Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

83. Ο χορός των άχαρων ερωτευμένων.

Ο χορευτής έκανε μία βαθιά υπόκλιση με διατεταγμένα τα χέρια και τα πόδια και ζήτησε το όνομα της ντάμας του. Εκείνη του συστήθηκε.
«Εγώ είμαι ο σπουδαιότερος των άχαρων χορευτών της χώρας.» απάντησε και με το ένα χέρι κράτησε το δικό της και πέρασε το άλλο στη μέση της, παίρνοντας θέση για χορό.
«Ξέρετε να χορεύετε;» τη ρώτησε.
«Αρκετά καλά.» απάντησε εκείνη, και άρχισαν να κάνουν τα πρώτα τους βήματα.
«Χμ.» προβληματίστηκε ο χορευτής. «Αυτό μπορεί να μην είναι καλό. Μπορεί να σας στοιχίσει το κεφάλι.» είπε. «Η βασίλισσά δεν συμπαθεί όσους χορεύουν καλύτερα από εκείνη. Και ξέρετε είναι κρίμα, γιατί δεν είναι πολύ καλή χορεύτρια η ίδια.»
Η κοπέλα ανησύχησε. Στα αλήθεια δεν είχε να πει κάτι. Η ανησυχία της όμως βρήκε τρόπο να φανεί στον χορευτή. Σχηματίστηκε στο πρόσωπο της.
«Μην ανησυχείτε.» είπε ο χορευτής. «Θα σας μάθω εγώ να χορέψετε όπως πρέπει απόψε. Κάντε μία άχαρη φιγούρα εδώ.» της είπε και πήρε το χέρι της από την μέση της. Εκείνη απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του καβαλιέρου της με έναν πολύ αδέξιο στροβιλισμό κρατώντας σφιχτά το άλλο του χέρι.
«Εξαιρετικά!» αναφώνησε ο χορευτής. «Είστε πολύ καλή, αλλά μπορείτε να γίνετε χειρότερη.»
Συνέχισαν να χορεύουν και πότε ο χορευτής της παρήγγελλε να παραπατήσει, να στραβοπατήσει, ακόμα και να τον πατήσει.
«Τα πάτε πολύ καλά.» παρατήρησε και συνέχισε εξηγώντας τι ήταν ο χορός που χόρευαν, ενώ χόρευαν σε κύκλους.
«Ο χορός αυτός λέγεται ο χορός των άχαρων ερωτευμένων. Παρατηρήσατε όλη αυτή την ώρα που κινούμαστε κυκλικά;». Η κοπέλα έγνεψε θετικά.
«Έτσι ακριβώς θα χορέψουμε και το βράδυ μπροστά στη βασίλισσα, στη μεγάλη αίθουσα των χορών. Θα χορεύουμε εξήντα τέσσερα ζευγάρια ταυτόχρονα. Κάθε τετράγωνο έχει περίπου τέτοιο μέγεθος.» είπε και έδειξε την διάμετρο του νοητού κύκλου μέσα στον οποίο χόρευαν τόση ώρα. «Στο κέντρο κάθε τετραγώνου είναι ζωγραφισμένη μία καρδιά. Ο σκοπός του χορού είναι χορεύουμε σε αυτή. Εμείς θα χορεύουμε στο Γ4.»
«Μα τόση ώρα, ελάχιστα έχουμε σταθεί στο κέντρο!» παρατήρησε παραξενευμένη η κοπέλα.
Ο καβαλιέρος της έκανε μία πολύ απότομη κίνηση και εκείνη παραπάτησε τόσο που κόντεψε να πέσει. Την κρατούσε καλά όμως και δεν την άφησε. «Ξεχνάτε ότι δεν πρέπει να χορέψουμε καλά απόψε;» της θύμισε. «Ότι κινδυνεύουν τα κεφάλια μας.» είπε και η φωνή του έγινε κάπως φοβιστική.
«Εξάλλου ο χορός λέγεται χορός των άχαρων ερωτευμένων. Ελάτε να σας δείξω.» συνέχισε πιο γλυκά. «Τι θέλουν οι ερωτευμένοι; Να βρίσκονται μέσα στην καρδιά ο ένας του άλλου. Ας πούμε ότι είστε ερωτευμένοι μαζί μου. Κάνετε ένα δύο βήματα μπροστά για μπούμε μέσα στη καρδιά.» σχεδόν την διέταξε.
Η κοπέλα υπάκουσε στις οδηγίες του δασκάλου της και περπάτησε ένα δύο χορευτικά βήματα. Ο χορευτής υπάκουσε στην χορευτική έφοδο της. Οι δυο τους βρέθηκαν μέσα στον κύκλο. Δεν ξέχασαν να συμπληρώσουν με μία άτσαλη φιγούρα την κίνηση τους.
«Εξαιρετικά!» αναφώνησε ο χορευτής. «Μα ο έρωτας σας είναι σφοδρός. Και εγώ δεν τον περίμενα. Ξαφνιάστηκα κάπως. Έτσι και εγώ υποχωρώ παραπάνω από όσο έπρεπε.» είπε ο χορευτής και έκανε μερικά βήματα πιο πίσω, τραβώντας και τους δύο έξω από τον κύκλο. «Έτσι κάνουν οι ερωτευμένοι.» συμπλήρωσε και συνέχισαν να χορεύουν κυκλικά κινούμενοι, γύρω από την υποτιθέμενη καρδιά.
«Όμως και εγώ είμαι ερωτευμένος μαζί σας. Και τώρα που μου έφυγε το πρώτο ξάφνιασμα, θέλω να μπούμε μέσα στην καρδιά. Απαντώ λοιπόν και κάνω δύο βήματα μπροστά.» είπε και οι δυο τους χόρεψαν προς το κέντρο. «Μα για να δειχτώ και εγώ αντάξιος των συναισθημάτων σας, και εγώ κινούμαι με τέτοια φόρα όπως εσείς που μας φέρνει πάλι έξω από τον κύκλο. Και ύστερα θα απαντήσετε και εσείς το ίδιο. Έτσι κάνουν οι άχαροι ερωτευμένοι.»
«Αυτό είναι ανόητο.» παρατήρησε η κοπέλα.
«Είναι. Και ακόμα οι άχαροι ερωτευμένοι αν ποτέ καταφέρουν και βρεθούν καμιά φορά μέσα στη καρδιά, αρέσκονται να δοκιμάζουν να βγουν με το ταίρι τους έξω από αυτό, για να δοκιμάσουν τον άλλο πόσο θα παλέψει να μείνουν εκεί, ή αν θα επιχειρήσει να ξαναμπούν μέσα. Και ακόμα αν βγουν έξω και αργήσει το ταίρι τους να αντιδράσει, προσπαθούν εκείνοι να ξαναμπούν μέσα μαζί στην καρδιά. Πολλά τέτοια κάνουν οι ερωτευμένοι και όλα αυτά τα αναπαριστά αυτός ο χορός.»
Οι δυο τους έμειναν λίγο σιωπηλοί εξασκούμενοι τις διάφορες κινήσεις και φιγούρες του χορού των άχαρων ερωτευμένων, πάντα φροντίζοντας να παραπατάνε, να σκοντάφτουν και να χάνουν τον ρυθμό.
«Είναι στα αλήθεια τόσο επικίνδυνος αυτός ο χορός;» έσπασε τη σιωπή ανάμεσα τους η κοπέλα με πραγματική απορία. Φαινόταν αρκετά παραξενευμένη και προβληματισμένη.
«Ναι. Πολλοί ερωτεύτηκαν στα αλήθεια χορεύοντας αυτόν τον χορό. Τόσο που ξεχάστηκαν και χόρεψαν όχι μόνο πάνω στην καρδιά, αλλά και χορεύοντας καλά. Η βασίλισσα δεν τους χαρίστηκε. Τους έκοψε το κεφάλι. Είναι πολύ ζηλιάρα.»
«Αναρωτιέμαι τι ζηλεύει περισσότερο.» είπε στωικά η κοπέλα. Ο χορευτής την ρώτησε αν φοβάται. Εκείνη απάντησε πως όχι και ανταπέδωσε την ερώτηση. Στο κάτω κάτω εκείνη θα χόρευε μπροστά στη βασίλισσα μόνο εκείνο το βράδυ, εκείνος ήταν ένας από τους σπουδαιότερος των άχαρων χορευτών της χώρας και χόρευε σχεδόν κάθε φορά. «Εσείς δεν ανησυχείτε για το κεφάλι σας.» ρώτησε τον καβαλιέρο της.
«Δεν βαριέστε. Θα το χάσω και εγώ κάποια μέρα. Για όλους έρχεται η ώρα. Είτε να πεθάνουμε, είτε να ερωτευτούμε.» είπε ο χορευτής μειλίχια. Ύστερα ξεροκατάπιε. Ένιωσε μία ενόχληση ανάμεσα στο κεφάλι και τους ώμους του. 

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

82. Οι γονδολιέρηδες των ονείρων.

Είναι, λένε, και ταξιδεύουν πάνω στα σύννεφα της νύχτας και κάτω από τα άστρα του ουράνιου θόλου οι γονδολιέρηδες των ονείρων.
Κάθε φορά που κοιμόμαστε, η ψυχή μας αφήνει το σώμα και την καρδιά μας και ανεβαίνει ψηλά στον νυχτερινό ουρανό. Εκεί οι γονδολιέρηδες των ονείρων απλώνουν το χέρι τους σε μία ψυχή και την βάζουν στη μακρόστενη βάρκα τους για να την ταξιδέψουν. Όπως οι γονδολιέρηδες στη Βενετία έχουν υπέροχη φωνή και τραγουδάνε. Τα τραγούδια τους είναι τα όνειρα που βλέπουμε όσο κοιμόμαστε και εκείνη βολτάρουν την ψυχή μας πάνω από τον κόσμο. Όσο πιο γλυκιά είναι η φωνή τους τόσο πιο όμορφο είναι και το όνειρο που βλέπουμε.
Σαν ξημερώσει και το μαύρο του ουρανού γλυκάνει στο γαλάζιο χρώμα της χαραυγής, οι ψυχές επιστρέφουν και οι γονδολιέρηδες φεύγουν. Ακολουθούν πάντα την νύχτα.
Ένα βράδυ, όχι πολύ παλιά, ένας γονδολιέρης τράβηξε στη βάρκα του την ψυχή μίας γυναίκας. Ήταν τόσο καλή που ο γονδολιέρης την ερωτεύτηκε. Εκείνη τη νύχτα είπε τα πιο όμορφα τραγούδια που ήξερε για να την εντυπωσιάσει και να την ευφράνει. Τραγούδησε με την πιο ωραία φωνή. Ακόμα και όσων οι ψυχές βολτάραν σε διπλανές γόνδολες είδαν όνειρα από τα δικά του τραγούδια, αφού και όλοι οι άλλοι γονδολιέρηδες σταμάτησαν να τραγουδούν για να τον ακούσουν. Μονάχα το φεγγάρι δεν απόρησε με το πόσο όμορφα τραγουδούσε. Ήταν το μόνο που μπορούσε να φανταστεί πόσο όμορφα μπορούσε να τραγουδήσει κάποιος από έρωτα, όταν τα τραγούδια του είναι όνειρα.
Λίγο πριν την αυγή ο γονδολιέρης κουρασμένος, σιώπησε και πλησίασε την καλή ψυχή που είχε πάρει στη βάρκα του. Έσκυψε να την φιλήσει μα δίστασε. Οι υπόλοιποι γονδολιέρηδες που είδαν την αυγή να έρχεται ξεκίνησαν να την ακολουθήσουν. Οι ψυχές που είχαν πάρει στη βάρκα τους μία σιγά μία γρήγορα επέστρεφαν στη γη. Το φεγγάρι άρχισε να χάνεται και αυτό. Ψιθύρισε λένε με παράπονο: «Πάντα η ίδια ιστορία». Η ψυχή που ερωτεύτηκε ο γονδολιέρης κατέβηκε και αυτή από τη βάρκα του. Μόνο ο γονδολιέρης δεν πήγε πουθενά. Δεν ακολούθησε την νύχτα. Έμεινε να περιμένει το επόμενο βράδυ να τραβήξει πάλι στην βάρκα του την ψυχή που ερωτεύτηκε και να της τραγουδήσει.
Λυπούμαστε που η ιστορία ίσως φανεί πως δεν έχει καλό τέλος, αλλά το επόμενο βράδυ η ψυχή εκείνης της γυναίκας δεν επέστρεψε στον ουρανό για να βολτάρει με τις γόνδολες των ονείρων. Τα όνειρα που είχε δει η γυναίκα ήταν τόσο όμορφα που η ψυχή της γυρνώντας βρήκε το δρόμο για τον παράδεισο και όχι για το σώμα της. Η γυναίκα δεν ξύπνησε ποτέ.
Ο γονδολιέρης συνεχίζει τώρα πια το ταξίδι του στη νύχτα θλιμμένος. Συνεχίζει να παίρνει ψυχές στη βάρκα του και να τις βολτάρει. Τα τραγούδια του είναι λυπημένα. Αν ποτέ κάποιος από τους αναγνώστες δει ένα όνειρο που θα τον κάνει να κλάψει μέσα στον ύπνο του, ένα όνειρο που θα κρύβει την ομορφιά και τον πόνο ενός έρωτα, ας ξέρει πως η ψυχή του πήγε βαρκάδα με τον γονδολιέρη της ιστορίας αυτής, και ας είναι τυχερός από εδώ και πέρα στον έρωτα.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

81. Τα δέντρα στο δάσος των Περιμυθιασμάτων.

Λένε, αυτοί που ξέρουν για εμάς όσα καλό είναι να μην ξέρουμε, πως υπήρχε η εποχή που τα δέντρα στο δάσος των Περιμυθιασμάτων ήταν όλα άνθρωποι. Περπατούσαν πάνω στο πράσινο γρασίδι της άνοιξης ή στο ξερό χορτάρι του καλοκαιριού, στο βρεγμένο χώμα του φθινοπώρου και στο χιόνι του χειμώνα. Αντάλλασσαν περιπάτους δίπλα στη λίμνη μιλώντας μεταξύ τους. Μοιράζονταν ότι σκέφτονταν και δεν υπήρχαν μυστικά μεταξύ τους. Όλες οι σκέψεις τους γίνονταν λόγια και κουβέντες.
Υπάρχουν πολλές εκδοχές για το τι έγινε και κάποτε έπαψαν να μιλάνε αβίαστα ο ένας με τον άλλο. Άρχισαν να φοβούνται τις παρεξηγήσεις. Ξεκίνησαν να δειλιάζουν να πουν αυτό που αισθάνονται. Βάλθηκαν να μετράνε τα λόγια τους και να κρατάνε τις σκέψεις τους για δικές τους. Η παρούσα αφήγηση κρατά κρυφή κάθε μία εκτός από μία, που είναι χρέος των αναγνωστών να την κρατήσουν κρυφή.
 Έχοντας πια τις σκέψεις τους κρυφές οι άνθρωποι, και αποφεύγοντα ο ένας τον άλλο, τα σώματα τους άρχισαν να γίνονται κορμοί και οι σκέψεις τους φύλλα. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να βγουν από τα κεφάλια και τα στήθη τους. Γίνονταν σιγά σιγά δέντρα χωρίς να το θέλουν. Φοβήθηκαν. Ανησύχησαν πως θα χάσουν την ανθρώπινη φύση τους, και δεν την βρούνε ποτέ. Όσα όμως τους κρατούσαν σε απόσταση και επιφυλακτικούς απέναντι στους άλλους, φαίνεται ήταν ισχυρότερα από την ανησυχία τους αυτή. Ίσως πάλι ήταν λίγο το θάρρος τους και βαστούσε λίγο η καρδιά τους.
Κάποιοι πλανευτήκαν από το πρώτο ζώο που έφτασε στο δάσος των περιμυθιασμάτων, όταν το είδε να σχηματίζεται και αποφάσισε πως του αρέσει για σπίτι. Ήταν ένα ωδικό πτηνό του γένους serinus, του είδους serinus, του υποείδους serinus syriacu. Κελάηδησε με στίχους χαϊκού χίλια και δύο πράγματα στους ανθρώπους που γίνονταν δέντρα για να τους κάνει να μην συντρέξουν στη βοήθεια ο ένας του άλλου και σωθούν.
Έτσι και έγιναν δέντρα. Δέντρα που τα φύλλα τους είναι σκέψεις και ιδρώνουν κάθε τόσο ανάλογα με τον καιρό και όσα αυτός φέρνει. Οι δροσοσταλιές που σχηματίζονται πάνω στα φύλλα εξατμίζονται και συγκεντρώνονται πέρα στο βουνό των κορών και από εκεί ρέουν και γεμίζουν μαζί με άλλα νερά τη λίμνη των σκέψεων. Από τότε πολλά άλλα φυτά έχουν φυτρώσει στο δάσος, που έχουν τις δικές τους χάρες και κινδύνους. Αργότερα ήρθαν και ζώα να κατοίκησαν στο δάσος. Κάπου κάπου εμφανίζονται ανθρώπινα πλάσματα. Περνάνε για λίγο ή χάνονται μέσα σε αυτό.   
Ποτέ δεν θα μάθουμε τα πάντα για το δάσος των Περιμυθιασμάτων. Πώς θα μπορέσουμε άλλωστε αφου σχηματίστηκε από ανθρώπους που σταμάτησαν να μοιράζονται τις σκέψεις τους με τους γύρω τους, και έγιναν δέντρα; Σε όσους αρέσει να μαντεύουν τι θέλουν να πουν τα περιμυθιάσματα και οι ιστορίες αυτής της συλλογής, τους συμβουλεύουμε να προσπαθήσουν να μαντέψουν τι σκέφτονται και οι άνθρωποι κοντά τους. Ίσως και να είναι το ίδιο.
      Ίσως πάλι αύριο, ένα μετανοιωμένο ωδικό πτηνό του γένους serinus, του είδους serinus, του υποείδους serinus syriacu να τους τραγουδήσει σε στίχους χαϊκού ένα δυο πράγματα για να τους πείσει.

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

80. Ο δημόσιος ξυλοδαρμός ενός βιβλίου.

     Κάθε φορά και έναν καιρό, τρεις με κράνη, ρόπαλα και στολές χτυπούσαν ένα βιβλίο κατά μεσοίς μιας δημόσιας πλατείας. Το βαρούσαν με τα ρόπαλα, τους έριχναν κλοτσιές, όπως όπως. Τα εξώφυλλο του βιβλίου άρχιζε να φθείρεται. Το δέσιμο της ράχης του άρχισε να χαλά. Το βιβλίο σιγά σιγά έμοιαζε να διαλυόταν, όμως φαινόταν πως τελικά θα αντέξει.
     Με τα χτυπήματα, τα πιο δυνατά, ορισμένα γράμματα άρχισαν να βγαίνουν έξω από το βιβλίο. Ήταν τσακισμένα, διπλωμένα από τον πόνο, κακοτράχαλα και στρεβλά. Ο κόσμος, που παρατηρούσε μουδιασμένος τα γεγονότα, δεν τα αναγνώριζε και δεν μπορούσε να τα διαβάσει. Τι να έλεγαν άραγε, και γιατί να χτυπούσαν οι τρεις το βιβλίο;
     Ένα παιδί που ήξερε καλή ανάγνωση – και δεν είναι κακό να μαρτυρήσουμε ότι δεν ήταν πολύ καλό στην καλλιγραφία – μπόρεσε να διαβάσει τα γράμματα και κατάλαβε. Η στενοχώρια έσφιξε την καρδιά του και ακόμα… φοβήθηκε.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

79. Το δώρο της ομορφολαλιάς και της γλυκομιλιάς.

Μια φορά στα τόσα χρόνια, τα καλά πνεύματα είχανε κέφια και είπαν να δώσουν σε ένα νεογέννητο μωρό, τη νύχτα που θα το μοίραιναν οι μοίρες, ένα σπάνιο χάρισμα. Το χάρισμα να μιλά όμορφα και γλυκά στους ανθρώπους, έτσι που αυτοί να χαίρονται και να παρηγορούνται με τα λόγια του. Θα ήταν ρήτορας και παραμυθάς. Θα γέμιζε το νου και την καρδιά όσων τον άκουγαν με ομορφιά και αισιοδοξία. Ο κόσμος θα ξεχνούσε τις έννοιες και ότι με άσχημο τρόπο τον απασχολούσε. Αυτό θα ήταν ένα δώρο για όλο τον κόσμο. Τα καλά πνεύματα είχαν πράγματι κέφια.
Πριν χαρούν όμως τα πνεύματα για το καλό που σχεδίαζαν συννέφιασαν.
«Αυτό το χάρισμα θα είναι μεγάλη δύναμη.», είπαν αναμετάξυ τους. Τι θα γινόταν αν τα κακά πνεύματα που ξέρουν καλά να γυρίζουν το καλό σε κακό έδιναν στο μωρό ένα ελάττωμα ή μια κακία τέτοια που το δώρο τους θα έβλαπτε τον κόσμο αντί να τον βοηθήσει;
«Μην ανησυχείτε.», είπαν τα κακά πνεύματα. «Το λαμπρό σας δώρο δεν θα το μιάνουμε με κανένα ελάττωμα ή κακία που μπορούμε να δώσουμε. Μάλιστα από τα δικά σας τα δώρα, προτέρημα θα διαλέξουμε και θα δωρίσουμε στο βρέφος.»
Τα καλά πνεύματα δεν καθησύχασαν. Δεν πίστευαν καθόλου στην μεγαλοκαρδία των άλλων πνευμάτων. Αναστατώθηκαν και μάλιστα πολύ. Υποψιάζονταν άσχημη δουλειά, κακό στη συμφωνία.
«Γαληνέψτε καλά πνεύματα, σαν είναι δικό σας δώρο και η γαλήνη. Εμείς για να σας ησυχάσουμε πιότερο, δίνουμε βαριά βαθιά βραδεία υπόσχεση πως με κανέναν τρόπο το καλό που ετοιμάζετε για τους ανθρώπους δεν θα το γυρίσουμε κακό να γίνει», είπαν τα κακά πνεύματα και δώσανε την υπόσχεση. Μία τέτοια υπόσχεση δεν θα μπορούσαν να την σπάσουν κι αυτό το δίχως άλλο ηρέμησε τα καλά πνεύματα. Έτσι και με το λοιπόν συμφώνησαν. Έδωσαν το δώρο της ομορφολαλιάς και της γλυκομιλιάς στο παιδί και το ευλόγησαν με τον τρόπο τους να ευλογεί με το δικό του τρόπο. Κι ύστερα, με τη σειρά τους τα κακά πνεύματα του έδωσαν την ειλικρίνεια για δώρο, κρατώντας την υπόσχεση τους.
Η ειλικρίνεια έκανε το παιδί να μιλά την αλήθεια πιο πολύ από ότι μιλούσε την ομορφιά ή την παρηγοριά. Την κολακεία, που με την τέχνη της το χάρισμα του θα έλαμπε, δεν την μπορούσε. Τα κακά πνεύματα γύρισαν το καλό χάρισμα των καλών σε χαράμι, μα όχι σε κακό και κανέναν δεν έβλαψαν έτσι. Μονάχα ίσως λίγο το παιδί, γιατί κανείς δεν αγαπά την ειλικρίνεια όσο γλυκά και αν λέγεται. Προτιμάει ο κόσμος την παρηγοριά να βαυκαλίζεται πως είναι τάχα καλός, παρά την συνείδηση πως πρέπει να μοχθεί να γίνεται όλο και καλύτερος.

Καημένο παιδί. Μα πάλι, γιατί καημένο; Η ειλικρίνεια που του έδωσαν τα κακά πνεύματα, θα του έδινε φιλίες δυνατές και αληθινές. Και αν εκείνο λέει (με την περίσσια ειλικρίνεια του) πως του κάνανε το καλύτερο δώρο, εμείς γιατί να το αμφισβητήσουμε;

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

78. Το τέλος του εκβιαστή του λιμανιού του Πρικ-γουέστ.

Στα δυτικά των μεσαίων Αντιλλών στο λιμάνι του Πρικ-γουέστ λέγεται πως δεν μπορούσε εύκολα καπετάνιος να βρει πλήρωμα για να ανοίξει πανιά. Ακόμα και αν έδενε με πλήρωμα πιστό και ανδρειωμένο ο λόγος του γερο-Μπράμαν ήταν ικανός να το σκορπίσει, αφού η πρόβλεψη του μάντη για το σκαρί φοβέριζε τον κάθε ναυτικό να μπαρκάρει.
  Η πρόβλεψη του Μπράμαν ήταν πάντα η ίδια.
«Από τις περιπέτειες αυτού του ταξιδιού ένας θα ζήσει να έρθει να μας πει τους φοβερούς κινδύνους που μέλλει να αναδύσει η θάλασσα για αυτό το καράβι».
Ύπουλα διάλεγε να ξεστομίζει τα λόγια αυτά δήθεν σαν ευχή. Μα όλοι ήξεραν τι αυτή σήμαινε, ειδικά οι καπεταναίοι. Δεν υπήρχε καπετάνιος που καπετάνευε για πάνω από χρόνο στα νερά της Καραϊβικής, και που δεν του είχε φυράνει το μυαλό το πιοτί, που να μην ήξερε το κάλπικο κόλπο του μάντη. Ο γερο-Μπράμαν πριν δώσει την πρόβλεψη του φαρδιά πλατιά μπροστά σε όλους στο λιμάνι μέρα μεσημέρι, το προηγούμενο βράδυ θα ζητούσε μερίδιο από το κάργκο του πλοίου. Αν ο καπετάνιος πλήρωνε, ο Μπράμαν δεν θα προέβλεπε τίποτα, ούτε για το πλοίο του καπετάνιου που τον πλήρωσε ούτε για κανένα άλλο στο λιμάνι. Με αυτή την τακτική ο Μπράμαν εξασφάλιζε πως ακόμα και αν βρισκόταν ένας καπετάνιος να αψηφήσει τον χρησμό του, δεν θα βρισκόταν κανείς να αψηφήσει όλους τους άλλους καπεταναίους που θα τον κοίταζαν με κακό μάτι. Τέσσερις φορές είχε κάνει όλα τα πλεούμενα στο Πρικ-γουέστ να κρατήσουν δεμένο κάβο για μέρες. Την τελευταία είχε κρατήσει το λιμάνι χωρίς σφύριγμα αποχαιρετισμού για τέσσερις εβδομάδες.
Κανένας ναυτικός δεν ήθελε να ταξιδέψει με ένα σκαρί όταν για αυτό είχε μιλήσει ο γερο-Μπράμαν. Κι όταν κανείς το αποφάσιζε, δεχόταν να το κάνει μόνο αν θα ήταν λίγοι στο πλήρωμα. Έτσι πίστευε πως θα είχε περισσότερες πιθανότητες για να ζήσει. Τα «σημαδεμένα» καράβια του Πρικ-γουέστ, όπως τα έλεγαν, έφευγαν έτσι με πλήρωμα λειψό και πιο εύκολα συναντούσαν την κακιά μοίρα που είχε δει για αυτά ο Μπράμαν. Δεν ήταν λίγες οι φορές μάλιστα που φοβισμένοι κάποιοι σκότωναν όλο το υπόλοιπο πλήρωμα οι ίδιοι - ακόμα και μία ώρα πριν πιάσουν λιμάνι - για να εξασφαλίσουν ότι εκείνοι θα ήταν ο ένας που θα επέστρεφε ζωντανός. Όταν συνέβαινε να χαθεί όλο το πλήρωμα, ο γερο-Μπράμαν διέδιδε μαρτυρίες πως κάποιος είχε επιζήσει και τον είχαν δει σε άλλο λιμάνι να λέει πόσο δίκιο είχε ο μάντης του Πρικ-γουέστ. Έτσι η φήμη του γερο-Μπράμαν έμενε αδιαμφισβήτητη και δυνάμωνε. Κανείς δεν ρίσκαρε να ταξιδέψει με καράβι που είχε σημαδέψει.
Ο γερο-Μπράμαν πλούτισε με τους εκβιασμούς του, και κατάφερε να φτάσει ως τα εξήντα οκτώ του. Έζησε άνετα στο Πρικ-γουέστ. Κάθε βράδυ για εκείνον ήταν το βράδυ ενός ναυτικού που γιόρταζε που έπιανε λιμάνι μετά από καιρό με τα αμπάρια του γεμάτα κέρδη. Ποτέ του όμως δεν ευχαριστήθηκε τα πλούτη του στο έπακρο. Προσπαθώντας να πείσει σαν μάντης δεν έμεινε ποτέ σε έπαυλη, δεν ντύθηκε ποτέ ακριβά, δεν έκανε ποτέ παρέα με ανθρώπους της καλής κοινωνίας. Ίσως αν το έκανε, να κατάφερνε να ζήσει παραπάνω από τα εξήντα οκτώ. Γιατί σε μια βεγγέρα αριστοκρατών σε μία έπαυλη με κήπο και βιολιά που έπαιζαν το σεληνόφως, κάποιοι μεγαλέμποροι έψαχναν να κάνουν περικοπές για να αυξήσουν τα κέρδη τους. Αποφάσισαν να περικόψουν την καρωτίδα του εκβιαστή του Πρικ-γουέστ.

Κανένας στις Αντίλλες δεν παραπονέθηκε.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

77. Το μυστικό ενός μηχανικού ημίθεου.

Ο μάστορας γύρισε το ταμπελάκι στην πόρτα του καταστήματος, έτσι που ο δρόμος διάβαζε «κλειστόν», και πήρε από τον ώμο τον μαθητή του οδηγώντας τον προς το μέσα μέρος του μαγαζιού. Ήθελε να του δείξει κάτι στο εργαστήρι. Ήταν Παρασκευή, νωρίς το απόγευμα, και ο εμπορικός δρόμος που βρισκόταν το κατάστημα αυτομάτων και αυτοκινούμενων ήταν ασυνήθιστα ήσυχος. Όλη τη βδομάδα o τεχνίτης μιλούσε για έναν θησαυρό που είχε βρει και πώς με αυτόν επιτέλους θα τελείωνε τον «μηχανικό ημίθεο» του, όπως ονόμαζε το φτιαγμένο από διακόσια έξι γρανάζια ομοίωμα ανθρώπου που δούλευε εδώ και μήνες στο εργαστήρι. Όταν είχε ξεκινήσει τον είχε φτιάξει με τριακόσια πενήντα, μα υπό των ταγών της απλότητας και αναμένοντας το κομμάτι που δεν είχε, κατάφερε να μειώσει τον αριθμό που χρειαζόταν το αυτόματο του για να λειτουργήσει.
Ο μαθητής δραττούσης της ευκαιρίας ρώτησε τον δάσκαλο του γιατί στη βιτρίνα εξακολουθούσαν να έχουν τον «Τούρκο» του Wolfgang von Kempelen, ενός αυτόματου που έπαιζε σκάκι, όταν ήταν γνωστό σε όλους πως επρόκειτο για απάτη. Το ανθρώπινο ομοίωμα με την τούρκικη πίπα πάνω στο κουτί με τη σκακιέρα δεν ήταν παρά μία μαριονέτα που την κινούσε έναν άνθρωπος κρυμμένος μέσα στο κουτί. Ο δάσκαλος απάντησε πως κρατάει τον «Τούρκο» στη βιτρίνα γιατί αρέσει στον κόσμο, και γιατί θυμίζει στον ίδιο πώς διάσημοι σκακιστές δέχτηκαν να στριμωχτούν μέσα στο κουτί του «Τούρκου» για να του δώσουν ζωή και να βοηθήσουν στην αυταπάτη Wolfgang. «Σε όλα τα αυτόματα και τα αυτοκινούμενα το παν είναι ο κινητήρας. Όλα τα υπόλοιπα δεν είναι τίποτα παραπάνω από γρανάζια και ελάσματα.»
«Τα σπουδαία αυτόματα χρειάζονται έναν κινητήρα να υπερβαίνει το φυσικό. Τι πιο υπερφυσικό από έναν άνθρωπο;», είπε και χαμογέλασε ο μάστορας. Στα χέρια του κρατούσε ένα κουτί από σκληρό χαρτόνι, και όπως κοιτούσε το μαθητή του, το ύφος του υπονοούσε πώς μέσα στο κουτί είχε κάτι περισσότερο υπερφυσικό από έναν άνθρωπο. Έγνεψε στον βοηθό του να πλησιάσει. Ο μαθητευόμενος πήγε και στάθηκε μπροστά στον δάσκαλο του, που καθόταν σε ένα χαμηλό πάγκο σαν ένα παιδί στον αυλόγυρο ενός σχολείου έχοντας ένα κουτί με το κολατσιό του στα γόνατα, έτοιμο να το ανοίξει. Παραδίπλα του στεκόταν ο «μηχανικό ημίθεος» ψυχρός και ανέκφραστος. Ο μαθητής θυμήθηκε το προηγούμενο βράδυ, όταν έκλεινε το μαγαζί. Εχτές μέσα στα σβησμένα φώτα, τα γρανάζια του αυτόματου έμοιαζαν έτοιμα να σκουριάσουν την επόμενη μέρα και το μηχανικό ανδρείκελο καταδικασμένο σκορπίσει. Σήμερα όμως ο δάσκαλος έλεγε πως μέσα στο Σαββατοκύριακο θα τον έβαζε μπρος.
Με αγωνία ο βοηθός κοίταξε μέσα στο κουτί όταν ο μάστορας σήκωσε το καπάκι. Μέσα είχε μία μηχανική καρδιά. Ήταν ένα μηχανολογικό αριστούργημα. Ο μαθητής υπέθεσε – συγκρίνοντας τις καρδιές των μοσχαριών που έβλεπε κρεμασμένες στο κρεοπωλείο – πώς ήταν ένα ακριβές και πλήρες αντίγραφο της καρδιάς ενός ανθρώπου, με τις βαλβίδες της, τις αορτές της, τους κόλπους της και τα υπόλοιπα της. Διέκρινε όμως ένα πρόβλημα που ήταν παραπάνω από εμφανές για να μην το έχει προσέξει ο δάσκαλος του. Τον ρώτησε σχεδόν αμέσως.
«Μα δάσκαλε, αυτή η καρδιά είναι σπασμένη…»

«Ναι», αποκρίθηκε ο δάσκαλος και χαμογέλασε με περισσότερη ευχάριστη πονηράδα από πριν. «Αυτή η καρδιά όμως έχει καταφέρει να ξαναγαπήσει».

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

76. Η μεγάλη διαφωνία.

Λένε πώς οι αλήθειες αυτού του κόσμου βρίσκονται γραμμένες σε ασήκωτα βράχια κρυμμένα στις στοές ενός λαβυρίνθου στα έγκατα της γης, καθένα σε ξεχωριστή αίθουσα. Στο ερώτημα: «ποιος έχει φτιάξει αυτόν τον λαβύρινθο;». Η λιγότερο πιθανή απάντηση είναι να είναι ανθρώπινο δημιούργημα, αφού ο τρόπος που είναι δομημένος δεν ακολουθεί καμία νόρμα από αυτές που διέπουν τους ανθρώπινους λαβυρίνθους. Ξεκινά από το κέντρο και είναι ιδιαίτερα εύκολο να επιστρέψεις από όπου ξεκίνησες. Το μυστικό της απάτης του βρίσκεται στην απληστία που παρουσιάζει ο άνθρωπος στην αληθινή γνώση. Όσοι μπήκαν εξαντλήσαν τους εαυτούς τους αναζητώντας όλο και περισσότερες απαντήσεις, επιλέγοντας να μην βγουν έξω ακόμα και όταν η πείνα ή η δίψα τους γονάτιζε.
Η είσοδος του λαβύρινθού λέγεται πως ξαναβρέθηκε πρόσφατα. Γνωρίζοντας πάρα πολύ καλά το μυστικό της απάτης του, μία ομάδα ανθρώπων στάλθηκε να βρει όλες τις αλήθειες και να τις αναδύσει. Ή τουλάχιστον να φέρει τόσες όσες είναι τα μέλη της ομάδας. Ο καθένας θα επέλεγε διαφορετική διαδρομή στο λαβύρινθο, που μπορεί να θεωρηθεί και άθροισμα επιμερών λαβυρίνθων, βρίσκοντας διαφορετική αίθουσα και μαθαίνοντας μία διαφορετική αλήθεια. Τέλος θα συναντούσε τους υπόλοιπους στην είσοδο.
Έτσι και έγινε, τα μέλη ανακάλυψαν το ένα από μία αλήθεια - ή ίσως και περισσότερες - και επέστρεψαν από το σημείο που ξεκίνησαν όλοι μαζί. Άλλος ήξερε ποιο ήταν νόημα της ζωής, άλλος ήξερε τον τρόπο για την ευτυχία, άλλος ήξερε αν είχε Όνομα ο θεός, άλλος πώς πρέπει να τρέφεται ο άνθρωπος, άλλος ήξερε την κατάσταση του θανάτου, άλλος ήξερε ποια μορφή κοινωνίας είναι η σωστή, άλλη ήξερε την διαφορά των ερώτων των δύο φύλλων, άλλος ήξερε το σχήμα του σύμπαντος, άλλος ήξερε τον βέλτιστο πληθυσμό της ανθρωπότητας, άλλος ήξερε τον αριθμό των αγαθών που ικανοποιεί τις ανάγκες του ανθρώπου, άλλος ήξερε πώς γεννήθηκε το σύμπαν, άλλος ήξερε πώς δημιουργήθηκε η ζωή. Όλοι συναντήθηκαν στην είσοδο και από λαχτάρα είπαν στους άλλους αυτό είχαν μάθει. Ήθελαν τόσο πολύ να μοιραστούν αυτό που είχαν διαβάσει αλλά και να μάθουν τι είχαν δει οι άλλοι γραμμένο στο βράχο που είχαν βρει.
Κανένας όμως δεν πίστεψε τον άλλο. Οι αλήθειες αντέβαιναν όσα ως τώρα πίστευαν και δεν μπορούσαν να τις δεχτούν όλες. Ειδικά όταν δεν τις είχαν δει. Με κάποιες βέβαια συμφωνούσαν, καθώς αποδείχτηκε πως τις πίστευαν από πριν.
     Η συνάντηση τους αυτή τη στιγμή έχει εξελιχθεί σε μία αδιάκοπη διαφωνία. Παραμένουν εκεί μέχρι να πιστέψουν τους άλλους και να συμφωνήσουν για να αποφασίσουν να ανέβουν. Αυτό θα πάρει αρκετό καιρό, γιατί πολλοί αρνούνται ακόμα και να ακούσουν τους άλλους. Εμείς οι υπόλοιποι περιμένουμε, κάνοντας όπως φαίνεται ακριβώς το ίδιο.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

75. Μία μαρτυρία από το κρανίο του Μπρονσκ.

Κάποτε δύο φρικαλέα πλάσματα έπιασαν να διαφωνούν για το ποιου η θέα ήταν περισσότερο φρικτή και μπορούσε να προκαλέσει χειρότερους εφιάλτες σε έναν υγιή νου. Το ένα προέτεινε σαν επιχείρημα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του προσώπου του που θα ήταν όμορφα, αν το κρανίο του ήταν αντρικό ή γυναικείο, αντί των δύο όμως είχε το κρανίο ενός σκύλου. Το άλλο ανταπέδωσε την παντελή έλλειψη κρανίου, έτσι που το κεφάλι του ήταν ένα κρεμασμένο σακί από τριχωτό δέρμα που το στόλιζαν μάτια, κρεατοελιές και τρύπες που δύσκολα ξεχώριζαν αν ήταν ρουθούνια, στόματα ή στοές αυτιών.
Το ίδιο πλάσμα συνέχισε, λέγοντας πόσο αποτρόπαιο θέαμα ήταν όταν περπατούσε. Πατούσε στα τέσσερα σαν ζώο. Τα πόδια του δεν ξεχώριζαν ούτε για πόδια ούτε για χέρια, και είχαν αρθρώσεις που λύγιζαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Παρά τα σταθερά και σίγουρα βήματα του κάθε φορά που περπάταγε έδινε την εντύπωση συνεχούς παραπατήματος, ενώ ο κορμός του ήταν έτσι δομημένος που καθώς κινούταν, πέρα από το σακουλένιο κεφάλι του, και όλα τα άλλα όργανά του κρεμόνταν προς τα κάτω στάζοντας αίμα, υγρά και ακαθαρσίες. Τότε το πρώτο – που ήταν περισσότερο καλοφτιαγμένο και πλησίαζε κοντινότερα την ανθρώπινη φυσιολογία – αντέτεινε πως τα δικά του άκρα ήταν χειρότερα. Πόδια και χέρια κατευθύνονταν ζευγαρωτά αντίθετα το ένα από το άλλο και επιπλέον δεν ήλεγχε πότε θα κουνήσει το καθένα. Αυτό και μόνο, ισχυριζόταν πως όχι μόνο το καθιστούσε σχεδόν στάσιμο και αποτελούσε βασανιστήριο για το ίδιο, αλλά οι σπαστικές κινήσεις του προξενούσαν σύγχυση σε βαθμό παράνοιας σε οποιοδήποτε λογικό που το έβλεπε να προσπαθεί να κινηθεί.
Τα δύο πλάσματα συνέχισαν να ανταγωνίζονται για την ανάδειξη του πιο φρικαλέου από τα δύο, αγνοώντας ότι ολόγυρα τους υπήρχαν εκατομμύρια άλλα ανοσιουργήματα, που η θέα του συνόλου τους ήταν αρκετή για να οδηγήσει τον καθένα στην τρέλα και εν τέλει στην αυτοκτονία. Όπως ακριβώς συνέβη στον άντρα μέσα στο κεφάλι του οποίου, είχε την ατυχία, να γεννηθεί το πλήθος των πλασμάτων αυτών, στον συγγραφέα των παραδεισένιων αφηγήσεων Εμμανουήλ Μπρονσκ.

Ωστόσο η μαρτυρία αυτή υπονοεί πως κάποιος έχει δει μέσα στο κρανίο του Μπροσνκ, και στάθηκε αρκετά λογικός για να τη μεταφέρει ώσπου θα φτάσει σε αυτή την αφήγηση. Έτσι μπορούμε απλά να υποθέτουμε πως όποιος και αν είναι αυτός πρόκειται είτε για απατεώνα, είτε για αυταπατώμενο.

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

74. Ο τρομερός κόκορας του Ιρ Λαμπάν.

Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε του θεούς. Στην αρχή οι θεοί δημιούργησαν πλάσματα με τρομερό μέγεθος, όψη και δύναμη. Όταν κατέληξαν στον σημερινό κόσμο, τον κόσμο τον ανθρώπινο και των φυσικών νόμων, διαπίστωσαν πως τα υπερφυσικά πρώτα πλάσματα δεν του ταίριαζαν, και θέλησαν να τα αφαιρέσουν.
Μη μπορώντας αλλιώς, αρχικά τα έκρυψαν από τα μάτια των ανθρώπων, και ύστερα μηχάνευσαν οι άνθρωποι να τα ξεχάσουν. Σε μία από τις κυρτές κολώνες που θεμελιώνουν την κτίση άλλωστε έχουν γράψει σε γλώσσα που μόνο ο Θεός μπορεί να διαβάσει και οι θεοί μπορούν μόνο να γράψουν «Υπάρχουν μόνο όσα τα σκέφτονται, και δρουν μονάχα για όσους τα πιστεύουν.». Σε μία άλλη γράφει «Η λήθη νικάει το χρόνο.». Και σε μία τρίτη «Η μνήμη έχει πολλούς τρόπους να ξεφεύγει από την λήθη».
Ένα από αυτά τα πλάσματα είναι και ο τρομερός κόκορας του Ιρ Λαμπάν. Με δύο φορές το ύψος ενός ψηλού ανθρώπου, κιτρινοκόκκινα φτερά, κατακόκκινο λειρί, κοφτερά νύχια και σουβλερό ρύγχος. Αυτός και οι υπερφυσικές δυνάμεις του σώζονται ως σήμερα μέσα από την αγγλική φράση «first thing in the morning». Το απειλητικό ρύγχος του, τα πλουμιστά φτερά του, και το επιτακτικό κακάρισμα του υπάρχουν ακόμα, και δεσμεύουν όσους αφελώς χρησιμοποιούν τη φράση αυτή σαν πραγματική υπόσχεση.
Αυτά τουλάχιστον υποστηρίζει ο αφηγητής της παρακάτω ιστορίας, που κάποιο βράδυ πριν κοιμηθεί υποσχέθηκε να στείλει απάντηση σε έναν συσπουδαστή του το επόμενο πρωί. Η ιστορία του έχει ως εξής:

Με την αυγή ο ύπνος του χάλασε. Τα όνειρα του ζωήρεψαν και σταμάτησαν να είναι άλλο όνειρα. Ήταν ματιές πέρα από τον κόσμο. Μέσα στον ύπνο του είδε τον τρομερό κόκορα του Ιρ Λαμπάν, πρώτα να τον κράζει να ξυπνήσει και ύστερα να τον τσιμπά με αγριότητα. Η φωνή του ήταν βραχνή και οι τσιμπιές του μάτωναν τη σάρκα του πριν την ακουμπήσουν, έτσι που τσιμπούσαν πληγές και όχι σάρκες.
Ο αφηγητής καταϊδρωμένος ξύπνησε από αυτό το θέαμα, που στην αρχή νόμισε για εφιάλτη. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί και να έρθει στα συγκαλά του. Άνοιξε τη βρύση, έβαλε τα χέρια του κάτω από το κρύο νερό και το χούφτιασε για να βρέξει το πρόσωπο του. Μια και δυο, και αφού νόμισε πως ξύπνησε για τα καλά, διαπίστωσε έντρομος πως ακόμα άκουγε το λάλημα του κόκορα να τον κράζει, και πως ανάμεσα στη θέα του κόσμου και το σκοτάδι της συνείδησης του έβλεπε την φρικαλέα εικόνα των φτερών και του ρύγχους του να κινούνται εναντίον.
Η αίσθηση των επιθέσεων γίνονταν εντονότερη κάθε φορά που πήγαινε να κάνει κάτι άλλο από αυτό που είχε υποσχεθεί να κάνει πρώτο το πρωί. Δεν μπορούσε να πάει μέχρι το ψυγείο να πάρει να βράσει ένα αυγό για να φάει το πρωινό του. Δεν μπορούσε να ανοίξει τα παράθυρα να δει το φως του ήλιου που ανέτειλε. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα χωρίς να νιώθει να τον βασανίζει ο κόκορας του Ιρ Λαμπάν και να του υπενθυμίζει με τρόπο παράξενο την υπόσχεση που είχε δώσει το προηγούμενο βράδυ. Σύντομα δεν μπορούσε να αντέξει ούτε να κάνει μία απλή κίνηση που να μην εξυπηρετούσε την εκπλήρωση της υπόσχεσης του.
Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Από την πρώτη στιγμή, από όταν πρωτάκουσε και πρωτοείδε τον κόκορα του Ιρ Λαμπάν, με έναν ανεξήγητο τρόπο ήξερε πως όλα είχαν να κάνουν με την υπόσχεση στον συσπουδαστή του. Η λύση φυσικά ήταν απλή, και αν δεν του φαινόταν απίστευτο αυτό που ζούσε θα συμμορφωνόταν με αυτή εξ αρχής. Για να μπορέσει να ξεκινήσει την μέρα του, άνοιξε τον υπολογιστή του και έστειλε την απάντηση στον συσπουδαστή του.

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

73. Η κατά των Δαύκων "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση" ερμηνεία.

Όταν ο ιέριος Νίγηρος διατύπωσε μία αντίστροφη ερμηνεία του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» του Ευαγγελίου οι υπόλοιποι μοναχοί δεν έφεραν, αλλά ούτε και μπορούσαν να φέρουν, αντίρρηση. Ο ιέριος Νίγηρος είχε γράψει τα περισσότερα συγγράμματα της μονής των Δαύκων και γραπτά του διδάσκονταν σε νεοκάλεστους κάθε Σάββατο μετά τις επιμνημόσυνες ακολουθίες για τις ψυχές των παραστρατισμένων. Η σοφία του θεωρούταν αδιαμφισβήτητη οπότε και τα λόγια του δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν.
Όταν όμως  ερμηνεία του εξαπλώθηκε πολύ πέρα από τα τείχη του μοναστηριού, και διαπιστώθηκε πως είχε προκαλέσει αντιδράσεις σε θέσεις με κύρος, και παρά το γεγονός πως το Τάγμα των Δαύκων ήταν γνωστό για την αιρετική φύση του, και πάντα έχαιρε ανοχής, οι μοναχοί φρόντισαν να ανακατασκευάσουν τη σκανδαλώδη άποψη. Σώπασαν τον ιέριο δίνοντας του ένα κλειδί στην δυτική πτέρυγα* του της μονής.
Η ερμηνεία του Νίγηρου ήταν η εξής:
«Δεν είναι ο Θεός που έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Του. Είναι ο άνθρωπος που πλάθει τον Θεό κατά τη δική του εικόνα και ομοίωση. Έτσι αν ο άνθρωπος είναι κακό και ο Θεός είναι κακός. Αντίστοιχα, όταν ο άνθρωπος είναι καλός, καλός είναι και ο Θεός.»
Με αυτά τα λόγια ο ιέριος Νίγηρος μετέφερε την ευθύνη για τα βάσανα του κόσμου, την σκληρότητα και την αβοήθεια του Θεού στους πόνους και τα προβλήματα των ανθρώπων στους ίδιους και την κακία τους. Θέλησε να πει πως αν όλοι είμαστε καλοί, κατ’ εικόνα και ομοίωση μας καλός θα μοιάζει και Εκείνος.
Παρά την στάση του Τάγματος των Δαύκων εναντίον του δασκάλου, αξιοπερίεργο στέκεται ότι η ερμηνεία του ιέριου Νιγήρου συμπεριλήφθηκε εκ των υστέρων στο «Βιβλίο των Πραγματικών Αμαρτιών», την περίοδο ανασύνταξης ή αλλοίωση ή συγκάλυψης του περιεχομένου του. Εκεί αναφέρεται σαν βλασφημία στο Όνομα Του να είμαστε κακοί, καθώς Εκείνος εικονίζεται και ομοιάζει με εμάς τότε. Θεωρείται πράξη εναντίον Του, και δυνάμει ή πιθανή πραγματική αμαρτία.
  


* Όλα τα κελιά της μονής των Δαύκων δεν είχαν κλειδαριές, με εξαίρεση αυτά της δυτικής πτέρυγας που εκτός κλειδαριάς, είχαν και μάνταλο.

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

72. Επτά ευχές αδερφάδες.

Επτά ευχές είχαν καθίσει πάνω από το κεφάλι ενός ανθρώπου, κόρες της ψυχής του και θρέμματα του νου του. Καιρό τώρα γυρόφερναν στο τριχωτό της κεφαλής του προκαλώντας του έναν ελαφρύ και γλυκό πονοκέφαλο, αφού με όνειρα προσπαθούσαν, πότε η μια και πότε ή άλλη, να τον κάνουν να θέλει να πραγματοποιηθεί τη μία η μια και την άλλη η άλλη.
Τώρα, κάτω από μία τρίχα, είχαν βρει ένα πούπουλο ενός αγγέλου. Απόδειξη πώς ο Θεός είχε δώσει υπόσχεση να κάνει κάποτε χατίρι στον άνθρωπο αυτό. Πιάσανε οι επτά ευχές να τσακώνονται ποια ήταν η καλύτερη. Ζυγίστηκαν, μετρήθηκαν, συγκρίθηκαν ποια θα μπορούσε να τον κάνει πιο ευτυχισμένο. Ήταν πολλές όμως, και ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει κάποια απέναντι στις άλλες έξι. Ούτε ο άνθρωπος είχε κάποια πραγματική προτίμηση. Αφού είδαν και αποείδαν ζήτησαν εκλιπαρώντας να παρουσιαστεί ο άγγελος στον οποίο και ανήκε το πούπουλο. Εκείνος ίσως θα μπορούσε να αποφασίσει
Ο άγγελος κατέβηκε. Πήρε το πούπουλο στα χέρια του και προσπάθησε να κρίνει εκείνος καλύτερα. Και αλήθεια, παρότι είχε καλύτερη κρίση, δεν μπορούσε να αποφασίσει.
Εν τω μεταξύ οι ευχές άρχισαν να δυσανασχετούν. Το ίδιο και ο άνθρωπος που αγνοούσε τι γινόταν πάνω από το κεφάλι του. Να έχουν το πούπουλο ενός αγγέλου, να έχει υποσχεθεί ο Θεός πώς η μία τους θα γίνει πραγματικότητα και εκείνες να περιμένουν. Αν μη τι άλλο ήταν κόρες καλές και καλοαναθρεμμένες. Αγαπούσαν τον πατέρα τους και μία από αυτές ήταν ο καιρός να τον κάνει ευτυχισμένο.
«Αχ, αν δεν ήμασταν τόσες πολλές.» είπε η μία και οι άλλες συμφώνησαν με έναν αναστεναγμό.
«Η απόφαση θα ήταν πιο εύκολη.» συμπλήρωσε η δεύτερη.
«Έτσι κινδυνεύουμε να μείνουμε όλες στο ράφι.» έκανε την τρομερή διαπίστωση η τρίτη.
«Να πραγματοποιούσουν τουλάχιστον εσύ.» είπε η τέταρτη στη διπλανή της.
«Ναι! Εσύ θα μπορούσες να πραγματοποιηθείς ακόμα και τώρα.» είπε η έκτη και την ακούμπησε στον ώμο με συμπάθεια.
«Το ξέρω, μα θα ήμουν καλύτερη αργότερα. Ή αν ήταν αλλιώς τα πράγματα.» παραπονέθηκε η πέμπτη.
«Αργότερα και αργότερα. Αυτό το αργότερα θα μας φάει.» γρίνιαξε η έβδομη και όλες συμφώνησαν με έναν άλλο αναστεναγμό.
           Ο άγγελος αρκέστηκε στο να κουνήσει συγκαταβατικά το κεφάλι του. Ήξερε όμως πως ο Θεός είχε κάνει την επιλογή του. Αλλιώς δεν θα είχε βάλει το πούπουλο του κάτω από την τρίχα του ανθρώπου. Δεν ήταν μόνο που οι ευχές του ανθρώπου ήταν πολλές και θα πραγματοποιούσε μία, και έπρεπε να γίνει σε καιρό σωστό και με μέσα που θα ταίριαζαν, έπρεπε και οι ευχές να μονιάσουν.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

71. Ο δαίμονας και ο σταυροφόρος.

Κάποτε ένας σταυροφόρος ζητούσε από το Θεό να του στείλει έναν άγγελο. Κάθε βράδυ προσευχόταν για αυτό. Ώσπου ο Θεός κουράστηκε, καθώς όπως η επανάληψη κουράζει την πίστη. Έτσι ο ακούραστος διάβολος βρήκε ευκαιρία και έστειλε μπροστά στον σταυροφόρο έναν δαίμονα.
Η επιθυμία του σταυροφόρου να δεχτεί έναν άγγελο ήταν τέτοια όμως, που δεν αναγνώρισε το δαίμονα. Με τη φαντασία του έπλασε ένα φάντασμα, και με αυτό έντυσε την φρικαλέα όψη αυτού που στεκόταν εμπρός του, ώστε να μην μπορεί να καταλάβει ότι δεν ήταν άγγελος Θεού, αλλά ένας δαίμονας. Το ρούχο της φαντασίας του σταυροφόρου άλλωστε έκανε το δαίμονα ομορφότερο από κάθε άλλον άγγελο, κι έτσι ο σταυροφόρος όχι μόνο δεν έφριξε στη θέα του δαιμονίου αλλά το κράτησε κοντά του.
Όσο και αν αρεζόταν ο δαίμονας με την αγγελική όψη που του είχε χαρίσει η φαντασματική φορεσιά που του έδωσε ο σταυροφόρος, δεν μπορούσε και να ξεχάσει τι ήταν, και δεν έπαψε να συμπεριφέρεται σαν ένας πραγματικός δαίμονας. Βασάνιζε τον σταυροφόρο, κάνοντας τον όλο και πιο δυστυχισμένο και ξένο με το καλό και τον καλό εαυτό του.
Ο άνθρωπος όμως, όπως τον δημιούργησε ο Θεός, αποστρέφεται από τη φύση του πιότερο από όλα - και από το ίδιο το κακό ακόμα – τη δυστυχία. Κατά τον ίδιο τρόπο η κρίση του δεν μένει για καιρό θαμμένη κάτω από την επιθυμία όταν αυτή δεν έχει τη βοήθεια της ευτυχίας ξεγελά και να θάβει το ορθό. Ο σταυροφόρος αντιλήφθηκε πώς κοντά του δεν είχε κρατήσει έναν άγγελο αλλά ένα δαιμόνιο, και πάνω του διέκρινε το φάντασμα με το οποίο είχε ντύσει ο ίδιος τον δαίμονα. Άρπαξε τότε το σπαθί του και πήρε να πολεμήσει το δαιμονικό τύραννο του.
Στα χέρια του το σπαθί βάραινε να σηκωθεί ενάντια σε ένα πλάσμα με όψη αγγελική, κι έτσι ο σταυροφόρος άπλωνε συνεχώς το χέρι του για να γδύσει το δαίμονα τραβώντας το φάντασμα από πάνω του. Χτύπαγε όπου η βλογιοκομμένη σάρκα φαινόταν, και μαύρο αίμα έβαφε το σπαθί του. Με κάθε χτύπημα άκουγε τον δαίμονα να γελά αντί να σφαδάζει. Μα παρά τα γέλια του με αγωνία τραβούσε να ξαναφορέσει την αγγελική περιβολή του.
Ο σταυροφόρος δεν άργησε να καταλάβει πώς δεν μπορούσε να νικήσει το δαίμονα. Μα και ο ίδιος δεν θα έχανε. Για μια τελευταία φορά άρπαξε και πάλι το φάντασμα από το δαίμονα και το τράβηξε από πάνω του. Ο δαίμονας τραβούσε με δύναμη από την άλλη. Το σπαθί του σταυροφόρου τότε έπεσε πάνω στο φάντασμα και το ξέσκισε. Ο δαίμονας έμεινε γυμνός και ολότελα άσχημος. Αποτροπιασμένος ο σταυροφόρος τον κοίταξε. Για μία πολύ μικρή στιγμή ευχήθηκε να ο δαίμονας να είχε ακόμα την όψη που του έδινε το φάντασμα. Ύστερα τον έδιωξε από κοντά του.

Η ιστορία αυτή μας δείχνει την συνήθεια των ανθρώπων να ξεγελούν τους εαυτούς τους δίνοντας στους δαίμονες τους όψη αγγελική, και η λύση της συμβαδίζει με τη θεολογική άποψη πως τα ανθρώπινα δημιουργήματα πεθαίνουν ευκολότερα - αν δεν είναι τα μόνα ικανά να πεθάνουν - από τα δημιουργήματα του Θεού.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

70. Ένας Αθάνατος

Όταν οι άνθρωποι νιώσουν πως ο χρόνος τους τελεύει, και πλησιάζει το τέλος της ζωής τους, μεγεθύνεται η επιθυμία τους να ήταν αθάνατοι.
Η αλήθεια αυτή συναντάται δύο φορές στον Κατάλογο των Αληθειών. Μία στην κατηγορία των Μεγάλων Αληθειών και άλλη μία στην κατηγορία των Θανατικών.
Η επιθυμία της αθανασίας είναι λιγότερη έντονη για όσους η ζωή τους είναι γεμάτη με βάσανα - γιατί αυτοί επιζητούν το Θάνατο Λυτρωτή – ή όταν έχουν ζήσει καλά και νιώθουν πλήρεις. Για όσους η ζωή υπήρξε ανιαρή, άδεια, και την έζησαν σαν μία διαρκή αναμονή κάποιου νοήματος ή αυτού που λένε ευτυχία, η επιθυμία της αθανασίας αποκτά τεράστιες διαστάσεις.
Μία τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του πρωταγωνιστή της ιστορίας αυτής. Ο αφηγητής της οποίας, για προφύλαξη του, ορκίζεται στη ζωή του πως δεν ξέρει τίποτα παραπάνω από όσα εδώ γράφονται για τον μυστηριώδη πρωταγωνιστή του.
Πρόκειται για έναν άντρα που ζούσε στην Αγγλία πριν πολλά χρόνια. Ήταν νέος και έτσι δεν μπορούσε να νιώσει πως ο θάνατος του ήταν κοντά, αλλά και αρκετά μεγάλος για να αισθανθεί την τελεσίδικη εγκατάλειψη της νιότης. Μια μέρα φοβήθηκε πως δεν είχε ζήσει τίποτα, και ούτε θα προλάβαινε να ζήσει. Έτσι επιθύμησε με τρόπο τρομερό την αθανασία.
Οι πολύ μεγάλες επιθυμίες είναι ικανές να πραγματοποιήσουν ευχές. Για αυτό και οι λέξεις επιθυμία και ευχή συνωνομούν.
«Μακάρι να μην πέθαινα ποτέ» γλώσσιαζε κάθε τόσο ο νους του άντρα και μέσα στο στόμα του η γλώσσα του σφίγγονταν στέρεη πιέζοντας τον ουρανίσκο πίσω από τα μπροστινά του δόντια.
Μια μέρα, στους περιπάτους του και ενώ o κόσμος τον χαιρετούσε ευγενικά, ο δύσμοιρος άντρας ανταπέδιδε με ένα ευγενικό νεύμα αγγίζοντας το γείσο του καπέλου του. Το στόμα του έμενε κλειστό. Ένα ελαφρύ μειδίαμα, υποκριτής χαράς, χάρισμα στην ευγένεια, έσπαζε τις στενές γραμμές των χειλιών του. Τα δόντια του έμεναν σφιχτά, και η γλώσσα του πίεζε ασταμάτητα τον ουρανίσκο του. «Μακάρι να μην πέθαινα ποτέ» όμως δεν έλεγε ο νους του. Με βρισιές ανταπέδιδε στο μυαλό του τις καλημέρες και τις καλησπέρες των άλλων.
Μία στιγμή, είδε τον πιο αγαθό και αγαπητό άντρα στην πόλη να στέκεται μπροστά σε έναν πάγκο ενός ιχθυοπώλη. Τον άκουσε να λέει πώς ήθελε να αγοράσει ψάρια για να τα παστώσει. Τα λόγια του αντήχησαν την γαλήνη και την ηρεμία αυτού που λένε ευτυχία. Εκείνη τη στιγμή, όπως στεκόταν και τον κοίταζε από την απέναντι πλευρά του δρόμου, ζήλεψε και μίσησε εκείνον τον ευτυχισμένο άνθρωπο περισσότερο από όλους τους άλλους. Και με τον ίδιο τον διάβολο θα έβαζε ακόμα στοίχημα πώς το χαμόγελο εκείνου του άντρα δεν θα έσβηνε από το πρόσωπο του ακόμα και όταν το πρόσωπο του θα σάπιζε μέσα στο φέρετρο. Θα στοιχημάτιζε ακόμα και τη ζωή του στο Θεό, πως ο άντρας αυτός δεν θα έκανε κακό ποτέ σε κανέναν.
«Δεν θα πεθάνω ποτέ, αν δεν με σκοτώσεις εσύ.» γλώσσιασε ο νους του και η γλώσσα του ήταν τόσο σφιγμένη μέσα στο στόμα του που τα δόντια του θα σπάγαβε το ένα πάνω στο άλλο.
Η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε. Έγινε αθάνατος, μέχρι εκείνος ο άντρας – που το όνομα του ήταν Ιώκ - να τον σκοτώσει.
Ο Ιώκ πια είναι ένα φάντασμα. Ένα δολοφονικό πνεύμα καταδικασμένο να υπάρχει στον κόσμο μας μέχρι να εκπληρώσει την ευχή του υπεύθυνου της κατάρας του. Ως τότε - Αλίμονο! - το βασανισμένο πνεύμα το περιπαίζουν κάποιοι παράτολμοι μεθύστακες για να διασκεδάσουν. Κι ελεεί ο τρελός Ιώκ τους δειλούς αυτόχειρες που τον καλούν ζητώντας την βοήθεια του, αυτός δεν βρίσκει κανένα έλεος.
Εμείς ας ευχηθούμε να μην βρει ποτέ το έλεος κανενός, παρά να βρει τον άντρα αυτής της ιστορίας.

Τρίτη 19 Μαΐου 2015

69. Μια ακόμα ατέλειωτη συζήτηση.

Κάποτε ένας θαρραλέος και ένας δειλός συζητούσαν για μία από τις διακόσιες και μία αλήθειες. Την αλήθεια πως τη Μοίρα μπορεί να την αλλάξουν μόνο οι θαρραλέοι και οι δειλοί. Γρήγορα κατέληξαν να διαφωνούν για το ποιος από τους δύο είναι πιο ισχυρός απέναντι της.
Ο θαρραλέος ισχυριζόταν πως ο δυναμισμός, η μαχητικότητα και η δράση που πηγάζουν από το θάρρος του είναι σαφώς εκείνα που τον κάνουν ισχυρότερο στο να μπορεί να αλλάζει το τι έχει γραφεί. Από την άλλη ο δειλός υποστήριζε πως η αναλγησία, η αδράνεια και η φοβισμένη άρνηση του προερχόμενες από τη δειλία του είναι εκείνα που αναχαιτίζουν όσα ορμητικά η μοίρα έχει προετοιμάσει να έρθουν.
Στη διαφωνία τους επενέβη ξαφνικά ένας επίμονος. Δήλωσε απερίφραστα και στους δύο πως αυτό που αλλάζει τελικά τα όσα η Μοίρα έχει προετοιμάσει είναι η επιμονή. Η αδιαλλαξία να μην τα δεχτεί κανείς. Τέλος στα λίγα του λόγια πρόσθεσε με ποιητική διάθεση τη παρακάτω φράση:
«Πώς μπορείς να τα βάλεις με εκείνη που δεν την αγγίζει ο χρόνος, χωρίς να έχεις κάποια αντίστοιχη συμπεριφορά απέναντι σε αυτόν και ο ίδιος.»
Ο θαρραλέος και ο δειλός άκουσαν καλά τα λόγια του επίμονου, και φάνηκε σαν να δέχτηκαν σωστά τα όσα είπε. Έτσι, συνέχισαν με μεγάλη επιμονή να υπερασπίζονται τη θέση τους και να επιχειρηματολογούν πάνω στην αξία τους.
Η συζήτηση τους δεν σταμάτησε ποτέ. Συνέχισαν να μιλάνε και να μιλάνε. Κανείς δε βρέθηκε να έχει δίκιο. Και αυτό, γιατί και οι δύο απασχολούμενοι με τη μεταξύ τους λογομαχία έμειναν άπραγοι. Κανείς τους δεν πήγε να αλλάξει το τι η Μοίρα είχε κανονίσει.

Υποψιαζόμαστε πως ήταν μία συζήτηση

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

68. Οι προδότες φίλοι του Αννή

Όταν τον Αννή τον ανακήρυξαν Θάνη, και άκουσε τους κοροϊδευτικούς ψιθύρους για την ομοιοκαταληξία και την ομοιότητα του ονόματος του και του τίτλου του, χαμογέλασε. Η νέα αυτή προσβολή των αδυνάτων στο πρόσωπο του, θα αντικαθιστούσε την προηγούμενη, που είχε να κάνει με ένα θηλυκό ομόηχο όνομα. Ο Αννής ήταν άνθρωπος έξυπνος, καλός, μεγαλόκαρδος, με εμπιστοσύνη στον ίδιο, στο Θεό και στους ανθρώπους.
Στην τιμή που του δόθηκε φέρθηκε άξιος. Διοικούσε σωστά, έπαιρνε σωστές αποφάσεις και ήταν δίκαιος. Όλα για το καλό του τόπου του και του βασιλιά. Στο όνομα του οποίου χάρισε πολλές νίκες στα πεδία της μάχης.
Στη υπέρμετρη αγαθότητα του και πλάι στα τόσα προτερήματα του Αννή όμως, αντέταξε η μοίρα την κακοτυχία να περιτριγυρίζεται από συμβούλους και φίλους ανάξιους. Εγωιστές, φιλόδοξους, εκδικητικούς και άπληστους που εποφθαλμιούσαν τη θέση του. Με τον καιρό ένας ένας, ή και σε συνεργασία ο ένας με τον άλλο, επιχείρησαν να σκοτώσουν τον Θάνη τους και να αρπάξουν ο καθένας για τον εαυτό του τον τίτλο και την εξουσία.
Όλοι τους απέτυχαν. Και όλους τους καταδίκασε σε θάνατο ο Αννής, δίκαιος καθώς ήταν και πιστός  στους νόμους του βασιλιά. Ο Αννής έμεινε να κυβερνά μόνος την επικράτεια του. Κάτι που ούτε του άρεσε, ούτε ήταν επιτυχές. Δεν άντεχε την μοναξιά και πάνω στο χρόνο άρχισε να σκέφτεται πώς θέλει πίσω τους προδοτικούς του φίλους. Τις νύχτες που η μοναξιά τον έπνιγε προσευχόταν να μπορούσε να τους αναστήσει.
Ο Αννής εμπιστευόταν τον εαυτό του, τον Θεό και τους ανθρώπους. Και ο Θεός – που δεν είναι σαν τους ανθρώπους – αγαπά όσους τον εμπιστεύονται και δεν τους χαλά τις προσευχές. Ο Θεός ανέστησε τους προδότες φίλους του Αννή ανοίγοντας τους τάφους τους, και ο Αννής άνοιξε την αγκαλιά του σε αυτούς. Πόσο του είχαν λείψει. Αφού δεν μπορούσε να έχει φίλους και καλούς συμβούλους προτιμούσε να έχει αυτούς. Λάθος σκέψη για έναν τέτοιο άντρα.
Οι άνθρωποι δεν αγαπούν πάντα όσους τους εμπιστεύονται. Οι αναστημένοι φίλοι και σύμβουλοι του Αννή τον σκότωσαν όταν μπόρεσαν, παρά το γεγονός πως του χρωστούσαν την σωτηρία τους από την τιμωρία της κόλασης που άξιζε στις αμαρτίες τους. Αμαρτίες που τους ακολούθησαν στη δεύτερη ζωή τους, καθώς οι αμαρτίες δεν κατοικούν στην κόλαση μα στους ανθρώπους.
Έτσι οι φίλοι του Αννή,
όταν τον πρόδωσαν,
έμειναν μόνοι χωρίς τον καλό τους το Θάνη.
Παρέα με τις αμαρτίες τους δεν άντεξαν, και πάνω στο χρόνο άρχισαν να προσεύχονται την ανάσταση του Θάνη τους. Όμως σε αυτούς ο Θεός δεν έκανε της προσευχή τους το χατίρι. Μείναν μόνοι να βουρλίζονται απέλπιδοί.


Αυτή είναι η ιστορία των προδοτών φίλων του Αννή. Μας δείχνει λένε πως κάποιοι έχουν ελπίδες, κάποιοι σκάρτες ελπίδες και κάποιοι καθόλου.

Αλήθεια εμείς δεν ξέρουμε ποιους να λυπηθούμε περισσότερο.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

67. Τα μπακιρένια πνευμόνια.

Οι αρχιμάστοροι και αρχιμάγιστροι αρνιούνται πεισματικά να ομολογήσουν πως έχουν προσπαθήσει να φτιάξουν τα αθέατα και αύλα αντικείμενα που συνοδεύουν την ζωή του ανθρώπου. Ωστόσο κάποιοι υποστηρίζουν πως όλες οι θαυμαστές τους τέχνες ξεκίνησαν από μία τέτοια προσπάθεια, ή πώς πηγάζουν από την μίμηση μίας τέχνης που τα δημιούργησε. Σίγουρο είναι πως τα αντικείμενα αυτά έχουν φτιαχτεί και υπάρχουν, αλλιώς δεν θα είχαμε την παρακάτω ιστορία.
           
Κάποτε ένας δημοσιογράφος συνόδευε μία αποστολή σε κάποιο χωριό της Αφρικής. Μετέφεραν φάρμακα και εμβόλια. Είχαν στην διάθεση τους δύο τσιπ και ένα μικρό φορτηγό για την μετακίνηση τους. Η διαδρομή ήταν εύκολη και καθόλου επικίνδυνη. Κάθε μερικές ώρες θα περνούσαν από οικισμούς, και τα μόνα εμπόδια που συναντούσαν ήταν κάποια φουσκωμένα σημεία μικρών παραποτάμων.
Συνοδεία τους υπήρχαν και μερικοί ιθαγενείς, να κουβαλήσουν και να βοηθήσουν στο δρόμο. Ανάμεσα τους ο δημοσιογράφος ξεχώρισε ένα ζευγάρι. Την προσοχή του δεν τράβηξαν τα νιάτα τους, η προσοχή που έδειχναν ο ένας στην άλλη, ή η μαύρη τους γύμνια που δεν καλυπτόταν από τα λιγοστά τους ρούχα, αλλά κάποια σφαιρικά μεταλλικά δοχεία που κρέμονταν ανάμεσα στα διάφορα χαϊμαλιά τους.
Φορούσαν ένα ο καθένας. Το μέγεθος τους ήταν λίγο μεγαλύτερο από μία ανοιχτή γροθιά. Σε όλη την επιφάνεια τους, από το κάτω μέρος τους μέχρι το στόμιο τους ο δημοσιογράφος μπορούσε να διακρίνει σκαλίσματα που έμοιαζαν να ακολουθούν μία κυκλική μπροσούρα αλλά από απόσταση δεν μπορούσε να είναι σίγουρος τι απεικόνιζαν. Σε κάθε περίπτωση τα δύο δοχεία δεν έμοιαζαν ίδια.
Γρήγορα ο δημοσιογράφος κατάλαβε πως τα δοχεία δεν χρησίμευαν για να νερό. Εκτός που το στόμιο τους δεν σφάλιζε, κάθε τόσο μία ο νεαρός και μία η κοπέλα πλησίαζε η μία τον άλλο, έπαιρνε τη μεταλλική σφαίρα του και φυσούσε μέσα. Από ένα σημείο και μετά ο δημοσιογράφος ορκιζόταν προς πριν γίνει αυτό εκείνος που μέσα στη σφαίρα του φυσούσε έδειχνε να περπατά σαν να η σφαίρα να έχει αρχίσει να τον βαραίνει.
Τόλμησε και ρώτησε έναν άλλο ιθαγενή που ήξερε να μιλά την γλώσσα και χρησίμευε σαν διερμηνέας. Ήταν μάλιστα από το ίδιο χωριό των δύο νέων. Ο διερμηνέας του απάντησε πως τα δύο δοχεία ήταν δύο μπακιρένια πνευμόνια. Ήταν υλοποιήσεις των πνευμόνων του Μπαχίρ που όλοι οι άνθρωποι έχουμε πάνω στο σώμα μας. Βρίσκονται αθέατα κάπου στην πλάτη, στους ώμους, ή στο στήθος και στη κοιλιά μας και γεμίζουν με την ικανοποίηση των σπουδαιότερων επιθυμιών μας. Αν μένουν άδεια τότε ο άνθρωπος νιώθει ασφυξία, ακριβώς όπως όταν δεν μπαίνει αέρας στα πνευμόνια. Στην περίπτωση των μπακιρένιων πνευμόνων αυτά βαραίνουν.
Ο δημοσιογράφος προσποιήθηκε, ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό, πώς δεν πίστεψε την ιστορία του διερμηνέα. Το λίγο όμως που την πίστεψε, μεγάλωνε μέσα του όσο έβλεπε το ζευγάρι των ιθαγενών να συνεχίζει πιστά την ανταλλαγή αναπνοών μέσα στα δοχεία που κουβαλούσαν. Μαζί μεγάλωνε και η ιδέα να αποκτήσει αυτά τα δύο σπάνια αντικείμενα.
Άντεξε μέχρι το μεσημέρι της επόμενης, όπου έκαναν μία σύντομη στάση και οι περισσότεροι έπεσαν για ύπνο. Πλησίασε πολύ προσεκτικά και τα πήρε. Από κοντά είδε κάποια από τα σκαλίσματα. Κρέμασε τα δύο μπακιρένια πνευμόνια σταυρωτά στο στήθος του και έφυγε γρήγορα. Το σχέδιο του ήταν απλό. Δεν βρίσκονταν μακριά από το τελευταίο χωριό. Ακόμα και με τα πόδια δεν θα του έπαιρνε πάνω από τρεις ώρες να φτάσει, από εκεί τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο εύκολα. Έφυγε κλέφτης.
Η διαδρομή ήταν εύκολη. Το μόνο εμπόδιο ήταν ένας μικρό κομμάτι νερού. Ούτε μέχρι τη μέση βαθύ. Δεν ήταν τίποτα. Ο δημοσιογράφος όμως φορούσε δύο μπακιρένια πνευμόνια, που είχαν αρχίσει να βαραίνουν. Ήθελε να σταθεί να απολαύσει τα κλοπιμαία του, αλλά βιαζόταν. Έτρεχε να ξεφύγει. Από το βάρος και την βιασύνη παραπάτησε μέσα στο νερό και έπεσε μέσα.
Δεν ήταν ούτε μέχρι τη μέση βαθύ αλλά δεν μπορούσε να σηκωθεί. Πνίγηκε.
Η αποστολή αναζήτησε με αγωνία τον δημοσιογράφο όταν διαπίστωσε πως έλειπε. Δεν τον βρήκαν. Ούτε βρήκαν τα δύο μπακιρένια πνευμόνια. Το νεαρό ζευγάρι δεν νοιάστηκε, ούτε λυπήθηκε. Δεν ενδιαφέρθηκαν καθόλου. Είχαν αυτό που επιθυμούσαν πιο πολύ. Και ακόμα είχαν τα στόματα τους να ανταλλάσσουν ανάσες μέσα σε αυτά, να αλαφραίνουν το βάρη των αισθημάτων τους.

Άλλωστε οι ρομαντικοί ονομάζουν τα μπακιρένια πνευμόνια, μπακιρένια στόματα.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

66. Μία γάτα και ένας ποντικός

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία γάτα. Η γενιά της κρατούσε από τα αρχαία χρόνια. Από γάτες που λατρεύονταν πλάι στα παράνερα του Νείλου.
Στο σπίτι που βρισκόταν, ένα λιαστό απόγευμα που θύμιζε συννεφιασμένο πρωινό, πίσω από τη γυάλινη βιτρίνα της πόρτας είδε έναν ποντικό απάνω στο τραπέζι της κουζίνας να παραπατάει το αλεύρι και να νοστιμεύεται τα αποζύμαρα. Τον κοίταξε καλά καλά – ήταν καλοθρεμμένος – και έβαλε εμπρός το κυνήγι της.
Χώρεσε το κεφάλι της από τη χαραμάδα της πόρτας και πέρασε στο χώρο της κουζίνας. Ο ποντικός που την είχε δει από πριν από πριν, ταράχτηκε. Κουνήθηκε δεξιά, έκανε δύο μικρά δικά του βήματα αριστερά, ψάχνοντας να βρει από ποια μεριά θα κατέβει από το τραπέζι, και να ξεφύγει τρέχοντας.
Όταν η γάτα πλησίασε, μια σπασμωδική κίνηση τον έκανε να ρίξει το σώμα του στα δεξιά και πάνω σε ένα σκουπόξυλο που ήταν ακουμπισμένο στο τραπέζι. Δεν το έκανε εσκεμμένα, θα το ορκιζόμουν αν είχε θεό να πιστεύει. Το ξύλο της σκούπας είχε πέσει ευθέως στο κεφάλι της γάτας, αφήνοντας την στον τόπο.
Χωρίς θεό πώς να νιώσει και τύψεις όμως ο ποντικός; Ωστόσο ευχαρίστησε την καλή του τύχη.
Ελευθερία! Μπορούσε να κάνει πια ότι ήθελε μακριά από το φόβο της γάτας, να προσέχει και να έχει το νου του συνέχεια μη χάσει τη ζωή του. Τέτοια ευτυχία, το δίχως άλλο, ήθελε συντροφιά. Ευθύς πήγε κι έριξε το κλουβί του καναρινιού για να το ελευθερώσει, κι ύστερα έσπευσε να κάνει ειρήνη με όλα τα ζωύφια του σπιτιού. Τι όρεξη τα είχε πια, με τραπέζι και ντουλάπια γεμάτα και ακίνδυνα στο πλησίασμα. Το καναρίνι φτερούγησε ως το παράθυρο και φώναξε τα σπουργίτια, που μια και δυο αποδέχτηκαν την πρόσκληση να μπουν μέσα.
Γλέντι μεγάλο ξεκίνησε. Ένα οργιώδες φαγοπότι. Στην κουζίνα επικρατούσε ένας μικρός χαμός. Ντουλάπια ορθάνοιχτα, πεσμένα φαγητά κάτω, φασαρία και κακό! Μέσα σε αυτό το χάος εμφανίστηκε κάπως – άγνωστο πώς - και ένας κούνελος, που στα αλήθεια δεν πρέπει να λείπει από μία τέτοια παράξενη ιστορία.
Η κατάσταση αίφνης αναστάτωσε τον ποντικό. Αλίμονο, αυτή η φρένη θα γινόταν σίγουρα αντιληπτή από τους ανθρώπους. Όλα ήταν άνω κάτω. Πώς είχε ξεχάσει τους ανθρώπους; Ξάφνου απελπίστηκε.
Με έναν πήδο κατέβηκε από το μεγάλο κεφάλι του τυριού που είχε σπρώξει έξω από το ντουλάπι του και πλησίασε το άψυχο πτώμα της γάτας.
«Αχ και να ζούσε.» ευχήθηκε από μέσα του ο ποντικός.
Το άγρυπνο βλέμμα της, ο κίνδυνος της παρουσίας της, η υπόσχεση στην απουσία της πως θα εμφανιστεί, τους έκανε όλους – και πιο πολύ εκείνον – τόσο προσεκτικούς που έκρυβαν χωρίς να θέλουν τις πράξεις τους από τους ανθρώπους. Τώρα, ποια θα ήταν η τύχη του; Φάκες και φαρμάκι.
«Αχ και να μη σκότωνα τη γάτα. Δεν θα γίνονταν όλα αυτά» ευχήθηκε με φωνή αυτή τη φορά.
Στη δεύτερη ευχή. Την πιο απελπισμένη. Παραδομένος απόλυτα όπως ήταν στην άσχημη του θέση, η γάτα άρπαξε με τα νύχια της τον ποντικό πιάνοντας τον στον ύπνο. Και σκότωσε αυτόν.
Δεν είναι που έπιασε η ευχή του ποντικού. Ούτε πως η γάτα προσποιούταν την νεκρή και τον ξεγέλασε. Η γάτα από αρχαία γενιά, ήξερε και έστειλε όνειρο στον ποντικό όλη αυτή την ιστορία.
Αυτό ήταν το κυνήγι της. Έτσι τον έπιασε.
Σαν όνειρο ήρθε και στον αφηγητή, που λίγο αφότου ξύπνησε βάλθηκε να την γράψει και να την παραδώσει σε τούτη αυτή τη συλλογή.