Ένα βράδυ ένα πλανόδιο τσούρμο παλιάτσων
αποφάσισε να περάσει την νύχτα του στο δάσος. Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα
διανυκτέρευαν στην ύπαιθρο κάτω από τα αστέρια πηγαίνοντας από την μία πόλη
στην άλλη, όπου έδιναν τις παραστάσεις τους σε πλατείες, δρόμους, ταβέρνες και
καφενεία ή αν ήταν λίγο τυχεροί σε κάποιο μικρό θέατρο ή στάβλο. Ο καιρός ήταν
γλυκός και αν δεν έλειπε εκείνο το βράδυ το φεγγάρι δεν θα άναβαν ούτε καν
φωτιά. Την χρειάζονταν όμως για να βλέπουν.
Έστησαν καλό γλέντι γύρω από τη φωτιά
εκείνο το βράδυ. Οι δουλειές πήγαιναν καλά και είχαν αρκετό κρασί και καπνό στα
μπαγκάζια τους για να μεθύσουν. Χορτάτος νιώθεις πάντα πιο ελεύθερος αν τριγυρίζεις
σαν νομάς και καμιά σου σκέψη δεν σου ζητά να φυλακιστείς κάτω από μία στέγη
και τέσσερις τοίχους.
Μην ήταν το πιοτί; Μην ήταν αυτή η αίσθηση
ελευθερίας; Μην ήταν και η ίδια η πάστα τους; Το τσούρμο έπιασε στο γλέντι του
να κάνει θρασύ παιχνίδι και να προκαλεί δυνάμεις που δεν έπρεπε.
Πλανόδιοι παραμυθάτζίδες και ηθοποιοί,
βάρδοι και ακροβάτες, παλιάτσοι και ταχυδακτυλουργοί ήξεραν κι είχαν ακούσει πράγματα
που η παρούσα συλλογή δεν έχει γράψει και ούτε τολμά να κάνει. Αχ κι ας ήταν
εκεί το φεγγάρι να τους προειδοποιήσει σε εκείνο το ξέφωτο που ανάψαν την
φωτιά!
Σαν σε παιγνίδι μέσα στο μεθύσι τους και στην
ευφορία τους βάλθηκαν να καμωθούν τους ερωτευμένους αναμεταξύ τους. Με λόγια,
με αγγίγματα και με αναπνοές πλάνευαν την καρδιά τους πως τάχα είχαν ερωτευτεί.
Μα σε αντίθεση με τους ανθρώπους που δεν ξέρουν να αγαπούν και κοροϊδεύουν τους
εαυτούς τους με τα ίδια μέσα, εκείνοι κορόιδευαν τον έρωτα και εκείνους που τον
έχουν για εχθρό και που τους λένε άρχοντες.
Γελούσαν και αγκαλιάζονταν, και έδιναν
φιλιά και αντάλλασσαν λόγια, και αναστέναζαν και πονούσαν, και παίρναν
υποσχέσεις και επέστρεφαν όρκους, και χαίρονταν και ανάσαιναν, και γίνονταν ένα
και αισθάνονταν για δύο, και δίνονταν και κρατούσαν, και έφτιαχναν ποίηση και έπιαναν
τα τραγούδια, και ονειρεύονταν και ζήλευαν, και ζητούσαν να πάρουν και
παρακαλούσαν να δώσουν, και απαιτούσαν και φοβόντουσαν, και όλο πλησίαζαν το
αθάνατο και πιότερο γεύονταν το φθαρτό, και ένιωθαν και ορέγονταν, και πήγαζαν
τον πόθο και ρουφούσαν την ανάγκη, και ήταν όλα κοροϊδίες και καμώματα και ούτε
καταλάβαιναν το θράσος τους και ούτε είχαν πάρει χαμπάρι πως τριγύρω τους εκείνοι
και εκείνος παρακολουθούσαν. Αλίμονο τους!
Η αφήγηση μας χαλαλίζει αυτή την εικόνα. Ζευγαρωμένοι
όλοι οι παλιάτσοι, αγκαλιασμένοι ή πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, να ανταλλάσσουν
μικρά αγγίγματα , ή να κοιτιούνται βαθιά στα μάτια, ή έχοντας τις ανάσες τους να
φτάνουν ως το γυμνό σώμα του άλλου, ξάπλωναν τριγύρω από τη φωτιά που είχε
σχεδόν σβήσει. Ένα δυο ξύλα κρατούσαν ακόμα μια ιδέα πυράς φυλαγμένη στις σχισμές
τους και καθώς έσκαγαν ο ήχος θύμιζε καρδιές που ανοίγουν και πλαταίνουν και
όλο μπορούν να χωρέσουν περισσότερα μα μόνο για έναν ή για μία, όχι για άλλους και
για πολλούς. Και τότε με μία γεύση ευτυχίας πάνω από τα μάτια τους έκλεισε τα
βλέφαρα στο τσούρμο και όλοι κοιμήθηκαν. Και τότε από τις σκιές των γύρω
κλαδιών οι άρχοντες χώρισαν τις σκιές τους και εμφανίστηκαν. Και τότε πλησίασαν
ο καθένας και από έναν.
Οι άρχοντες συνήθως παίρνουν τις επιθυμίες
των ανθρώπων στην μεγάλη απελπισία και τις πραγματοποιούν, κάνοντας συμφωνία
μαζί τους να γίνει αυτό. Γιατί ξέρουν πως οι επιθυμίες ενός ανθρώπου απελπισμένου αν
πραγματοποιηθούν μπορούν να γίνουν η μεγαλύτερη τιμωρία. Δεν ξέρουν οι άνθρωποι
τι ζητάνε, και απελπισμένοι ζητάνε πάντα τα λάθος πράγματα.
Εκείνο το βράδυ όμως πήραν τα όνειρα των
παλιάτσων και όχι τις επιθυμίες τους, και χωρίς να έρθουν σε συμφωνία μαζί τους
τα βάλανε μπροστά να γίνουν. Γιατί ήξεραν πως τα όνειρα ενός χαρούμενου ανθρώπου θα τον σκλαβώνουν όσο τίποτε αν γίνουν αλήθεια και δεν
υπήρχε μεγαλύτερη τιμωρία για τους παλιάτσους αυτούς από το να τους στερήσουν
την ελευθερία τους. Την ελευθερία, η αίσθηση της οποίας, τους έκανε να τους προκαλέσουν
με το τόσο θρασύ παιχνίδι τους.
Δεν κάνει να προκαλούμε τους άρχοντες. Κι ούτε
πρέπει να κάνουμε συμφωνίες μαζί τους.
Μονάχοι, ένας άντρας και μία γυναίκα
γλίτωσαν. Και δεν γλίτωσαν όμως. Οι δυο τους καμωμένοι τους ερωτευμένους, είχαν
απομακρυνθεί από τους άλλους για να μείνουν μοναχοί. Αντίθετα με εκείνους που
είχαν μείνει στην φωτιά δεν είχαν ύπνο. Προσποιούνταν αχόρταγα πως ήταν ο άλλος
το όνειρο της μίας, και ο ένας το όνειρο της άλλης, και η άλλη το όνειρο του ενός,
και η μία το όνειρο του άλλου. Κι ούτε που ξέρανε ποιος ήταν ποιος, και ποια
εκείνη, και ο ένας την άλλη, και εκείνος ποιος. Και πώς να αγαπηθούν δύο τόσο
άγνωστοι μεταξύ τους και με τους εαυτούς τους;
Αυτούς τους τιμώρησε ο έρωτας. Τους έκανε
να ερωτευτούν.
Κι αν δεν καταλαβαίνει ο αναγνώστης γιατί οι δυο
αυτοί τιμωρήθηκαν χειρότερα, μπορεί να αναζητήσει και να ρωτήσει τους άρχοντες.
Εκείνοι όπως όλα, εκτός από τον έρωτα, τα ξέρουν. Η συμβουλή ωστόσο είναι αν τους
βρει και τους ρωτήσει να μην διαφωνήσει μαζί τους. Κι ούτε πρέπει να κάνει όμως
συμφωνία μαζί τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου