Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

92. Δύο πάπιες σε έναν ανθρώπινο μόλο.

     Σε έναν μόλο, ερημωμένο εδώ και χρόνια από κάθε παρουσία ανθρώπινη, βρήκαν να ζήσουν δύο πάπιες.
     Το θαλασσινό νερό τους άρεσε. Κολυμπούσαν, έβρεχαν τα φτερά τους και έβρισκαν ψάρια που την νοστιμιά τους δεν την είχαν γνωρίσει ως τότε. Ο καιρός στο μόλο ήταν πάντα καλός και ποτέ δεν κρύωναν, παρά κάπου κάπου τα βράδια έπιανε μία ψύχρα που όμως δεν ήταν κρύο. Μονάχα δύο πράγματα δεν τους άρεσαν στο μόλο. Η απέραντη θάλασσα, που το μέγεθος της έμοιαζε μεγάλο άδικο για τον κόσμο, και το αλμυρό νερό που δεν πινόταν.
     Μπορούσαν να ξεδιψάσουν μόνο όταν έβρεχε. Έπιναν το νερό της βροχής που μαζευόταν σε μικρές ρηχές λακκούβες στο τσιμέντο και σε μία τρύπα στο κέντρο του, όπου παλιά οι άνθρωποι στερέωναν ένα κοντάρι σημαίας να κυματίζει η γενιά τους με τον άνεμο και να δείχνει ποιοι ήταν.
     Κάποτε έκανε καιρό να βρέξει. Οι δύο πάπιες κόντεψαν να πεθάνουν από τη δίψα. Όταν ο ουρανός κάποια στιγμή τις σπλαχνίστηκε με μια γρήγορη νεροποντή, μετά την μπόρα βγήκαν να πιουν νερό. Η μία από τις δύο όμως δεν άφηνε την άλλη να πιει. Την τσιμπούσε όταν πλησίαζε την τρύπα του κονταριού, που ήταν το μόνο μέρος που είχε μαζευτεί λίγο νερό να πιουν. Η άλλη με απελπισία χάιδευε το ράμφος της στα αναμμένα τσιμέντα, που μόλις και είχαν δροσίσει από την σύντομη βροχή, για λίγες σταγόνες. Όταν πάλι επιχειρούσε να πλησιάσει στην τρύπα του κονταριού με το νερό δεχόταν ένα άσπλαχνο τσίμπημα από την πρώτη που την έδιωχνε και ως το βράδυ είχε πιει όλο το νερό μόνης της αφήνοντας την διψασμένη.
     Η νύχτα έπεσε δροσερή μα η κάψα της δίψας δεν άφηνε την πάπια να ησυχάσει. Το ράμφος της ήταν στεγνό, το λαρύγγι της το ίδιο. Δεν είχε πιει καθόλου νερό. Έπρεπε να βρει νερό. Μα που υπήρχε πόσιμο νερό που το είχε πιει όλο η άλλη; Άρα το νερό υπήρχε στο στομάχι της.
     Καθώς κοιμόταν λοιπόν ξεδιψασμένη ήταν πολύ εύκολο με το ράμφος της να τρυπήσει το στομάχι της και να το πιει. Η διψασμένη πάπια ξεδίψασε με ένα νερό, που όπως με τα θαλασσινά ψάρια, που την γεύση του δεν είχε γνωρίσει ως τότε και μέσα στο σκοτάδι δεν φαινόταν πως είχε άλλο χρώμα.

     Άραγε το ίδιο συνέβη κάποτε και με τους ανθρώπους του μόλου;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου