Κάποτε ένας κυνηγός περπατούσε μόνος στο δάσος των
Περιμυθιασμάτων, γοητευμένος από το φτερούγισμα ενός κύκνου. Μία νεράιδα κρυφοκοιτάζοντας
ανάμεσα από τα φυλλώματα, είδε τον κυνηγό και τον πλησίασε. Καθώς τον έφτασε
από πίσω άπλωσε τα καλεργασμένα δάχτυλα της στα μάτια του και τα έκλεισε.
«Αν με ακολουθήσεις, θα σε πάω στο πιο όμορφο μέρος
του κόσμου.» του είπε και τον έπιασε από το χέρι. Εκείνος βρίσκοντας την χροιά της φωνής
της πιο όμορφη από τον ήχο των φτερών ενός κύκνου που ριγά στο άγγιγμα ενός αγγέλου,
αφέθηκε να τον οδηγήσει με προθυμία.
Το μέρος που τον οδήγησε η νεράιδα, ήταν η καρδιά της.
Όμως καθώς συνέχισε να του κρατά τα μάτια κλειστά, ο κυνηγός δεν μπορούσε να το
ξέρει. Ένιωθε την ζεστασιά της, και αυτό το δίχως άλλο του χάριζε ένα ωραίο
συναίσθημα, μα δεν ήταν αρκετό για να ξεπεράσει την αγωνία του για το που ήταν.
Ζήτησε επανειλημμένα από τη νεράιδα να πάρει τα χέρια της από τα μάτια του, ή
να του πει που ήταν. Εκείνη, σχεδόν διασκεδάζοντας, δεν του απαντούσε και γελούσε.
Το γέλιο της αντηχούσε πολύ όμορφα μέσα στην καρδιά της, μα δεν ήταν αρκετό να καθησυχάσει ο κυνηγός. Είχε κυριευθεί από το άγχος, και κάθε ομορφιά που δέχονταν
από τις άλλες του αισθήσεις χανόταν μέσα σε αυτό. Ούτε η ζεστασιά της καρδιάς της νεράιδας, ούτε το ωραίο της
άγγιγμα, ούτε το άκουσμα της φωνής της και του γέλιου της, ή η μυρωδιά της... Τίποτε
δεν ήταν αρκετό για να τον ηρεμήσει. Είχε ακούσει ιστορίες για επικίνδυνα δέντρα
στο δάσος των Περιμυθιασμάτων, και κουφάλες που έκρυβαν το θάνατο.
Εντελώς φοβισμένος έβγαλε ένα κοντό τσεκούρι που
είχε για να ανοίγει δρόμο μέσα στο δάσος κόβοντας κλαδιά που έκλειναν τα
μονοπάτια, και άρχισε να χτυπά τα τοιχώματα της καρδιάς της νεράιδας, νομίζοντας
πως βρισκόταν μέσα στον κορμό ενός τέτοιου δέντρου. Πριν καλά καλά η νεράιδα
αποφασίσει να εγκαταλείψει το πείσμα της και να ελευθερώσει τα μάτια του
κυνηγού, εκείνος είχε προλάβει να τσακίσει την καρδιά της.
Η νεράιδα έπεσε νεκρή. Τα χέρια της
χύθηκαν από το πρόσωπο του κυνηγού και το σώμα της σωριάστηκε στο χώμα. Δεν έμεινε
εκεί για πολύ. Το σώμα ενός τόσο όμορφου πλάσματος χάνεται μόλις ξεψυχήσει. Σκορπά σαν σκόνη, γιατί είναι ένα τόσο θλιβερό θέαμα που ο κόσμος δεν μπορεί να
το βαστήξει (κι ας βαστάει τόσες πολλές άλλες άσχημες εικόνες). Ωστόσο ο κυνηγός
πρόλαβε να δει για μια στιγμή την νεκρή νεράιδα να χάνεται, και μαζί με την
θλίψη τον κυρίευσε και η αλήθεια. Ήταν η καρδιά της που είχε πελεκήσει και
τσακίσει.
Δυστυχισμένος ο κυνηγός, με το
μυαλό του να έχει αδειάσει, έμεινε εκεί χωρίς να μπορεί να σκεφτεί τίποτε. Ίσως
να έγινε δέντρο. Μάλλον έγινε βράχος. Μπορεί όμως και να επέστρεψε στην
αναζήτηση του φτερουγίσματος που κάποτε τον είχε γοητεύσει. Εμείς που μπορούμε
να σκεφτούμε κομμάτι παραπάνω πάνω σε αυτή την ιστορία, ίσως μένουμε εδώ αναρωτώμενοι
αν όλα ήταν λάθος της νεράιδας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου