Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

25. "Μία κλοπή στη χώρα αυτών που σκέφτονται"

    Ένας ήχος σαν αυτούς που ακούγονται όταν ξεκουρδίζεται κάποιο ρολόι ακούστηκε και η κλειδαριά του παραθύρου άνοιξε. Ύστερα το άνοιγμα αυτό το ακολούθησε ένα άλλο άνοιγμα, αυτό του παραθύρου. Δύο σκιές μπήκαν μέσα στο δωμάτιο ενός ανθρώπου από την φυλή αυτών που σκέφτονται. Τα χέρια των δύο σκιών πλησίασαν το κρεβάτι που κοιμόταν ο άντρας και ψαχούλεψαν τα σκεπάσματα και τον ίδιο χωρίς να διακόψουν τον βαθυστόχαστο ύπνο του.
    Ύστερα έψαξαν τριγύρω και ολόγυρα τους τα πράγματα του δωματίου. Βρήκαν αυτό που έψαχναν. Ένα μέρος του γραφείου ήταν άδειο. Ακούμπησαν εκεί το μικρό βαλιτσάκι που κουβαλούσαν και άπλωσαν μία τυλιχτή δερμάτινη θήκη που έβγαλαν από μέσα και όπου κράταγαν τα αλλόκοτα εργαλεία τους. Διάλεξαν προσεκτικά ποια χρειάζονταν κοιτάζοντας κάθε τόσο τον κοιμόμενο στο κρεβάτι πίσω τους. Όχι μήπως και ξυπνούσε αλλά για να διαλέξουν τα σωστά.
    Οι δύο σκιές με τα εργαλεία πια στο χέρι ανέβηκαν στο κρεβάτι του κοιμόμενου, όρθιες πάνω σε αυτό και παράξενα πιο μικρές πια και με τέχνη ζηλευτή και άγνωστη άνοιξαν το κεφάλι του για να κλέψουν το μυαλό του.
    Το πρωί ο άντρας ξύπνησε και φυσικά δεν μπορούμε να τον αποκαλούμε πια κοιμόμενο. Γρήγορα διαπίστωσε πως το παράθυρο ήταν ανοιχτό, η κλειδαριά του επίσης ανοιχτή και αλίμονο το κεφάλι του ήταν ανοιχτό και αυτό! Κι το μυαλό του έλειπε. Κυριευμένος από φόβο είχε καταλάβει τι είχε γίνει. Στεναχώρια μεγάλη πλημμύρισε την καρδιά του για την απώλεια του. Για τις σκέψεις που είχε χάσει για πάντα, για τις αναμνήσεις του, για τις ιδέες του και για όλα όσα βρίσκονταν μέσα στο μυαλό  που του έκλεψαν. Απαρηγόρητος κάλεσε τους γείτονες για βοήθεια με μία φωνή απελπισίας.
    Τι θα έκανε τώρα πια;
     Ο γιατρός όμως ήταν καθησυχαστικός, αφού γνώριζε την επιστήμη της φυσιολογίας και την βιολογίας των ανθρώπων της φυλής που σκέφτονται. Το μυαλό του θα ξαναφύτρωνε. Ω! τι γλυκιά παρηγόρια ήταν αυτή. Όμως οι αναμνήσεις του, οι ιδέες του, ή ήδη πραγματοποιηθήσες σκέψεις του. Όλα είχαν χαθεί. Μα και αυτά ήξερε πως θα τα ανακτούσε. θα τα προσπαθούσε από την αρχή. Και θα τα κατάφερνε γιατί ήταν όλα πράγματα που σκέφτονταν όλοι της φυλής αυτών που σκέφτονται. Ότι έχασε θα το ξανααποκτούσε.
    Ήσυχος πια το επόμενο βράδυ με το παράθυρο διπλοσφράγιστο ο άντρας έκανε την πρώτη του σκέψη με το νέο του μυαλό που σιγά σιγά φύτρωνε και πάλι.
"Και τι θα τους χρησιμεύσουν οι πολύτιμες σκέψεις μου αυτωνών; Τι θα κάνουν με το αγαπημένο μου μυαλό; Το πολύ πολύ να κάνουν μία σούπα. Καλή τους όρεξη!"

***
Βασισμένο σε πραγματική  ιστορία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου