Γλωσσάρι

Δαύκος ο [δáfkos] : 1. ο μοναχός που ανήκει στο Τάγμα των Δαύκων. 2. το καρότο.

Περιμυθίασμα το [perimiθίasma]  1. εξιστόρηση που ο δημιουργός/αφηγητής της σκοπίμως αστοχεί από την ειλικρινή ή πιστή απόδοση του νοήματος, επιλέγοντας μία περιβάλλουσα περιγραφή του.

Σιάμ η [siam]:  1. Ονομασία που χρησιμοποιείται ως τόπος καταγωγής μυθικών πλασμάτων που έχουν να κάνουν με τα ανθρώπινα όνειρα (βλ. τα φίδια της Σιάμ, ή οι λέοντες της Σιάμ).
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου