γέλασε
πάλι μόνος του ο ασβός με το κρύο του
αστείο την παγερή εκείνη μέρα του χειμώνα όταν σκέφτηκε τον Νάρκισσο να σπάει το κεφάλι του.
"Φαντάσου το νερό να ήταν σκληρό σαν το γυαλί των ανθρώπων." συνέχισε την σκέψη του ο ασβός και μέσα στην παγωνιά του καιρού είπε να προχωρήσει προς την λίμνη του δάσους. Ολόγυρα η βαρυχειμωνιά είχε οδηγήσει τους πάντες σε ζεστά μέρη και δεν ήταν κανείς τριγύρω. Ο ασβός ήταν ολομόναχος. Σαν έφτασε λοιπόν στην λίμνη με έκπληξη παρατήρησε πως πράγματι, το νερό της λίμνης ήταν όπως το είχε φανταστεί.
"Φαντάσου το νερό να ήταν σκληρό σαν το γυαλί των ανθρώπων." συνέχισε την σκέψη του ο ασβός και μέσα στην παγωνιά του καιρού είπε να προχωρήσει προς την λίμνη του δάσους. Ολόγυρα η βαρυχειμωνιά είχε οδηγήσει τους πάντες σε ζεστά μέρη και δεν ήταν κανείς τριγύρω. Ο ασβός ήταν ολομόναχος. Σαν έφτασε λοιπόν στην λίμνη με έκπληξη παρατήρησε πως πράγματι, το νερό της λίμνης ήταν όπως το είχε φανταστεί.
"Τι
περίεργος αυτός ο βαρύς χειμώνας...”
αναλογίστηκε και περπάτησε πάνω στον
πάγο να εξερευνήσει την περίεργη
κατάσταση του νερού. Με την ίδια εμμονή,
όπως εκείνη του Νάρκισσου, ο ασβός
κοιτούσε στον πάγο κατά μεσής της λίμνης
μήπως και δει το πρόσωπο του στα παγωμένα νερά. Σε κάποιο
σημείο που ο πάγος θα ήταν πιο λεπτός, εκείνος έσπασε και ο
ασβός βρέθηκε μέσα στα κρύα νερά και
παραλίγο να πνιγεί. Αφού σώθηκε ως εκ
θαύματος, με ένα τέτοιο θαύμα που δεν
αξίζει στην παρούσα συλλογή και ίσως ούτε και στον κατά τα άλλα συμπαθή ασβό, αποφάσισε
πως ποτέ δεν θα ξαναγελάσει εις βάρος
των νεκρών.
"Μιας
και πολύ εύκολα μπορείς να γίνεις ένας
από αυτούς.” προσθέτει ο ασβός στην
αφήγηση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου