Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

87. Ανάμνηση σε λα μείζονα.

Κάποτε ένας άντρας σε ένα κέντρο – ας δανειστούμε για χάρη συντομίας την εικόνα εκείνου που διηύθυνε ο Μπόγκαρτ στην ταινία Καζαμπλάνκα - πλησίασε τον πιανίστα και βάζοντας ένα χαρτονόμισμα στην τσέπη στο πέτο του, του είπε:
«Μπορείς να μου παίξεις μία ανάμνηση;»
Ο πιανίστας χαμογέλασε και έριξε μία ματιά ολόγυρα. Από ώρα είχε προσέξει μία γυναίκα που καθόταν μόνη στο μπαρ. Επίτηδες κράτησε το βλέμμα του πάνω της, μέχρι και ο άντρας να κοιτάξει προς το μέρος της.
«Ξέρετε να χορεύετε;», ρώτησε ο πιανίστας τον άντρα.
Και είναι περιττό να πούμε πως δεν περίμενε απάντηση. Άρχισε να παίζει κατευθείαν, μία μουσική που είχε συνθέσει ο ίδιος και είχε σκοπό να παίξει για πρώτη φορά στην επέτειο του κέντρου για τα τρία χρόνια λειτουργίας του, σε δέκα μέρες από τότε. Ήταν μία ζωηρή μουσική που σε προδιάθετε για χορό. Ο άντρας κάπως ξαφνιασμένος, κοίταξε πολύ γρήγορα τα δάχτυλα του πιανίστα να εναλλάσσονται πάνω στα άσπρα και μαύρα πλήκτρα και ύστερα γύρισε το κεφάλι του προς το μπαρ. Ξανακοίταξε την γυναίκα. Πλέον και εκείνη κοιτούσε προς το μέρος του. Αναρωτήθηκε για λίγο αν κοιτούσε εκείνον, ή είχε τραβήξει την προσοχή της η μουσική του πιάνου. Δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιες σκέψεις. Ούτε χώρος καθώς έβρισκε την γυναίκα πολύ όμορφη.

Ο αναγνώστης καταλαβαίνει - καλύτερα από τον αφηγητή και τον άντρα της ιστορίας – πως η αφήγηση πρέπει να τελειώσει σε αυτό το σημείο, και κάθε άλλη φλυαρία ή περιγραφή είναι περιττή και αλλοιώνει το νόημα της ιστορίας.

Ο άντρας πλησίασε την γυναίκα και της ζήτησε να χορέψουν. Έτσι ο πιανίστας έπαιξε μία ανάμνηση όπως του ζήτησε ο πελάτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου