Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

67. Τα μπακιρένια πνευμόνια.

Οι αρχιμάστοροι και αρχιμάγιστροι αρνιούνται πεισματικά να ομολογήσουν πως έχουν προσπαθήσει να φτιάξουν τα αθέατα και αύλα αντικείμενα που συνοδεύουν την ζωή του ανθρώπου. Ωστόσο κάποιοι υποστηρίζουν πως όλες οι θαυμαστές τους τέχνες ξεκίνησαν από μία τέτοια προσπάθεια, ή πώς πηγάζουν από την μίμηση μίας τέχνης που τα δημιούργησε. Σίγουρο είναι πως τα αντικείμενα αυτά έχουν φτιαχτεί και υπάρχουν, αλλιώς δεν θα είχαμε την παρακάτω ιστορία.
           
Κάποτε ένας δημοσιογράφος συνόδευε μία αποστολή σε κάποιο χωριό της Αφρικής. Μετέφεραν φάρμακα και εμβόλια. Είχαν στην διάθεση τους δύο τσιπ και ένα μικρό φορτηγό για την μετακίνηση τους. Η διαδρομή ήταν εύκολη και καθόλου επικίνδυνη. Κάθε μερικές ώρες θα περνούσαν από οικισμούς, και τα μόνα εμπόδια που συναντούσαν ήταν κάποια φουσκωμένα σημεία μικρών παραποτάμων.
Συνοδεία τους υπήρχαν και μερικοί ιθαγενείς, να κουβαλήσουν και να βοηθήσουν στο δρόμο. Ανάμεσα τους ο δημοσιογράφος ξεχώρισε ένα ζευγάρι. Την προσοχή του δεν τράβηξαν τα νιάτα τους, η προσοχή που έδειχναν ο ένας στην άλλη, ή η μαύρη τους γύμνια που δεν καλυπτόταν από τα λιγοστά τους ρούχα, αλλά κάποια σφαιρικά μεταλλικά δοχεία που κρέμονταν ανάμεσα στα διάφορα χαϊμαλιά τους.
Φορούσαν ένα ο καθένας. Το μέγεθος τους ήταν λίγο μεγαλύτερο από μία ανοιχτή γροθιά. Σε όλη την επιφάνεια τους, από το κάτω μέρος τους μέχρι το στόμιο τους ο δημοσιογράφος μπορούσε να διακρίνει σκαλίσματα που έμοιαζαν να ακολουθούν μία κυκλική μπροσούρα αλλά από απόσταση δεν μπορούσε να είναι σίγουρος τι απεικόνιζαν. Σε κάθε περίπτωση τα δύο δοχεία δεν έμοιαζαν ίδια.
Γρήγορα ο δημοσιογράφος κατάλαβε πως τα δοχεία δεν χρησίμευαν για να νερό. Εκτός που το στόμιο τους δεν σφάλιζε, κάθε τόσο μία ο νεαρός και μία η κοπέλα πλησίαζε η μία τον άλλο, έπαιρνε τη μεταλλική σφαίρα του και φυσούσε μέσα. Από ένα σημείο και μετά ο δημοσιογράφος ορκιζόταν προς πριν γίνει αυτό εκείνος που μέσα στη σφαίρα του φυσούσε έδειχνε να περπατά σαν να η σφαίρα να έχει αρχίσει να τον βαραίνει.
Τόλμησε και ρώτησε έναν άλλο ιθαγενή που ήξερε να μιλά την γλώσσα και χρησίμευε σαν διερμηνέας. Ήταν μάλιστα από το ίδιο χωριό των δύο νέων. Ο διερμηνέας του απάντησε πως τα δύο δοχεία ήταν δύο μπακιρένια πνευμόνια. Ήταν υλοποιήσεις των πνευμόνων του Μπαχίρ που όλοι οι άνθρωποι έχουμε πάνω στο σώμα μας. Βρίσκονται αθέατα κάπου στην πλάτη, στους ώμους, ή στο στήθος και στη κοιλιά μας και γεμίζουν με την ικανοποίηση των σπουδαιότερων επιθυμιών μας. Αν μένουν άδεια τότε ο άνθρωπος νιώθει ασφυξία, ακριβώς όπως όταν δεν μπαίνει αέρας στα πνευμόνια. Στην περίπτωση των μπακιρένιων πνευμόνων αυτά βαραίνουν.
Ο δημοσιογράφος προσποιήθηκε, ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό, πώς δεν πίστεψε την ιστορία του διερμηνέα. Το λίγο όμως που την πίστεψε, μεγάλωνε μέσα του όσο έβλεπε το ζευγάρι των ιθαγενών να συνεχίζει πιστά την ανταλλαγή αναπνοών μέσα στα δοχεία που κουβαλούσαν. Μαζί μεγάλωνε και η ιδέα να αποκτήσει αυτά τα δύο σπάνια αντικείμενα.
Άντεξε μέχρι το μεσημέρι της επόμενης, όπου έκαναν μία σύντομη στάση και οι περισσότεροι έπεσαν για ύπνο. Πλησίασε πολύ προσεκτικά και τα πήρε. Από κοντά είδε κάποια από τα σκαλίσματα. Κρέμασε τα δύο μπακιρένια πνευμόνια σταυρωτά στο στήθος του και έφυγε γρήγορα. Το σχέδιο του ήταν απλό. Δεν βρίσκονταν μακριά από το τελευταίο χωριό. Ακόμα και με τα πόδια δεν θα του έπαιρνε πάνω από τρεις ώρες να φτάσει, από εκεί τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο εύκολα. Έφυγε κλέφτης.
Η διαδρομή ήταν εύκολη. Το μόνο εμπόδιο ήταν ένας μικρό κομμάτι νερού. Ούτε μέχρι τη μέση βαθύ. Δεν ήταν τίποτα. Ο δημοσιογράφος όμως φορούσε δύο μπακιρένια πνευμόνια, που είχαν αρχίσει να βαραίνουν. Ήθελε να σταθεί να απολαύσει τα κλοπιμαία του, αλλά βιαζόταν. Έτρεχε να ξεφύγει. Από το βάρος και την βιασύνη παραπάτησε μέσα στο νερό και έπεσε μέσα.
Δεν ήταν ούτε μέχρι τη μέση βαθύ αλλά δεν μπορούσε να σηκωθεί. Πνίγηκε.
Η αποστολή αναζήτησε με αγωνία τον δημοσιογράφο όταν διαπίστωσε πως έλειπε. Δεν τον βρήκαν. Ούτε βρήκαν τα δύο μπακιρένια πνευμόνια. Το νεαρό ζευγάρι δεν νοιάστηκε, ούτε λυπήθηκε. Δεν ενδιαφέρθηκαν καθόλου. Είχαν αυτό που επιθυμούσαν πιο πολύ. Και ακόμα είχαν τα στόματα τους να ανταλλάσσουν ανάσες μέσα σε αυτά, να αλαφραίνουν το βάρη των αισθημάτων τους.

Άλλωστε οι ρομαντικοί ονομάζουν τα μπακιρένια πνευμόνια, μπακιρένια στόματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου