Στη ανατολική λεκάνη της Μεσογείου ανάμεσα στα δεκάδες μικρά και μεγάλα νησιά, κάπου στις παραλίες παλαιών χωρών υπάρχει μία ερημική παραλία που λίγοι γνωρίζουν πως να βρεθούν εκεί. Είναι ένα άλλο μέρος του κόσμου, όπου οι άνθρωποι δεν βρίσκονται εκεί ακολουθόντας χάρτες. Ένα μέρος όσων συνέβη να δραπτεύσουν από την πεζότητα και να βρεθούν σε μία βαρύτερη αντίληψη της ύπαρξης.
Στη παραλία αυτή θα βρει κανείς ένα υπαίθριο παραλιακό μπαράκι. Η κάβα με τα ποτά του είναι στερεομένη σε ένα βράχο. Ένας σκούρος ξύλινος πάγκος υπάρχει μπροστά και ανάμεσα σε ψάθινες ομπρέλες και υπόστεγα υπάρχουν καλαμιένες καρέκλες και ψηλά τραπέζια. Ένας μαύρος Μαυριτανός φτιάχνει τα ποτά πίσω από τον πάγκο και οι θαμώνες δεν έχουν παρά να πάνε και να τα πάρουν. Οι θαμώνες πληρώνουν και ο μαυριτανός δέχεται τα χρήματα τους, όμως κανένας τους δε νοιάζεται για το πόσα χρήματα δίνει ή παίρνει. Δεν υπάρχει πουθενά τιμοκατάλογος. Παρά μόνο μία επιγραφή που δηλώνει το όνομα του μπαρ.
Ένα παλιό κασετόφωνο παίζει παλιά τραγούδια διαφόρων ειδών με θέματα των διάφορων ερώτων. Ένας άτυπος κανόνας απαγορεύει το άκουσμα τραγουδιών πιο πρόσφατων της τελευταίας δεκαεξαετίας.
Η θάλασσα είναι καταγάλανη, σχεδόν λευκή από την καθαρή ψιλή άμμο. Ριχή τόσο που κανείς δεν μπορεί να πνιγεί σε αυτή. Ακόμα και αν το προσπαθούσε. Για το λόγο αυτό η ονομασία του μπαρ "Πνιγμένος χτύπος" θεωρείται λάθος μετάφραση, ή ως αποτυχημένο λογοπαίγνιο. Όλοι πιστεύουν πως εννοεί "Πνιχτός χτύπος". Το νερό της θάλασσας είναι πολύ αλμυρό. Τόσο που τσούζει τις πληγές όσων κολυμπάνε, και τόσο που το μαύρο χρώμα του Μαυριτανού ασπρίζει σαν ξερένεται πάνω του το αλάτι αφού βουτήξει.
Οι θαμώνες δεν μιλάνε μεταξύ τους. Κοιτάζονται κλεφτά στα μάτια, με τα πρόσωπα τους ευθεία το ένα στο άλλο, χωρίς να κρύβονται, ψάχνοντας κάτι. Ακούνε μόνο την μουσική, τους στίχους των τραγουδιών τους επαναλαμβάνουν από μέσα τους. Θυμούνται διάφορους παλιούς τους έρωτες. Έρωτες που τους άφησαν, και ύστερα αυτοί μετά από χρόνους αργούς βρέθηκαν σε αυτό το μέρος του κόσμου. Να πίνουν και να θυμούνται.
Τα βράδια ο Μαυριτανός ανάβει φωτιές. Οι θαμώνες χορεύουν. Κοιτάζουν τα άστρα. Κολυμπάνε. Μένουν ακόμα πιο σιωπηλοί. Αλλά προ στο τέλος ενώ κάθονται στην άκρη της παραλίας με το κύμα να περνά την άμμο ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών τους, ψιθυρίζουν ονόματα. Η θάλασσα, κάποιοι πιστεύουν τα παίρνει μέσα της στα βαθυά, και εκεί τα πνίγει.
Η όψη του Μαυριτανού το βράδυ γίνεται αβάσταχτη. Καθόλου τρομαχτική. Είναι λένε ο πιο συμπαθής και φιλικός άνθρωπος στο κόσμο. Κανένας δεν έχει ακούσει τη φωνή του. Μονάχα ίσως κάποιος όταν φύγει να τον ακούσει να τον αποχαιρετά. Τότε όλοι ξέρουν πως αυτός δεν θα επιστρέψει ποτέ στη παραλία. Ίσως επειδή θα πεθάνει, ίσως όμως και επειδή θα ζήσει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου