Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία γάτα. Η γενιά της
κρατούσε από τα αρχαία χρόνια. Από γάτες που λατρεύονταν πλάι στα παράνερα του
Νείλου.
Στο σπίτι
που βρισκόταν, ένα λιαστό απόγευμα που θύμιζε συννεφιασμένο πρωινό, πίσω από τη
γυάλινη βιτρίνα της πόρτας είδε έναν ποντικό απάνω στο τραπέζι της κουζίνας να
παραπατάει το αλεύρι και να νοστιμεύεται τα αποζύμαρα. Τον κοίταξε καλά καλά –
ήταν καλοθρεμμένος – και έβαλε εμπρός το κυνήγι της.
Χώρεσε το κεφάλι της από τη χαραμάδα της πόρτας και
πέρασε στο χώρο της κουζίνας. Ο ποντικός που την είχε δει από πριν από πριν,
ταράχτηκε. Κουνήθηκε δεξιά, έκανε δύο μικρά δικά του βήματα αριστερά, ψάχνοντας
να βρει από ποια μεριά θα κατέβει από το τραπέζι, και να ξεφύγει τρέχοντας.
Όταν η γάτα πλησίασε, μια σπασμωδική κίνηση τον έκανε
να ρίξει το σώμα του στα δεξιά και πάνω σε ένα σκουπόξυλο που ήταν ακουμπισμένο
στο τραπέζι. Δεν το έκανε εσκεμμένα, θα το ορκιζόμουν αν είχε θεό να πιστεύει. Το
ξύλο της σκούπας είχε πέσει ευθέως στο κεφάλι της γάτας, αφήνοντας την στον
τόπο.
Χωρίς θεό πώς να νιώσει και τύψεις όμως ο ποντικός; Ωστόσο
ευχαρίστησε την καλή του τύχη.
Ελευθερία! Μπορούσε να κάνει πια ότι ήθελε μακριά από
το φόβο της γάτας, να προσέχει και να έχει το νου του συνέχεια μη χάσει τη ζωή
του. Τέτοια ευτυχία, το δίχως άλλο, ήθελε συντροφιά. Ευθύς πήγε κι έριξε το
κλουβί του καναρινιού για να το ελευθερώσει, κι ύστερα έσπευσε να κάνει ειρήνη
με όλα τα ζωύφια του σπιτιού. Τι όρεξη τα είχε πια, με τραπέζι και ντουλάπια
γεμάτα και ακίνδυνα στο πλησίασμα. Το καναρίνι φτερούγησε ως το παράθυρο και
φώναξε τα σπουργίτια, που μια και δυο αποδέχτηκαν την πρόσκληση να μπουν μέσα.
Γλέντι μεγάλο ξεκίνησε. Ένα οργιώδες φαγοπότι. Στην κουζίνα
επικρατούσε ένας μικρός χαμός. Ντουλάπια ορθάνοιχτα, πεσμένα φαγητά κάτω,
φασαρία και κακό! Μέσα σε αυτό το χάος εμφανίστηκε κάπως – άγνωστο πώς - και ένας
κούνελος, που στα αλήθεια δεν πρέπει να λείπει από μία τέτοια παράξενη ιστορία.
Η κατάσταση αίφνης αναστάτωσε τον ποντικό. Αλίμονο,
αυτή η φρένη θα γινόταν σίγουρα αντιληπτή από τους ανθρώπους. Όλα ήταν άνω κάτω.
Πώς είχε ξεχάσει τους ανθρώπους; Ξάφνου απελπίστηκε.
Με έναν πήδο κατέβηκε από το μεγάλο κεφάλι του τυριού
που είχε σπρώξει έξω από το ντουλάπι του και πλησίασε το άψυχο πτώμα της γάτας.
«Αχ και να ζούσε.» ευχήθηκε από μέσα του ο ποντικός.
Το άγρυπνο βλέμμα της, ο κίνδυνος της παρουσίας της, η
υπόσχεση στην απουσία της πως θα εμφανιστεί, τους έκανε όλους – και πιο πολύ
εκείνον – τόσο προσεκτικούς που έκρυβαν χωρίς να θέλουν τις πράξεις τους από τους
ανθρώπους. Τώρα, ποια θα ήταν η τύχη του; Φάκες και φαρμάκι.
«Αχ και να μη σκότωνα τη γάτα. Δεν θα γίνονταν όλα
αυτά» ευχήθηκε με φωνή αυτή τη φορά.
Στη δεύτερη ευχή. Την πιο απελπισμένη. Παραδομένος απόλυτα
όπως ήταν στην άσχημη του θέση, η γάτα άρπαξε με τα νύχια της τον ποντικό
πιάνοντας τον στον ύπνο. Και σκότωσε αυτόν.
Δεν είναι που έπιασε η ευχή του ποντικού. Ούτε πως η
γάτα προσποιούταν την νεκρή και τον ξεγέλασε. Η γάτα από αρχαία γενιά, ήξερε
και έστειλε όνειρο στον ποντικό όλη αυτή την ιστορία.
Αυτό ήταν το κυνήγι της. Έτσι
τον έπιασε.
Σαν όνειρο ήρθε και στον αφηγητή, που λίγο αφότου
ξύπνησε βάλθηκε να την γράψει και να την παραδώσει σε τούτη αυτή τη συλλογή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου