Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

74. Ο τρομερός κόκορας του Ιρ Λαμπάν.

Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε του θεούς. Στην αρχή οι θεοί δημιούργησαν πλάσματα με τρομερό μέγεθος, όψη και δύναμη. Όταν κατέληξαν στον σημερινό κόσμο, τον κόσμο τον ανθρώπινο και των φυσικών νόμων, διαπίστωσαν πως τα υπερφυσικά πρώτα πλάσματα δεν του ταίριαζαν, και θέλησαν να τα αφαιρέσουν.
Μη μπορώντας αλλιώς, αρχικά τα έκρυψαν από τα μάτια των ανθρώπων, και ύστερα μηχάνευσαν οι άνθρωποι να τα ξεχάσουν. Σε μία από τις κυρτές κολώνες που θεμελιώνουν την κτίση άλλωστε έχουν γράψει σε γλώσσα που μόνο ο Θεός μπορεί να διαβάσει και οι θεοί μπορούν μόνο να γράψουν «Υπάρχουν μόνο όσα τα σκέφτονται, και δρουν μονάχα για όσους τα πιστεύουν.». Σε μία άλλη γράφει «Η λήθη νικάει το χρόνο.». Και σε μία τρίτη «Η μνήμη έχει πολλούς τρόπους να ξεφεύγει από την λήθη».
Ένα από αυτά τα πλάσματα είναι και ο τρομερός κόκορας του Ιρ Λαμπάν. Με δύο φορές το ύψος ενός ψηλού ανθρώπου, κιτρινοκόκκινα φτερά, κατακόκκινο λειρί, κοφτερά νύχια και σουβλερό ρύγχος. Αυτός και οι υπερφυσικές δυνάμεις του σώζονται ως σήμερα μέσα από την αγγλική φράση «first thing in the morning». Το απειλητικό ρύγχος του, τα πλουμιστά φτερά του, και το επιτακτικό κακάρισμα του υπάρχουν ακόμα, και δεσμεύουν όσους αφελώς χρησιμοποιούν τη φράση αυτή σαν πραγματική υπόσχεση.
Αυτά τουλάχιστον υποστηρίζει ο αφηγητής της παρακάτω ιστορίας, που κάποιο βράδυ πριν κοιμηθεί υποσχέθηκε να στείλει απάντηση σε έναν συσπουδαστή του το επόμενο πρωί. Η ιστορία του έχει ως εξής:

Με την αυγή ο ύπνος του χάλασε. Τα όνειρα του ζωήρεψαν και σταμάτησαν να είναι άλλο όνειρα. Ήταν ματιές πέρα από τον κόσμο. Μέσα στον ύπνο του είδε τον τρομερό κόκορα του Ιρ Λαμπάν, πρώτα να τον κράζει να ξυπνήσει και ύστερα να τον τσιμπά με αγριότητα. Η φωνή του ήταν βραχνή και οι τσιμπιές του μάτωναν τη σάρκα του πριν την ακουμπήσουν, έτσι που τσιμπούσαν πληγές και όχι σάρκες.
Ο αφηγητής καταϊδρωμένος ξύπνησε από αυτό το θέαμα, που στην αρχή νόμισε για εφιάλτη. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί και να έρθει στα συγκαλά του. Άνοιξε τη βρύση, έβαλε τα χέρια του κάτω από το κρύο νερό και το χούφτιασε για να βρέξει το πρόσωπο του. Μια και δυο, και αφού νόμισε πως ξύπνησε για τα καλά, διαπίστωσε έντρομος πως ακόμα άκουγε το λάλημα του κόκορα να τον κράζει, και πως ανάμεσα στη θέα του κόσμου και το σκοτάδι της συνείδησης του έβλεπε την φρικαλέα εικόνα των φτερών και του ρύγχους του να κινούνται εναντίον.
Η αίσθηση των επιθέσεων γίνονταν εντονότερη κάθε φορά που πήγαινε να κάνει κάτι άλλο από αυτό που είχε υποσχεθεί να κάνει πρώτο το πρωί. Δεν μπορούσε να πάει μέχρι το ψυγείο να πάρει να βράσει ένα αυγό για να φάει το πρωινό του. Δεν μπορούσε να ανοίξει τα παράθυρα να δει το φως του ήλιου που ανέτειλε. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα χωρίς να νιώθει να τον βασανίζει ο κόκορας του Ιρ Λαμπάν και να του υπενθυμίζει με τρόπο παράξενο την υπόσχεση που είχε δώσει το προηγούμενο βράδυ. Σύντομα δεν μπορούσε να αντέξει ούτε να κάνει μία απλή κίνηση που να μην εξυπηρετούσε την εκπλήρωση της υπόσχεσης του.
Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Από την πρώτη στιγμή, από όταν πρωτάκουσε και πρωτοείδε τον κόκορα του Ιρ Λαμπάν, με έναν ανεξήγητο τρόπο ήξερε πως όλα είχαν να κάνουν με την υπόσχεση στον συσπουδαστή του. Η λύση φυσικά ήταν απλή, και αν δεν του φαινόταν απίστευτο αυτό που ζούσε θα συμμορφωνόταν με αυτή εξ αρχής. Για να μπορέσει να ξεκινήσει την μέρα του, άνοιξε τον υπολογιστή του και έστειλε την απάντηση στον συσπουδαστή του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου