Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

51. Ιβάνς Πουγκατσιόφ

     Ο Ιβάνς Πουγκατσιόφ νόθος γιος του αταμανού Εμελιάν Ιβάνοβιτς Πουγκατσιόφ και μπάσταρδος  μιας κόρης αλευρά, μεγάλωσε δίχως την πατρική στοργή ή το μητρικό χάδι.
      Στα δεκαπέντε του χρόνια παρουσιάστηκε στον πατέρα του, προσφερόμενος να πολεμήσει για εκείνον στην εξέγερση εναντίον της Τσαρίνας Αικατερίνης της Μεγάλης της Ρωσίας και θαρραλέα προσέφερε στην μάχη μια ζωή που δεν την ήθελε και δεν τον ένοιαζε να χάσει. Σαν μετά από μάχες πολλές, ο χάρος δεν τον διάλεξε να τον πάρει, ή ίσως δεν τον είδε, ή πάλι τον άφησε στην κακή του μοίρα που δεν είχε τελειώσει ακόμα μαζί του, ο πατέρας του θεώρησε πως άξιζε το επίθετο του και του το έδωσε, αναγνωρίζοντας τον σαν γιο του πια.
     Με τη φήμη του γενναίου να θαμπώνει τα μάτια των άλλων, και το όνομα του πατέρα του ο Ιβάνς έβρισκε πια περίοπτες θέσεις σε τραπέζια καπηλειών. Γλεντούσε τρώγοντας γλυκά φρούτα και καυτερό μπορς, και με γυναίκες που ήταν και τα δύο χωρίς να νοιάζεται για τα άλλα και για τα αργότερα. Μα πιο πολύ ήταν το όπιο αυτό που τον  ξεγελούσε, και χαιρόταν και ξεχνιόταν.
     Οι δάφνες των ηρώων ποτέ δεν κρατάνε πολύ, και αυτές σαν τους ίδιους ξεφτίζουν γρήγορα αν δεν τους χαρίσει ο θάνατος την αιωνιότητα των ηρωικών στιγμών τους, και έτσι και για τον Ιβάνς δεν άργησε ο καιρός που από τα γεμάτα τραπέζια κατέληξε στα αδειανά μπουκάλια, να ζητιανεύει να βρέξει το στόμα του με βότκα ή κρασί. Επέστρεψε εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε, στους δρόμους και στην κακή του την μοίρα που τον είχε βάλει στο μάτι από τις φασκιές του.
     Μαζί, λένε, η μοίρα του χάρισε και την αθανασία, και ίσως ήταν το μόνο στοργικό πράγμα που του έδωκε.
     Αν λοιπόν κάποια μέρα, και ειδικά τις μέρες του χειμώνα,  δείτε έναν ζητιάνο να σας θυμίζει με κάποιο περίεργο τρόπο έναν κοζάκο του 18ου αιώνα, φυλαχτείτε και κοιτάξτε δυο φορές δεξιά και τρεις αριστερά. Ίσως η κακή μοίρα του Ιβάνς να είναι κάπου εκεί κοντά να τον κοιτάζει και να χαίρεται, και ίσως - ποιος μπορεί να ξέρει - να βάλει στο μάτι και εσάς και αλίμονο σας.
     Για όσους πάλι πιστεύουν πως η κακή η μοίρα ήδη τους έχει βάλει στο μάτι, μπορούν να παραδειγματιστούν από τον γενναίο 
Ιβάνς Πουγκατσιόφ που με το θάρρος του της ξέφυγε, αλλά τον δύστυχο από την φτωχομυαλιά του, εκείνη τον ξανασφιχταγκάλιασε μια και για πάντα.

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

50. Το τέλος της μηχανοσοφιστικής επιστήμης.

       Κάποτε ένας μηχανοσοφιστής άφηνε το περισσευούμενο κρέας και τα κόκκαλα από το φαγητό του σε ένα θηρίο που ζούσε στη διαδρομή από το σπίτι ως τη δουλειά του. Η καλοσύνη του αυτή του έδινε μεγάλη ευχαρίστηση.
       Φυσικά ο μηχανοσοφιστής δεν έτρωγε κάθε μέρα κρέας - και καμιά φορά ίσως χρησιμοποιούσε τα αποφάγια του αλλού – , έτσι δεν άφηνε φαγητό καθημερινά στο θηρίο, το οποίο όμως είχε καλομάθει και τον παραμόνευε κάθε μέρα μέσα από τα δέντρα. Ο μηχανοσοφιστής γελούσε με την αδυναμία του θηρίου να μην αντιλαμβάνεται την φύση του χρόνου, καθώς και την σχετική περιοδικότητα στο πότε του άφηνε φαγητό. Διασκέδαζε πολύ με αυτή την άγνοια του θηρίου. Όχι όμως αρκετά ώστε να μην δοκιμάσει να την εξαλείψει και να διδάξει στο θηρίο την έννοια του χρόνου και του ημερολογίου.
       Το πρώτο που έκανε ήταν να ακριβύνει την περιοδικότητα του πότε άφηνε τα αποφάγια. Κάθε Τετάρτη και Σάββατο πια, άφηνε ανελλιπώς φαγητό στο θηρίο, υπομένοντας την τήρηση ενός ανιαρού διατροφικού προγράμματος. Σαν ον με καλή αντίληψη του χρόνου ο μηχανοσοφιστής δεν χρειαζόταν κάτι τέτοιο, και τα μη χρειαζούμενα γίνονται γρήγορα ανιαρά. Το δεύτερο ήταν να επιμείνει για πολύ καιρό ώσπου το θηρίο, όχι να αποκτήσει την αντίληψη του χρόνου - αυτό ήταν αδύνατο - , αλλά η περιοδικότητα των αποφαγιών να περάσει στην αντίληψη του σαν μία περιοδική κατάσταση και να γίνει για αυτό ένας νόμος της φύσης όπως αυτούς που τα ζώα γνωρίζουν. Όπως ήταν η εναλλαγή της μέρας με τη νύχτα, οι αλλαγές των εποχών, και τέλος η ακριβέστερη των προηγουμένων εμφάνιση των αποφαγιών του μηχανοσοφιστή.
       Το θηρίο τελικά έμαθε να παραμονεύει μόνο Τετάρτες και Σάββατα. Όμως αυτό δεν ήταν αρκετό για τον μηχανοσοφιστή.  Μία μέρα, Τετάρτη ή Σάββατο, από περιέργεια και επαγγελματική διαστροφή, καθώς το θηρίο παραμόνευε δεν του άφησε φαγητό, και περίμενε να δει την αντίδραση του θηρίου μπροστά στην κατάργηση της νομοτελειακής συνθήκης που του είχε εμφυσήσει. Πράγματι το θηρίο ταράχτηκε. Η αντίληψη του δεν μπορούσε να συλλάβει την παραβίαση του μηχανοσοφιστή. Σαν να είχε τρελαθεί, όρμησε αλυχτώντας πάνω στον μηχανοσοφιστή και αφού διαμέλισε με τα σαγόνια του το σώμα του, συνέχισε σε όλη την πόλη. Σκότωσε και τραυμάτισε πολλούς μέχρι που το έσωσαν από την τρέλα που είχε οδηγηθεί σκοτώνοντας το.
       Μερικές μέρες αργότερα όταν μαθεύτηκε τι είχε γίνει, και τι είχε κάνει ο μηχανοσοφιστής, η πολιτεία αποφάσισε να καταργήσει το επάγγελμα και την τέχνη των μηχανοσοφιστών ως άκρως επικίνδυνη. Γιατί αυτό που έκανε στο άμοιρο θηρίο ο μηχανοσοφιστής κρίθηκε πως ανήκε στο στενό φάσμα της μηχανοσοφιστικής επιστήμης.

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

* "Επίκαιρη περίπλαση"

- Γιατί ο κόσμος χαίρεται και χαμογελά πατέρα;
- Γιατί συνέλαβαν τους βάρβαρους.
- Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
- Ήσαν μια λύσις που χρησιμοποιήθηκε.

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

48. "Τα λιοντάρια στη πύλη του Χαφήφς"

     Όταν ο μεγάλος στρατηγός Χαφήφς φόρεσε το σαρίκι του μεγάλου Σουλτάνου και άφησε τη σκηνή του στα πεδία της μάχης για να μετακομίσει στο παλάτι του, διέταξε να βρουν το ικανότερο γλύπτη όλης της αυτοκρατορίας για να τοποθετήσει δύο μαρμάρινα αγάλματα λιονταριών στην είσοδο του παλατιού.
      Όπως όλοι γνωρίζουμε η Ανατολή κατείχε, και κατέχει ακόμα λένε, τους πιο ταλαντούχους μάγους τεχνίτες του κόσμου. Η αριστοτεχνία των οποίων σκιάζεται μόνο από το πείσμα τους και την ευγένεια τους, που καμιά φορά τους κάνει κακόβουλους και επικίνδυνους σε όσους τους προσλάβουν στις υπηρεσίες τους.
      Ευγενής και καλός ήταν ο γλύπτης που ανέλαβε να φτιάξει τα αγαλμάτινα λιοντάρια που θα κοσμούσαν την πύλη του παλατιού του Χαφήφ. Για τη δόξα του νέου Σουλτάνου δεν ζήτησε αμοιβή. Το μόνο που ζήτησε ήταν μάρμαρο, την ευλογία του Αλλάχ και εννέα γεμάτα φεγγάρια καιρό για να τελέψει τη δουλειά του. Ο Σουλτάνος δεν βιαζόταν.
      Σαν ήρθε ο καιρός ο γλύπτης κάλεσε τον Σουλτάνο να δει τα μαρμάρινα λιοντάρια που του είχε παραγγείλει. Ο γλύπτης με περισσή τέχνη που δικαίωνε την καλή του φήμη είχε σμιλέψει δύο αγάλματα ύψους ενός μέτρου και πλάτους δύο στη μορφή δύο κοιμώμενων αρσενικών λεόντων με πυκνή σγουρή χαίτη. Ο Σουλτάνος εκθείασε την θαυμαστή τέχνη του γλύπτη ωστόσο του απήντησε πως τα αγάλματα δεν ήταν αυτά που ήθελε. Δεν ήταν δυνατόν εκείνος, ο άγρυπνος φρουρός του λαού του, ο υπερασπιστής της δόξας του έθνους του, και του ονόματος του παντοδύναμου Αλλάχ να έχει στην είσοδο του παλατιού του δύο κοιμισμένα λιοντάρια. Ο Σουλτάνος ζήτησε από τον γλύπτη να φτιάξει δύο νέα αγάλματα όρθια και - μα τον μεγάλο Προφήτη! -  ξύπνια.
     Ο ευγενικός γλύπτης προσπάθησε να εξηγήσει στον μεγάλο Σουλτάνο πως θα ήταν βάναυσο και απάνθρωπο να φτιάξει δύο αγάλματα έτσι όπως τα ήθελε η μεγαλοσύνη του, γιατί έτσι θα τα καταδίκαζε τα πλάσματα σε αιώνια κούραση και αϋπνία. Όμως ο Σουλτάνος δεν μετεπείσθη και διέταξε να του ετοιμάσει τα αγάλματα όπως του τα ζήτησε όσο καιρό και θα του έπαιρνε.
      Το επόμενο κιόλας πρωί ο γλύπτης, που ήταν - ας μην το ξεχνάμε - και μάγος, εκτέλεσε την παραγγελία του Σουλτάνου και του έστειλε για να τοποθετηθούν στην πύλη του τα αγάλματα δύο λεόντων όπως τα είχε παραγγείλει. Ξύπνια και όρθια.
     Ο γλύπτης από εκείνη τη μέρα χάθηκε και πολλοί ανησύχησαν για τη βαριά μοίρα που περίμενε τον πολυαγαπημένο Σουλτάνο τους. Τόσο που κάποιοι, πολύ πιστοί του φίλοι, έχασαν μέχρι και τον ύπνο τους.
     Χρόνια αργότερα και μετά από πολλές επιτυχημένες νίκες κατά των εχθρών του ο Χαλίφης έφυγε πλήρης ημερών να συναντήσει τον Αλλάχ και τον Προφήτη. Ησύχασε στον ύπνο του, που όλα αυτά τα χρόνια ήταν γλυκός και ήρεμος γιατί ο λαός του τον αγαπούσε για τα καλά που του είχε προσφέρει.
     Ο θρύλος λέει πως πριν τον βρουν στα διαμερίσματα του τον Χαφήφ και μαθευτεί ο θάνατος του, οι υπηρέτες του παλατιού είδαν τα λιοντάρια της πύλης ξαπλωμένα να κοιμούνται. Ενώ κάποιοι άλλοι είδαν για πρώτη φορά εκείνο το θλιβερό πρωινό για τη χώρα, μετά από πολλά χρόνια που δεν είχε φανεί, τον γλύπτη στην αγορά αγουροξυπνημένο να ζητά τσάι και φρούτα για το πρωινό του γεύμα.
     

49. "Ένα άλλο μέρος του κόσμου" - Το μπαρ Πνιγμένος Χτύπος -

      Στη ανατολική λεκάνη της Μεσογείου ανάμεσα στα δεκάδες μικρά και μεγάλα νησιά, κάπου στις παραλίες παλαιών χωρών υπάρχει μία ερημική παραλία που λίγοι γνωρίζουν πως να βρεθούν εκεί. Είναι ένα άλλο μέρος του κόσμου, όπου οι άνθρωποι δεν βρίσκονται εκεί ακολουθόντας χάρτες. Ένα μέρος όσων συνέβη να δραπτεύσουν από την πεζότητα και να βρεθούν σε μία βαρύτερη αντίληψη της ύπαρξης.
      Στη παραλία αυτή θα βρει κανείς ένα υπαίθριο παραλιακό μπαράκι. Η κάβα με τα ποτά του είναι στερεομένη σε ένα βράχο. Ένας σκούρος ξύλινος πάγκος υπάρχει μπροστά και ανάμεσα σε ψάθινες ομπρέλες και υπόστεγα υπάρχουν καλαμιένες καρέκλες και ψηλά τραπέζια. Ένας μαύρος Μαυριτανός φτιάχνει τα ποτά πίσω από τον πάγκο και οι θαμώνες δεν έχουν παρά να πάνε και να τα πάρουν. Οι θαμώνες πληρώνουν και ο μαυριτανός δέχεται τα χρήματα τους, όμως κανένας τους δε νοιάζεται για το πόσα χρήματα δίνει ή παίρνει. Δεν υπάρχει πουθενά τιμοκατάλογος. Παρά μόνο μία επιγραφή που δηλώνει το όνομα του μπαρ.
      Ένα παλιό κασετόφωνο παίζει παλιά τραγούδια διαφόρων ειδών με θέματα των διάφορων ερώτων. Ένας άτυπος κανόνας απαγορεύει το άκουσμα τραγουδιών πιο πρόσφατων της τελευταίας δεκαεξαετίας.
      Η θάλασσα είναι καταγάλανη, σχεδόν λευκή από την καθαρή ψιλή άμμο. Ριχή τόσο που κανείς δεν μπορεί να πνιγεί σε αυτή. Ακόμα και αν το προσπαθούσε. Για το λόγο αυτό η ονομασία του μπαρ "Πνιγμένος χτύπος" θεωρείται λάθος μετάφραση, ή ως αποτυχημένο λογοπαίγνιο. Όλοι πιστεύουν πως εννοεί "Πνιχτός χτύπος". Το νερό της θάλασσας είναι πολύ αλμυρό. Τόσο που τσούζει τις πληγές όσων κολυμπάνε, και τόσο που το μαύρο χρώμα του Μαυριτανού ασπρίζει σαν ξερένεται πάνω του το αλάτι αφού βουτήξει.
       Οι θαμώνες δεν μιλάνε μεταξύ τους. Κοιτάζονται κλεφτά στα μάτια, με τα πρόσωπα τους ευθεία το ένα στο άλλο, χωρίς να κρύβονται, ψάχνοντας κάτι. Ακούνε μόνο την μουσική, τους στίχους των τραγουδιών τους επαναλαμβάνουν από μέσα τους. Θυμούνται διάφορους παλιούς τους έρωτες. Έρωτες που τους άφησαν, και ύστερα αυτοί μετά από χρόνους αργούς βρέθηκαν σε αυτό το μέρος του κόσμου. Να πίνουν και να θυμούνται.
      Τα βράδια ο Μαυριτανός ανάβει φωτιές. Οι θαμώνες χορεύουν. Κοιτάζουν τα άστρα. Κολυμπάνε. Μένουν ακόμα πιο σιωπηλοί. Αλλά προ στο τέλος ενώ κάθονται στην άκρη της παραλίας με το κύμα να περνά την άμμο ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών τους, ψιθυρίζουν ονόματα. Η θάλασσα, κάποιοι πιστεύουν τα παίρνει μέσα της στα βαθυά, και εκεί τα πνίγει.
      Η όψη του Μαυριτανού το βράδυ γίνεται αβάσταχτη. Καθόλου τρομαχτική. Είναι λένε ο πιο συμπαθής και φιλικός άνθρωπος στο κόσμο. Κανένας δεν έχει ακούσει τη φωνή του. Μονάχα ίσως κάποιος όταν φύγει να τον ακούσει να τον αποχαιρετά. Τότε όλοι ξέρουν πως αυτός δεν θα επιστρέψει ποτέ στη παραλία. Ίσως επειδή θα πεθάνει, ίσως όμως και επειδή θα ζήσει.
 
 
     

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

47. "Οδηγίες για την αποφυγή πνιγμού από πελάγωμα"

     Κάθε χρόνο τα στατιστικά στοιχεία των πνιγμών για όσους ανήκουν στη φυλή αυτών που σκέφτονται παραμένουν δυσάρεστα υψηλά. Αντίθετα με όλες τις άλλες περιπτώσεις πνιγμών, ο πνιγμός όσων ανήκουν στη φυλή αυτών που σκέφτονται δεν σχετίζεται με την ηλικία, τη φυσιολογία, ή την επίδειξη ριψοκίνδυνης συμπεριφοράς αλλά έχει να κάνει με την γνώριμη επίδραση της θάλασσας στον ανθρώπινο νου, να τον αδειάζει από κάθε σκέψη και προβληματισμό.
    Το παραπάνω φαινόμενο αν και αποδεικνύεται πολύ χρήσιμο για όλους τους ανθρώπους αποτελεί την νούμερο ένα αιτία πνιγμών όσων ανήκουν στη φυλή αυτών που σκέφτονται, καθώς είναι κάτι που αδυνατούν να διαχειριστούν.
     Παρακάτω παρατίθενται αποσπάσματα ενός φυλλαδίου, έκδοσης του 2008, για την ενημέρωση και την πρόληψη των πνιγμών από αυτό το αίτιο γνωστό και ως "πελάγωμα".
      " Αν ανήκετε στη φυλή αυτών που σκέφτονται είναι χρήσιμο να γνωρίζετε τα εξής όταν καλυμπάτε:
  • Ενδεχομένως καθώς κολυμπάτε να αντιληφθήτε πως έχετε σταματήσει να σκέφτεστε. Το φαινόμενο είναι αρκετά συχνό και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Διατηρείτε την ψυχραιμία σας, σύντομα θα αρχίσετε να σκέφτεστε.
  • Σε περίπτωση που αργήσετε να σκεφτείτε κάτι, πιθανώς να αρχίσετε να νομίζετε πως τα χρώματα και τα σχήματα γύρω σας είναι πιο έντονα και ζωηρά. Επίσης θα σας δημιουργηθεί η εντύπωση πως επικρατεί μία ανυπόφορη σιωπή. Όλα αυτά ενδεχομένως να σας αγχώσουν. Μην το επιτρέψετε. Θυμηθείτε πως όλα αυτά αποτελούν εντύπωση σας και τίποτα δεν έχει πραγματικά αλλάξει.
  • Ο "άδειος" νους προκαλεί κρίσεις πανικού και άγχους πριν μπορέσει κανείς να αντισράσει προκαλώντας ηθελημένα κάποια σκέψη στο νου του. Μία τέτοια κατάσταση συνοδεύεται από σπασμωδικές κινήσεις και αδυναμία ελέγχου των κινήσεων του σώματος, που μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα σας να κολυμπήσετε ακόμα και να επιπλεύσετε. Προσπαθήστε να διατηρήσετε τον έλεγχο των κινήσεων σας. Με ήρεμες και απλές κινήσεις φροντίστε να παραμένετε στην επιφάνεια του νερού. Ο πρωταρχικός σας στόχος είναι να παραμείνετε στην επιφάνεια, και όχι να ξεκινήσετε να σκέφτεστε!
  • Είναι πιθανό να μην μπορέσετε να σκεφτείτε το οτιδήποτε, παρά τις προσπάθειες σας να προκαλέσετε το νου σας. Οι σκέψεις στη περίπτωση "πελαγώματος" δεν έρχονται τόσο εύκολα όσο κανείς μπορεί να νομίζει. Χάνονται πολύ πριν αρχίσουν να αναλύονται. Απαιτείται περισσότερη προσπάθεια για να τις συγκρατήσετε. Η ψυχραιμία βοηθάει.
    Ενδεικτικά προτείνονται κάποια θέματα που έχουν αποδειχθεί χρήσιμα σε άλλες περιπτώσεις.
    - Μαθηματικά προβλήματα - Ενδείκνυται η θεωρία παιγνίων.
    - Φιλοσοφικά παράδοξα - όπως αυτό της Χελώνας και του Αχιλλέα.
    - Λογοτεχνικές αναλύσεις και συγκρίσεις έργων ή χαρακτήρων.
    - Κοσμολογικές θεωρίες. Θεωρητική φυσική.
    - Κατάρριψη θεολογικών επιχειρημάτων
    - Επιχειρηματικά μοντέλα. Σχέδια διακυβέρνησης κρατών.

    Είναι καλό να έχετε κάποιο θέμα έτοιμο πριν βουτήξετε. Προετοιμάστε ναυαγοσωστικές σκέψεις.
  • Μεγάλο ποσοστό εγκαταλείπουν ηθελημένα κάθε προσπάθεια να κρατηθούν στην επιφάνεια. Η απουσία σκέψης προκαλεί αυτοκτονικές τάσεις. Αντισταθείτε σε αυτές. Να σκέφτεστε πως όταν απομακρυνθείτε από τη θάλασσα το φαινόμενο θα σταματήσει."
      Στο τέλος του Φυλλαδίου υπάρχει η παρακάτω φράση με έντονα πράσινα γράμματα.

 "Αν όλα τα παραπάνω δεν σας βοηθήσουν ή δυσκολεύεστε να σας βοηθήσουν, ξεκινήστε να σκέφτεστε έναν καλύτερο οδηγό που θα μπορούσε να σας βοηθήσει καλύτερα."

    






Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

46. "Ο θρόνος του Βατερβού"

      Ο θρόνος του Βατερβού αποτελεί ένα λαϊκό περιπαίγνιο για να καυτηριάσει τους άχρηστους βασιλείς που κατά καιρούς ανέρχονταν στο γαλλικό θρόνο.
Ο εμπαιγμός αυτός βασίστηκε στην ευγενική παράδοση που θέλει τους νεότερους να παραχωρούν το κάθισμα τους στους γηραιότερους. Πονηρές φήμες θέλουν να διαδόθηκε από τον πρωθυπουργό της Γαλλίας ή από κάποιον Άγγλο δούκα.
Όπως λοιπόν ο νεότερος που έχει δύναμη και αντοχή στο σώμα παραχωρεί το κάθισμα του σε κάποιον μεγαλύτερο που δεν μπορεί, όπως άλλοτε, να αντέξει την ορθοστασία, έτσι και οι ευρισκόμενοι σε πλεονεκτικότερη θέση, οι ικανότεροι, οι περισσότερο μορφωμένοι και επωφελούμενοι από την φύση και τη ζωή ο «θρόνος του Βατερβού» τους θέλει να δίνουν το κάθισμα τους στους λιγότερο πλεονεκτικούς και άξιους.
Έτσι ο βασιλιάς, ο ευγενέστερος των ευγενών και ο καλύτερος όλων παραχωρεί το κάθισμα του σε κάποιον άλλο λιγότερο ικανό από τον ίδιο. Στη συνέχεια και εκείνος από ευγένεια, με τη σειρά του θα δώσει το κάθισμα του θρόνου σε κάποιο λιγότερο πλεονεκτικό από αυτόν. Ο τρίτος θα παραχωρήσει τη θέση του σε κάποιον άλλο και το αυτό θα συνεχιστεί. Καθώς συμβαίνει το κάθισμα του θρόνου να ταυτίζεται με την εξουσία του κράτους η αλυσίδα των παραχωρήσεων έχει ως κατάληξη την παραχώρηση ή την κατάληξη (δυστυχώς δεν μπορούμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να αποφύγουμε την επανάληψη κάποιας από τις δύο λέξεις στην πρόταση) της εξουσίας στον χειρότερο όλων.
      
       Αυτός είναι ο θρόνος του Βατερβού και ενώ δημιουργήθηκε για να περιπαίξει τη γαλλική μοναρχία, φαίνεται πως βρίσκει καλύτερη εφαρμογή στο πολίτευμα της δημοκρατίας, όπου συχνά μοιάζει πως η εξουσία παραχωρείται και καταλήγει σε κάποιον που όλοι οι άλλοι θεωρούν χειρότερο τους.  

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

45. "Ο κόκκος των Δαύκων"

      Η αιρετική των Δαύκων απαγορεύει ρητά την κατανάλωση ψαριών. Οι μοναχοί του Τάγματος δεν τρώνε ποτέ τους ψάρι ή θαλασσινά. Στο «Βιβλίο των Πραγματικών Αμαρτιών» επιχειρείται η ανάλυση της φύσης των αμαρτιών. Περιγράφεται πως παράγονται από τον νου του ανθρώπου και περνάνε στο σώμα του όπου και παραμένουν σε αυτό όσο ζει έχοντας το σχήμα του αχινού. Όταν το σώμα πεθάνει το σχήμα τους αλλάζει και γίνεται σφαιρικό. Με αυτό το σχήμα ανεβαίνουν στον ουρανό για να κριθούν από τον Κύριο και να εξαγνηστούν από τους αγγέλους.
      Ο Δαίμονας λένε πως φρόντισε η μεγαλύτερη και η βαρύτερη των αμαρτιών να είναι η μία και ίδια, και πως ανήκε σε έναν ναυτικό ή κάποιο ταξιδιώτη, ο οποίος πάλι με την φροντίδα του Δαίμονα πέθανε στη θάλασσα. Η αμαρτία ήταν τόσο βαριά που δεν μπόρεσε να ανέβει στον ουρανό και τόσο μεγάλη που φαινόταν με γυμνό μάτι ανθρώπου. Είχε το μέγεθος ενός κόκκου άμμου και λόγω του θανάτου αυτού που την έφερε, ο κόκκος αυτός βυθίστηκε στη θάλασσα.
      Στις προσευχές του Αυγούστου οι Δαύκοι ευλογούν τους νόμους της φύσης που απαγορεύουν στον άνθρωπο να πιει θαλασσινό νερό, γιατί έτσι θα υπήρχε κίνδυνος να βρεθεί ο κόκκος στο σώμα τους και να το μολύνει. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο απαγορεύουν να τρώει κανείς ψάρι. Φοβούνται πως κάποιο ψάρι θα έχει καταπιεί τον κόκκο και τρώγοντας το ο άνθρωπος θα περάσει στο σώμα του.
     Αξιοσημείωτο είναι επίσης πως στις αγιογραφίες του μοναχού Vetus η κόλαση απεικονίζεται ως κάποιος υποβρύχιος τόπος.

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

44. "Ένα ποίημα των Μισωρών."


       Ανάμεσα σε όλες τις γλώσσες η αγγλική είναι εκείνη που έχει φιλοξενήσει την πιο γκροτέσκικη στιχουργική τέχνη. Ένα ακόμα δείγμα της οποίας παρουσιάζεται στο παρακάτω περιστατικό που λαμβάνει χώρα κάθε τόσο και τόσο.
      Μέλη της θρυλικής κάστας των Μισωρών, που διακατέχονται από την ελευθεριάζουσα εναντίωση στην ανησυχία που προκαλεί το σύντομο της ζωής του ανθρώπων κάθε τόσο συμβαίνει να κρίνουν την συνέτιση κάποιου.
      Τα μέλη τότε με βίαιο τρόπο συνήθως, χωρίς όμως να βρίζουν ή να προβαίνουν σε λεκτικές ή σωματικές ακρότητες, αρπάζουν το πρόσωπο και το σηκώνουν στα χέρια, αφού πρώτα δέσουν ένα ρολόι στο μέτωπο του. Κρατώντας τον στα χέρια τον μεταφέρουν σε ένα βολικό μέρος, όπως μία πλατεία, ένας δρόμο, η αυλή ενός κοντινού σπιτιού του ή κάποιο ευρύχωρο δωμάτιο του σπιτιού του. Στην πορεία τους συζητάν όλοι ήρεμα με τους διπλανούς τους και κατακρίνουν τα λάθη του δυστυχή, ενώ εκείνος παλεύει και φωνάζει να τον αφήσουν. Στο τέλος τον αφήνουν κάτω, μαζεύονται όλοι τριγύρω και απαγγέλουν τους παρακάτω στίχους.
 
A man with a clock at his head.
 
This is tic and tack,
He wakes up
and starts the day
without a delay.
The man with a clock at his head.
 
This times the time.
He lives a life.
One to Twelve, twice.
One life must live it wise.
A man with a clock at his head.
 
This, is tick and tack.
He now this and then that.
Never that, never this.
The beauty of life in miss.
Man with a clock at his head.
 
Poor man with a clock at your head
who or what, put it there?
It is you tick and tack,
and it is time you stop.

Oh man with a clock at your head,
in the end
what differs you from the dead?
Let us force some advice.
Do not live your lives clockwise.
     
     Με το τέλος του τελευταίου στίχου ένα τσεκούρι πέφτει και σπάει το ρολόι στο μέτωπο του άντρα, αφήνοντας και εκείνον με το κεφάλι του ανοιγμένο στα δύο και δυστυχώς νεκρό τον δύστυχο.
      Ο αποτροπιασμός της κάστας των Μισωρών προς τις μαθηματικές μετρήσεις του χρόνου είναι γνωστός, ενώ έστω και ο ελάχιστος συμμερισμός του από τον καθένας μας, μας καθιστά μέλος της. Στις περίεργες καταγραφές (Mirum Monumentis) σημειώνεται πως υπήρξαν περίοδοι όπου ο αποτροπιασμός αυτός μετετράπη  σε ακραίο φαινόμενο και παρόμοιες δολοφονίες προκάλεσαν την έξαρση για παντελή καταστροφή ρολογιών και ημερολόγιων. Οι περίοδοι αυτές υπήρξαν δύο ως τώρα. Πολλοί αναμένουν την τρίτη για να προσδώσουν μία περιοδικότητα στις εξάρσεις και να αναχαιτίσουν την ιδεολογία των Μισωρών. Για αυτό ακριβώς φημολογείται πως τα ανώτερα μέλη της κάστας δεν πρόκειται να επιτρέψουν καμία τέτοια χρονική συσχέτιση, κρατώντας μυστικό το επόμενο κίνημα. Κάποιοι κινδυνολόγοι υποψιάζονται πως έχει ήδη ξεκινήσει.

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

43. "Το Ερ Αάρ"

           Το Ερ Αάρ υπήρξε ένα από το πιο σπουδαία αρχιτεκτουργήματα της παλιάς Μέσης Ανατολής. Λέγεται πως χτίστηκε υπό την βασιλεία του αυτοκράτορα Ασουρμπανιπάλ όμως αυτό θεωρείται λάθος. Αποδίδεται είτε γιατί η μαρτυρία για το Ερ Αάρ βρέθηκε επιγεγραμμένη σε πλάκα στη βιβλιοθήκη του Ασουρμπανιπάλ, είτε γιατί υπάρχει μία διαστρεβλωμένη συσχέτιση με το όνομα του βασιλιά και τον χαρακτηρισμό του δημιουργού  του Ερ Αάρ (*).

          Πρόκειται για ένα ζιγκουράτ προς τιμή του Ένκι, του θεού των υδάτων και της γόνιμης γης, που όμως χτίστηκε σε μία πόλη που βρίσκονταν σε μία έρημη και ιδιαίτερα άγονη γη. Για αυτό ακριβώς το λόγο λέγεται πως το μεγαλύτερο μέρος των εγκαταστάσεων του Ερ Αάρ δεν στέγαζε θρησκευτικές εγκαταστάσεις, αλλά σχολεία, αποθήκες, διοικητικές υπηρεσίες, ιατρεία και άλλα.

            Η πόλη δημιουργήθηκε από την ανάγκη των διάφορων νομαδικών φυλών της περιοχής να ζήσουν αρμονικά και να επιτύχουν μαζί την ευημερία τους και δεν προέκυψε από την βίαιη ή οικονομική επικράτηση μίας φυλής έναντι των άλλων. Για αυτό ακριβώς η έννοια της κοινωνίας και του κράτους είχε ιδιαίτερη σημασία και αυτό γίνεται κατανοητό από τη μελέτη των προτάσεων του Εν-Ανουνακί του μοναδικού.

            Το Ερ Αάρ αποτέλεσε σύμβολο για τους κατοίκους της πόλης και οικοδομήθηκε έτσι, όχι μόνο για να στεγάζει τις δημόσιες λειτουργίες, αλλά και να εμπνέει τον λαό να μην ξεχάσει γιατί επέλεξαν να ζήσουν όλοι μαζί. Πίσω όμως από την ευεργεσία του δημιουργού του και την προσφορά του υπήρχε όμως και μία σκληρή θυσία την οποία επέβαλλε στην πόλη. Κάτω από τον λόφο πάνω στον οποίο χτίστηκε το Ερ Αάρ υπήρχε μία υπόγεια νεροπηγή που θα μπορούσε να κάνει εύφορη όλη την περιοχή και εν γνώσει του το κτίσμα κατασκευάστηκε εκεί. Μάλιστα το Ερ Αάρ ήταν χτισμένο με τέτοιο τρόπο που απέκλειε να διαφύγει από τον λόφο κάθε σταγόνα νερού και η πόλη έγινε η πιο άνυδρη πόλη της παλιάς Μέσης Ανατολής.

            Ο Σαρδανάπαλος, όποιο και αν ήταν το όνομα του, είχε βάλει τον λαό του σε μία τεράστια δοκιμασία, να επιλέξει ανάμεσα στο μνημειώδες Ερ Αάρ και το άφθονο νερό. Στις προτάσεις του Εν-Ανουνακί του μοναδικού αναφέρεται η φράση «πως στο Ερ Αάρ ένα πρόβατο μπορεί να χορτάσει ευκολότερα από ότι σε ένα λιβάδι, και το πρόβατο αυτό μπορεί να χορτάσει περισσότερους από ότι ένα κοπάδι».

            Ο λαός της πόλης άντεξε για πολλά χρόνια και πολλές ξηρασίες μέχρι κάποιος να προτείνει την καταστροφή του Ερ Αάρ χωρίς να του πάρουν το κεφάλι και διατήρησε το Ερ Αάρ όρθιο, παρότι όλοι γνώριζαν τις νεροπηγές που βρίσκονταν από κάτω του. Σε μία όμως περίοδο ξηρασίας – όχι την μεγαλύτερη – οι διψασμένοι εξαθλιώθηκαν και εξαγριώθηκαν, και γκρέμισαν το Ερ Αάρ. Είχαν κάνει την αμετάκλητη επιλογή από τις δύο που είχαν. Από τους τσακισμένους τοίχους του Ερ Αάρ και τα θριψαλιασμένα θεμέλια του βγήκε νερό πολύ, που όμως ήταν τόσο πολύ που έπνιξε όλη την πόλη. Λίγοι σώθηκαν και αυτοί για να συνεχίσουν τις κατηγόριες για τον δημιουργό του Ερ Αάρ και να τον πουν Σαρδανάπαλο.


* Ασουρμπανιπάλ = Σαρδανάπαλος.

Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

42. "Ο πλίνθος του Tσαρλατάνου"

     Δεν έχει πολύ καιρό που ένας σύγχρονος μάγος της συνομοταξίας των τσαρλατάνων, βρήκε στο δρόμο έναν άντρα και του έδωσε ένα πλίνθινο τούβλο.
     Οι πολλές εκδοχές της ιστορίας έχουν φθείρει την περιγραφή του άντρα. Άλλες μιλάν για έναν Κινέζο αγρότη σε έναν ορυζώνα που από εκεί το Σινικό τοίχος δεν φαινόταν, άλλοι μιλάνε για έναν Ρώσο δημόσιο υπάλληλο που κατοικούσε σε ένα υγρό ημιυπόγειο, άλλοι για έναν Ιταλό βοσκό στη Σικελία, άλλοι για έναν Αμερικάνο εργάτη του Ντιτρόιτ, κάποιοι για έναν μαύρο που οι γονείς του ήταν κάποτε δουλοπάροικοι και ελευθερώθηκαν σε κάποια παλιά γαλλική αποικία.
     Ακόμα και η όψη του μάγου αλλάζει σε κάθε εκδοχή. Άλλοτε είναι ένας καλοντυμένος λευκός, άλλοτε ένας ψιλόλιγνος μουσουλμάνος με ευρωπαϊκό ντύσιμο, ή ένας γέρος μεξικάνος με αραιό μουστάκι, κάποιος βαλκάνιος τσιγγάνος, ή ένας ψηλός μελαχρινός ξένος.
      Το μόνο που δεν αλλάζει στις εκδοχές της ιστορίας είναι οι ιδιότητες του πλίνθου, τα λόγια του μάγου. Σύμφωνα με αυτά σε αυτόν κρύβονται οι αλήθειες του κόσμου. Οποιαδήποτε σοφία του ανθρώπινου νου είναι μπολιασμένη μέσα του. Ο μάγος χαρίζει τον πλίνθο στον άντρα ως πολύτιμο δώρο και του λέει πως αν βρει τον τρόπο θα γίνει σπουδαίος και ευτυχισμένος.
      Ο άντρας σε όλες τις εκδοχές, παρά σε μία μόνο όχι, δέχεται τον πλίνθο, παραξενεμένος αλλά όχι δύσπιστος. Προσπαθεί αλλά, σε όλες εκτός από μία εκδοχή, αποτυγχάνει να βρει πως μέσα από το τούβλο θα μάθει τα όσα του έχει πει ο μάγος, για να γίνει σοφός και ευτυχισμένος. Εν τέλει βαριεστημένος παίρνει και χρησιμοποιεί τον πλίνθο σαν τούβλο, αγνοώντας τα μυστικιστικά του χαρακτηριστικά. Φτιάχνει το φράχτη του χωραφιού του, τον τοίχο του σπιτιού του, την στάνη του. Ο πλίνθος καταλήγει σε έναν τοίχο. Εκεί ξεχάστηκε και παραμένει ξεχασμένος ως τώρα, λένε.
      Η ιστορία ταξιδεύει εδώ και καιρό από στόμα σε στόμα, και έτσι έφτασε και στην παρούσα συλλογή. Αν και αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας κάποιοι δείχνουν να την πιστεύουν. Ορισμένοι μάλιστα δηλώνουν πως η ιστορία θα γίνει κάποτε πιστευτή από όλους, και οι άνθρωποι θα γκρεμίσουν όλα τα οικοδομήματα τους για να βρουν τον πλίνθο του Τσαρλατάνου, προκαλώντας μία απόλυτη καταστροφή. Γλαφυρές εικόνες συνοδεύουν αυτή την στιγμή. Ανθρώπινα νύχια να τρώνε τοίχους και ματωμένα χέρια να βγάζουν τούβλα από θεμέλια.
      Ύστερα λένε, οι άνθρωποι θα αναγκαστούμε να χτίσουμε τον κόσμο από την αρχή.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

41. "Τα κλουβιά με τα κοράκια"

     Οι φυλακές των ανθρώπων μπορεί να γίνουν ιδιαίτερα ιδιότυπες. Ίσως η πιο ιδιότυπη από όλες να βρίσκεται στους βράχους της Λενέ, μιας επίπεδης κοιλάδας που σταματά απότομα στα ανατολικά της βρίσκοντας την άκρη ενός βραχώδους γκρεμού και κάτω από αυτόν, στα πεντακόσια μέτρα, σκάνε τα κύματα της θάλασσας. Από εκεί οι Αρχές κρεμάνε μεγάλα σιδερένια κλουβιά σε σχήμα κυλίνδρου, σκουριασμένα από την αλμύρα της θάλασσας και τους ανέμους.
     Τα κλουβιά δεν είναι περισσότερα από τέσσερα ή πέντε. Ποτέ δεν χρειάστηκε να είναι περισσότερα. Σπάνια τα δικαστήρια της Λενέ καταδικάζουν κάποιον σε αυτή την βαρυά φυλακή. Μας είναι άλλωστε άγνωστο αν υπήρχαν ποτέ παραπάνω από ένας κατάδικοι ταυτόχρονα. Τα αρχεία της φυλακής παραμένουν κρυφά.
      Η φυλάκιση γίνεται ως εξής. Ο κατάδικος μετά την δίκη υποχρεούται να πιει ένα ισχυρό υπνωτικό από τον ανθό ενός κάκτου που ευδοκιμεί στην κοιλάδα. Αυτό θα τον κρατήσει κοιμισμένο μέχρι να μεταφερθεί στην άκρη της κοιλάδας. Εκεί, ενώ ακόμα κοιμάται, θα τον βάλουν μέσα στο κλουβί και θα τον σκεπάσουν με ένα σκούρο καφέ ύφασμα, τόσο μεγάλο που καλύπτει όλο το πάτωμα του κλουβιού. Τέλος στο κλουβί θα βάλουν μέσα δεκάδες κοράκια, τα οποία θα πάνε και θα σταθούν στην κορυφή του κλουβιού, σε κάποια οριζόντια σίδερα που έχουν τοποθετηθεί για αυτό το σκοπό.
      Όταν ο κρατούμενος ξυπνάει την επόμενη μέρα, και ξεσκεπάζεται για να βρει το φαγητό και το γάλα κατσίκας που του κατεβάζουν οι φύλακες καθημερινά, οι αλλόζωοι συγκάτοικοι του αναστατώνονται και του επιτίθενται, ενώ προσπαθούν να αρπάξουν και το φαγητό του. Λίγοι είναι τόσο άτυχοι που θα τους κατασπαράξουν τα κοράκια. Άλλωστε δεν είναι αυτή η τιμωρία τους. Η ποινή τους είναι ισόβια και όχι θάνατος. Οι περισσότεροι μαθαίνουν πολύ γρήγορα να μοιράζονται το φαγητό τους μαζί τους. Όμως ακόμα και έτσι τα κοράκια ποτέ δεν παύουν να αναστατώνονται με τις κινήσεις του ανθρώπου στο κλουβί και να του επιτίθενται.
     Οι συχνές επιθέσεις σπάνε το ηθικό των κρατουμένων, και από νωρίς ψάχνουν τρόπο να ξεφορτωθούν τους αφόρητους συγκρατούμενους τους. Αρχικά προσπαθούν να σκοτώσουν τα επιθετικά πουλιά. Τα πιάνουν και τότε τους στρίβουν δυνατά το λαγκίρι. Η τελευταία κραυγή του κορακιού όμως αναστατώνει ακόμα πιο πολύ τα κοράκια που ορμούν με βία πάνω στον κρατούμενο. Αυτό τον αποθαρρύνει από το να τα σκοτώσει όλα. Αργά ή γρήγορα ο κάθε φυλακισμένος θα παρατηρήσει πως τα κοράκια με κλεισμένα τα φτερά τους χωράνε να περάσουν μέσα από τα κάγκελα του κλουβιού, έτσι όταν τα πιάνουν τα περνάνε ανάμεσα από τα σίδερα και με τον τρόπο αυτό απαλλάσονται από τις επιθέσεις τους χωρίς να ταράξουν τα άλλα. Το πέταγμα του πρώτου κορακιού χαρίζει ένα μεγάλο χαμόγελο στους φύλακες, οι οποίοι αρχίζουν τα στοιχήματα ποντάροντας σε πόσες μέρες ο κρατούμενος θα αδειάσει το κλουβί του.
      Όταν και το τελευταίο κοράκι πετάξει μακρυά οι φύλακες ξέρουν πως ο κρατούμενος θα ανακουφιστεί, θα ακουμπήσει ήρεμος πια στα κάγκελα του κλουβιού, κι ύστερα θα σηκωθεί και θα χοροποδήσει μέσα σε αυτό χαρούμενος για την ελευθερία του. Πλέον μπορεί να κινείται μέσα σε αυτό χωρίς τον φόβο των επιθέσεων. Λίγο αργότερα όμως συνειδητοποιεί πως από την πραγματική του φυλακή δεν πρόκειται να απαλλαγεί ή να ξεφύγει ποτέ. Θα μείνει για πάντα μέσα στο κλουβί. Η απελπισία του, που καθυστέρησε να νιώσει εξ αιτίας του επιθέσεων των κορακιών , εμφανίζεται ξαφνικά και είναι βαθύτερη από ότι θα μπορούσε να είναι.
     Με αυτό τον τρόπο ενισχύουν τις ισόβιες ποινές στην Λενέ.
    

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

40. "Ένα μέρος του κόσμου."

   Υπάρχουν οι άνθρωποι που αρνούνται να δεχτούν την πεζότητα με την οποία αντιμετωπίζουν οι υπόλοιποι την ζωή, όμως δυστυχώς επιμένουν να την ακολουθούν μέχρι να τους απελευθερώσει η απελπισία και η απόγνωση. 
    Τέτοιοι είναι συνήθως οι θαμώνες μίας υπόγειας παμπ του Λονδίνου, η διεύθυνση της οποίας είναι ανύπαρκτη καθώς αποτελεί ένα από τα τελευταία πραγματικά μέρη του κόκκινου λαβυρίνθου. Είναι χτισμένη με μεγάλους κόκκινους πήλινους πλίνθους, και ο τρόπος που οι μακρότοξες καμάρες του χώρου μπλέκονται είναι αρχιτεκτονικά αξιοθαύμαστος. Στους τοίχους της σε μεγάλες κόγχες είναι χωμένα μεγάλα ξύλινα βαρέλια γεμάτα ζεστή μαύρη μπύρα που ο καθένας είναι ελεύθερος να γεμίσει το ποτήρι του από αυτά. Αναφορά για σερβιτόρους δεν υπάρχει.
    Το χρήμα είναι έννοια ανόητη εκεί, τα χαρτονομίσματα δεν υπάρχουν και τα νομίσματα αποκτούν τελείως διαφορετική χρήση. Οι θαμώνες μεθυσμένοι ως επί το πλείστον συζητούν αναμετάξυ τους για διάφορες έννοιες, πλάσματα και μέρη. Συνηθισμένα θέματα είναι οι άγγελοι του Σβεντενμποργκ - που όλοι έχουν δει έστω και έναν ή τη σκιά ενός -, το παζάρι της κόκκινης άμμου - που όλοι κάποτε αγόρασαν κάτι ξεχωριστό από εκεί αλλά το έχασαν - και οι Άρχοντες. Λίγοι τολμούν να πουν ψέματα για αυτούς, και έτσι όσα λέγονται είναι ενδιαφέροντα ψέματα, αν δεν είναι πολύ ενδιαφέρουσες αλήθειες.
    Καμιά φορά μεθυσμένοι πιάνουν να τραγουδήσουν και να χορέψουν το τραγούδι του τρελού Ιώκ.
    Οι πιο ενδιαφέρουσες ώρες για τον περίεργο επισκέπτη είναι οι πρωινές. Ή τουλάχιστον αυτό λένε όσοι θέλουν να έχουν ήσυχη την συνείδηση τους. Αν κάποιος μάθει από αυτούς, για την ύπαρξη αυτού του μέρους του κόσμου και παράτολμα το αναζητήσει, και μοιραία το βρει παραπατώντας σε κάποιο παλιό στενόδρομο του Λονδίνου.

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

39. "Ο οίκτος της μύγας"

    Μία μέρα των ημερών ο Θεός, μάλλον από πλήξη, αποφάσισε να σπάσει την μονοτονία της παντογνωσίας του δοκιμάζοντας την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Έριξε μία την πάνθωρη ματιά του στην γη και βρήκε έναν άνθρωπο που ξάπλωνε ένα ανοιξιάτικο απομεσήμερο να ξεκουραστεί από τους κόπους της ζωής του που τον βασάνιζαν από μικρό.
    Ο άνθρωπος μέσα στην μέθη του μεσημεριανού ύπνου του κρύωσε και το δέρμα του τσιτσίριασε καθώς ο Θεός συγκεντρώθηκε πάνω του, όμως δεν κατάλαβε την προειδοποίηση στην σάρκας του και αμέριμνος τράβηξε το σεντόνι πάνω του να ζεσταθεί κομμάτι.
    Μία μύγα επιστράτευσε όλη και όλη ο παντοδύναμος Θεός για την δοκιμασία του. Η μύγα πήγε και έπιασε να βουίζει πάνω από το κεφάλι του ανθρώπου. Πρώτα άλλαξε πλευρό, μετά σκεπάστηκε, κούνησε μια δυο φορές το χέρι του στον αέρα, ώσπου διαμαρτυρήθηκε για την κακή του τύχη φωνάζοντας. Με τη φωνή που έβαλε ξύπνησε τελείως και αποφάσισε να εκδικηθεί. Σηκώθηκε και άρχισε να κυνηγά να χτυπήσει την μύγα, ανάμεσα στα χέρια του που τα βαρούσε το ένα πάνω στο άλλο.
     Επιτέλους ακούστηκε και ο τελευταίος κρότος και η μύγα είχε χτυπηθεί. Όμως δεν είχε πεθάνει. Είχε πέσει στο πάτωμα και βουρλιζόταν, πασχίζοντας να πετάξει. Ο άνθρωπος λυπήθηκε το έντομο όπως βασανιζόταν και αποφάσισε να το ζουπήξει με το δάχτυλο του να την σώσει από το μαρτύριο της. Πρότεινε τον δείκτη του δεξιού του χεριού και πήγε να την πατήσει σαν κουμπί. Λίγο που σιχαινόταν όμως λίγο που και η μύγα δεν καθόταν ήσυχη όπως χτυπιόταν δεν τα κατάφερε. Ξαναπροσπάθησε. Μετά την πρώτη προσπάθεια όμως η μύγα πια έκανε μεγαλύτερες προσπάθησες να μπορέσει να πετάξει και να σωθεί. Ο άνθρωπος τότε είδε πόσο σκληρά η ζωή προσπαθεί να επιβιώσει στη φύση και αποφάσισε τα πράγματα να συνεχιστούν χωρίς την δική του παρέμβαση πια.
    Έτσι και ο Θεός αποφάσισε να μιμηθεί την κρίση του και να αφήσει τον άνθρωπο να ζήσει για πολλά χρόνια και να μην τον λυτρώσει με έναν εύσπλαχνο θάνατο όταν τα δικά του βάσανα γίνονταν αβάσταχτα και απέλπιδα.
   
    Αυτή η ιστορία ονομάζεται "Ο οίκτος της μύγας" και χρησιμοποιούταν από το Τάγμα των Δαύκων για να δείξουν πόσο κακή επιρροή είναι ο άνθρωπος για τον Θεό.
    

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

38. "Η προσευχή για τον τεμπέλη"

   
    Κάποτε έζησε ένας πολύ μεγάλος τεμπέλης. Η διάθεση σου για δουλειά ήταν ανύπαρκτη και καθόλου προκοπή δεν είχε. Για χρόνια πολλά αποτελούσε βάρος στην τσέπη αλλά και στην έγνοια των γονιών του που τον έτρεφαν και αναρωτιόντουσαν πότε θα αποφάσιζε να πάει να δουλέψει να βγάζει μόνος το ψωμί που έτρωγε. Παρακαλούσαν νυχθημερόν οι κακόμοιροι τον Θεό να φωτίσει τον κανακάρη τους και να τους βοηθήσει.
     Ώσπου κάποια μέρα κάποιοι άνθρωποι ντυμένοι πλούσια μα και παράξενα, έφτασαν στην πλατεία της πόλης και πλησίασαν τον τεμπέλη να του μιλήσουν. Εκείνος καθόταν κάτω από τον πλάτανο. Σαν του είπαν πως του έχουν μία επαγγελματική πρόταση εκείνος δυσανασχέτησε και δυσφόρησε αλλά προσποιήθηκε  πως τον ενδιέφερε για να μην του κολλήσουν την ρετσινιά του τεμπέλη.
     Κανείς όμως δεν το περίμενε πως η πρόταση των ξένων θα ήταν τόσο ενδιαφέρουσα. Του υποσχέθηκαν πως αν πάει μαζί τους και μείνει στο σπίτι τους σε μέρος ασφαλές και ζεστό για ένα χρόνο, θα τον ταΐζουν παραπάνω από όσο τραβάει η όρεξη του και δεν θα του ζητούσαν να κάνει τίποτε. Όλα θα τα έκαναν αυτοί. Απλά για έναν χρόνο θα τους ανήκε και για κάθε μέρα που περνούσε θα του χρωστούσαν στο τέλος και από ένα σελίνι.
     Καιροί αγνοί και απονήρευτοι τότε, για τριακόσια εξήντα έξι σελίνια, καθώς ο χρόνος ήταν και δίσεκτος, για να κάθεται και να τρώει και να πίνει κάποιος χωρίς να κάνει και τίποτε άλλο ήταν μία προσφορά που ακόμα και ένας τεμπέλης σαν και αυτόν δεν γινόταν να αρνηθεί. Περιχαρής δέχτηκε.
     Σηκώθηκε από την σκιά του , έδωσε τα χέρια με τους ξένους και πήγε σπίτι να πει τα νέα στους γονείς τους, να τους ευχαριστήσει με τα νέα και να του ετοιμάσουν τα πράγματα να φύγει. Χαρούμενοι και αυτοί του ετοίμασαν τα ρούχα του σε ένα μπόγο μαζί με κάποια άλλα πράγματα, και τον έστειλαν στην ευχή του Θεού.
     Πράγματι τα πράγματα ήταν όπως του τα είχαν πει. Το μέρος που τον πήγαν δεν ήταν κανένα παλάτι, αλλά τον τάιζαν, τον πότιζαν και τον πρόσεχαν χωρίς να του ζητάν τίποτα παρά να κάθεται. Οι μήνες περνούσαν και ο τεμπέλης ευλογούσε την καλή του τύχη. Επιτέλους η εξάσκηση τόσων χρόνων είχε επιτέλους ευοδώσει. Κοιμόταν και ξυπνούσε με χαμόγελο και ξενοιασιά. Τα πέρναγε πολύ όμορφά. Από την καλοπέραση είχε παχύνει και φαρδύνει. Κάπου κάπου στεναχωριόταν όμως που ο χρόνος θα τελείωνε και θα έπρεπε να επιστρέψει στο φτωχικό των γονιών του. Άραγε θα έβρισκε πάλι μία τόσο καλή δουλειά που να την είχε σπουδάσει και τώρα πια την είχε δουλέψει κιόλας; Παρηγορούταν τουλάχιστον με την αμοιβή του.
     Όταν το πλήρωμα του χρόνου ήρθε. Την τελευταία μέρα οι αφεντάδες του τεμπέλη μπήκαν στο μέρος που κοιμόταν. Το ύφος τους δεν του άρεσε του τεμπέλη και πιο πολύ αυτά που κρατούσαν στα χέρια τους. Ο καθένας τους είχε από μία κοφτερή λεπίδα. Παχύς και δυσκίνητος όπως είχε καταντήσει δυσκολεύτηκε να σηκωθεί και να ζητήσει τον λόγο. Θα τον έσφαζαν. Τους ανήκε και το σφάξιμο θα το έκαναν αυτοί όπως όλα τα άλλα.
      Ο τεμπέλης σφάχτηκε ανήμπορος σαν ένα γουρούνι που το καλό-έθρεβαν τόσο καιρό για να το φάνε. Και αυτό έκαναν οι παράξενοι άντρες. Μετά το δείπνο έστειλαν τριακόσια εξήντα έξι σελήνια στους γονείς του τεμπέλη, μετά των ευχαριστιών τους.
      Θα μπορούσε να πει κανείς πως οι προσευχές τους εισακούστηκαν.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

37. "Ο άνθρωπος και ο παπαγάλος"

    Κάποτε στην Ανατολή ένα ζεστό μεσημέρι ένας άντρας μετέφερε ένα κλουβί με έναν παπαγάλο. Για κακή του τύχη του άντρα, του ήρθε ζάλη από την ζέστη και την δίψα, παραπάτησε και σκόνταψε. Για να προστατευτεί ο κακομοίρης από την πτώση άφησε του κλουβί από τα χέρια του και τα έβαλε μπροστά. Το κλουβί έπεσε και άνοιξε. Ο παπαγάλος που και αυτός υπέφερε από την πολύ ζέστη πέταξε και βρήκε λίγη δροσιά στα φύλλα μιας χουρμαδιάς, όπου και στάθηκε σε ένα κλαδί της.
    Ο κακότυχος άντρας αφού σηκώθηκε και ξεσκονίστηκε από τη σκόνη του δρόμου κοίταξε δεξιά και αριστερά να βρει τον παπαγάλο. Όταν τον εντόπισε, ανακουφίστηκε που δεν είχε φύγει μακρυά και δεν τον είχε χάσει. Πως όμως θα τον έβαζε πάλι μέσα στο κλουβί του; Φοβούμενος πως αν αρχίζει να σκαρφαλώνει στη χουρμαδιά ο παπαγάλος θα πετάξει μακρυά, με το φτωχό του το μυαλό αποφάσισε να τον πείσει να μπει στο κλουβί του οικειοθελώς. Ή έστω να πλησιάσει και να τον πιάσει  για να τον βάλει στο κλουβί του με την βία.
    Ο άτυχος ο άνθρωπος ξεκίνησε τα καλοπιάσματα και τις καλολογίες μα ο παπαγάλος δεν έμοιαζε να πείθεται. Δεν κουνιόταν ρούπι από το κλαδί. Ο άντρας τότε άρχισε να κουνά τα χέρια του και του και να κάνει νοήματα. Μιμούταν πως το χέρι του ήταν πουλί και πετούσε μέσα στο κλουβί. Επανέλαβε πολλές φορές αυτή τη μίμηση χωρίς αποτέλεσμα. Ύστερα προσπάθησε να τον δελεάσει κουνώντας καρπούς και φρούτα για να τα λαχταρίσει ο παπαγάλος, και όταν νόμιζε πως έχει τραβήξει την προσοχή του τα έριχνε μέσα στο κλουβί.
    Ο δόλιος μη βλέποντας τον παπαγάλο να πείθεται με κανέναν τρόπο, βάλθηκε να βελτιώσει τις μιμήσεις του τελικά. Μιμήθηκε την φωνή του παπαγάλου και προσπάθησε να του μιλήσει στην γλώσσα των πτηνών και των ανθρώπων. Συνέχισε αν τον παρακαλά και να του υπόσχεται χίλια και ένα καλά. Μάτια όμως.
    Τέλος αποφάσισε την ύστατη προσπάθεια και μίμηση που μπορούσε να κάνει, και που του την είχε μάθει κάποιος μάγος μία νύχτα στο Αλγέρι. Έγινε ο ίδιος παπαγάλος και μπήκε μέσα στο κλουβί. Ήλπισε πως ο παπαγάλος θα παραδειγματιστεί έτσι και θα τον ακολουθήσει, και νόμισε πως το πέτυχε. Ο παπαγάλος ενδιαφέρθηκε για αυτή την προσπάθεια περισσότερο από όλες τις προηγούμενες του ανθρώπου. Γύρισε και κοίταξε με ενδιαφέρον το κλουβί. Άνοιξε τα φτερά του και πέταξε προς σε αυτό.  Μόλις πλησίασε έκλεισε την πόρτα και έγινε εκείνο άνθρωπος. Σήκωσε το κλουβί και άρχισε να προχωρά.
    Και έτσι ο άνθρωπος συνέχισε τον δρόμο του εκείνο το μεσημέρι με ένα κλουβί που είχε μέσα έναν παπαγάλο. 

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

36 "Το Αλ Μπαλάσγουατ"


  Χρόνια πριν ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας γονατίσει μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Χαλίφη και του ζητήσει ταπεινά χρυσό να αγοράσει μάρμαρα και μαλάματα για να αποτελειώσει τον πύργο που του είχε παραγγείλει είχε αποτελειώσει ένα άλλο εξωφρενικό κτίριο έξω από την πόλη. Είχε χτίσει την πυραμιδωτό Αλ Μπάλάσγουατ.
   Το Αλ Μπαλάσγουατ παραγγέλθηκε ως το τελειότερο θησαυροφυλάκιο από όπου δεν θα μπορέσει να κλαπεί ποτέ τίποτα. Ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας σχεδίασε για χρόνια το εσωτερικό του κτίσματος δοκιμάζοντας δεκάδες συνδυασμούς λαβυρινθικών σχημάτων και εν τέλει κατέληξε σε δύο κυκλικούς λαβυρίνθους τις κατόψεις των οποίων διασταύρωσε και ύστερα χώρισε με ένα διαγώνιο διάδρομο. Για να μην προδώσει όμως το σχήμα του κτιρίου, που παραδόξως θυμίζει το σημερινό σύμβολο του απείρου, επέλεξε το εξωτερικό του να είναι γραμμικό και να μοιάζει με πυραμίδα.
     Με τις κατάλληλες συμβουλές στους μαστόρους και τους βοηθούς τους, αλλά και την στενή επιτήρηση τους το έργο τελείωσε σύμφωνα με τα σχέδια. Οι εργάτες έχτιζαν την πυραμίδα από την βάση της και προχωρούσαν επίπεδο επίπεδο ως την κορυφή της, την οποία της σφράγισαν με μία βαριά στρογγυλή λαξευμένη πέτρα από γρανίτη. Ο ίδιος ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας διηύθυνε το γερανό. Ύστερα διέταξε να απομακρύνουν όσο πιο γρήγορα γίνονταν τα μηχανημάτα και τον εξοπλισμό που υπήρχε πάνω στο κτίσμα και κάλεσε 10.000 σκλάβους να μεταφέρουν σάκους με άμμο σκαρφαλώνοντας από την μία πλευρά και αδειάζοντας τους από την άλλη. 2.500 σκλάβοι από κάθε πλευρά. Και επειδή δούλευαν ταυτόχρονα πολλοί σκεπάστηκαν από την άμμο. Με τον τρόπο αυτό ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας βεβαιώθηκε πως ούτε σκαθάρι δεν θα μπορεί να περάσει ανάμεσα από τους τοίχους του κτίσματος και να ξεφύγει αφού θα το έπνιγε η τόση άμμος που είχε ρίξει στο κτίσμα. Το μόνο μέρος που μπορούσε να μπει κάποιος ήταν η είσοδος, την οποία με σκέπαστρα είχε προστατέψει να μην κλείσει από την άμμο που έπεφτε.
    Όταν τελείωσε κάλεσε τους πλούσιους ανθρώπους της πόλης να φέρουν ότι πιο πολύτιμο είχαν και ήθελαν να το φυλάξουν για πάντα, επιμένοντας όμως να το κουβαλήσουν οι υπηρέτες τους μέσα στο θησαυροφυλάκιο και όχι εκείνοι.
    Είναι περιττό να πούμε πως ποτέ τίποτα από τα πλούτη των πλουσίων της χώρας δεν βγήκε μέσα από το Αλ Μπαλάσγουατ, και φυσικά ούτε και οι άτυχοι υπηρέτες που τα κουβάλησαν μέχρι τα σκοτεινά άδυτα του. Ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας είχε φροντίσει έτσι ώστε κανένας άρχοντας να μην τον κατηγορήσει για τον χαμό κάποιου μέλους της οικογένειας του, και όταν παραπονέθηκαν για τα πλούτη τους εκείνος αποκρίθηκε πολύ έξυπνα πως δεν είχαν χαθεί, απλά δεν μπορούσαν να ξοδευτούν. Είχε εξασφαλίσει με το μαγικό του δημιούργημα να είναι πλούσιοι αιώνια ακόμα και αν κάποτε πάψουν να έχουν έστω και ένα χρυσό νόμισμα την κατοχή τους.
    Οι άρχοντες κοιτάχτηκαν πονηρά και συμφώνησαν. Πλέον το όνομα τους θα ίσχυε πιότερο από την τσέπη τους, και αυτό θα κρατούσε για πολλά πολλά χρόνια. Μέχρι ο Αλλάχ να ξεχαστεί και μέχρι να τον ξαναθυμηθεί ο κόσμος.
    Έτσι άρχισε η λαμπρή καριέρα του  αρχιμάγιστρου και αρχιμάστορα.

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

35. "Οι Στερητές των Χαμόγελων"

    Υπάρχει λένε ένα τσιγγάνικο ανδρόγυνο εξίσου μαγεμένο όσο και καταραμμένο που γυρνά τους δρόμους της Ευρώπης εδώ και μερικούς αιώνες.
    Η τελευταία περιγραφή τους θέλει να ζουν σε ένα γραφικό κάρο και να περιπλανιούνται με αυτό ζητιανεύοντας και παίζοντας χαρούμενη μουσική με το βιολί του ο άντρας και με το ντέφι της η γυναίκα, τραγουδόντας εύθυμα λόγια.
    Κάθε κακορίζικος που θα τους συναντήσει καλό είναι να χαμογελάσει και να χαρεί με την παρουσία τους αλλιώς κινδυνεύει να πέσει θύμα στα μάγια του ενός ή της άλλης. Σε κάθε περίπτωση δεν θα ξαναχαμογελάσει ποτέ. Μόνο αν κάποιος χαμογελάει όσο τον κοιτάνε και τραγουδούν και παίζουν την μουσική τους θα προφυλάξει το χαμόγελο του από το να του το κλέψουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο.
    Η γυναίκα αρπάζει, λένε, και αδειάζει για πάντα από κάθε χαμόγελο τους δυστυχείς που δεν θα προστατευτούν και ποτέ τους δεν πρόκειται να ξαναγέλασουν. Αφήνοντας τους μόνο με τα χαμόγελα που είχαν στο παρελθόν.
     Ενώ ο άντρας από την άλλη τους γεμίζει με χαμόγελα που έχει κλέψει η γυναίκα του, αλλά μαζί τους δίνει στα χαμόγελα την απληστία των τσιγγούνηδων που κάνουν τα χρήματα μασούρι, και έτσι δεν χαμογελούν ποτέ γιατί φοβούνται μην αδειάσουν από χαμόγελα στο μέλλον.
     Σε κάθε περίπτωση κανένα από τα θύματα ποτέ του δεν θα χαμογελάσει, παρά μόνο αν καταφέρει και προστατευτεί γελώντας όταν τους δει. Δηλαδή στο παρόν.
 

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

34. "Οι λίγοι και οι πολλοί της Σεφκίμ"

    Στα δάση του Αμαζονίου υπάρχει λένε, μία αρχαία και έρημη πόλη φτιαγμένη από δεκατρείς ομόκεντρους κυκλικούς τοίχους, με κάθε έναν από αυτούς να απέχει από τον άλλο πεντακόσια έως και τα οχτακόσια πενήντα μέτρα, με την απόσταση να μεγαλώνει όσο κανείς προχωρά προς το κέντρο της πόλης. Φημολογείται μάλιστα πως κάθε χώρος ανάμεσα στα τείχη είναι πραγματικά ίσος με όλους τους άλλους, εκτός από τον τελευταίο που είναι εξαιρετικά μικρότερος από τους άλλους. Η κυκλική αυτή πόλη έχει το όνομα Σεφκίμ και η διάμετρος της ξεπερνά συνολικά τα εφτά χιλιόμετρα, ενώ τα τείχη της ξεπερνούν τα τριάντα μέτρα ύψος. Οι εσωτερικοί τοίχοι ψηλώνουν όσο πάει και φτάνουν τα πενήντα, με εξαίρεση τον τελευταίο που είναι χαμηλότερος του προηγούμενου του.
     Ερευνητές και αρχαιολόγοι μέχρι σήμερα δεν έχουν καταφέρει να ανακαλύψουν ποιος την έφτιαξε ή ποιος την κατοίκησε, αλλά ούτε και να την χρονολογήσουν. Πολλοί μάλιστα υποστηρίζουν πώς δεν είναι ανθρώπινο αλλά φυσικό κατασκεύασμα, αφού τα τείχη της δεν θα ξεχώριζαν από οποιοδήποτε βράχο αν δεν είχαν το σχήμα ομόκεντρων κύκλων, οι οποίοι μάλιστα δεν είναι τέλειοι. Κάτι που ενισχύει την τελευταία θεωρία. Το σίγουρο είναι πως κάποτε η πόλη Σεφκίμ κατοικήθηκε και η ιστορία της είναι η παρακάτω.
    Η ομάδα ανθρώπων που πρωτοκατοίκησαν μέσα στο πρώτο εξωτερικό τοίχος, προφανώς για να προστατευτούν από τα θηρία της ζούγκλας, λέγεται πως συνάντησαν ένα πολύ πλούσιο και έφορο έδαφος όπου ήδη υπήρχαν πολλά καρποφόρα δέντρα και έτσι αποφάσισαν να εγκατασταθούν εκεί. Όλοι άρχισαν να ζουν εύρωστα και χαρούμενα στο όμορφο αυτό μέρος, και ευχαριστούσαν τους θεούς για την ευλογία να βρουν αυτό το μέρος. Ήταν τόσο ικανοποιημένοι με τη τροφή που είχαν εκεί που δεν ενδιαφέρονταν και αγνοούσαν πως κάποιοι λίγοι είχαν εγκατασταθεί πίσω από τον δεύτερο εξωτερικό τοίχο, όπου οι φήμες λέγαν πως ήταν ακόμα περισσότερη η τροφή, και έτρωγαν μέχρι σκασμού μα δεν επέτρεπαν στους πολλούς να πάνε και να μπουν, ούτε μοιράζονταν το φαγητό με αυτούς στον εξωτερικό κύκλο.
    Μα οι πολλοί τους άφηναν χωρίς παράπονο ή διαμαρτυρία. Μέχρι, που τα δέντρα δεν είχαν άλλους καρπούς για να τραφούν, και στον εξωτερικό κύκλο άρχισαν να πεινάνε. Τότε και μόνον τότε θέλησαν και διεκδίκησαν να μπουν στον δεύτερο κύκλο όπου υπήρχε τροφή. Οι λίγοι αντιστάθηκαν σθεναρά για να κρατήσουν τους λιμοκτονούντες μακρυά από την πλεονέστερη περιοχή τους. Όμως καθώς η πείνα κάνει τον άνθρωπο ισχυρότερο θεριό από ότι τον κάνει η πλεονεξία οι λίγοι δεν τα κατάφεραν και οι πολλοί μπήκαν και στον δεύτερο κύκλο που πράγματι αν και ισομεγέθης με τον προηγούμενο του ήταν πιο πλούσιος σε φαγητό από τον πρώτο. Πάλι όμως κάποιοι λίγοι κατάφεραν και μπήκαν στον τρίτο κατά σειρά κύκλο και άρχισαν να απολαμβάνουν μόνοι τους το πλεονάζον φαγητό των δέντρων του, που ήταν ακόμα πιο πλούσια από τον δεύτερο και πολύ περισσότερο από του αρχικού.
    Η ιστορία συνεχίζει με τους καρπούς των δέντρων του δεύτερου κύκλου να τελεύουν και εκείνοι. Με τους πολλούς να διεκδικούν πάλι τότε τη θέση τους στον τρίτο και με κάποιους λίγους - όχι πάντα  τους ίδιους, μα πάντα λίγους- να πηγαίνουν στον επόμενο. Με το αυτό να επαναλαμβάνεται οχτώ φορές ακόμα, ώσπου φτάνουν οι πολλοί στον δωδέκατο και κάποιοι λίγοι στον δέκατο τρίτο κύκλο. Μα και τότε το φαγί στον δωδέκατο κύκλο σώθηκε και οι πολλοί θέλησαν να μπουν στον τελευταίο κύκλο, τον μικρότερο όλων και όχι τόσο γεμάτο με καρπούς. Οι λίγοι εκείνη τη φορά επέδειξαν την μεγαλύτερη αντίσταση που είχαν επιδείξει ποτέ, μα πάλι δεν κατάφεραν τελικά να αποτρέψουν τους πολλούς από το να μπουν μέσα. Πράγματι οι πολλοί μπήκαν. Μπήκαν και χόρτασαν με καρπούς αλλά και με κρέας αυτή τη φορά, αφού το φαγητό δεν ήταν αρκετό...

    

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

33 " Λάθη στις παρυφές ενός Ηφαιστείου"

     Κάποτε τα πολύ παλιά χρόνια σε ένα χωριό στις παρυφές ενός ηφαιστείου, οι κάτοικοι του ζούσαν εύρωστα, ανέμελα και φιλήσυχα την καθημερινή καθημερινότητα τους για πολλά χρόνια αγνοώντας τους κινδύνους που διέτρεχαν από την θέση των σπιτιών τους. Όταν ήρθε λοιπόν η μέρα και το ηφαίστειο εξερράγη για πρώτη φορά. Όσοι σώθηκαν από τον καυτό θάνατο συγκεντρώθηκαν και απεφάνθησαν πως το ηφαίστειο εξερράγη γιατί δεν θυσίαζαν σε αυτό κάποιο ζώο, και αποφάσισαν πως από εδώ και πέρα θα έριχναν μέσα στον κρατήρα ένα σφαχτό κάθε τόσο.
      Έτσι και έκαναν.
    Τα χρόνια πέρασαν και οι κάτοικοι συνέχισαν να ζουν φιλήσυχα με τα βάσανα και τις δεισιδαιμονίες τους τιμώντας τους αδικοχαμένους συγχωριανούς τους. Και πάλι όμως ήρθε ο καιρός το ηφαίστειο να εκρηχθεί φέρνοντας τον καυτό θάνατο και πάλι στο χωριό. Όσοι διεσώθησαν συγκεντρώθηκαν και  απεφάνθησαν πως κάποιο από τα σφαχτά που θυσίασαν ήταν κακό, άνοστο και πως ήταν λάθος τους που το προσέφεραν θυσία στο ηφαίστειο χωρίς να το δοκιμάσουν. Έτσι αποφάσισαν να τρώνε λίγο από τα σφαχτά πριν τα ρίξουν στον κρατήρα.
    Τα επόμενα χρόνια πέρασαν και πάλι εύρωστα για τους κατοίκους του χωριού αν και μάλωναν κάθε τόσο για το πόσο έτρωγε ο καθένας τους από το σφαχτό της θυσίας. Κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες τους με τον φόβο κάποιας έκρηξης, τον οποίο η αλήθεια είναι πως δεν μπορούσαν πια να ξορκίσουν με δεισιδαιμονίες. Και πάλι κάποτε, για τρίτη φορά, το ηφαίστειο εξερράγη. Ήταν η φορά που όλοι οι κάτοικοι του χωριού βρήκαν καυτό θάνατο, και δεν επέζησε κανείς.

    Αυτή είναι μία ιστορία που λένε σε κάποιο άλλο χωριό κάποιοι κάτοικοι που υποστηρίζουν πως αν κάποιος για πολύ καιρό βρίσκει λάθος λύσεις σε ένα πρόβλημα το πρόβλημα σταματά να υπάρχει, γιατί το ίδιο συμβαίνει και σε αυτόν που το έχει.

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

32. "Ένας αδιάφορος προσευχητής"

    Υπάρχει ένας βράχος στο δάσος των περιμυθιασμάτων που κάποτε ένα τέρας που έμοιαζε με μια μεγάλη αρκούδα αλλά είχε κεφάλι και ελαττώματα ανθρώπινα τον σήκωσε και τον πέταξε μέσα στην λίμνη των σκέψεων. Κανείς δεν είναι σίγουρος αν ο βράχος είναι τελικά τόσο μεγάλος ή τα νερά όπου έπεσε είναι τόσο ρηχά και ένα κομμάτι του βράχου προεξέχει από την στάθμη της επιφάνειας.
    Είναι μέρες που ένα αλογάκι της Παναγίας, συχνός ανούσιος προσευχητής, παίρνει και κόβει ένα στάχυ από αυτά που οι άνθρωποι θερίζουν για να κάνουν το αλεύρι για να φτιάξουν το ψωμί και να ζήσουν και να ευτυχίσουν. Αυτό το στάχυ το αλογάκι το ισορροπεί πάνω στην κορυφή του βράχου και πάνω σε αυτό, σε μία ιδιότυπη τραμπάλα ισορροπεί το ίδιο, και μαζί με αυτό ταλαντεύει την ικανοποίηση του και τις προσευχές του.
    Οι προσευχές του είναι συνήθως δύο και πάνω σε αυτές ισορροπεί και ταλαντεύεται τις περισσότερες φορές. Πότε κάνει τη μία και πότε κάνει την άλλη. Στην μία προσεύχεται ο άνεμος στο δάσος να φυσήξει δυνατός και η ζωή του να ζωηρέψει με καλά και με κακά. Τολμά μάλιστα κάποιες φορές να καταραστεί την γαλήνη που επικρατεί. Στην άλλη προσευχή όμως -συνήθως όταν πιάσει η άλλη προσευχή - αποζητά νηνεμία στο δάσος και σκύβει το κεφάλι του υποκλινόμενο για ηρεμία.
    Τα άλλα ζώα του δάσους έχουν βαρεθεί με την αναποφασιστικότητα του εντόμου, με την ανικανοποίηση του, και προσεύχονται όταν το βλέπουν πάνω στο στάχυ, πάνω στο βράχο και στη λίμνη να πέσει να πνιγεί ή έστω ένα ψάρι της λίμνης, μία από αυτές τις λεπιοφόρες σκέψεις που ζουν σαν ψάρια σε αυτή να πεταχτεί από το νερό και να το κάνει μία χαψιά.
    Όμως πολύ λίγο φαίνεται να ενδιαφέρεται πια η μεγάλη λίμνη για το αλογάκι και τα καμώματα του.  Αν κρίνουμε από το γεγονός πως πνίγει όποιο ζώο φανεί να ενοχλείται περισσότερο κάθε φορά, μάλλον τη συμπεριφορά της και την βαθυά της αλήθεια πρέπει να ακολουθήσουν όσα ζώα ενοχλούνται.

    Και αν κανείς ρωτήσει το αλογάκι θα του πει ότι οι προσευχές του δεν έχουν να κάνουν με την λίμνη.  
    

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

31. "Η μαρτυρία ενός πανδοχέα για τα φίδια της Σιάμ."

    Λένε πως υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι έχουν το χάρισμα να βλέπουν την υλική μορφή των ιδεών και των εννοιών. Συμβαίνει όμως, καμιά φορά, να τύχει αυτό και σε κάποιον που δεν έχει το χάρισμα αυτό.
    Είναι άγνωστο λοιπόν αν ο αφηγητής της παρακάτω ιστορίας, πανδοχέας στο επάγγελμα, είδε το παρακάτω τυχαία ή έχαιρε του χαρίσματος.
    Ένα χειμωνιάτικο βράδυ έμελλε να φιλοξενήσει στο μικρό του πανδοχείο έναν ταξιδιώτη άρρωστο που τον παρακάλεσε να τον προσέχει την νύχτα μήπως και χρειαστεί κάτι. Ο πανδοχέας έναντι αμοιβής δέχτηκε και κάθε τόσο μέσα στην νύχτα σηκωνόταν από το κρεβάτι του και άνοιγε την πόρτα του δωματίου του ταξιδιώτη να δει αν ήταν καλά και αν χρειαζόταν κάτι. 
    Ήταν η τρίτη ή η τέταρτη επίσκεψη του στο δωμάτιο, όταν είδε τυλιγμένο στο σώμα του ταξιδιώτη ένα μεγάλο φίδι αλλόκοτο, που από την αρχή κατάλαβε πως δεν ανήκε στον κόσμο που ήξερε και ξέρουμε. Κάτω ακριβώς από το κεφάλι του φιδιού κρεμόταν ένα γαλάζιο γυάλινο μπουκαλάκι που περιείχε ένα κίτρινο υγρό, που σημαίνει πως τα μάτια του πανδοχέα εν τέλει το έβλεπαν πράσινο. Ο πανδοχέας που είχε ακούσει πολλές ιστορίες από τους ταξιδιώτες που κατά καιρούς είχαν περάσει από το πανδοχείο του είχε αναγνωρίσει το εξωπραγματικό αυτό ερπετό και δεν φοβήθηκε. Ήξερε πως τα ερπετά αυτά που δραπετεύουν από τον κόσμο τον ονείρων έλκονται από τον ρυθμό της αναπνοής των ανθρώπων όταν κοιμούνται και αγκαλιάζουν το σώμα τους χωρίς πρόθεση να τους βλάψουν. Τα φίδια αυτά πλησιάζουν τους ανθρώπους μόνο και μόνο γιατί ο ρυθμός της αναπνοής ενός ανθρώπου που κοιμάται τα ηρεμεί. Επίσης είχε ακούσει πως το μπουκαλάκι περιείχε μέσα την ευτυχία στην υλική της μορφή. Από φόβο δίστασε να πλησιάσει και να πάρει το μπουκαλάκι από τον λαιμό του φιδιού. Γιατί δεν ήξερε τι μπορούν να κάνουν τα φίδια σε έναν ξύπνιο άνθρωπο, και φοβήθηκε μήπως κινδύνευε.
    Ο πανδοχέας είδε τον ταξιδιώτη να ονειρεύεται καθώς το φίδι χαλάρωνε και ησύχαζε στον ρυθμό της εκπνοής και της εισπνοής του. Ένα χαμόγελο ευτυχίας εμφανίστηκε στο πρόσωπο του ταξιδιώτη, και ο πανδοχέας κατάλαβε πως τα όνειρα προέρχονται από την αγκαλιά του φιδιού και τα ευτυχισμένα όνειρα από την μυρωδιά του υγρού στο μπουκάλι η οποία ήταν τόσο ισχυρή που δραπέτευε από τον φελό, και όπως τα κεφάλια του ανθρώπου και του φιδιού γέρναν στο ίδιο μαξιλάρι η οσμή της ευτυχίας έφτανε στη μύτη του ανθρώπου.
    Ξάφνου το χέρι του ταξιδιώτη κινήθηκε έτσι ώστε πλησίαζε για να αρπάξει το μπουκάλι από το λαιμό του φιδιού. Λες και ο κοιμισμένος άντρας γνώριζε μέσα στον ύπνο τους τι γινόταν. Το φίδι αντιλήφθηκε την κίνηση αυτή αμέσως και ο πανδοχέας κράτησε την ανάσα του για το χειρότερο. Ένας εφιάλτης γεννήθηκε μέσα στον ύπνο του ταξιδιώτη και η όψη του τσαλακώθηκε, το φίδι άρχισε να ξετυλίγεται από το σώμα του άντρα έτσι που εκείνος έμοιαζε να στριφογυρίζει στο κρεβάτι του. Ο πανδοχέας πρώτη φορά έβλεπε γιατί οι άνθρωποι παλεύουν με τα σεντόνια τους όταν βλέπουν κάποιο φοβερό εφιάλτη. Το φίδι έφυγε όταν ο άντρας ξύπνησε τρεμάμενος από το κακό όνειρο του, το οποίο απέδωσε στον πυρετό.
    Αυτή είναι η ιστορία που αφηγείται κάποιος πανδοχέας σε κάποιο μέρος του κόσμου. Και όσοι έχουν το χάρισμα να βλέπουν πέρα από αυτόν τον κόσμο επιβεβαιώνουν πως μπορεί και να λέει την αλήθεια.
    

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

30. "Αζά"

    Υπάρχει ένα βασίλειο που θα ήταν άσκοπο να περιγραφεί πως είναι ή ποιοι νόμοι το διέπουν καθώς υπερβαίνει σε μέγεθος και σε περιπλοκότητα τον ανθρώπινο νου, που παραδόξως όμως το υπερβάλλει. Σε αυτό το βασίλειο γεννήθηκε κάποτε ένα πριγκιπόπουλο δίπλα σε ένα πηγάδι από όπου οι ντόπιοι ερημίτες τραβούσαν με τα χέρια τους πλίνθινους κουβάδες για να βγάλουν νερό και να ποτίσουν τα στριβογυριστά κλαδιά των υπαίθριων κρεβατιών τους. Με αυτό το νερό ξεπλύθηκε το σώμα του και του καθάρισαν τα μάτια του για να τα ανοίξει και να δει το βασίλειο που θα κυβερνούσε με τα αδέρφια του. Ο μικρός πρίγκιπας έμελλε να αφεντεύσει το πιο σπουδαίο κομμάτι του βασιλείου του, και να είναι για πάντα ο νεότερος όλων, ακόμα και των αδερφών του που θα γεννιόντουσαν αργότερα, οι περισσότεροι των οποίων θα ήταν γηραιότεροι ακόμα και των πρωτότοκων.
     Σκοπός των αδερφών αρχόντων ήταν - και ακόμα είναι - όχι να φροντίσουν για την ευημερία του βασιλείου και των κατοίκων του αλλά, η διατήρηση του. Για το αν αυτό θα προόδευε ή θα ρήμαζε δεν ευθύνονταν εκείνοι. Το μόνο για το οποίο είχαν οριστεί υπεύθυνοι ήταν να μην χαθεί.
     Κάποια μέρα σε ένα στενοσόκακο στρωμένο με πλατιές πέτρες στεγνές και κρύες όπως ο Γενάρης ο μικρός πρίγκιπας βρέθηκε μονάχος του σε σταυροδρόμι με δυο αυλές, η μία ξένη και η άλλη ανηφορική, από τις τέσσερις γωνιές του σταυρού βγήκαν τέσσερις σταχτοκίτρινες φιγούρες που είχαν όλα τα χαρακτηριστικά τους ανθρώπινα, εκτός που στερούνταν προσώπου. Κυκλωμένος ο πρίγκιπας και ενώσω οι φιγούρες τον πλησίαζαν ένιωσε το τέλος, όχι το δικό του αλλά του κόσμου του. Οι τέσσερις φιγούρες, μία σε κάθε γωνία απειλούσαν την ύπαρξη όλου του βασιλείου, μα ο μικρός πρίγκιπας έσωσε το βασίλειο με το πως έπραξε.
    Ότι έκανε δεν το έκανε ηθελημένα, δεν το γνώριζε κι ούτε το σκέφτηκε, απλά αντέδρασε όπως του υπαγόρευσε ο φόβος του και σύμφωνα με το ένστικτο του. Αυτό που έκανε ήταν να μην σταματήσει την περπατησιά του και για αυτό άκουσε στο νου του την λέξη "Αζά", την οποία στο επόμενο βήμα επανέλαβε με το στόμα του και έτσι χάθηκαν οι τέσσερις απειλές. Από τότε κάθε ένας από τους άρχοντες αδερφούς όταν νιώθει πως ο κόσμος του απειλείται να χαθεί προφέρει την λέξη "Αζά" και αν ο κίνδυνος χαθεί έχει καλώς. Αν όχι προσπαθούν με άλλους τρόπους.
    
    Δεν αναφέρονται άλλα περιστατικά που η προφορά της λέξης να λειτούργησε, όμως αυτό δεν αποτελεί αμφισβήτηση για την δύναμη της λέξης.
    Ο αφηγητής την προτείνει στον οποιοδήποτε να την χρησιμοποιήσει για να ξορκίσει οποιαδήποτε στιγμή νιώθει πως ο κόσμος του χάνεται.

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

29. "Ένα όμορφο τοπίο και η στοιχειωμένη από ζήλο άστοχη αφήγηση του"

    Λένε πως κάποτε, κάποιο καλοκαίρι, ένα απόγευμα μιας πανέμορφης ημέρας ένας αγρότης πήγαινε στο χωράφι του να ποτίσει τα σπαρτά του. Στο δρόμο έπιασε να θαυμάζει τις ομορφιές του αγρού και της φύσης. Τον γαλάζιο ουρανό με τα δαντελένια νεφελώματα του, τα σκαμμένα και βλαστημένα χωράφια με τις καλοδεμένες με αρμονία από το όργωμα αποχρώσεις του χώματος και της βλάστησης, τα στεγνά χαλίκια του δρόμου που από μέσα ξεφύτρωνε καταπράσινη και δροσερή η χλόη.
    "Τι ωραία εικόνα" σκέφτηκε ο αγρότης και θέλησε να καθίσει να απολαύσει το τοπίο που απλωνόταν γύρω του. Έτσι και έκανε. Κάθισε κατάχαμα και αγνάντευε πια την δυσπερίγραπτη ομορφιά.
    Η ιστορία λέει πως ο άντρας βαρέθηκε και δεν σηκώθηκε πότε από εκεί. Το σώμα του έγινε ένα με το πανέμορφο τοπίο, και πως από τότε μοιάζει με βράχο που συμπληρώνει μεν την ωραιότητα της εικόνας μα την στοιχειώνει επίσης. Για χρόνια η ιστορία αυτή τρόμαζε τους περαστικούς των δρόμων της τόπου του αγρότη και κάθε φορά που συναντούσαν γύρω τους εφάμιλλης ομορφιάς τοπία βιάζονταν και ανησυχούσαν για το στοιχειό.
  Τώρα πια όμως δεν πρέπει να ανησυχούν γιατί για πολύ καιρό οι ακροατές της ιστορίας φοβόντουσαν πως όλα προέρχονταν από μία θεάζουσα τιμωρία που συνόδευε την θέα  της προεκθειάζουσας ομορφιάς του τοπίου. Το δίχως άλλο όμως αυτό είναι ψέμα καθώς για το πάθημα του αγρότη ευθύνεται μονάχα η υπέρμετρη - στα όρια του μύθου - αυτοφυής νωθρότητα του.
     Οι υπερβολικές περιγραφές του αφηγητή ευθύνονται για το λάθος επιμύθιο της ιστορίας - μικρό δείγμα των οποίων από φόβο παραδόθηκε στην παρούσα αφήγηση - , και εκείνος πια πρέπει να φοβάται μην περάσει από το δρόμο γιατί με αυτόν τα έχει βάλει πια το στοιχειό.

    Εμείς μέρα που είναι δεν μπορούμε παρά να του ευχηθούμε να μην περάσει ποτέ από εκείνο το δρόμο.

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

28. "Μία από τις πτώσεις του ανθρώπινου γένους"

    Ο Θεός λένε πως έπλασε τον άνθρωπο κατά πολύ ανώτερο από όσο εμείς γνωρίζουμε και πιστεύουμε πως είναι. Τον έπλασε δυνατότερο, εξυπνότερο, ωραιότερο και εν γένει σοφότερο από ότι είναι σήμερα.
    Κάποτε όμως, όταν το βασίλειο ήταν ένα και όλοι οι πολίτες βρίσκονταν κάτω από την εξουσία ενός βασιλιά, πολύ πριν οι φυλές γίνουν πολλές και οι γλώσσες ακόμα περισσότερες, ένας βασιλιάς αντιλήφθηκε διαφορετικά τα λόγια του πατέρα και των δασκάλων του, πως δηλαδή ένας βασιλιάς πρέπει να είναι ανώτερος όλων.
    Αλίμονο ο βασιλιάς δεν ήταν ο ομορφότερος, ο εξυπνότερος, ο δυνατότερος, ο ικανότερος και ο σοφότερος όλων των ανθρώπων που έζησαν στην εποχή της βασιλείας του. Ζήλευε και φοβόταν μήπως η αναξιότητα του θα του στερούσε τον θρόνο που του κληροδότησε ο πατέρας του. Η μόνη καλή κρίση που του αποδίδεται στην βιογραφία του είναι πως αναγνώρισε πως ποτέ του δεν θα κατάφερνε να ξεπεράσει τους ομορφότερους, εξυπνότερους, δυνατότερους, ικανότερους και ανώτερους του βελτιώνοντας τον εαυτό του, και πως έπρεπε να το επιτύχει με άλλους τρόπους.
    Οι τρόποι αυτοί ήταν πολλοί. Απαγχονισμός, καρατόμηση, σφαγή, παλούκωμα, πνιγμός, στραγγαλισμός και πολλoί άλλοι που οδηγούσαν στο θάνατο.
    Το αποτέλεσμα ήταν άκρως επιτυχές. Κανένας που να ήταν αξιότερος ή ανώτερος του βασιλιά σε κάτι από τα προηγούμενα δεν έμεινε ζωντανός. Αναπόφευκτα το ανθρώπινο γένος έγινε κατώτερο από όπως το είχε πλάσει ο Ύψιστος και λέγεται πως συνεχίζει να είναι.
    
    Οι αναγνώστες αυτής της ιστορίας πριν κρίνουν τον βασιλιά, θα πρέπει να προσέξουν. Να μην βιαστούν να τον πουν κατώτερο τους. Τους υπενθυμίζεται πως ο ίδιος βασιλιάς φρόντισε πολύ καλά να μην είναι ανώτεροι του. Ας το σκεφτούν καλά λοιπόν πριν μιλήσουν.