Υπάρχει ένα σημείο στο δάσος των
περιμυθιασμάτων που οι ακάνθινοι θάμνοι δεν αφήνουν χώρο να περπατήσουν τα ζώα
και να καταφάνε την βλάστηση εκεί. Με τα χρόνια σπόροι δέντρων βλασταίνουν σε αυτό
το χώρο και κανένα ζώο δεν καταφέρνει να πάει εκεί για να διακόψει την θεριά τους με την πείνα του. Τα δέντρα
θεριεύουν λοιπόν εκεί τόσο κοντά το ένα στ’ άλλο που η βλάστηση πυκνώνει και
πυκνώνει μέχρι που τα κλαδιά και τα φύλλα μπλέκονται σε ένα σώμα μέσα στο οποίο
κανένα ζώο δεν τολμά να μπει από το φόβο μη χαθεί ή μην λαχταρίσουν την σάρκα
τους τα εκατοντάδες ζωύφια που κατοικούν μέσα εκεί. Μόνο η μαϊμού κάθε τόσο λένε πως
πηγαίνει εκεί. Χάνεται μέσα στις φυλλωσιές. Μα ποιος τολμά να πάει να την
ακολουθήσει;
Ένας σκίουρος μόνο την ακολούθησε κάποτε και διηγήθηκε το εξής όταν επέστρεψε.
"Σαν είδα την μαϊμού να φεύγει από την λίμνη κατάλαβα που θα πήγαινε και την ακολούθησα, εγώ ο τολμηρός! Την ακολούθησα χωρίς να με δει ή να με καταλάβει ή να με υποψιαστεί ή οτιδήποτε τέτοιο. Όπου πατούσε πάταγα και όπου στεκόταν στεκόμουν. Έτσι δεν αγκυλώθηκα σε κανένα αγκάθι και τίποτα κακό δεν έπαθα. Σας το λέω τώρα για ένα ζώο στο μέγεθος μου δεν είναι δύσκολο να πάει στις πυκνές φυλλωσιές. Όμως ποτέ δεν θα ξαναπήγαινα σε εκείνο το μέρος. Και ούτε εσείς να πάτε.
Η μαϊμού κινούταν γρήγορα μα την πρόφταινα. Γιατί εκείνη πρόσεχε πολύ τα βήματα της επειδή είναι μεγαλύτερη και επειδή προπορευόταν, αλλά επίσης δεν φαινόταν πως πήγαινε κάπου. Έψαχνε και για αυτό καθυστερούσε. Τι έψαχνε; Μία κουφάλα από ότι φάνηκε. Ανάμεσα στις φυλλωσιές υπάρχουν πολλοί κορμοί και όλοι έχουν κουφάλες. Κάθε κορμός! Δεν τις έφτιαξε κανένα ζώο, αλλά μάλλον τα ζωύφια που κατοικούν στις φυλλωσιές και πρέπει να είναι τεράστια για να κάνουν τέτοιες κουφάλες. Ευτυχώς που δεν είδα κανένα τους αλλιώς δεν θα ζούσα, σας λέω.
Ένας σκίουρος μόνο την ακολούθησε κάποτε και διηγήθηκε το εξής όταν επέστρεψε.
"Σαν είδα την μαϊμού να φεύγει από την λίμνη κατάλαβα που θα πήγαινε και την ακολούθησα, εγώ ο τολμηρός! Την ακολούθησα χωρίς να με δει ή να με καταλάβει ή να με υποψιαστεί ή οτιδήποτε τέτοιο. Όπου πατούσε πάταγα και όπου στεκόταν στεκόμουν. Έτσι δεν αγκυλώθηκα σε κανένα αγκάθι και τίποτα κακό δεν έπαθα. Σας το λέω τώρα για ένα ζώο στο μέγεθος μου δεν είναι δύσκολο να πάει στις πυκνές φυλλωσιές. Όμως ποτέ δεν θα ξαναπήγαινα σε εκείνο το μέρος. Και ούτε εσείς να πάτε.
Η μαϊμού κινούταν γρήγορα μα την πρόφταινα. Γιατί εκείνη πρόσεχε πολύ τα βήματα της επειδή είναι μεγαλύτερη και επειδή προπορευόταν, αλλά επίσης δεν φαινόταν πως πήγαινε κάπου. Έψαχνε και για αυτό καθυστερούσε. Τι έψαχνε; Μία κουφάλα από ότι φάνηκε. Ανάμεσα στις φυλλωσιές υπάρχουν πολλοί κορμοί και όλοι έχουν κουφάλες. Κάθε κορμός! Δεν τις έφτιαξε κανένα ζώο, αλλά μάλλον τα ζωύφια που κατοικούν στις φυλλωσιές και πρέπει να είναι τεράστια για να κάνουν τέτοιες κουφάλες. Ευτυχώς που δεν είδα κανένα τους αλλιώς δεν θα ζούσα, σας λέω.
Είδα -που σας λέω- την μαϊμού κάποια στιγμή, να στέκεται μπροστά σε μία από αυτές
τις κουφάλες, να χώνει το ένα της χέρι βαθιά στο αυτί της και να βγάζει από
μέσα μία σκέψη. Ένα μικρό άμορφο πράγμα σαν το ρετσίνι των δέντρων. Με το άλλο
χέρι ψαχούλευε την κουφάλα του δέντρου. Από εκεί έβγαλε μία άλλη σκέψη βρωμερή και σάπια
αλλά πιο συμπαγή από αυτή που μόλις είχε βγάλει από το αυτί της. Την έβαλε στο στόμα της και την πιπίλησε. Όταν την έβγαλε
ήταν καθαρή και έμοιαζε με μπλεγμένες βελόνες, την δοκίμασε αν στέκεται κάπου ίσα,
και σαν είδε πως στεκόταν, έφτυσε με δύναμη την βρωμιά που δεν είχε καταπιεί ως
φαίνεται και μετά έβαλε την σκέψη στο στόμα της και την μασούλαγε. Την άλλη δε
σκέψη, που είχε βγάλει από το αυτή της, την πέταξε μέσα στην κουφάλα και έφυγε. Και
έφυγα και εγώ.
Δεν ξέρω για εσάς, και πως το ερμηνεύετε όλο αυτό αλλά εγώ δεν πρόκειται να ξαναμπώ στην κουφάλα του δέντρου μου και σε καμία άλλη κουφάλα.”
Αυτά είπε ο σκίουρος στα ζώα και πολλά πολύ (ή πολύ πολλά) γέλασαν μαζί του.
Δεν ξέρω για εσάς, και πως το ερμηνεύετε όλο αυτό αλλά εγώ δεν πρόκειται να ξαναμπώ στην κουφάλα του δέντρου μου και σε καμία άλλη κουφάλα.”
Αυτά είπε ο σκίουρος στα ζώα και πολλά πολύ (ή πολύ πολλά) γέλασαν μαζί του.