Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

70. Ένας Αθάνατος

Όταν οι άνθρωποι νιώσουν πως ο χρόνος τους τελεύει, και πλησιάζει το τέλος της ζωής τους, μεγεθύνεται η επιθυμία τους να ήταν αθάνατοι.
Η αλήθεια αυτή συναντάται δύο φορές στον Κατάλογο των Αληθειών. Μία στην κατηγορία των Μεγάλων Αληθειών και άλλη μία στην κατηγορία των Θανατικών.
Η επιθυμία της αθανασίας είναι λιγότερη έντονη για όσους η ζωή τους είναι γεμάτη με βάσανα - γιατί αυτοί επιζητούν το Θάνατο Λυτρωτή – ή όταν έχουν ζήσει καλά και νιώθουν πλήρεις. Για όσους η ζωή υπήρξε ανιαρή, άδεια, και την έζησαν σαν μία διαρκή αναμονή κάποιου νοήματος ή αυτού που λένε ευτυχία, η επιθυμία της αθανασίας αποκτά τεράστιες διαστάσεις.
Μία τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του πρωταγωνιστή της ιστορίας αυτής. Ο αφηγητής της οποίας, για προφύλαξη του, ορκίζεται στη ζωή του πως δεν ξέρει τίποτα παραπάνω από όσα εδώ γράφονται για τον μυστηριώδη πρωταγωνιστή του.
Πρόκειται για έναν άντρα που ζούσε στην Αγγλία πριν πολλά χρόνια. Ήταν νέος και έτσι δεν μπορούσε να νιώσει πως ο θάνατος του ήταν κοντά, αλλά και αρκετά μεγάλος για να αισθανθεί την τελεσίδικη εγκατάλειψη της νιότης. Μια μέρα φοβήθηκε πως δεν είχε ζήσει τίποτα, και ούτε θα προλάβαινε να ζήσει. Έτσι επιθύμησε με τρόπο τρομερό την αθανασία.
Οι πολύ μεγάλες επιθυμίες είναι ικανές να πραγματοποιήσουν ευχές. Για αυτό και οι λέξεις επιθυμία και ευχή συνωνομούν.
«Μακάρι να μην πέθαινα ποτέ» γλώσσιαζε κάθε τόσο ο νους του άντρα και μέσα στο στόμα του η γλώσσα του σφίγγονταν στέρεη πιέζοντας τον ουρανίσκο πίσω από τα μπροστινά του δόντια.
Μια μέρα, στους περιπάτους του και ενώ o κόσμος τον χαιρετούσε ευγενικά, ο δύσμοιρος άντρας ανταπέδιδε με ένα ευγενικό νεύμα αγγίζοντας το γείσο του καπέλου του. Το στόμα του έμενε κλειστό. Ένα ελαφρύ μειδίαμα, υποκριτής χαράς, χάρισμα στην ευγένεια, έσπαζε τις στενές γραμμές των χειλιών του. Τα δόντια του έμεναν σφιχτά, και η γλώσσα του πίεζε ασταμάτητα τον ουρανίσκο του. «Μακάρι να μην πέθαινα ποτέ» όμως δεν έλεγε ο νους του. Με βρισιές ανταπέδιδε στο μυαλό του τις καλημέρες και τις καλησπέρες των άλλων.
Μία στιγμή, είδε τον πιο αγαθό και αγαπητό άντρα στην πόλη να στέκεται μπροστά σε έναν πάγκο ενός ιχθυοπώλη. Τον άκουσε να λέει πώς ήθελε να αγοράσει ψάρια για να τα παστώσει. Τα λόγια του αντήχησαν την γαλήνη και την ηρεμία αυτού που λένε ευτυχία. Εκείνη τη στιγμή, όπως στεκόταν και τον κοίταζε από την απέναντι πλευρά του δρόμου, ζήλεψε και μίσησε εκείνον τον ευτυχισμένο άνθρωπο περισσότερο από όλους τους άλλους. Και με τον ίδιο τον διάβολο θα έβαζε ακόμα στοίχημα πώς το χαμόγελο εκείνου του άντρα δεν θα έσβηνε από το πρόσωπο του ακόμα και όταν το πρόσωπο του θα σάπιζε μέσα στο φέρετρο. Θα στοιχημάτιζε ακόμα και τη ζωή του στο Θεό, πως ο άντρας αυτός δεν θα έκανε κακό ποτέ σε κανέναν.
«Δεν θα πεθάνω ποτέ, αν δεν με σκοτώσεις εσύ.» γλώσσιασε ο νους του και η γλώσσα του ήταν τόσο σφιγμένη μέσα στο στόμα του που τα δόντια του θα σπάγαβε το ένα πάνω στο άλλο.
Η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε. Έγινε αθάνατος, μέχρι εκείνος ο άντρας – που το όνομα του ήταν Ιώκ - να τον σκοτώσει.
Ο Ιώκ πια είναι ένα φάντασμα. Ένα δολοφονικό πνεύμα καταδικασμένο να υπάρχει στον κόσμο μας μέχρι να εκπληρώσει την ευχή του υπεύθυνου της κατάρας του. Ως τότε - Αλίμονο! - το βασανισμένο πνεύμα το περιπαίζουν κάποιοι παράτολμοι μεθύστακες για να διασκεδάσουν. Κι ελεεί ο τρελός Ιώκ τους δειλούς αυτόχειρες που τον καλούν ζητώντας την βοήθεια του, αυτός δεν βρίσκει κανένα έλεος.
Εμείς ας ευχηθούμε να μην βρει ποτέ το έλεος κανενός, παρά να βρει τον άντρα αυτής της ιστορίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου