Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

 102. Τα καθρεφτάκια των Ικάτομοτάκι


        Η φυλή των Ικάτομοτάκι συναντάται συχνά από ταξιδιώτες, κατοίκους, και περιδιαβάτες. Αναγνωρίζονται συνήθως από τα χρώματα και τα μπιχλιμπίδια, με τα οποία στολίζουν τα αδύνατα και ισχνά πρόσωπα τους, τα περίτεχνα ψευτοδαχτύλιδα που φορούν στα δεξιότεχνα και λεπτά δάχτυλα τους, τους κρίκους που φορούν στα αδύνμα χέρια και μπράτσα τους, τα δερμάτινα και υφασμάτινα λουριά που κρεμούν στην λεπτή τους μέση πάνω από την σχεδόν τυμπανισμένη κοιλιά τους, τα σχεδόν κακόηχα κουδουνάκια και θολωμένα καθρεφτάκια που κρέμονται από κλωστές και μπλέκονται στα τρεμάμενα πόδια τους που με δυσκολία τους κρατούν πολλές φορές όρθιους.

Παρά τα εύκολα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά της εμφάνισης τους και του ιδιαίτερου τρόπου που ντύνονται, μία έρευνα υποστηρίζει πώς η φυλή των Ικάτομοτάκι χαρακτηρίζεται περισσότερο από κοινωνικές συμπεριφορές παρά από φυλετικά χαρακτηριστικά. Με τρόπο τέτοιο μάλιστα που – όπως συνέβαινε με την ελληνική παιδεία – η υιοθέτηση των συμπεριφορών αυτών αρκεί για τον εξικάτομοτάκισμό κάποιου. Η σημαντικότητα της άποψης αυτής ενισχύεται από το γεγονός ότι παρότι οι εκδοτικοί οίκοι της εποχής αρνήθηκαν να εκδώσουν την συγκεκριμένη μελέτη, πληρώθηκε αδρά μία ομάδα των καλύτερων μεταξυγράφων* του δεκάτου ένατου αιώνα, με σκοπό να εκδοθεί κρυφά στις πρώτες εκδόσεις μίας αμφισβητήσιμης θεωρίας ενός οικονομολόγου.

Αν παρατηρήσει κανείς, θα προσέξει πώς οι Ικάτομοτάκι στολίζονται επιδεικτικά και προσπαθούν να ξεπεράσουν ή έστω να μοιάσουν τους άλλους Ικάτομοτάκι, φορώντας όλοι τα ίδια σχήματα και χρώματα. Η έρευνα μάλιστα αναφέρει πώς οι εναλλαγές των εποχών για τους Ικάτομοτάκι γίνονται σύμφωνα με την μόδα και όχι με την πορεία των πλανητών, έτσι έχουν καταγραφεί οι εποχές του γαλάζιου τριγώνου, του κόκκινου κύκλου, του κίτρινου τετραγώνου, του πράσινου ορθογωνίου. Αξιοπερίεργη είναι επίσης, η αγάπη που έχουν οι Ικάτομοτάκι για το τι καινούριο. Αν κάτι το βγάλουν από πάνω τους δύσκολα το ξαναβάζουν. Έτσι όλα τα περίτεχνα στολίδια τους και ρούχα τους, πετιούνται για να αντικατασταθούν με καινούρια. Κάθε τι παλιό αποτελεί σκουπίδι, και ρυπαίνει την αισθητική των Ικάτομοτάκι. Είναι μεγάλη ντροπή να καταλάβει κάποιος ότι φόρας κάτι που είχες φορέσει παλαιότερα. Έχουν τόση μεγάλη απέχθεια στην χρήση παλαιών αντικειμένων, που το ίδιο κάνουν και με τα εργαλεία τους. Κατασκευάζουν καινούρια. Φυσικά η δεξιοτεχνία τους στην κατασκευή είναι αξιοθαύμαστη και η εφευρετικότητα τους θα έλεγε ότι υπερέχει αυτής των υπόλοιπων ανθρώπων. Παρόλα αυτά η επιμονή τους για το καινούριο αποτελεί τροχοπέδι στην εξέλιξη της τεχνολογίας τους.

Οι Ικάτομοτάκι πεινάνε. Αφιερώνουν πολύ χρόνο στο να ντυθούν, να στολιστούν, να αποκτήσουν καινούρια υπάρχοντα και να αποδείξουν ότι ξεφορτώνονται τα παλιά. Ελάχιστο χρόνο έχουν να ασχοληθούν με την παραγωγή τροφής. Το ίδιο και με επιστήμες όπως η ιατρική, η φυσική, τα μαθηματικά, και πλήθος άλλων.

Για τους υπόλοιπους οι Ικάτομοτάκι είναι φυλή απολίτιστη. Είναι άνθρωποι απαίδευτοι, άξεστοι. Παρά το προσεγμένο παρουσιαστικό τους, οι τρόποι τους είναι τραχείς. Η συζήτηση μαζί τους είναι σχεδόν βασανιστική, και αν κανείς επιχειρήσει να κάνει έναν γόνιμο διάλογο το πιο πιθανό είναι να εκνευριστεί, να απογοητευτεί ή να μαλώσει. Ένας δημοφιλής κοσμοκαλόγερος που υποστηρίζει πώς πιστεύει στον άνθρωπο και όλοι τον ακούνε, προτείνει πώς η καλύτερη λύση είναι να τους αντιστρέψεις πώς δεν μπορούν να καταλάβουν πώς ένας διάλογος είναι σαν την γη, γόνιμος και αν του αφοσιωθείς θα καρπίσει, και έπειτα να φύγεις. Από την άλλη ένας μοναχός που πολλοί τον σέβονται, αλλά δεν πιστεύουν στον Δύσκολο θεό που κηρύττει, ζητά να καταλάβουμε από την μία την βαθιά επιθυμία των Ικάτομοτάκι για στολίδια και καθρεφτάκια. Τον διάβολο που κάθεται στο κεφάλι τους και χτυπά το τύμπανο των πνευμόνων τους, και από την άλλη την φρικτή κόλαση της αγωνίας πώς την επόμενη μέρα θα πεθάνουν από την πείνα, ή την δίψα, ή κάποια αρρώστια, ή την αδιαφορία χωρίς έκκλιση**, την κόλαση που καίει στο στομάχι και τα άντερα τους.

Εμείς παραλλάσσοντας την πρόβλεψη της έρευνας του δεκάτου ένατου αιώνα πώς κάποτε όλοι στην γη θα προσαρτηθούν στην φυλή των Ικάτομοτάκι, περίσημαίνουμε πώς κάπου ανάμεσα στις εποχές της ιριδίζουσας πυραμίδας, της πορφυρής σφαίρας, του λευκόχρυσου κύβου, και του εβενικού κυλινδρού, θα δούμε το πρόσωπο μας στα καθρεφτάκια που κρέμονται στα πόδια Ικάτομοτάκι που σκονίζονται σε χώματα διψασμένα.


* Αυτός που εφαρμόζει την τέχνη της γραφής ανάμεσα σε γραμμές. Συνήθως, αλλά εσφαλμένως, συγχέεται με εκείνον που γράφει σε μετάξι. Οι μεταξυγράφοι συνήθως εργάζονται σε ομάδες.

** γραμμένο ανορθόγραφα στο χειρόγραφο 



Πέμπτη 10 Αυγούστου 2017

101. Ο Απαισιόδοξος + ένα περίπεγμα.

Ο Απαισιόδοξος είναι ένας άγγελος του θανάτου, που σημαίνει ότι είναι ο ίδιος ο θάνατος. Τον ονομάζουν “ο θάνατος με τα αμέτρητα βλέμματα”. Ο Πόε - αν δεν θα του έδινε κάποιο άλλο όνομα - θα τον αποκαλούσε “ο άγγελος των ενδεχόμενων ζωών”. Είναι από τα οχτώ πρόσωπα - μορφές του θανάτου που θα συναντήσει κανείς από όταν λίγο πριν πεθάνει μέχρι την κατάληξη του στο αιώνιο.
Πρόκειται για ένα θεόρατο άγγελο που φορά ένα ζοφερό μανδύα και στέκεται σε έναν τόπο επίπεδο όπως η θάλασσα. Τα δύο του πόδια πατάνε, το αριστερό σε ένα λόφο που ριζώνει μία ελιά και το δεξί σε έναν βράχο που στέκει ένας σπασμένος φάρος. Η ελιά βρίσκεται στα δεξιά και ο φάρος στα αριστερά. Στα χέρια του κρατάει μία ζυγαριά. Στον ένα δίσκο της που γέρνει αριστερά του παίρνει και βάζει την ζωή που έζησε κάποιος και στον άλλο που βαραίνει προς τα δεξιά έχει τον ακατάληπτο αριθμό όλων εκείνων των ζωών που θα ζούσε κανείς, αποτέλεσμα των διακλαδώσεων όλων εκείνων των επιλογών που έκανε και κυρίως που δεν έκανε, μπολιασμένα με όλες εκείνες τις επιλογές όλων των άλλων ανθρώπων που έκαναν και δεν έκαναν, το χάος όλων ανθρώπινων γενεών και της ιστορίας που έχει επίκεντρο της και γυρνά γύρω και γύρω από την πράξη εκείνη του Βρούτου.
Για να περάσεις την δοκιμασία θα πρέπει η ζωή που έζησες να αποδειχθεί βαρύτερη από το σύνολο όλων των άλλων ζωών που θα μπορούσες να ζήσεις. Ευτυχώς ο τρομερός κανόνας πως το σύνολο είναι συνήθως μεγαλύτερο από το άθροισμα των επιμέρους δεν ισχύει σε αυτή την περίπτωση. Ο Απαισιόδοξος γνωρίζει μόνο την άθροιση, που όμως είναι αρκετή για να κάνει όλες τις υπόλοιπες αριθμητικές πράξεις. Η ζυγαριά είναι ανελέητη και η σκιά της πέφτει βαριά πάντα στον φάρο. Τον βυθίζει στον σκοτάδι και όντας σπασμένος, εκεί υπάρχει το σκοτάδι. Λίγες φορές θα βρεθεί κάποιος που η ζωή του θα αποδειχθεί βαρύτερη από όλες τις άλλες που θα μπορούσε να ζήσει, ή έστω και από μία. Πολλοί λένε πως το κόλπο δεν είναι να είναι βαρύτερη η ζωή σου αλλά εσύ βαθιά να πιστεύεις πως είναι. Ο ζυγός, όπως και η άποψη του Απαισιόδοξου είναι χαλασμένος, και εύκολα τότε θα γείρει προς το μέρος της ελιάς, που έχει ήδη ίσκιο δικό της από κάτω για να ξαποστάσεις.

Η παραπάνω ιστορία δεν είναι παρά μία απάτη και όλες οι λεπτομέρειες και περιγραφές της παρά παραπλανήσεις. Σκοπός της παρουσίας της στην παρούσα συλλογή δεν είναι να υπονοήσει το ότι ο Απαισιόδοξος είμαστε εμείς και πως πρέπει αισιόδοξα να ζούμε την ζωή που ανοίγουμε και ανοίγεται εμπρός μας κάθε στιγμή. Σκοπός της συμπερίληψης αυτής της ιστορίας είναι να καταδείξει τις τεχνικές των συμβολισμών και των μεταφορών ως περιπλανήσεις παραπλανητικές στα πέριξ της αλήθειας παραπλεύρως των μύθων, ενώ ακόμα μαρτυρά τις ανειλικρινείς μεθόδους των παραμυθάδων που η ίδια χρησιμοποιεί κεκαλυμμένα, (όσο απροκάλυπτα και αν το παραδεχόμαστε) μέχρι την τελευταία (επόμενη) τελεία.

Κυριακή 21 Μαΐου 2017

100. Τα ρούχα και τα σωθικά.

Καβγάς γινόταν για πολύ καιρό πάνω σε έναν άτυχο άνθρωπο. Μαλώνανε τα ρούχα και τα σωθικά για το ποια ήταν τα πιο σπουδαία. Τα πρώτα με παρρησία ισχυρίζονταν πως συσταίνουν τον άνθρωπο, ενώ τα δεύτερα αδιάλλακτα πρότασσαν την αδιάκοπη εργασία τους.
Μια μέρα που φούντωσε ο καβγάς πάνω σε μία κίνηση εντυπωσιασμού τα ρούχα βγήκαν από το σώμα του ανθρώπου αφήνοντας τον γυμνό μπροστά σε τόσο κόσμο.
Τι ντροπή!
Με τον ίδιο τρόπο αντέδρασαν όμως και τα σωθικά. Βγήκαν από το σώμα του ανθρώπου αφήνοντας τον νεκρό.
Πόσο κρίμα.

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

99. Η ιστορία ενός ανέλπιδου ανθρώπου.

Κάποτε ένας άνθρωπος πολύ ευλαβικά γονάτισε στη γη και άρχισε να προσεύχεται στον ουρανό να του φέρει αυτό που επιθυμούσε. Ύστερα από ουκ ολίγες προσευχές – τόσες που ο άνθρωπος είχε αρχίσει να συνηθίζει στην προσευχή και,αμαρτία από το Θεό, αυτό είναι μία συνήθεια που δεν είναι καθόλου σωστή – ένα σύννεφο ήρθε και στάθηκε από πάνω του.
Ο άνθρωπος νευριασμένος σηκώθηκε και άρχισε να βλαστημά και να βρίζει το σύννεφο, που τάχα εμπόδιζε τις προσευχές του να φτάσουν ψηλά. Ήταν ο θυμός που τον τύφλωνε, αλλά και ο ήλιος που τον χτυπούσε στα μάτια, έτσι που ο άνθρωπος δεν είδε ότι το σύννεφο είχε το σχήμα αυτού που επιθυμούσε.
Άλλοι λένε την ιστορία με αυτό το τέλος:
πως το σύννεφο έφυγε χωρίς ο άνθρωπος να καταλάβει πως αυτό που επιθυμούσε είχε έρθει, και συνέχισε να προσεύχεται και να ζητά δίχως ελπίδα πια.
Άλλοι λένε την ιστορία με αυτό το τέλος:
πως το σύννεφο έμεινε χωρίς ο άνθρωπος να καταλάβει πως αυτό που επιθυμούσε είχε έρθει, και συνέχισε να βλαστημά και να βαρυγκωμά δίχως ελπίδα πια.

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

98. Η ψεύτικη περικοπή της μη ανάστασης του Λαζάρου.

Στη μεγάλη σάλα της Μονής των Δαύκων δίπλα στο αναλόγιο με το προσευχητάρι υπήρχε ένα δεύτερο αναλόγιο όπου κάθε μοναχός έγραφε ένα θεολογικό κείμενο προς ανάγνωση την ώρα του μεγάλου δεκατιανού τις μικρές μέρες. Την ανάγνωση του αναλάμβανε ο ίδιος ο μοναχός που είχε γράψει το κείμενο. Σε περίπτωση απουσίας του μοναχού το κείμενο διαβαζόταν υποχρεωτικά από τον ηγούμενο.
Εκείνη τη μέρα ο ηγούμενος διάβασε το παρακάτω:

"Μία μέρα ο Χριστός αποφάσισε να επισκεφτεί τον Λάζαρο. Φτάνοντας στο σπίτι οι συγγενείς του τον πληροφόρησαν ότι ο Λάζαρος ήταν νεκρός. Ο Ιησούς πήγε στον τάφο του φίλου του, στάθηκε και τον κάλεσε να Τον αναστήσει."

Ο ηγούμενος ευθύς επεσήμανε στους μοναχούς το κεφαλαίο ταυ στο τελευταίο άρθρο του κειμένου, και εκείνοι αμέσως αναστατώθηκαν από την μεγάλη προσβολή απέναντι στον Κύριο τους. Ποιος ήταν ο μοναχός που είχε γράψει αυτό το βλάσφημο κείμενο και δεν είχε παρουσιαστεί να το διαβάσει!
Σύντομα καθησύχασαν. Το γεγονός ότι ο Κύριος και Θεός τους είχε πράξει τελείως αντίθετα δικαίωνε τόσο Εκείνον όσο και τον μοναχό και αυτό που είχε γράψει. Σύσσωμοι σηκώθηκαν να βρουν τον μοναχό για να τον συγχαρούν για το ιδιοφυές κείμενο του. Δεν γίνεται οι ζωντανοί να περιμένουν από τους νεκρούς, αλλά οι ζωντανοί να δίνουν.

Φτάνοντας στο κελί του μοναχού ο ηγούμενος άνοιξε την πόρτα του έτοιμος να του δώσει την ευχή του. Παραξενεμένοι όλοι, βρήκαν τον μοναχό κρεμασμένο από το σταυρωτό δοκάρι της οροφής. Ο μοναχός είχε συνετάξει εαυτόν με τους νεκρούς.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

97. Το παιγνίδι το θρασύ.

Ένα βράδυ ένα πλανόδιο τσούρμο παλιάτσων αποφάσισε να περάσει την νύχτα του στο δάσος. Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα διανυκτέρευαν στην ύπαιθρο κάτω από τα αστέρια πηγαίνοντας από την μία πόλη στην άλλη, όπου έδιναν τις παραστάσεις τους σε πλατείες, δρόμους, ταβέρνες και καφενεία ή αν ήταν λίγο τυχεροί σε κάποιο μικρό θέατρο ή στάβλο. Ο καιρός ήταν γλυκός και αν δεν έλειπε εκείνο το βράδυ το φεγγάρι δεν θα άναβαν ούτε καν φωτιά. Την χρειάζονταν όμως για να βλέπουν.
Έστησαν καλό γλέντι γύρω από τη φωτιά εκείνο το βράδυ. Οι δουλειές πήγαιναν καλά και είχαν αρκετό κρασί και καπνό στα μπαγκάζια τους για να μεθύσουν. Χορτάτος νιώθεις πάντα πιο ελεύθερος αν τριγυρίζεις σαν νομάς και καμιά σου σκέψη δεν σου ζητά να φυλακιστείς κάτω από μία στέγη και τέσσερις τοίχους.
Μην ήταν το πιοτί; Μην ήταν αυτή η αίσθηση ελευθερίας; Μην ήταν και η ίδια η πάστα τους; Το τσούρμο έπιασε στο γλέντι του να κάνει θρασύ παιχνίδι και να προκαλεί δυνάμεις που δεν έπρεπε.
Πλανόδιοι παραμυθάτζίδες και ηθοποιοί, βάρδοι και ακροβάτες, παλιάτσοι και ταχυδακτυλουργοί ήξεραν κι είχαν ακούσει πράγματα που η παρούσα συλλογή δεν έχει γράψει και ούτε τολμά να κάνει. Αχ κι ας ήταν εκεί το φεγγάρι να τους προειδοποιήσει σε εκείνο το ξέφωτο που ανάψαν την φωτιά!
Σαν σε παιγνίδι μέσα στο μεθύσι τους και στην ευφορία τους βάλθηκαν να καμωθούν τους ερωτευμένους αναμεταξύ τους. Με λόγια, με αγγίγματα και με αναπνοές πλάνευαν την καρδιά τους πως τάχα είχαν ερωτευτεί. Μα σε αντίθεση με τους ανθρώπους που δεν ξέρουν να αγαπούν και κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους με τα ίδια μέσα, εκείνοι κορόιδευαν τον έρωτα και εκείνους που τον έχουν για εχθρό και που τους λένε άρχοντες.
Γελούσαν και αγκαλιάζονταν, και έδιναν φιλιά και αντάλλασσαν λόγια, και αναστέναζαν και πονούσαν, και παίρναν υποσχέσεις και επέστρεφαν όρκους, και χαίρονταν και ανάσαιναν, και γίνονταν ένα και αισθάνονταν για δύο, και δίνονταν και κρατούσαν, και έφτιαχναν ποίηση και έπιαναν τα τραγούδια, και ονειρεύονταν και ζήλευαν, και ζητούσαν να πάρουν και παρακαλούσαν να δώσουν, και απαιτούσαν και φοβόντουσαν, και όλο πλησίαζαν το αθάνατο και πιότερο γεύονταν το φθαρτό, και ένιωθαν και ορέγονταν, και πήγαζαν τον πόθο και ρουφούσαν την ανάγκη, και ήταν όλα κοροϊδίες και καμώματα και ούτε καταλάβαιναν το θράσος τους και ούτε είχαν πάρει χαμπάρι πως τριγύρω τους εκείνοι και εκείνος παρακολουθούσαν. Αλίμονο τους!
Η αφήγηση μας χαλαλίζει αυτή την εικόνα. Ζευγαρωμένοι όλοι οι παλιάτσοι, αγκαλιασμένοι ή πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, να ανταλλάσσουν μικρά αγγίγματα , ή να κοιτιούνται βαθιά στα μάτια, ή έχοντας τις ανάσες τους να φτάνουν ως το γυμνό σώμα του άλλου, ξάπλωναν τριγύρω από τη φωτιά που είχε σχεδόν σβήσει. Ένα δυο ξύλα κρατούσαν ακόμα μια ιδέα πυράς φυλαγμένη στις σχισμές τους και καθώς έσκαγαν ο ήχος θύμιζε καρδιές που ανοίγουν και πλαταίνουν και όλο μπορούν να χωρέσουν περισσότερα μα μόνο για έναν ή για μία, όχι για άλλους και για πολλούς. Και τότε με μία γεύση ευτυχίας πάνω από τα μάτια τους έκλεισε τα βλέφαρα στο τσούρμο και όλοι κοιμήθηκαν. Και τότε από τις σκιές των γύρω κλαδιών οι άρχοντες χώρισαν τις σκιές τους και εμφανίστηκαν. Και τότε πλησίασαν ο καθένας και από έναν.
Οι άρχοντες συνήθως παίρνουν τις επιθυμίες των ανθρώπων στην μεγάλη απελπισία και τις πραγματοποιούν, κάνοντας συμφωνία μαζί τους να γίνει αυτό. Γιατί ξέρουν πως οι επιθυμίες ενός ανθρώπου απελπισμένου αν πραγματοποιηθούν μπορούν να γίνουν η μεγαλύτερη τιμωρία. Δεν ξέρουν οι άνθρωποι τι ζητάνε, και απελπισμένοι ζητάνε πάντα τα λάθος πράγματα.
Εκείνο το βράδυ όμως πήραν τα όνειρα των παλιάτσων και όχι τις επιθυμίες τους, και χωρίς να έρθουν σε συμφωνία μαζί τους τα βάλανε μπροστά να γίνουν. Γιατί ήξεραν πως τα όνειρα ενός χαρούμενου ανθρώπου θα τον σκλαβώνουν όσο τίποτε αν γίνουν αλήθεια και δεν υπήρχε μεγαλύτερη τιμωρία για τους παλιάτσους αυτούς από το να τους στερήσουν την ελευθερία τους. Την ελευθερία, η αίσθηση της οποίας, τους έκανε να τους προκαλέσουν με το τόσο θρασύ παιχνίδι τους.
Δεν κάνει να προκαλούμε τους άρχοντες. Κι ούτε πρέπει να κάνουμε συμφωνίες μαζί τους.
Μονάχοι, ένας άντρας και μία γυναίκα γλίτωσαν. Και δεν γλίτωσαν όμως. Οι δυο τους καμωμένοι τους ερωτευμένους, είχαν απομακρυνθεί από τους άλλους για να μείνουν μοναχοί. Αντίθετα με εκείνους που είχαν μείνει στην φωτιά δεν είχαν ύπνο. Προσποιούνταν αχόρταγα πως ήταν ο άλλος το όνειρο της μίας, και ο ένας το όνειρο της άλλης, και η άλλη το όνειρο του ενός, και η μία το όνειρο του άλλου. Κι ούτε που ξέρανε ποιος ήταν ποιος, και ποια εκείνη, και ο ένας την άλλη, και εκείνος ποιος. Και πώς να αγαπηθούν δύο τόσο άγνωστοι μεταξύ τους και με τους εαυτούς τους;
Αυτούς τους τιμώρησε ο έρωτας. Τους έκανε να ερωτευτούν.
Κι αν δεν καταλαβαίνει ο αναγνώστης γιατί οι δυο αυτοί τιμωρήθηκαν χειρότερα, μπορεί να αναζητήσει και να ρωτήσει τους άρχοντες. Εκείνοι όπως όλα, εκτός από τον έρωτα, τα ξέρουν. Η συμβουλή ωστόσο είναι αν τους βρει και τους ρωτήσει να μην διαφωνήσει μαζί τους. Κι ούτε πρέπει να κάνει όμως συμφωνία μαζί τους.

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

96. Ένα μικρό μαγικό τετραδιάκι.

Ένα βράδυ, βράδυ νύχτα από εκείνες που διαχέουν την αντίφαση στα λόγια και τις πράξεις των ανθρώπων, στα χέρια ενός άντρα μπήκε ένα μικρό μαγικό τετράδιακι.
Φυσικά τίποτα μαγικό δεν είχε το τετράδιο αυτό. Δεν το είχε φτιάξει κανένας μάγιστρος - τεχνίτης, δεν το είχε ξορκέψει καμιά μάγισσα, ούτε ήταν εμποτισμένο με κάποια τσιγγάνικη χαριστική γητειά. Ήταν ένα απλό μικρό τετραδιάκι του εμπορίου με πράσινο σκληρό δέσιμο, επιτηδευμένα κιτρινισμένα φύλλα για να μοιάζει παλιό, ευθείες γαλάζιες γραμμές για να παρατάσσονται τα γράμματα στη σειρά και πάνω δεξιά στις σελίδες ένα σημείο για να βάζεις την ημερομηνία αν ήθελες.
«Πάρε το και γράψε πως θες να είναι η ζωή σου σε μερικά χρόνια. Να δεις ό,τι γράψεις θα γίνει.» του είπαν όταν του το έβαλαν στα χέρια και εκείνος το κράτησε.
Η μαγεία του προέκυψε από την αντίφαση των παραπάνω λέξεων και της απλότητας του τετραδίου.
Πράγματι ο άντρας έγραψε στα επιτηδευμένα κίτρινα φύλλα του μικρού τετραδίου πως ονειρευόταν την ζωή του μερικά χρόνια αργότερα. Επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στο να παρατάξει λεπτομέρειες για αυτά που ήθελε πάνω στις γαλάζιες γραμμές των σελίδων του. Συμπεριέλαβε στα όσα έγραψε και καλές και άσχημες στιγμές. Οι καλές διακρίνονταν από απλότητα ενώ στις άσχημες φαινόταν να τις είχε γράψει με κάποια ιδιαίτερη φροντίδα. Τις ημερομηνίες άφησε κενές.
Το τετράδιο έμεινε σχεδόν ξεχασμένο στη βιβλιοθήκη του για πολύ καιρό. Όλα τα γραπτά που εμπεριέχουν γητειές πρέπει να ξεχνιούνται, να ησυχάζουν, να δυναμώνουν και δρουν. Έτσι συνέβη και με εκείνο.
Σαν πέρασαν τα χρόνια ο άντρας βρήκε το τετράδιο τυχαία τακτοποιώντας ή μετακομίζοντας ή ψάχνοντας το. Έπιασε και το διάβασε. Τίποτα από όσα είχε γράψει και επιθυμήσει δεν είχε συμβεί. Αλίμονο…

Αλίμονο σε όσους δεν πιστεύουν στη μαγεία και στις γητειές. Γιατί όντας συντετριμμένος από το βάρος της απογοήτευσης που ο ίδιος κρέμασε δένοντας το από πάνω του με προσδοκίες που δεν ανταμώθηκαν ο άντρας αναζητώντας μία αγκαλιά ή ένα μέρος να κουρνιάσει μπήκε στις σελίδες του τετραδίου. Εκεί ζει τη ζωή που εκείνος ονειρεύτηκε και ο αφηγητής αυτής της ιστορίας μας διαβεβαιώνει ότι πρόκειται για μία υπέροχη ζωή.
Επιπλέουσες φήμες θέλουν το τετράδιο να βρίσκεται στη ραφιέρα ενός αυταπατώμενου αλχημιστή, ο οποίος το διαβάζει για να γαληνέψει αφού έχει κοιτάξει μέσα σε ένα εφιαλτικό κρανίο.

Ο αφηγητής αυτής της ιστορίας μας υποχρεώνει να σημειώσουμε πως ο ίδιος δεν θα έμπαινε ποτέ μέσα στο τετράδιο. Κατά τον ίδιο η ζωή είναι αγρίως απρόβλεπτη και απρόβλεπτα ωραία. Αυτό άλλωστε μας αποδεικνύουν και τα βράδια που είναι νύχτες από εκείνες που διαχέουν την αντίφαση στα λόγια και τις πράξεις των ανθρώπων.

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

95. Μία περιευχή.

     Που και πότε δεν χρειάζεται να ξέρουμε, υπήρχε ένας άνθρωπος που για πολλά χρόνια στη ζωή του δεν είχε θελήσει ή επιθυμήσει τίποτα πραγματικά πολύ. Είχε θέλω και επιθυμίες μα δεν έκαιγαν μέσα του με τρόπο τέτοιο που να προσευχηθεί ή να προσπαθήσει δυνατά για να γίνουν πραγματικότητα.
     Πολλά κακά μπορούν να φυτρώσουν πάνω σε μία τέτοια απόκλιση από όσα χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο ζώο, μα το χειρότερο ήταν ότι ο άνθρωπος της ιστορίας ποτέ του δεν έμαθε τη χαρά να του πραγματοποιείται μία επιθυμία. Και όπως συνήθως γίνεται εκεί που απουσιάζει η χαρά βρίσκει και κάνει φωλιά ο φόβος. Έτσι μέρες σαν και αυτές τις γιορτινές, μέρες ενός νέου χρόνου, του πρώτου χρόνου που αισθάνθηκε να επιθυμεί κάτι, όταν του εύχονταν μαζί με υγεία και μακροζωία ότι επιθυμούσε ένιωσε κάποιο απροσδιόριστο φόβο πως δεν θα συμβεί.
     Δεν ήξερε πως είναι να πραγματοποιείται κάτι που ήθελε πολύ, γιατί πολύ απλά δεν είχε επιθυμήσει ποτέ κάτι αρκετά πολύ.

     Πολύ θα θέλαμε να πούμε ότι αυτό που ήθελε ο ήρωας της ιστορίας το απέκτησε, μα ο αφηγητής της ιστορίας δεν μας έδωσε το άγνωστο τέλος της. Ίσως πάλι και να το έκανε, αλλά αφηρημένοι στο να αναπολούμε όλες εκείνες τις επιθυμίες μας που έγιναν πραγματικότητα δεν συγκρατήσαμε το ευχάριστο τέλος της.

     Το ίδιο συμβουλεύουμε στους αναγνώστες μας. Οπλιστείτε με τη βεβαιότητα των πραγματοποιημένων επιθυμιών σας και να καλοδεχτείτε τις ευχές που δέχεστε.
Και ότι επιθυμείτε...

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

94. Η κτηνώδης ανάγκη των ανθρώπων.

Όταν οι άνθρωποι πρωτοπερπάτησαν σε τούτον εδώ τον κόσμο και άπλωσαν τα βήματα τους στους κάμπους, τα βουνά, ανάμεσα στα δέντρα και πάνω στα χορτάρια, στις ακρογιαλιές αισθανόμενοι ανάμεσα στα δάχτυλα τους τους αφρούς της θάλασσας και το καρδιοχτύπι της γης όλα τα άλλα πλάσματα εντυπωσιάστηκαν. Ξωτικά, νύμφες, νεράιδες, και άλλα στοιχεία του φανταστικού κρυφοκοίταζαν πίσω από δέντρα, βράχια, και τις ηλιαχτίδες του ήλιου την γύμνια των ανθρώπων, και καθώς η ματιά τους είναι διαπεραστική έβλεπαν μέσα στα στήθη τους πόσο άδεια ήταν. Από καθαρή καλοσύνη και με κίνητρα πατρικά ενός καλού παιδιού στα μικρότερα αδέρφια τους πρόστρεξαν να γεμίσουν τα άδεια στήθη των ανθρώπων ενώσω εκείνοι περιεργάζονταν τον κόσμο που πρωτοαντίκριζαν.
Έσκυβαν και μάζευαν λουλούδια και τα έβαζαν δίπλα στις καρδιές τους. Σιγοτραγουδούσαν και άφηναν μελωδίες μπροστά από τα πνευμόνια τους. Έπαιρναν ευωδιές και τις απλώνανε κάτω από το δέρμα τους. Έβρισκαν ζεστασιά και την βάζανε πάνω από το στομάχι τους. Ξεκρεμούσαν τα στολίδια από πάνω τους και από τα σπίτια τους και τα κρεμούσαν στο λαρύγγι τους. Γέμιζαν το άδειο μέσα των ανθρώπων με ομορφιές και χαίρονταν, γιατί οι άνθρωποι χαμογελούσαν και ήσαν ευτυχισμένοι, και αυτό σήμαινε καλό για τον κόσμο.
 Αχ και να ήξεραν τα ξωτικά και όλα τα άλλα στοιχειά του φανταστικού το λάθος τους. Βιασύνη πάρα πονηρή! Η αιωνιότητα περιμένει τους ανθρώπους μετά τον θάνατο, πριν έχουν μόνο ζωή. Γρήγορα τα λουλούδια μαράθηκαν, οι μελωδίες σίγασαν, οι ευωδιές χαθήκανε, η ζεστασιά κρύωσε, τα στολίδια χάλασαν και οι άνθρωποι που είχαν γνωρίσει πρωτανασαίνοντας τόση ομορφιά αισθάνθηκαν μέσα τους την ασχήμια.
Αυτό τους γέννησε την μεγάλη ανάγκη για ομορφιά και ευτυχία, αλλά και το να μην βαστάνε την απουσία τους. Σαν τα γνώρισαν δεν μπορούσαν να τα αποχωριστούν, και τα είχαν γνωρίσει από την πρωταρχή τους. Ευθύς οι άνθρωποι άρχισαν να ψάχνουν τριγύρω τους να βρουν ότι μέσα τους χάθηκε. Πρώτα στράφηκαν ο ένας ενάντια στον άλλο, πιστεύοντας πως μέσα στα στήθη τους θα έβρισκαν ότι στα δικά τους είχε χαλάσει. Έτσι ξεκίνησαν οι πρώτοι θάνατοι, οι πρώτοι πόλεμοι. Ύστερα άρχισαν να ψάχνουν τριγύρω. Έτσι άρχισαν να ρημάζουν και να αλλάζουν το περιβάλλον γύρω τους.
Η κτηνωδία των ανθρώπινων πράξεων είναι γνωστή και δεν χρειάζεται περιγραφές. Από αυτή φοβήθηκαν όλα τα στοιχειά του φανταστικού και κρύφτηκαν έκτοτε μακριά από τους ανθρώπους, αφού πρώτα έσπειραν άθελα τους την κτηνώδη ανάγκη μέσα στο ανθρώπινο είδος.

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

93. Η μαζική διάλυση των μετρητών γυναικείου πάθους.

     Στο παζάρι της κόκκινης άμμου και στα καταστήματα περίεργων αντικειμένων κανείς μπορεί να βρει λογιών μεζούρες, ζυγαριές, βαθύμετρα, αστρολάβους, χαράκια και άλλα εργαλεία που μετράνε άλλα τον έρωτα, άλλα την αγάπη, αλλά τον πόθο, άλλα το μίσος, άλλα την οργή των γυναικών. Πουθενά όμως δεν μπορεί να βρει ένα που να μετράει το πάθος τους. Μπορούν να βρεθούν μονάχα συντρίμμια τέτοιων αντικειμένων, καθώς όλα τους έσπασαν με μιας και ταυτόχρονα μια μέρα. Αιτία φυσικά υπήρξε μία γυναίκα. Ή ένας τυχερός άντρας, που στάθηκε τυχερός από την άποψη ότι τον θέλησε τόσο μία γυναίκα. Ελάχιστοι άνθρωποι θα σκότωναν όπως εκείνη για να είναι με τον άνθρωπο που θέλουν.
     Η ιστορία αποτελείται από μία σειρά στυγερών εγκλημάτων, άλλοτε ψυχρών και άλλοτε θερμών, που ο αφηγητής της αποφεύγει – ή βαριέται – να αποκαλύψει. Θα προτιμούσε να περιγράψει τα κάλλη της γυναίκας, μα και αυτά τα κρίνει κάπως ανάξια αναφοράς. Βέβαια ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την γοητεία μίας παθιασμένης γυναίκας, που τάιζε τον Θάνατο θανάτους για να έχει αυτόν που ήθελε; Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται έντονα, πως οποιαδήποτε πληροφορία ή λεπτομέρεια της ιστορίας θα δημιουργούσε αχρείαστες εντυπώσεις, συμπάθειες ή αντιπάθειες στον αναγνώστη. Για αυτό και παραλείπονται. Η ουσία της ιστορίας κρύβεται στην όρεξη του Θανάτου, που όσο τρώει όλο και μεγαλώνει και ζητά νεκρούς.
     Έτσι μια μέρα ο Θάνατος νηστικός και πεινασμένος, συνηθισμένος να βρίσκει τροφή κοντά στην γυναίκα της ιστορίας, βρήκε τον αγαπημένο της πλάι της και τον πήρε μονάχος του. Ήταν όταν μάλιστα η γυναίκα ήταν πιο ευτυχισμένη δίπλα του παρά ποτέ.
     Όσοι ρομαντικοί δεν ξέρουν να ξεχωρίζουν το πάθος από την αγάπη και τον έρωτα αρέσκονται να πιστεύουν ότι η θλίψη της κατέκλυσε τον κόσμο και έκανε θρύψαλα τα αντικείμενα παντού. Οι παραμυθόφιλοι από την άλλη ισχυρίζονται πως ήταν το μίσος και η οργή της. Ούτε του έρωτα ή της αγάπης, ούτε του μίσους ή της οργής σπάσανε τα εργαλεία μετρήματος όμως. Ήταν αυτά που μετρούσαν το πάθος που γίνηκαν κομμάτια.
   Και αυτό και για μας φαντάζει κάπως περίεργο. Τι άραγε είναι το πάθος μίας γυναίκας; Θα απαντούσαμε αλλά δυστυχώς δεν υπάρχουν εργαλεία να το μετρήσουμε και να μάθουμε.

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

92. Δύο πάπιες σε έναν ανθρώπινο μόλο.

     Σε έναν μόλο, ερημωμένο εδώ και χρόνια από κάθε παρουσία ανθρώπινη, βρήκαν να ζήσουν δύο πάπιες.
     Το θαλασσινό νερό τους άρεσε. Κολυμπούσαν, έβρεχαν τα φτερά τους και έβρισκαν ψάρια που την νοστιμιά τους δεν την είχαν γνωρίσει ως τότε. Ο καιρός στο μόλο ήταν πάντα καλός και ποτέ δεν κρύωναν, παρά κάπου κάπου τα βράδια έπιανε μία ψύχρα που όμως δεν ήταν κρύο. Μονάχα δύο πράγματα δεν τους άρεσαν στο μόλο. Η απέραντη θάλασσα, που το μέγεθος της έμοιαζε μεγάλο άδικο για τον κόσμο, και το αλμυρό νερό που δεν πινόταν.
     Μπορούσαν να ξεδιψάσουν μόνο όταν έβρεχε. Έπιναν το νερό της βροχής που μαζευόταν σε μικρές ρηχές λακκούβες στο τσιμέντο και σε μία τρύπα στο κέντρο του, όπου παλιά οι άνθρωποι στερέωναν ένα κοντάρι σημαίας να κυματίζει η γενιά τους με τον άνεμο και να δείχνει ποιοι ήταν.
     Κάποτε έκανε καιρό να βρέξει. Οι δύο πάπιες κόντεψαν να πεθάνουν από τη δίψα. Όταν ο ουρανός κάποια στιγμή τις σπλαχνίστηκε με μια γρήγορη νεροποντή, μετά την μπόρα βγήκαν να πιουν νερό. Η μία από τις δύο όμως δεν άφηνε την άλλη να πιει. Την τσιμπούσε όταν πλησίαζε την τρύπα του κονταριού, που ήταν το μόνο μέρος που είχε μαζευτεί λίγο νερό να πιουν. Η άλλη με απελπισία χάιδευε το ράμφος της στα αναμμένα τσιμέντα, που μόλις και είχαν δροσίσει από την σύντομη βροχή, για λίγες σταγόνες. Όταν πάλι επιχειρούσε να πλησιάσει στην τρύπα του κονταριού με το νερό δεχόταν ένα άσπλαχνο τσίμπημα από την πρώτη που την έδιωχνε και ως το βράδυ είχε πιει όλο το νερό μόνης της αφήνοντας την διψασμένη.
     Η νύχτα έπεσε δροσερή μα η κάψα της δίψας δεν άφηνε την πάπια να ησυχάσει. Το ράμφος της ήταν στεγνό, το λαρύγγι της το ίδιο. Δεν είχε πιει καθόλου νερό. Έπρεπε να βρει νερό. Μα που υπήρχε πόσιμο νερό που το είχε πιει όλο η άλλη; Άρα το νερό υπήρχε στο στομάχι της.
     Καθώς κοιμόταν λοιπόν ξεδιψασμένη ήταν πολύ εύκολο με το ράμφος της να τρυπήσει το στομάχι της και να το πιει. Η διψασμένη πάπια ξεδίψασε με ένα νερό, που όπως με τα θαλασσινά ψάρια, που την γεύση του δεν είχε γνωρίσει ως τότε και μέσα στο σκοτάδι δεν φαινόταν πως είχε άλλο χρώμα.

     Άραγε το ίδιο συνέβη κάποτε και με τους ανθρώπους του μόλου;

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

91. Το πείσμα του Γιαράμ.

     
     Το πείσμα του Γιαράμ ήταν πιο μεγάλο από το κεφάλι του. Σύμφωνα τουλάχιστον με τους δεκάδες φίλους του που μαζεύτηκαν να οργανώσουν την κηδεία του. Αν άκουγε πως πέθανε ήταν ικανός να αναστηθεί συμφώνησαν όλοι και αποφάσισαν πριν και κατά την διάρκεια της τελετής να ψιθυρίζουν.

     Ο Γιαράμ δεν είχε μόνο πείσμα, είχε αγάπη για όλους και διάθεση να βοηθά και να συμπαραστέκεται. Απόδειξη ο αριθμός των φίλων του που συγκεντρώθηκαν για να τον αποχαιρετίσουν έστω και ψιθυριστά. Θα νεκρανασταινόταν μόνο και μόνο για αυτούς.

     Ακόμα και νεκρός ο Γιαράμ είχε πολύ καλή ακοή. Άκουσε τα σχόλια των φίλων του για το πείσμα του και πως συνεννοήθηκαν να ψιθυρίζουν για να μην αναστηθεί. Πείσμωσε και δεν αναστήθηκε.

     Στο τέλος της κηδείας οι φίλοι του αναστέναξαν φωναχτά (χωρίς ένα δάκρυ). Ήταν λες και κατά βάθος μέσα τους περίμεναν τον Γιαράμ να αναστηθεί και απογοητεύτηκαν που δεν το έκανε. Επέστρεψαν στις ζωές τους περίλυποι.

     Όσο για τον Γιαράμ;
     Εκείνος πέθανε.

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

90. Το manodasha που δεν έλεγε να μαραθεί.

Τα άνθη manodasha συναντώνται σε τρία μέρη της γης. Σε μία βραχώδη περιοχή του Περού, σε μία ορεινή περιοχή της Αργεντινής, και σε κάποια απόκρημνα οροπέδια του Θιβέτ. Διακρίνονται από τα μεγάλα πλατιά και σγουρά φύλλα και την μεγάλη ποικιλία χρωμάτων. Οι ντόπιοι – και των τριών χωρών – μιλάνε για λουλούδια που έχουν διάθεση, και μάλιστα την δείχνουν. Ένα manodasha μπορεί να ανθίσει και να μαραθεί μέσα στην ίδια μέρα πάνω από δέκα φορές ανάλογα με την διακύμανση της διάθεση του. Στο Περού οι γυναίκες τα φορούν σαν στολίδι στο κεφάλι, οι Αργεντινοί τα κάνουν τσάι, και στο Θιβέτ τα προσφέρουν στον Βούδα.
Κάποτε ένα manodasha, ίσως γιατί ήθελε πολύ να το θαυμάσουν, ίσως από πείσμα ή αναποδιά απέναντι στη φύση του, ίσως για κάποιο λόγο των ανθών που εμείς οι άνθρωποι δεν μπορούμε να καταλάβουμε, επέμενε να αντιστέκεται στις κακές του διαθέσεις και να μην μαραίνεται ποτέ. Έμενε πάντα να ανθεί και να μοσχομυρίζει. Τα άλλα manodasha τριγύρω του, αισθάνονταν πολύ αμήχανα με την συνεχή καλή του διάθεση, και ίσως κάπου παραξενεύονταν, και ίσως κάπου ζήλευαν. Είναι απορίας άξιο που έβρισκε αυτό το λουλούδι το χρώμα να μένει συνεχώς αμάραντο, και από πού στάλαζε το γιόμα να μένει ολάνθιστο.
Ο αναγνώστης ας μην ξεγελαστεί, το εν λόγω manodasha δεν ήταν ούτε ιδιαίτερα ωραίο και ίσως καθόλου δεν ξεχώριζε από τα υπόλοιπα. Κανείς δεν έτυχε να προσέξει το πείσμα του. Το μυστικό του ανακαλύφθηκε όταν κάποιος Αργεντίνος πήγε και το έκοψε για το τσάι του. Αφού το αποξήρανε, έβρασε τα σγουρά του φύλλα και ύστερα το σέρβιρε σε ένα ειδικό σκεύος φτιαγμένο από κολοκύθα. Τότε ανακάλυψε την πικρή γεύση του. Τα φύλλα του manodasha έμεναν ανοιχτά και ζωηρά εξαντλώντας κάθε νοστιμιά από τους χυμούς τους.
Δεν ξέρουμε ποιο θλιβερό νόημα ζητά να περάσει ο αφηγητής της ιστορίας παραδίδοντας την στην συλλογή αυτή. Ή αν θέλει να υπονοήσει για το τίμημα να επιμένει κανείς σε κάποια καλή διάθεση και να μην λυγάει στον πόνο. Εμείς καταλαβαίνουμε ότι αν το manadosha είχε φυτρώσει στο Περού θα στόλιζε πολύ όμορφα τα μαλλιά μιας γυναίκας, ή αν βλάσταινε στο Θιβέτ θα άγιαζε στα πόδια ενός Βούδα. Δυστυχώς για εκείνο ο σπόρος του έσκασε στη γη της Αργεντινής.

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

89. Ένα από όσα δεν βαστάει ο κόσμος.


Κάποτε ένας κυνηγός περπατούσε μόνος στο δάσος των Περιμυθιασμάτων, γοητευμένος από το φτερούγισμα ενός κύκνου. Μία νεράιδα κρυφοκοιτάζοντας ανάμεσα από τα φυλλώματα, είδε τον κυνηγό και τον πλησίασε. Καθώς τον έφτασε από πίσω άπλωσε τα καλεργασμένα δάχτυλα της στα μάτια του και τα έκλεισε.
«Αν με ακολουθήσεις, θα σε πάω στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου.» του είπε και τον έπιασε από το χέρι. Εκείνος βρίσκοντας την χροιά της φωνής της πιο όμορφη από τον ήχο των φτερών ενός κύκνου που ριγά στο άγγιγμα ενός αγγέλου, αφέθηκε να τον οδηγήσει με προθυμία.
Το μέρος που τον οδήγησε η νεράιδα, ήταν η καρδιά της. Όμως καθώς συνέχισε να του κρατά τα μάτια κλειστά, ο κυνηγός δεν μπορούσε να το ξέρει. Ένιωθε την ζεστασιά της, και αυτό το δίχως άλλο του χάριζε ένα ωραίο συναίσθημα, μα δεν ήταν αρκετό για να ξεπεράσει την αγωνία του για το που ήταν. Ζήτησε επανειλημμένα από τη νεράιδα να πάρει τα χέρια της από τα μάτια του, ή να του πει που ήταν. Εκείνη, σχεδόν διασκεδάζοντας, δεν του απαντούσε και γελούσε. Το γέλιο της αντηχούσε πολύ όμορφα μέσα στην καρδιά της, μα δεν ήταν αρκετό να καθησυχάσει ο κυνηγός. Είχε κυριευθεί από το άγχος, και κάθε ομορφιά που δέχονταν από τις άλλες του αισθήσεις χανόταν μέσα σε αυτό. Ούτε η ζεστασιά της καρδιάς της νεράιδας, ούτε το ωραίο της άγγιγμα, ούτε το άκουσμα της φωνής της και του γέλιου της, ή η μυρωδιά της... Τίποτε δεν ήταν αρκετό για να τον ηρεμήσει. Είχε ακούσει ιστορίες για επικίνδυνα δέντρα στο δάσος των Περιμυθιασμάτων, και κουφάλες που έκρυβαν το θάνατο.
Εντελώς φοβισμένος έβγαλε ένα κοντό τσεκούρι που είχε για να ανοίγει δρόμο μέσα στο δάσος κόβοντας κλαδιά που έκλειναν τα μονοπάτια, και άρχισε να χτυπά τα τοιχώματα της καρδιάς της νεράιδας, νομίζοντας πως βρισκόταν μέσα στον κορμό ενός τέτοιου δέντρου. Πριν καλά καλά η νεράιδα αποφασίσει να εγκαταλείψει το πείσμα της και να ελευθερώσει τα μάτια του κυνηγού, εκείνος είχε προλάβει να τσακίσει την καρδιά της.
Η νεράιδα έπεσε νεκρή. Τα χέρια της χύθηκαν από το πρόσωπο του κυνηγού και το σώμα της σωριάστηκε στο χώμα. Δεν έμεινε εκεί για πολύ. Το σώμα ενός τόσο όμορφου πλάσματος χάνεται μόλις ξεψυχήσει. Σκορπά σαν σκόνη, γιατί είναι ένα τόσο θλιβερό θέαμα που ο κόσμος δεν μπορεί να το βαστήξει (κι ας βαστάει τόσες πολλές άλλες άσχημες εικόνες). Ωστόσο ο κυνηγός πρόλαβε να δει για μια στιγμή την νεκρή νεράιδα να χάνεται, και μαζί με την θλίψη τον κυρίευσε και η αλήθεια. Ήταν η καρδιά της που είχε πελεκήσει και τσακίσει.

Δυστυχισμένος ο κυνηγός, με το μυαλό του να έχει αδειάσει, έμεινε εκεί χωρίς να μπορεί να σκεφτεί τίποτε. Ίσως να έγινε δέντρο. Μάλλον έγινε βράχος. Μπορεί όμως και να επέστρεψε στην αναζήτηση του φτερουγίσματος που κάποτε τον είχε γοητεύσει. Εμείς που μπορούμε να σκεφτούμε κομμάτι παραπάνω πάνω σε αυτή την ιστορία, ίσως μένουμε εδώ αναρωτώμενοι αν όλα ήταν λάθος της νεράιδας.

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

88. Οι λεπτοσκαντζοχοιροβελόνες & Η ιστορία μίας θλιμμένης μάγισσας.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία μάγισσα που κοιτώντας στο μαγικό της γυαλί προέβλεψε ότι ένας άντρας θα την αγαπούσε και έτσι θα έχανε όλες της τις δυνάμεις. Φοβήθηκε πολύ για αυτό, γιατί ισχυριζόταν πως αγαπούσε τις δυνάμεις της, χωρίς όμως στα αλήθεια να ξέρει τι θα πει αγάπη, και αποφάσισε να βρει ένα ξόρκι για να εμποδίσει τα προκαθορισμένα. Όντας μάγισσα, και όχι θνητή, ήξερε πως μπορούσε να επέμβει και να αλλάξει την αμετάκλητη μοίρα. Κάτι αδύνατο για εμάς τους ανθρώπους.
Ψάχνοντας στα κιτάπια της βρήκε ένα ξόρκι που έκρινε αρκετά κατάλληλο για να πετύχει αυτό που ήθελε, και χρειαζόταν πολλές *πάρα πολλές) βελόνες λεπτοσκαντζόχοιρων. Λίγο από την βιασύνη της να προλάβει, λίγο που συνέβη να έχει τρία τσουβάλια βελόνες λεπτοσκαντζόχοιρου στην αποθήκη της, δεν συνέχισε να ψάξει κάποιο άλλο ξόρκι, ίσως πιο κατάλληλο. Έτσι έπιασε δουλειά.
Οι βελόνες από λεπτοσκαντζόχοιρο δεν διαφέρουν πολύ από του κανονικού σκαντζόχοιρου, παρά μόνο είναι πιο λεπτές και λίγο πιο εύκαμπτες. Μοιάζουν πολύ με ανθρώπινες τρίχες. Η μάγισσα είχε εκατομμύριά από δαύτες. Αν ήξερε ποιος ήταν αυτός ο άντρας θα χρειαζόταν μόνο μία, αλλά αν περίμενε να τον συναντήσει φοβόταν θα ήταν αργά. Έτσι τις μάγεψε όλες και τις έδωσε σε έναν μαγεμένο άνεμο να τις σκορπίσει σε κάθε πόλη και χωριό. Φύλαξε μόνο μία, μήπως και ο μαγεμένος άνεμος δεν έβρισκε τον άντρα που επρόκειτο να την αγαπήσει.
Το ξόρκι που είχε διαλέξει ήταν άκρως θανατηφόρο. Αν μία βελόνα τσιμπούσε κάποιον, έμπαινε κάτω από το δέρμα του και ύστερα με τρόπο μαγικό έφτανε στην καρδιά του. Εκεί, καθώς η καρδιά παλλόταν, η βελόνα θα αγκυλωνόταν και θα τρύπαγε την καρδιά σκοτώνοντας τον. Δεν την ένοιαζε πόσοι άνθρωποι θα πέθαιναν από το ξόρκι της, αρκεί ανάμεσα τους να ήταν ο άντρας που είχε δει στο μαγικό γυαλί της.
Η μάγισσα όμως είχε κάνει ένα λάθος. Οι βελόνες που είχε στείλει ήταν λεπτές και εύκαμπτες. Δεν μπορούσαν να τρυπήσουν ούτε τις μαλακές και καλοσυνάτες καρδιές των ανθρώπων, ούτε τις τραχιές και κάπως σκληρότερες. Μονάχα αν μία καρδιά σκλήραινε πάρα πολύ (γινόταν όσο σκληρή η καρδιά της μάγισσας) τότε η παρουσία της βελόνας την έκανε να σπάσει.

Με την ιστορία αυτή ο αφηγητής της μας προειδοποιεί και μας προτρέπει να προσπαθούμε να κρατάμε μαλακές τις καρδιές μας, γιατί ειδάλλως – βέβαιος πως και εμείς έχουμε μία από τις βελόνες – θα σπάσουν.
Για όσους αναγνώστες ενδιαφέρονται για το τι απέγινε η μάγισσα και ο άντρας της ιστορίας η συνέχεια της μας δίνεται από έναν δεύτερο αφηγητή.

Όταν η μάγισσα συνάντησε τον άντρα που την αγάπησε και αυτός άρχισε να την ζητά, προσπάθησε να τον αποθαρρύνει, και με διάφορους τρόπους και τεχνάσματα να σκληρύνει την καρδιά του για να απαλλαγεί από τον κίνδυνο να χάσει τις δυνάμεις της. Δεν ήταν εύκολο καθώς ο άντρας είχε από γεννησιμιού του μαλακή καρδιά και η αγάπη του για εκείνη την είχε μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Παρόλα αυτά η μάγισσα σιγά σιγά τα κατάφερνε. Μόνο που όσο η καρδιά του άντρα σκλήραινε από τα καμώματα της, τόσο η δική της σκληρή καρδιά μαλάκωνε από την επιμονή της αγάπης του.
Θα ήταν ωραίο στο τέλος της ιστορίας οι δύο καρδιές να συναντιόντουσαν κάπου στην μέση καθώς η μία μαλάκωνε και η άλλη σκλήραινε και το φινάλε να ήταν αίσιο. Μα αυτό δεν έγινε. Ο δεύτερος αφηγητής διαφωνεί με την μετριοπάθεια ενός τέτοιου τέλους, κι ακόμα δεν πιστεύει πως οι μάγισσες διαφέρουν από τους θνητούς.
Λίγο πριν το τέλος, η μάγισσα προειδοποίησε τον άντρα πως η καρδιά του έχει αρχίσει να γίνεται σκληραίνει επικίνδυνα και πως αν συνέχιζε να την ζητά, θα έσπαγε. Εκείνος - αποδεικνύοντας ότι μία σκληρή καρδιά μπορεί να αγαπήσει το ίδιο δυνατά με μία μαλακή – αντέτεινε πως δεν τον ένοιαζε. Ήταν ένα ρίσκο που επροτίθετο να πάρει. Ήλπιζε πως η μάγισσα θα ενέδιδε στην αγάπη τους πριν γίνει αυτό. Η μάγισσα με όση σκληρότητα είχε απομείνει στην καρδιά της διέτεινε πως δεν την ένοιαζε καθόλου αν θα πέθαινε, και δεν ήξερε γιατί του είχε δείξει ευσπλαχνία προειδοποιώντας τον.
Λίγο καιρό μετά η καρδιά του άντρα σκλήραινε απότομα και εντελώς, σπάζοντας σε χίλια δυο κομμάτια. Ο μαγεμένος άνεμος διάλεξε εκείνη την στιγμή να επιστρέψει και να πληρωθεί για τις υπηρεσίες του, φέρνοντας μαζί του τον ήχο της σπασμένης καρδιάς του άντρα και τον τελευταίο της χτύπο. Στο άκουσμα τους η καρδιά της μάγισσας μαλάκωσε. Μαζί οι δυνάμεις της σκόρπισαν  και ο μαγεμένος άνεμος της πήρε μαζί του ως την Πράγα. Η μάγισσα δεν νοιάστηκε καθόλου για τις δυνάμεις της. Θλιμμένη, συνειδητοποιώντας πως πια ήξερε τι θα πει αγάπη, σκέφτηκε πως ο μόνος άντρας που θα άξιζε να αγαπήσει ήταν νεκρός.
Είχε φυλαγμένη μία βελόνα που θα μπορούσε να την χρησιμοποιήσει για να πεθάνει, αλλά η καρδιά της ήταν ήδη μαλακωμένη.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

87. Ανάμνηση σε λα μείζονα.

Κάποτε ένας άντρας σε ένα κέντρο – ας δανειστούμε για χάρη συντομίας την εικόνα εκείνου που διηύθυνε ο Μπόγκαρτ στην ταινία Καζαμπλάνκα - πλησίασε τον πιανίστα και βάζοντας ένα χαρτονόμισμα στην τσέπη στο πέτο του, του είπε:
«Μπορείς να μου παίξεις μία ανάμνηση;»
Ο πιανίστας χαμογέλασε και έριξε μία ματιά ολόγυρα. Από ώρα είχε προσέξει μία γυναίκα που καθόταν μόνη στο μπαρ. Επίτηδες κράτησε το βλέμμα του πάνω της, μέχρι και ο άντρας να κοιτάξει προς το μέρος της.
«Ξέρετε να χορεύετε;», ρώτησε ο πιανίστας τον άντρα.
Και είναι περιττό να πούμε πως δεν περίμενε απάντηση. Άρχισε να παίζει κατευθείαν, μία μουσική που είχε συνθέσει ο ίδιος και είχε σκοπό να παίξει για πρώτη φορά στην επέτειο του κέντρου για τα τρία χρόνια λειτουργίας του, σε δέκα μέρες από τότε. Ήταν μία ζωηρή μουσική που σε προδιάθετε για χορό. Ο άντρας κάπως ξαφνιασμένος, κοίταξε πολύ γρήγορα τα δάχτυλα του πιανίστα να εναλλάσσονται πάνω στα άσπρα και μαύρα πλήκτρα και ύστερα γύρισε το κεφάλι του προς το μπαρ. Ξανακοίταξε την γυναίκα. Πλέον και εκείνη κοιτούσε προς το μέρος του. Αναρωτήθηκε για λίγο αν κοιτούσε εκείνον, ή είχε τραβήξει την προσοχή της η μουσική του πιάνου. Δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιες σκέψεις. Ούτε χώρος καθώς έβρισκε την γυναίκα πολύ όμορφη.

Ο αναγνώστης καταλαβαίνει - καλύτερα από τον αφηγητή και τον άντρα της ιστορίας – πως η αφήγηση πρέπει να τελειώσει σε αυτό το σημείο, και κάθε άλλη φλυαρία ή περιγραφή είναι περιττή και αλλοιώνει το νόημα της ιστορίας.

Ο άντρας πλησίασε την γυναίκα και της ζήτησε να χορέψουν. Έτσι ο πιανίστας έπαιξε μία ανάμνηση όπως του ζήτησε ο πελάτης.

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

86. Η Αποκάλυψη των βροντών.

     Κάποτε ένας θεός που ήθελε τους ανθρώπους του ευτυχισμένους, αλλά δεν ήξερε πως να καταλάβει αν ήταν ή όχι στα αλήθεια ευτυχισμένοι, αποφάσισε να τους πει ένα ψέμα. Διάλεξε έναν από αυτούς για προφήτη του, και μέσω αυτού τους είπε:
     Από εδώ και πέρα θα ξέρετε, πως σαν θα ακούτε βροντές δεν θα είναι τα σύννεφα. Όταν ακούτε βροντές θα είμαι εγώ. Από τον ίδιο πηλό που σας έπλασα, έφτιαξα και την μοίρα σας. Πάνε αιώνες και αυτή έχει πετρώσει όπως τα πήλινα σκεύη και ψηφιδωτά σας. Κάθε φορά που θα ακούτε βροντές, θα είμαι εγώ που θα σπάω την μοίρα σε κομμάτια για να την βάλω σε άλλη σειρά.
     Οι άνθρωποι πίστεψαν τα λόγια αυτά του θεού τους στα λεγόμενα του προφήτη και κάθε φορά που άκουγαν βροντές από τον ουρανό, έλεγαν πως ο θεός άλλαζε την μοίρα. Οι δυστυχισμένοι χαίρονταν, οι ανικανοποίητοι ήλπιζαν για καλύτερα, ενώ η οι ευτυχισμένοι ευλαβικά ανησυχούσαν. Κάπως έτσι ο θεός, μέσα από τις προσευχές των ανθρώπων καταλάβαινε αν οι άνθρωποι του ευτυχισμένοι ή όχι. Πιο καλά με αυτό του το τέχνασμα όμως καταλάβαινε τους αχάριστους.
    Μια μέρα, ένας άντρας που στη ζωή του είχε υπομείνει πολλές ελπίδες και βάσανα, και πολύ μεγάλη πίστη είχε δείξει στις βροντές πως ήταν για καλό και για καλύτερο, έφτασε σε σημείο τέτοιο στη ζωή του που ένιωθε ένα βήμα και μία μοιρασμένη ανάσα μακριά από την ευτυχία. Οι μέρες του ήταν γαλήνιες και χαμογελούσε. Εκείνη τη μέρα όμως έμελλε να βρέξει. Μία δυνατή μπόρα έφτασε στην πόλη συνοδευόμενη από δυνατές, πολύ δυνατές, βροντές. Αυτό σήμαινε το δίχως άλλο πως η μοίρα θα άλλαζε. Τη άδικη αλλαγή!
     Τόσο τον έπνιξε το παράπονο και το άδικο που εκεί που στεκόταν, άρχισε να ξεστομίζει τέτοιες ύβρεις προς τον θεό, που οι γύρω του τρόμαξαν και ο θεός ντράπηκε. Έκλεισε τα μάτια του και απομακρύνθηκε από τον κόσμο που είχε φτιάξει.


     Ο δημιουργός του παρόντος θέλει, όπως ο θεός στο παρόν, να καταλάβει τους αναγνώστες του με αυτή την ιστορία. Θα βρει τρόπο και θα μετρήσει ποιοι από όσους διάβασαν τα παραπάνω αναρωτήθηκαν για τη συνέχεια μιας κοινωνίας ανθρώπων χωρίς θεό, και ποιοι ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για το αν ο άντρας, του οποίου η έκρηξη του έκανε τον θεό να απομακρυνθεί, ευτύχισε ή όχι.
     Εμείς – που μονάχα μπορούμε να διαβάζουμε την μοίρα – δεν έχουμε καμία από τις δύο απαντήσεις να παραθέσουμε.

Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

85. Η θλιβερή ιστορία μιας πεταλούδας και ενός σκαθαριού.*

Κάποτε μία πεταλούδα αγαπούσε ένα σκαθάρι. Ήξερε πως και εκείνο την αγαπούσε αλλά της το κρατούσε κρυφό. Έτσι μια μέρα το πλησίασε και του ζήτησε να της πει ένα μυστικό. Το σκαθάρι δεν αρνήθηκε και της εκμυστηρεύθηκε ένα κρίμα του, που είχε κάνει πριν πολύ καιρό και δεν το είχε πει σε κανέναν ως τότε.
«Όχι, θέλω να μου πεις ένα μυστικό που αφορά εμένα.», του ζήτησε επιτακτικά η πεταλούδα. Το σκαθάρι μαζεύτηκε και δείλιασε. Πώς μπορούσε να παραδεχτεί την αγάπη που είχε στην πεταλούδα κι ως τώρα την κρατούσε κρυφή;
«Μου οφείλεις ένα μυστικό.», επέμεινε η πεταλούδα.
«Ναι.» απάντησε το σκαθάρι προκλητικά ετοιμόλογο αυτή τη φορά παρά την πρόσφατη δειλία του. «Και αν δεν θέλω να στο δώσω υποχρεούμαι να μοιραστώ μαζί σου όλα τα άλλα.». Ο κανόνας αυτός ήταν κάτι που είχε διαβάσει κάποτε το σκαθάρι κάπου στα έγκατα της γης.
«Ωραία λοιπόν, ακούω.» αποκρίθηκε με πείσμα και θάρρος η πεταλούδα.
Το σκαθάρι άρχισε να λέει όλα του τα μυστικά. Μερικά ασήμαντα που έκρυβαν ανόητες ενοχές και μηδαμινά λάθη, και άλλα άσχημα και σοβαρά. Αυτή η εξομολόγηση κράτησε ως το βράδυ και ως την επόμενη αυγή.
Η επόμενη αυγή, οπότε και η πεταλούδα έμαθε και το τελευταίο μυστικό του σκαθαριού (εκτός από εκείνο που της κρατούσε κρυφό), βρήκε την πεταλούδα να αγαπά ακόμα πιο πολύ το σκαθάρι, για λόγους που μόνο ο έρωτας μπορεί να εξηγήσει.
«Δεν θα φύγεις;», ρώτησε το σκαθάρι την πεταλούδα, και η καρδιά του φυλλότρεμε πως την έβλεπε για τελευταία φορά.
«Όχι.», απάντησε η πεταλούδα. «Κι εγώ σου χρωστάω ένα μυστικό και σύμφωνα με τον κανόνα που έχεις διαβάσει στα έγκατα της γης πρέπει να σου πω όλα τα άλλα.» είπε η πεταλούδα με περίσσια δύναμη ψυχής. Και κάπως δειλά ρώτησε το σκαθάρι αν ήθελε να τα ακούσει. Το σκαθάρι χωρίς δεύτερη σκέψη δέχτηκε.
Η εξομολόγηση των μυστικών της πεταλούδας κράτησε κι εκείνη ως το βράδυ και ως την επόμενη αυγή. Από κάποια άποψη τα μυστικά της ήταν χειρότερα στο σύνολο. Πράγματα που είχε κάνει όταν ήταν κάποια, και σκέψεις από όταν ήταν μέσα στο κουκούλι. Όταν τελείωσε, ρώτησε το σκαθάρι αν ήθελε να φύγει. Το σκαθάρι απάντησε πως δεν είχε να πάει πουθενά. Μέσα του αγαπούσε ακόμα πιο πολύ την πεταλούδα από πριν.

Αυτή είναι η θλιβερή ιστορία μίας πεταλούδας και ενός σκαθαριού που αγαπιόντουσαν πολύ και δεν έφυγαν ποτέ μακριά ο ένας από την άλλη. Δεν υπάρχει τίποτα θλιβερό σε αυτήν εκτός από το ότι δεν αντάλλαξαν ποτέ στα λόγια το μυστικό της αγάπης τους, κι αυτό δικαιώνει τον αρχικό τίτλο που δόθηκε στην ιστορία από τον αφηγητή που την παρέδωσε σε αυτή τη συλλογή.

* αρχικός τίτλος: Η υπέροχη αγάπη μίας πεταλούδας και ενός σκαθαριού.

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

84 Το μαύρο πίνκου.

«Όταν το μαύρο πίνκου ξυπνάει ο ήλιος ανατέλλει. Όταν το μαύρο πίνκου κοιμάται ο ήλιος δύει.»

Το μαύρο πίνκου εδώ και μερικούς αιώνες έχει φτιάξει την φωλιά του στην πλατεία ενός χωριού των Ιμαλαΐων. Για όσους αναγνώστες δεν το κατάλαβαν, το μαύρο πίνκου είναι ένα κίτρινο πουλί.
Οι δυστυχισμένοι κάτοικοι του χωριού όπου εγκαταστάθηκε το μαύρο πίνκου, όλους αυτούς τους αιώνες ζούσαν με την ανησυχία μήπως το μαύρο πίνκου αποκοιμηθεί μέσα στη μέρα ή ξυπνήσει κατά μεσοίς της νύχτας. Πιστεύαν, σχεδόν θρησκευτικά, στην άμεση σχέση του ύπνου του πουλιού και των κινήσεων του ήλιου. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που είχαν αιώνες να ασχοληθούν με κάτι άλλο εκτός από το μαύρο πίνκου και το πότε κοιμάται. Έτσι και απομονώθηκαν από τον υπόλοιπο κόσμο και την μοντέρνα γνώση. Όλη την μέρα φρόντιζαν να κρατάνε το μαύρο πίνκου απασχολημένο για να μην αποκοιμηθεί, και όλη την νύχτα πρόσεχαν μη τίποτα ενοχλήσει τον ύπνο του και ξυπνήσει απότομα. Είναι περιττό να περιγράψουμε την αγωνία τους όταν τύχαινε και ο ύπνος του κίτρινου πουλιού ήταν ανήσυχος. Φοβόντουσαν για τα ύστερα του κόσμου!
Ένας ορνιθολόγος – όχι πολύ καιρό πριν – ιδιαίτερα φιλόζωος θέλησε να λυτρώσει το πουλί από την καταπίεση που δεχόταν, εξαιτίας των προκαταλήψεων των κατοίκων του χωριού. Αποφάσισε να επισκεφτεί το χωριό και να πείσει τους κατοίκους του πώς το μαύρο πίνκου  (ή ο ύπνος του) καμία σχέση δεν είχαν με την ανατολή και τη δύση του ήλιου. Στην αρχή αντιμετώπισε πολλές αντιδράσεις και τον χλευασμό των πολλών, μία ή δύο φορές κόντεψε να κινδυνέψει η σωματική του ακεραιότητα, όμως οι λιγοστοί ανοιχτόμυαλοι στα λόγια του άρχισαν να πληθαίνουν, αποτέλεσμα της υπομονής και της επιμονής του.
«Αφήστε το καημένο το πουλί να κλείσει για λίγο τα μάτια του», είπε ένα μεσημέρι όταν το μαύρο πίνκου άρχισε να γλαρώνει. Στεκόταν ακριβώς κάτω από την φωλιά του μαύρου πίνκου και άπλωνε τα χέρια του προς τον κόσμο που το πρόσεχε αποτρέποντας τους κατοίκους προτού πετάξουν κάποια πέτρα στο πουλί για να το ταράξουν και να χάσει τον ύπνο του. Την πρώτη μέρα κατάφερε να μην πετάξουν πέτρα ίσα ίσα όσο το μαύρο πίνκου πάρει μία ανάσα με κλειστά τα μάτια. Την άλλη, λίγο παραπάνω. Την επόμενη κάτι τις περισσότερο.
Οι κάτοικοι δεν ήθελαν και πολύ να πειστούν. Κι εκείνους τους βασάνιζε η ίδια αυπνία και κούραση. Τουλάχιστον το μαύρο πίνκου κοιμόταν ολόκληρο το βράδυ. Το μόνο που στερούταν ήταν η μεσημεριανή του ανάπαυση. Αλλά κατά τον ορνιθολόγο αυτή ήταν και η πιο σημαντική λειτουργία για το είδος του.
Κάποτε έφτασε το μεσημέρι που το πουλί κοιμήθηκε, και οι κάτοικοι είδαν ότι ο ήλιος δεν έδυσε το μεσημέρι. Ούτε ένας δεύτερος ήλιος ανέτελλε όταν το μαύρο πίνκου ξύπνησε μία ώρα αργότερα. Ο ορνιθολόγος είχε καταφέρει την αποστολή του, και οι κάτοικοι του χωριού μετά από αιώνες κατάφεραν να επιστρέψουν στις δουλειές τους και τις ασχολίες τους απερίσπαστοι και απαλλαγμένοι από τον φόβο μίας ξαφνικής δύσης ή μίας ανατολής. Ευγνώμονες ζήτησαν από τον ορνιθολόγο να μείνει μαζί τους για πάντα, και εκείνος ευχαριστημένος με τον εαυτό του δέχτηκε να μείνει για να μελετήσει περεταίρω το σπάνιο μαύρο πίνκου.

Σε όσους αναρωτήθηκαν από την αρχή γιατί ένα κίτρινο πουλί ονομάζεται «μαύρο πίνκου», αξίζει να μάθουν το εξής:
«Όταν το μαύρο πίνκου κοιμάται ο ήλιος δύει. Και όταν το μαύρο πίνκου ξυπνά ο ήλιος ανατέλλει.». Ο κανόνας αυτός ισχύει μόνο με αυτή τη σειρά και μόνο για το βράδυ. Αλίμονο μας αν το μαύρο πίνκου ξυπνήσει κάποια νύχτα, ειδικά τώρα που οι φύλακες του δεν το προσέχουν.
Καλό θα ήταν, όποιος αναγνώστης βρεθεί σε ένα χωριό των Ιμαλαΐων που στην πλατεία του φωλιάζει ένα κίτρινο πουλί, να προειδοποιήσει τους κατοίκους του για το ολέθριο λάθος του ορνιθολόγου, αλλιώς δεν ξέρουμε τι μπορεί να συμβεί. Όχι κάτι χειρότερο πάντως από το τέλος του κόσμου.

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

83. Ο χορός των άχαρων ερωτευμένων.

Ο χορευτής έκανε μία βαθιά υπόκλιση με διατεταγμένα τα χέρια και τα πόδια και ζήτησε το όνομα της ντάμας του. Εκείνη του συστήθηκε.
«Εγώ είμαι ο σπουδαιότερος των άχαρων χορευτών της χώρας.» απάντησε και με το ένα χέρι κράτησε το δικό της και πέρασε το άλλο στη μέση της, παίρνοντας θέση για χορό.
«Ξέρετε να χορεύετε;» τη ρώτησε.
«Αρκετά καλά.» απάντησε εκείνη, και άρχισαν να κάνουν τα πρώτα τους βήματα.
«Χμ.» προβληματίστηκε ο χορευτής. «Αυτό μπορεί να μην είναι καλό. Μπορεί να σας στοιχίσει το κεφάλι.» είπε. «Η βασίλισσά δεν συμπαθεί όσους χορεύουν καλύτερα από εκείνη. Και ξέρετε είναι κρίμα, γιατί δεν είναι πολύ καλή χορεύτρια η ίδια.»
Η κοπέλα ανησύχησε. Στα αλήθεια δεν είχε να πει κάτι. Η ανησυχία της όμως βρήκε τρόπο να φανεί στον χορευτή. Σχηματίστηκε στο πρόσωπο της.
«Μην ανησυχείτε.» είπε ο χορευτής. «Θα σας μάθω εγώ να χορέψετε όπως πρέπει απόψε. Κάντε μία άχαρη φιγούρα εδώ.» της είπε και πήρε το χέρι της από την μέση της. Εκείνη απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του καβαλιέρου της με έναν πολύ αδέξιο στροβιλισμό κρατώντας σφιχτά το άλλο του χέρι.
«Εξαιρετικά!» αναφώνησε ο χορευτής. «Είστε πολύ καλή, αλλά μπορείτε να γίνετε χειρότερη.»
Συνέχισαν να χορεύουν και πότε ο χορευτής της παρήγγελλε να παραπατήσει, να στραβοπατήσει, ακόμα και να τον πατήσει.
«Τα πάτε πολύ καλά.» παρατήρησε και συνέχισε εξηγώντας τι ήταν ο χορός που χόρευαν, ενώ χόρευαν σε κύκλους.
«Ο χορός αυτός λέγεται ο χορός των άχαρων ερωτευμένων. Παρατηρήσατε όλη αυτή την ώρα που κινούμαστε κυκλικά;». Η κοπέλα έγνεψε θετικά.
«Έτσι ακριβώς θα χορέψουμε και το βράδυ μπροστά στη βασίλισσα, στη μεγάλη αίθουσα των χορών. Θα χορεύουμε εξήντα τέσσερα ζευγάρια ταυτόχρονα. Κάθε τετράγωνο έχει περίπου τέτοιο μέγεθος.» είπε και έδειξε την διάμετρο του νοητού κύκλου μέσα στον οποίο χόρευαν τόση ώρα. «Στο κέντρο κάθε τετραγώνου είναι ζωγραφισμένη μία καρδιά. Ο σκοπός του χορού είναι χορεύουμε σε αυτή. Εμείς θα χορεύουμε στο Γ4.»
«Μα τόση ώρα, ελάχιστα έχουμε σταθεί στο κέντρο!» παρατήρησε παραξενευμένη η κοπέλα.
Ο καβαλιέρος της έκανε μία πολύ απότομη κίνηση και εκείνη παραπάτησε τόσο που κόντεψε να πέσει. Την κρατούσε καλά όμως και δεν την άφησε. «Ξεχνάτε ότι δεν πρέπει να χορέψουμε καλά απόψε;» της θύμισε. «Ότι κινδυνεύουν τα κεφάλια μας.» είπε και η φωνή του έγινε κάπως φοβιστική.
«Εξάλλου ο χορός λέγεται χορός των άχαρων ερωτευμένων. Ελάτε να σας δείξω.» συνέχισε πιο γλυκά. «Τι θέλουν οι ερωτευμένοι; Να βρίσκονται μέσα στην καρδιά ο ένας του άλλου. Ας πούμε ότι είστε ερωτευμένοι μαζί μου. Κάνετε ένα δύο βήματα μπροστά για μπούμε μέσα στη καρδιά.» σχεδόν την διέταξε.
Η κοπέλα υπάκουσε στις οδηγίες του δασκάλου της και περπάτησε ένα δύο χορευτικά βήματα. Ο χορευτής υπάκουσε στην χορευτική έφοδο της. Οι δυο τους βρέθηκαν μέσα στον κύκλο. Δεν ξέχασαν να συμπληρώσουν με μία άτσαλη φιγούρα την κίνηση τους.
«Εξαιρετικά!» αναφώνησε ο χορευτής. «Μα ο έρωτας σας είναι σφοδρός. Και εγώ δεν τον περίμενα. Ξαφνιάστηκα κάπως. Έτσι και εγώ υποχωρώ παραπάνω από όσο έπρεπε.» είπε ο χορευτής και έκανε μερικά βήματα πιο πίσω, τραβώντας και τους δύο έξω από τον κύκλο. «Έτσι κάνουν οι ερωτευμένοι.» συμπλήρωσε και συνέχισαν να χορεύουν κυκλικά κινούμενοι, γύρω από την υποτιθέμενη καρδιά.
«Όμως και εγώ είμαι ερωτευμένος μαζί σας. Και τώρα που μου έφυγε το πρώτο ξάφνιασμα, θέλω να μπούμε μέσα στην καρδιά. Απαντώ λοιπόν και κάνω δύο βήματα μπροστά.» είπε και οι δυο τους χόρεψαν προς το κέντρο. «Μα για να δειχτώ και εγώ αντάξιος των συναισθημάτων σας, και εγώ κινούμαι με τέτοια φόρα όπως εσείς που μας φέρνει πάλι έξω από τον κύκλο. Και ύστερα θα απαντήσετε και εσείς το ίδιο. Έτσι κάνουν οι άχαροι ερωτευμένοι.»
«Αυτό είναι ανόητο.» παρατήρησε η κοπέλα.
«Είναι. Και ακόμα οι άχαροι ερωτευμένοι αν ποτέ καταφέρουν και βρεθούν καμιά φορά μέσα στη καρδιά, αρέσκονται να δοκιμάζουν να βγουν με το ταίρι τους έξω από αυτό, για να δοκιμάσουν τον άλλο πόσο θα παλέψει να μείνουν εκεί, ή αν θα επιχειρήσει να ξαναμπούν μέσα. Και ακόμα αν βγουν έξω και αργήσει το ταίρι τους να αντιδράσει, προσπαθούν εκείνοι να ξαναμπούν μέσα μαζί στην καρδιά. Πολλά τέτοια κάνουν οι ερωτευμένοι και όλα αυτά τα αναπαριστά αυτός ο χορός.»
Οι δυο τους έμειναν λίγο σιωπηλοί εξασκούμενοι τις διάφορες κινήσεις και φιγούρες του χορού των άχαρων ερωτευμένων, πάντα φροντίζοντας να παραπατάνε, να σκοντάφτουν και να χάνουν τον ρυθμό.
«Είναι στα αλήθεια τόσο επικίνδυνος αυτός ο χορός;» έσπασε τη σιωπή ανάμεσα τους η κοπέλα με πραγματική απορία. Φαινόταν αρκετά παραξενευμένη και προβληματισμένη.
«Ναι. Πολλοί ερωτεύτηκαν στα αλήθεια χορεύοντας αυτόν τον χορό. Τόσο που ξεχάστηκαν και χόρεψαν όχι μόνο πάνω στην καρδιά, αλλά και χορεύοντας καλά. Η βασίλισσα δεν τους χαρίστηκε. Τους έκοψε το κεφάλι. Είναι πολύ ζηλιάρα.»
«Αναρωτιέμαι τι ζηλεύει περισσότερο.» είπε στωικά η κοπέλα. Ο χορευτής την ρώτησε αν φοβάται. Εκείνη απάντησε πως όχι και ανταπέδωσε την ερώτηση. Στο κάτω κάτω εκείνη θα χόρευε μπροστά στη βασίλισσα μόνο εκείνο το βράδυ, εκείνος ήταν ένας από τους σπουδαιότερος των άχαρων χορευτών της χώρας και χόρευε σχεδόν κάθε φορά. «Εσείς δεν ανησυχείτε για το κεφάλι σας.» ρώτησε τον καβαλιέρο της.
«Δεν βαριέστε. Θα το χάσω και εγώ κάποια μέρα. Για όλους έρχεται η ώρα. Είτε να πεθάνουμε, είτε να ερωτευτούμε.» είπε ο χορευτής μειλίχια. Ύστερα ξεροκατάπιε. Ένιωσε μία ενόχληση ανάμεσα στο κεφάλι και τους ώμους του.