Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

6. “Μια ιστορία της φυλής αυτών που σκέφτονται”

    Ένας ψηλόλιγνος από την φυλή αυτών που ποτέ δεν παύουν να σκέφτονται ποτέ ένιωθε εδώ και μέρες το κεφάλι του να πονά. Αφού σκέφτηκε γιατί του συνέβαινε αυτό, και σκέφτηκε ότι ήταν από την πολλή σκέψη, σκέφτηκε πως από αύριο θα πάψει να σκέφτεται, σκεφτόμενος το υπόλοιπο της μέρας γιατί θα ξεκινούσε από αύριο και όχι από την στιγμή που το σκέφτηκε.
    Όντως ο αδύνατος άνθρωπος με το μεγάλο κεφάλι, τόσο μεγάλο που πολλές φορές είχε σκεφτεί ότι έμοιαζε με σπίρτο, σταμάτησε να σκέφτεται. Ξύπνησε χωρίς να σκέπτεται, μαγείρεψε χωρίς να σκέπτεται, έφαγε χωρίς να σκέπτεται, έπλυνε τα πιάτα χωρίς να σκέπτεται, έκανε έναν περίπατο χωρίς να σκέφτεται, έκανε μπάνιο χωρίς να σκέπτεται, ετοιμάστηκε για ύπνο χωρίς να σκέπτεται  και ονειρεύτηκε χωρίς να σκέπτεται. Το κεφάλι του άδειασε από κάθε σκέψη και σταμάτησε να πονά.
    Την επόμενη μέρα επανέλαβε το ίδιο, φυσικά χωρίς να το σκεφτεί καθόλου. Έτσι ξύπνησε, μαγείρεψε, έφαγε, έπλυνε και καθάρισε και τέλος βγήκε για μία βόλτα. Όμως εκείνη τη μέρα καθώς έκανε τον περίπατο του, φύσηξε ένας πολύ δυνατός αέρας που παρέσυρε το άδειο και ελαφρύ του κεφάλι. Έτσι όπως το κεφάλι του ήταν μεγάλο και δυσανάλογο με το σώμα του, που ήταν λεπτό και αδύνατο, με την απότομη κίνηση του κεφαλιού του στα δεξιά και πίσω στην κατεύθυνση που φυσούσε ο άνεμος, ο λαιμός του έσπασε και ο θάνατος ήταν ακαριαίος.
    Αυτή την ιστορία λένε οι άνθρωποι της φυλής αυτών που σκέπτονται, για να τρομάζουν τα παιδιά τους όταν είναι πολύ αδύνατα και κάπως καχεκτικά και να τρώνε όλο τους το φαγητό.

    Εμείς την χρησιμοποιούμε για αυτούς που σκέφτονται πολύ ή καθόλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου