Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

71. Ο δαίμονας και ο σταυροφόρος.

Κάποτε ένας σταυροφόρος ζητούσε από το Θεό να του στείλει έναν άγγελο. Κάθε βράδυ προσευχόταν για αυτό. Ώσπου ο Θεός κουράστηκε, καθώς όπως η επανάληψη κουράζει την πίστη. Έτσι ο ακούραστος διάβολος βρήκε ευκαιρία και έστειλε μπροστά στον σταυροφόρο έναν δαίμονα.
Η επιθυμία του σταυροφόρου να δεχτεί έναν άγγελο ήταν τέτοια όμως, που δεν αναγνώρισε το δαίμονα. Με τη φαντασία του έπλασε ένα φάντασμα, και με αυτό έντυσε την φρικαλέα όψη αυτού που στεκόταν εμπρός του, ώστε να μην μπορεί να καταλάβει ότι δεν ήταν άγγελος Θεού, αλλά ένας δαίμονας. Το ρούχο της φαντασίας του σταυροφόρου άλλωστε έκανε το δαίμονα ομορφότερο από κάθε άλλον άγγελο, κι έτσι ο σταυροφόρος όχι μόνο δεν έφριξε στη θέα του δαιμονίου αλλά το κράτησε κοντά του.
Όσο και αν αρεζόταν ο δαίμονας με την αγγελική όψη που του είχε χαρίσει η φαντασματική φορεσιά που του έδωσε ο σταυροφόρος, δεν μπορούσε και να ξεχάσει τι ήταν, και δεν έπαψε να συμπεριφέρεται σαν ένας πραγματικός δαίμονας. Βασάνιζε τον σταυροφόρο, κάνοντας τον όλο και πιο δυστυχισμένο και ξένο με το καλό και τον καλό εαυτό του.
Ο άνθρωπος όμως, όπως τον δημιούργησε ο Θεός, αποστρέφεται από τη φύση του πιότερο από όλα - και από το ίδιο το κακό ακόμα – τη δυστυχία. Κατά τον ίδιο τρόπο η κρίση του δεν μένει για καιρό θαμμένη κάτω από την επιθυμία όταν αυτή δεν έχει τη βοήθεια της ευτυχίας ξεγελά και να θάβει το ορθό. Ο σταυροφόρος αντιλήφθηκε πώς κοντά του δεν είχε κρατήσει έναν άγγελο αλλά ένα δαιμόνιο, και πάνω του διέκρινε το φάντασμα με το οποίο είχε ντύσει ο ίδιος τον δαίμονα. Άρπαξε τότε το σπαθί του και πήρε να πολεμήσει το δαιμονικό τύραννο του.
Στα χέρια του το σπαθί βάραινε να σηκωθεί ενάντια σε ένα πλάσμα με όψη αγγελική, κι έτσι ο σταυροφόρος άπλωνε συνεχώς το χέρι του για να γδύσει το δαίμονα τραβώντας το φάντασμα από πάνω του. Χτύπαγε όπου η βλογιοκομμένη σάρκα φαινόταν, και μαύρο αίμα έβαφε το σπαθί του. Με κάθε χτύπημα άκουγε τον δαίμονα να γελά αντί να σφαδάζει. Μα παρά τα γέλια του με αγωνία τραβούσε να ξαναφορέσει την αγγελική περιβολή του.
Ο σταυροφόρος δεν άργησε να καταλάβει πώς δεν μπορούσε να νικήσει το δαίμονα. Μα και ο ίδιος δεν θα έχανε. Για μια τελευταία φορά άρπαξε και πάλι το φάντασμα από το δαίμονα και το τράβηξε από πάνω του. Ο δαίμονας τραβούσε με δύναμη από την άλλη. Το σπαθί του σταυροφόρου τότε έπεσε πάνω στο φάντασμα και το ξέσκισε. Ο δαίμονας έμεινε γυμνός και ολότελα άσχημος. Αποτροπιασμένος ο σταυροφόρος τον κοίταξε. Για μία πολύ μικρή στιγμή ευχήθηκε να ο δαίμονας να είχε ακόμα την όψη που του έδινε το φάντασμα. Ύστερα τον έδιωξε από κοντά του.

Η ιστορία αυτή μας δείχνει την συνήθεια των ανθρώπων να ξεγελούν τους εαυτούς τους δίνοντας στους δαίμονες τους όψη αγγελική, και η λύση της συμβαδίζει με τη θεολογική άποψη πως τα ανθρώπινα δημιουργήματα πεθαίνουν ευκολότερα - αν δεν είναι τα μόνα ικανά να πεθάνουν - από τα δημιουργήματα του Θεού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου