Είναι, λένε, και ταξιδεύουν πάνω στα σύννεφα της
νύχτας και κάτω από τα άστρα του ουράνιου θόλου οι γονδολιέρηδες των ονείρων.
Κάθε φορά που κοιμόμαστε, η ψυχή μας αφήνει το σώμα
και την καρδιά μας και ανεβαίνει ψηλά στον νυχτερινό ουρανό. Εκεί οι
γονδολιέρηδες των ονείρων απλώνουν το χέρι τους σε μία ψυχή και την βάζουν στη
μακρόστενη βάρκα τους για να την ταξιδέψουν. Όπως οι γονδολιέρηδες στη Βενετία
έχουν υπέροχη φωνή και τραγουδάνε. Τα τραγούδια τους είναι τα όνειρα που
βλέπουμε όσο κοιμόμαστε και εκείνη βολτάρουν την ψυχή μας πάνω από τον κόσμο. Όσο
πιο γλυκιά είναι η φωνή τους τόσο πιο όμορφο είναι και το όνειρο που βλέπουμε.
Σαν ξημερώσει και το μαύρο του ουρανού γλυκάνει στο
γαλάζιο χρώμα της χαραυγής, οι ψυχές επιστρέφουν και οι γονδολιέρηδες φεύγουν. Ακολουθούν
πάντα την νύχτα.
Ένα βράδυ, όχι πολύ παλιά, ένας γονδολιέρης τράβηξε
στη βάρκα του την ψυχή μίας γυναίκας. Ήταν τόσο καλή που ο γονδολιέρης την
ερωτεύτηκε. Εκείνη τη νύχτα είπε τα πιο όμορφα τραγούδια που ήξερε για να την
εντυπωσιάσει και να την ευφράνει. Τραγούδησε με την πιο ωραία φωνή. Ακόμα και
όσων οι ψυχές βολτάραν σε διπλανές γόνδολες είδαν όνειρα από τα δικά του
τραγούδια, αφού και όλοι οι άλλοι γονδολιέρηδες σταμάτησαν να τραγουδούν για να
τον ακούσουν. Μονάχα το φεγγάρι δεν απόρησε με το πόσο όμορφα τραγουδούσε. Ήταν
το μόνο που μπορούσε να φανταστεί πόσο όμορφα μπορούσε να τραγουδήσει κάποιος
από έρωτα, όταν τα τραγούδια του είναι όνειρα.
Λίγο πριν την αυγή ο γονδολιέρης κουρασμένος, σιώπησε
και πλησίασε την καλή ψυχή που είχε πάρει στη βάρκα του. Έσκυψε να την φιλήσει
μα δίστασε. Οι υπόλοιποι γονδολιέρηδες που είδαν την αυγή να έρχεται ξεκίνησαν
να την ακολουθήσουν. Οι ψυχές που είχαν πάρει στη βάρκα τους μία σιγά μία γρήγορα
επέστρεφαν στη γη. Το φεγγάρι άρχισε να χάνεται και αυτό. Ψιθύρισε λένε με
παράπονο: «Πάντα η ίδια ιστορία». Η ψυχή που ερωτεύτηκε ο γονδολιέρης κατέβηκε
και αυτή από τη βάρκα του. Μόνο ο γονδολιέρης δεν πήγε πουθενά. Δεν ακολούθησε
την νύχτα. Έμεινε να περιμένει το επόμενο βράδυ να τραβήξει πάλι στην βάρκα του
την ψυχή που ερωτεύτηκε και να της τραγουδήσει.
Λυπούμαστε που η ιστορία ίσως φανεί πως δεν έχει καλό τέλος,
αλλά το επόμενο βράδυ η ψυχή εκείνης της γυναίκας δεν επέστρεψε στον ουρανό για
να βολτάρει με τις γόνδολες των ονείρων. Τα όνειρα που είχε δει η γυναίκα ήταν
τόσο όμορφα που η ψυχή της γυρνώντας βρήκε το δρόμο για τον παράδεισο και όχι
για το σώμα της. Η γυναίκα δεν ξύπνησε ποτέ.
Ο γονδολιέρης συνεχίζει τώρα πια το ταξίδι του στη
νύχτα θλιμμένος. Συνεχίζει να παίρνει ψυχές στη βάρκα του και να τις βολτάρει. Τα
τραγούδια του είναι λυπημένα. Αν ποτέ κάποιος από τους αναγνώστες δει ένα
όνειρο που θα τον κάνει να κλάψει μέσα στον ύπνο του, ένα όνειρο που θα κρύβει
την ομορφιά και τον πόνο ενός έρωτα, ας ξέρει πως η ψυχή του πήγε βαρκάδα με
τον γονδολιέρη της ιστορίας αυτής, και ας είναι τυχερός από εδώ και πέρα στον
έρωτα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου