, με την απότομη κίνηση του κεφαλιού του στα δεξιά και πίσω στην κατεύθυνση που φυσούσε ο άνεμος, ο λαιμός του έσπασε και ο θάνατος ήταν ακαριαίος.
    Αυτή την ιστορία λένε οι άνθρωποι της φυλής αυτών που σκέπτονται, για να τρομάζουν τα παιδιά τους όταν είναι πολύ αδύνατα και κάπως καχεκτικά και να τρώνε όλο τους το φαγητό.

    Εμείς την χρησιμοποιούμε για αυτούς που σκέφτονται πολύ ή καθόλου.

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

5. “Το καλάθι”

Ο δάσκαλος πήρε και έκοψε καλάμια και έφτιαξε στα μάρμαρα της αυλής το οικογενειακό δέντρο του βασιλιά ξεκινώντας από τον βασιλιά “Ελευθερωτή” και τους απογόνους του, του απογόνους των απογόνων του, και συνέχιζε με τους απογόνους των απογόνων των απογόνων και σταματημό δεν είχε...
Σύντομα, το δέντρο έγινε πολύ περίπλοκο, και ευτυχώς είχε γεννηθεί ο βασιλιάς “Σφαγέας” και το “κλάδεψε” ανεβαίνοντας στο θρόνο, όμως και πάλι τα κλαδιά δεν άργησαν να απλωθούν ξανά, εξ αιτίας του μεθεπόμενου βασιλιά, του βασιλιά “Καρποφόρου” (βασιλιά “καρπερού” κατά τον λαό).
Ο μαθητής παρατήρησε πως το σχήμα δεν βοηθούσε στην πιστή απεικόνιση των σχέσεων της βασιλικής οικογένειας, αφού ξαδέρφια παντρεύονταν μεταξύ τους, εξώγαμα τέκνα προστίθονταν, και αδέρφια μίας οικογένειας παντρεύονταν αδέρφια άλλων οικογενειών. Άλλοτε δε, γέροι άνδρες παντρεύονταν νεαρές κοπέλες από νεότερους κλάδους, δηλαδή γενιές, και αν προσέθετες τις φήμες για το ποιος ήταν πραγματικό παιδί ποιου τότε και αν δεν έβγαινε άκρη και αν μπερδευόταν το πράγμα...
“Όχι," διαφώνησε ο αμφισβητίας μαθητής “το σχέδιο δεν είναι σωστό” εκνευρίζοντας τον πράο δάσκαλο του, ο οποίος για να εκτονώσει την οργή του έβαλε τον μαθητή να του φτιάξει μέχρι το άλλο πρωί ένα σωστότερο σχέδιο.
Ο επιμελής μαθητής τότε πήρε από το χθεσινό μάθημα όλα τα χρώματα που υπήρχαν και τα αντιστοίχησε με κάθε απόγονο και συγγενή της βασιλικής οικογένειας, με αυτά έβαφε τις άκρες των καλαμιών και άρχισε να τα συνδέει με καμπύλες και όχι με ευθείες γραμμές όπως το δέντρο του δασκάλου του. Δούλεψε δε, όλο το βράδυ.
Το επόμενο πρωί ο δάσκαλος βρήκε τον μαθητή να κοιμάται δίπλα σε ένα πολύχρωμο και αλλόκοτο σε σχήμα καλάθι όπου στην κορυφή του χερουλιού ήταν ο Βασιλιάς “Ελευθερωτής”. Υπήρχε θαρρείς ένα χαμόγελο επιτυχίας στα χείλη του μαθητή του. Για αυτό ο φιλεύσπλαχνος δάσκαλος δεν ξύπνησε τον κουρασμένο μαθητή του που δούλευε όλη τη νύχτα και του έκοψε το κεφάλι ενώ κοιμόταν βάζοντας το μέσα στο καλάθι. Το οποίο καλάθι και έστειλε στο βασιλιά, που ακόμα δεν είχε όνομα.
Λίγο αργότερα ξέρουμε πως κόπηκε και το δικό του κεφάλι, μα τότε δεν είχε γίνει γνωστός ούτε ο λόγος ούτε το όνομα του υπευθύνου.

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

4. ”Ο αυτόχειρας του καθρέφτη” *

Κάποτε ένας ιδιότυπος αυτόχειρας πήρε έναν καθρέφτη και τον έβαλε σε από τις πλατείες της Μεγάλης Χώρας.
“Θα κάτσω εδώ και θα κοιτάζω το είδωλο μου στον καθρέφτη συνέχεια και ασταμάτητα. Όταν η πράξη μου φτάσει στα αυτιά του Κίτρινου Αυτοκράτορα σίγουρα θα πιστέψει πως συνωμοτώ εναντίον του και θα διατάξει να με σκοτώσουν, και θα πεθάνω.”
Σκέφτηκε ο αυτόχειρας και καθισμένος στην πλακόστρωτη πλατεία μπροστά στον καθρέφτη του, κοιτούσε μέσα σε αυτόν συνέχεια και χωρίς σταματημό.
Ο αυτόχειρας κοίταξε τον εαυτό του τόσο πολύ και για τόσο πολύ καιρό που έμαθε κάθε λεπτομέρεια πάνω του. Αγάπησε τον εαυτό του και τον μίσησε ολότελα. Ανακάλυψε κάθε τελειότητα και ατέλεια του. Είδε κάθε ασχήμια και ομορφιά που είχε. Ακόμα, έφτασε στο σημείο να μπορεί να αντιλαμβάνεται κάθε ασχήμια του σαν ομορφιά και κάθε ομορφιά του σαν την χειρότερη ασχήμια.
Ήρθε και η μέρα όμως, που ο Κίτρινος Αυτοκράτορας ασχολήθηκε με τον ανόητο αυτόχειρα της πλατείας, αλλά δεν διέταξε την εκτέλεση του. Οι φρουροί που έφτασαν στην πλατεία άρπαξαν τον αυτόχειρα, τον πέταξαν παραπέρα και έσπασαν τον καθρέφτη σε τόσα κομμάτια μέχρι να γίνει ξανά άμμος. Το μόνο που έκανε ο αυτόχειρας ήταν να σπεύσει να βρει έναν άλλο καθρέφτη. Αυτή τη φορά όχι για να πεθάνει αλλά για να ξαναδεί και πάλι το είδωλο του, αφού δεν μπορούσε πια χωρίς την θέα του.

Αν η ιστορία συνεχιζόταν το τέλος θα ήταν ακόμα πιο άσχημο για τον αυτόχειρα. Ο Κίτρινος Αυτοκράτορας θα ξαναμάθαινε για εκείνον και αυτή τη φορά θα διέτασσε να τον τυφλώσουν. Γιατί μια φορά δεν θα του έκανε ποτέ το χατίρι να τον σκοτώσει. Άλλωστε αν ο θάνατος ήταν η χειρότερη τιμωρία τότε δεν θα υπήρχαν είδωλα στους καθρέφτες μας.

* ένα περιμύθιασμα πάνω στο μύθο του Κίτρινου Αυτοκράτορα.

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

3. “Η μοναξιά του ασβού”

“Όσο και να τρέξει η χελώνα πάλι σπίτι της θα είναι...”
γέλασε δυνατά ο ασβός με το ανόητο αστείο του.
Καθώς όμως ήταν μόνος του, μιας και κανένα ζώο δεν τον πλησίαζε εξαιτίας την μυρωδιάς του, αποφάσισε να πάει στην λίμνη όπου όλα τα ζώα θα ήταν εκεί για να πιούν νερό και να μοιραστεί το ευφυές χιούμορ του μαζί τους. Δυστυχώς κανένα ζώο όμως δεν άντεξε την βρώμα του ασβού και όλα απομακρύνθηκαν όταν αυτός έφτασε στην λίμνη. Ήταν η πρώτη φορά που ασβός βλαστήμησε την φυσική του ευωδία. Περίλυπος προχώρησε μέχρι το ποτάμι και έπεσε μέσα.
Κολύμπησε για ώρες ολόκληρες μέχρι που η μυρωδιά του να φύγει. από την γούνα του και το πετσί του. Περιχαρής και γεμάτος λαχτάρα πήγε και πάλι στην λίμνη όπου τα άλλα ζώα είχαν επιστρέψει για να ξανά-δροσιστούν. Καθώς ο ασβός δεν μύριζε πια, είπε το αστείο του και αυτή τη φορά το άκουσαν όλοι. Όμως μόνο τα γέλια του ασβού ακούστηκαν να ταράζουν τα ήσυχα νερά της λίμνης, και έτσι , ευτυχώς δεν πνίγηκε κανένα νεαρό βατραχάκι. Κανένα άλλο ζώο δεν γέλασε μαζί με τον ασβό.
Επέστρεψε και εκείνος στην φωλιά του κάπως απογοητευμένος στην αρχή για την έκβαση των πραγμάτων, όμως πάλι μόνος καθώς ήταν επανέλαβε το αστείο του, γέλασε μόνος του και η διάθεση του καλυτέρευσε.

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

2. “Ο Χορτάτος και ο Πεινασμένος”

Κάποτε υπήρχε ένας κόσμος που σε αυτόν κατοικούσαν, μόνο δύο άνθρωποι. Ο Χορτάτος και ο Πεινασμένος. Ο Χορτάτος σε βάρος του Πεινασμένου έτρωγε όλο το φαγητό που υπήρχε και χόρταινε, ενώ ο Πεινασμένος αν έτρωγε θα έτρωγε λίγο και πεινούσε. Κάποια στιγμή ο θεός που είχε πλάσει εκείνο τον κόσμο, όταν είδε και συνειδητοποίησε την αδικία που υπήρχε και ο ίδιος είχε φτιάξει στον κόσμο και τον άνθρωπο, αποφάσισε να ρίξει λιμό για να πεινάσουν και οι δύο.
Δεν ξέρουμε αν ο Χορτάτος έφαγε τον Πεινασμένο ή αν ο Πεινασμένος έφαγε τον Χορτάτο, πάντως αυτός που έμεινε ήταν μετά ο Πεινασμένος, και έμεινε να θυμάται το ίδιο ενοχικά - όποιος και αν ήταν πριν - έναν κόσμο που κάποτε είχε φαί.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

1. “Ένα τραγούδι ενός βατράχου”

Το μικρό βατραχάκι καθισμένο σε ένα νούφαρο κόαξε δυνατά το τραγούδι που του είχε μάθει ο παππούς βάτραχος. Αμέσως έτρεξε στην όχθη να του το πει. Σαν όμως ο γέρων αποκρίθηκε πως δεν θυμόταν την ύπαρξη του τραγουδιού αυτού, το βατραχάκι βυθίστηκε στη λίμνη της Σκέψης, αναρωτώμενο αν εκείνο ήταν τώρα πια ο παππούς βάτραχος, ή αν ο παππούς βάτραχος δεν υπήρξε ποτέ. Τότε βγήκε και στάθηκε πάλι στο νούφαρο που καθόταν πριν, για να ξανακοάξει το τραγούδι και να βεβαιωθεί πως τουλάχιστον το τραγούδι ήταν και υπήρχε.

Κάποιοι θέλοντας την συνέχεια της αυτής ιστορίας, την συμπληρώνουν λέγοντας πως το βατραχάκι ξαναβούτηξε στην λίμνη σκεπτόμενο τι θα γινόταν αν κάποια στιγμή ο παππούς βάτραχος θυμόταν την ύπαρξη αυτού του τραγουδιού. Επειδή μία τέτοια σκέψη περιπλέκει πολύ τα πράγματα το βατραχάκι κάνοντας αυτή τη βουτιά, πνίγεται.
Και η ιστορία τελειώνει εκεί.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

0. “Διάλογος Σοφών - Σιωπή Σοφοτέρων”

Και τότε η σοφός Σκέψη είπε στο μικρό και νέο της φίλο:
“ Όταν θα ελευθερωθείς από το να διαβάζεις όλες τις αναρτήσεις των άλλων στο facebook θα βρίσκεσαι πιο κοντά στην ευτυχία.”
Ο μικρός, που είχε πάρει τη μορφή σκύλου τώρα, παρότι είχε βρει σοφά τα λόγια της Σκέψης είπε από μέσα του,
“Ευτυχώς που δεν έχω τόσους πολλούς φίλους στο facebook”
και οι δυό τους έμειναν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλο αναρωτώμενοι για το ποιος ήταν τώρα πια, σοφότερος...