Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

18. “Η μαρτυρία του σκίουρου.”

    Υπάρχει ένα σημείο στο δάσος των περιμυθιασμάτων που οι ακάνθινοι θάμνοι δεν αφήνουν χώρο να περπατήσουν τα ζώα και να καταφάνε την βλάστηση εκεί. Με τα χρόνια σπόροι δέντρων βλασταίνουν σε αυτό το χώρο και κανένα ζώο δεν καταφέρνει να πάει εκεί για να διακόψει την θεριά τους με την πείνα του. Τα δέντρα θεριεύουν λοιπόν εκεί τόσο κοντά το ένα στ’ άλλο που η βλάστηση πυκνώνει και πυκνώνει μέχρι που τα κλαδιά και τα φύλλα μπλέκονται σε ένα σώμα μέσα στο οποίο κανένα ζώο δεν τολμά να μπει από το φόβο μη χαθεί ή μην λαχταρίσουν την σάρκα τους τα εκατοντάδες ζωύφια που κατοικούν μέσα εκεί. Μόνο η μαϊμού κάθε τόσο λένε πως πηγαίνει εκεί. Χάνεται μέσα στις φυλλωσιές. Μα ποιος τολμά να πάει να την ακολουθήσει;
    Ένας σκίουρος μόνο την ακολούθησε κάποτε και διηγήθηκε το εξής όταν επέστρεψε.
   "Σαν είδα την μαϊμού να φεύγει από την λίμνη κατάλαβα που θα πήγαινε και την ακολούθησα, εγώ ο τολμηρός! Την ακολούθησα χωρίς να με δει ή να με καταλάβει ή να με υποψιαστεί ή οτιδήποτε τέτοιο. Όπου πατούσε πάταγα και όπου στεκόταν στεκόμουν. Έτσι δεν αγκυλώθηκα σε κανένα αγκάθι και τίποτα κακό δεν έπαθα. Σας το λέω τώρα για ένα ζώο στο μέγεθος μου δεν είναι δύσκολο να πάει στις πυκνές φυλλωσιές. Όμως ποτέ δεν θα ξαναπήγαινα σε εκείνο το μέρος. Και ούτε εσείς να πάτε.
  
Η μαϊμού κινούταν γρήγορα μα την πρόφταινα. Γιατί εκείνη πρόσεχε πολύ τα βήματα της επειδή είναι μεγαλύτερη και επειδή προπορευόταν, αλλά επίσης δεν φαινόταν πως πήγαινε κάπου. Έψαχνε και για αυτό καθυστερούσε. Τι έψαχνε; Μία κουφάλα από ότι φάνηκε. Ανάμεσα στις φυλλωσιές υπάρχουν πολλοί κορμοί και όλοι έχουν κουφάλες. Κάθε κορμός! Δεν τις έφτιαξε κανένα ζώο, αλλά μάλλον τα ζωύφια που κατοικούν στις φυλλωσιές και πρέπει να είναι τεράστια για να κάνουν τέτοιες κουφάλες. Ευτυχώς που δεν είδα κανένα τους αλλιώς δεν θα ζούσα, σας λέω.
    Είδα -που σας λέω- την μαϊμού κάποια στιγμή, να στέκεται μπροστά σε μία από αυτές τις κουφάλες, να χώνει το ένα της χέρι βαθιά στο αυτί της και να βγάζει από μέσα μία σκέψη. Ένα μικρό άμορφο πράγμα σαν το ρετσίνι των δέντρων. Με το άλλο χέρι ψαχούλευε την κουφάλα του δέντρου. Από εκεί έβγαλε μία άλλη σκέψη βρωμερή και σάπια αλλά πιο συμπαγή από αυτή που μόλις είχε βγάλει από το αυτί της. Την έβαλε στο στόμα της και την πιπίλησε. Όταν την έβγαλε ήταν καθαρή και έμοιαζε με μπλεγμένες βελόνες, την δοκίμασε αν στέκεται κάπου ίσα, και σαν είδε πως στεκόταν, έφτυσε με δύναμη την βρωμιά που δεν είχε καταπιεί ως φαίνεται και μετά έβαλε την σκέψη στο στόμα της και την μασούλαγε. Την άλλη δε σκέψη, που είχε βγάλει από το αυτή της, την πέταξε μέσα στην κουφάλα και έφυγε. Και έφυγα και εγώ.
    Δεν ξέρω για εσάς, και πως το ερμηνεύετε όλο αυτό αλλά εγώ δεν πρόκειται να ξαναμπώ στην κουφάλα του δέντρου μου και σε καμία άλλη κουφάλα.”
    Αυτά είπε ο σκίουρος στα ζώα και πολλά πολύ (ή πολύ πολλά) γέλασαν μαζί του.

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

17. “Η Λιτή Εκδοχή”


    Η ιστορία αποτελεί μία λιτή και σαφώς σκοτεινότερη εκδοχή της ιστορίας των πρωτόπλαστων. Λιτότερη καθώς από αυτή απουσιάζουν παντελώς τα βασικά πρόσωπα το Θεού και του όφη. Σκοτεινότερη καθώς αυτό εξιστορείται παρακάτω.
    Η αφήγηση θέλει τον Αδάμ να πλάθει εκείνος την Εύα. Από χώμα και νερό αρχικά, φτιάχνει έναν “άμορφο ή άψυχο σβώλο χώματος” και σιγά σιγά του δίνει την μορφή του ανθρώπου και αργότερα της γυναίκας. Παράλληλα με την τελειοποίηση της μορφής, ο Αδάμ εξανθρωπίζει το δημιούργημα του διδάσκοντας το να συμπεριφέρεται όπως εκείνος και όχι ωσάν τα ζώα του κήπου της Εδέμ.
    Το δημιούργημα όμως, κατά την διάρκεια της μαθητεία του, μισεί τον δημιουργό και δάσκαλο του αλλά και την ανθρωπιά που σιγά σιγά το κατακλύει και το παραλλάσει σε άνθρωπο, κάτι που δεν ήταν εξ αρχής.
    Στο τέλος της ιστορίας ο Αδαμ πετυχαίνει και δημιουργεί άνθρωπο ίσο και ικανό όπως εκείνος. Η Έυα δημιουργείται και υπάρχει αλλά μαζί με αυτή έχει γεννηθεί και υπάρχει το μίσος κατά του ανθρώπου.
    Έτσι κατά την πρώτη ένωση των δύο πρωτόπλαστων που το σώμα της Έυας αφηγηματικά επανέρχεται στην λασπερή μορφή του και τυλίγει τον Αδάμ, περιγραφή χωρίς ουσία αλλά με σκοπό να αποφευχθεί αφηγηματικά η ακριβής περιγραφή της γενετήσιας πράξης, το μίσος παρίσταται αλλά δεν εκδηλώνεται παρά κληροδοτείται στους απογόνους των πρωτόπλαστων. Οι απόγονοι από τότε μισούν αδερφούς και εαυτούς εις τους αιώνες των αιώνων, όπως το δημιούργημα του Αδάμ μίσησε τον άνθρωπο πριν το ίδιο τελειοποιηθεί και γίνει η Εύα.
    Με αυτό τον τρόπο η ιστορία αυτή αποδίδει και εξηγεί την έξοδο του ανθρώπου από τον παράδεισο και την αρχή των δεινών της ζωής που γνωρίζουμε και ζούμε.

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

16. "Η γυάλα του Κομφούκιου"

    Στη κινέζικη γυάλα του Κομφούκιου λέγεται πως ζει ένα ιδιαίτερο όσο και σπάνιο είδος ψαριών. Τα ψάρια αυτά με την δύση του ηλίου βυθίζονται σε ύπνο ελαφρύ και λήθη βαριά, και με την αυγή ξυπνάνε χωρίς να θυμούνται τίποτα από την προηγούμενη μέρα.
    Βάσει ενστίκτου ξέρουν πως να αναπνεύσουν, να φαν και να αναπαραχθούν όμως πρέπει να μάθουν τη γυάλα, και όσα υπάρχουν σε αυτή, και να τα εξηγήσουν από την αρχή. Πρέπει μέσα σε μια μέρα να δομήσουν εξ αρχής και να αναδομήσουν εκ νέου όλο τον μικρόκοσμο και την κοινωνία τους.
     Κάθε μέρα εφευρίσκουν νέες επεξηγήσεις για το γυαλί που δεν τους επιτρέπει να κολυμπήσουν πιο πέρα, για το πώς εμφανίζεται το φαί, για το τι είναι ζωή και τι θάνατος, ή η χαρά και η λύπη. Προσπαθούν να βρουν λύσεις για κάθε τους πρόβλημα από το μηδέν.
    Η ιστορία αυτή λένε, έχει σκοπό να υπογραμμίσει την ματαιότητα που ελλοχεύει στην αρχή και το τέλος του χρόνου.
     Λένε ακόμα πως δεν φτιάχτηκε για να την διηγείται κανείς σε ανθρώπους. Η ανθρώπινη καχυποψία την παρερμηνεύει και υποθέτει πως ένα ή περισσότερα από τα ψάρια της γυάλας δεν ξεχνά κάθε δύση (ή πως θυμάται με κάθε ανατολή) και έτσι εκμεταλλεύεται το φαινόμενο της βραχείας μνήμης των υπολοίπων προς όφελος του.

    Για να τιμωρήσει την αισχρή αυτή ερμηνεία, αποτέλεσμα του ότι η ιστορία αυτή έφτασε  σε αυτιά ανθρώπων, από το γεγονός ότι την ιστορία αυτή έφτασε σε αυτιά ανθρώπων ενώ αυτό δεν ήταν να γίνει,  ο δημιουργός της ονομάζει το ψάρι αυτό άνθρωπο.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

15. "Ο μάγος - γητευτής της Ινδίας"

Λίγους γητευτές στα μέρη της μακρινής Ινδίας ονομάζουν μάγους. Κάποτε όμως ένας γητευτής είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο την τέχνη της γητειάς των ζώων που ψιθυρίζοντας στα αυτιά των λιονταριών τα έπειθε πως ήταν κλειδωμένα σε κάποιο σιδερένιο κλουβί. Έτσι οι δρόμοι και οι στράτες του Δελχί σύντομα γέμισαν με λιοντάρια να περιφέρονται και να βρυχώνται στους περαστικούς καθώς περπατούσαν δίπλα δίπλα. Όμως δεν πίστευαν πως μπορούσαν να αρπάξουν τους περαστικούς με τα δυνατά νύχια και τα δόντια τους και να τους κατασπαράξουν για να κορέσουν την ατέλειωτη πείνα τους και τα αιώνια ένστικτα τους. Υπομονετικά περίμεναν να φάνε αποφάγια από χασάπικα ή από τα σκουπίδια, ενώ έφριτταν στην κίβδηλη αιχμαλωσία τους.
Αντίθετα με τους λέοντες οι κάτοικοι του Δελχί δεν ήξεραν πως τα θεριά ήταν δέσμια και ανήμπορα να τους βλάψουν. Πολλοί πέθαναν από φόβο σαν έβλεπαν τα σαγόνια των οργισμένων θηρίων να ανοίγουν δίπλα στα κεφάλια τους και να βρυχώνται δυνατά, όπως ακριβώς θα έκαναν αν πλησίαζαν στα κλουβιά τους.
Η αστυνομία, προφανώς γιατί θα είχε βαρεθεί να μαζεύει πτώματα φοβισμένων ανθρώπων από τους δρόμους, σκαρφίστηκε και διέδωσε πως οι θάνατοι δεν ήταν τίποτα άλλο από το τίμημα των ξορκιών του μάγου-γητευτή για να υπνωτίσει τα λιοντάρια στην ψεύτικη φυλακή τους. Με αυτή την κατηγορία της μαύρης μαγείας - που αλίμονο θα μπορούσε να είναι και αλήθεια -  οι αστυνόμοι συνέλαβαν και κρέμασαν τον μάγο-γητευτή με την ελπίδα πως η γητειά (ή τα μάγια) θα πάψει. Ο μάγος-γητευτής κρεμάστηκε και δεν ξέρουμε ακριβώς τι συνέβη στη συνέχεια της ιστορίας.
Ούτε και χρειάζεται να μάθουμε. Σημασία έχει πως τα λιοντάρια σώθηκαν από τη βασανιστική τους ψευδαίσθηση. Και αν χόρτασαν την πείνα τους και με τι δεν μας αφορά. Ποιος στα αλήθεια νοιάζεται για τους ανθρώπους;

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

14. "Το τζίνι της Ουρν"

    Στην αρχαία πόλη Ουρν της Ανατολής ένας θρύλος έβαζε κάθε βράδυ τα πριγκιπόπουλα για ύπνο στα μαλακά τους κρεβάτια και παρηγορούσε τους πεινασμένους της πόλης που γυρόφερναν από εδώ και από εκεί.
    Σύμφωνα με τον θρύλο αυτό, ένα σπουδαίο τζίνι, το τζίνι της Ουρν, εμφανιζόταν κάθε τόσο στον εκάστοτε Σουλτάνο και αφού τον έκρινε και ήταν κακός τον μετέφερε ρακένδυτο μακρυά από τα μετάξια και τα μαλάματα του παλατιού του στους λασπερούς δρόμους και στα βρώμικα στενοσόκακα της αγοράς. Αν ο Σουλτάνος, ζητιάνος πια, κατάφερνε να ζήσει και να επιστρέψει πίσω στο παλάτι και τον θρόνο του τότε το τζίνι θα του πραγματοποιούσε τρεις ευχές, τις οποίες βέβαια ο μετανιωμένος Σουλτάνος θα χρησιμοποιούσε για το καλό του λαού του.
    Η αλήθεια του θρύλου επιβεβαιώνεται μία και μόνο φορά στις ιστορικές αναφορές που έφτασαν στα χέρια μας. Στα χρόνια του άτεκνου Σουλτάνου Ναμπί όταν, κατά τη διάρκεια της αιματηρής επανάστασης που τον καθαίρεσε, εκείνος βρέθηκε με σκισμένα ρούχα στους δρόμους της Ουρν ανάμεσα στο εξαγριομένο πλήθος. Σε καμία ιστορική εκδοχή δεν καταγράφεται πως ο Ναμπί κατάφερε να επιστρέψει στο παλάτι. Αντίθετα, πολλές πηγές αναφέρουν πως δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα ζωντανός από το σημείο όπου τον άφησε το μεγάλι τζίνι παίρνοντας τον από την αίθουσα του θρόνου του ανάμεσα από τους ριμαγμένους φρουρούς του και αφήνοντας τον εκεί που εκείνος θα άφηνε τελικά την τελευταία του πνοή.

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

13. “Ένα συμπέρασμα του ασβού”

"Φαντάζεσαι ο Νάρκισσος να καθρεφτιζόταν σε μία λίμνη φτιαγμένη από γυαλί; "

γέλασε πάλι μόνος του ο ασβός με το κρύο του αστείο την παγερή εκείνη μέρα του χειμώνα όταν σκέφτηκε τον Νάρκισσο να σπάει το κεφάλι του.
"Φαντάσου το νερό να ήταν σκληρό σαν το γυαλί των ανθρώπων." συνέχισε την σκέψη του ο ασβός και μέσα στην παγωνιά του καιρού είπε να προχωρήσει προς την λίμνη του δάσους. Ολόγυρα η βαρυχειμωνιά είχε οδηγήσει τους πάντες σε ζεστά μέρη και δεν ήταν κανείς τριγύρω. Ο ασβός ήταν ολομόναχος. Σαν έφτασε λοιπόν στην λίμνη με έκπληξη  παρατήρησε πως πράγματι, το νερό της λίμνης ήταν όπως το είχε φανταστεί. 
"Τι περίεργος αυτός ο βαρύς χειμώνας...” αναλογίστηκε και περπάτησε πάνω στον πάγο να εξερευνήσει την περίεργη κατάσταση του νερού. Με την ίδια εμμονή, όπως εκείνη του Νάρκισσου, ο ασβός κοιτούσε στον πάγο κατά μεσής της λίμνης μήπως και δει το πρόσωπο του στα παγωμένα νερά. Σε κάποιο σημείο που ο πάγος θα ήταν πιο λεπτός, εκείνος έσπασε και ο ασβός βρέθηκε μέσα στα κρύα νερά και παραλίγο να πνιγεί. Αφού σώθηκε ως εκ θαύματος, με ένα τέτοιο θαύμα που δεν αξίζει στην παρούσα συλλογή και ίσως ούτε και στον κατά τα άλλα συμπαθή ασβό, αποφάσισε πως ποτέ δεν θα ξαναγελάσει εις βάρος των νεκρών.
"Μιας και πολύ εύκολα μπορείς να γίνεις ένας από αυτούς.” προσθέτει ο ασβός στην αφήγηση.

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

12. “Η πεταλούδα, η αράχνη και ο χρόνος”

    Μία κάμπια είχε τυλιχτεί στο κουκούλι της μέχρι που έφτασε η ώρα να βγει από αυτό πεταλούδα και να πετάξει. Μα για κακή της τύχη, όταν το κουκούλι άνοιξε και ήταν επιτέλους να πετάξει, διαπίστωσε πως τα φτερά της καθώς και τα υπόλοιπα μέρη της, ήταν μπλεγμένα στον ιστό μίας αράχνης. Η πεινασμένη αράχνη πλησίασε το γεύμα της, που είχε ετοιμαστεί και σερβιριστεί πια, για να χορτάσει την πείνα της. 

Έτσι ξεκίνησε ο περίεργος διάλογος που περιγράφεται το δίχως άλλο παρακάτω:
    Η πεταλούδα λέγοντας πως δεν θα έφτιαχνε ποτέ το κουκούλι της πάνω σε έναν ιστό αράχνης, κατηγόρησε για κατάφωρη αδικία την θύτη της.
    Η αράχνη από την άλλη υποστηρίζοντας πως ο ιστός της θα μπορούσε να υπήρχε από πριν, μιας και υπάρχει τώρα απεκήρυξε τον παρελθόντα χρόνο από την διαφωνία τους, και έτσι, όπως το έβλεπε εκείνη, υπήρχαν δύο δυνατές συνέχειες για το τι θα γινόταν. Ή η πεταλούδα θα κατάφερνε να ξεφύγει και θα πετούσε ή θα φαγωνόταν, με το δεύτερο να φαντάζει σαφώς πιθανότερο.

    Η πεταλούδα παρέβλεψε σκόπιμα τις μαθηματικές αναφορές της αράχνης και συνέχισε στην φιλοσοφική βάση που είχε τεθεί η συζήτηση αρχικά, αντετείνοντας πως δεν υπήρχε καμία δυνατή συνέχεια. Το γεγονός πως ήταν αρτιμελής και εν ζωή ήταν αρκετό για να παραμείνει έτσι και ούτε ο μπλεγμένος στο σώμα της ιστός ούτε η παρουσία της αράχνης, δεν σήμαινε απαραίτητα ότι θα φαγωθεί ή θα πετάξει - με το δεύτερο να φαντάζει σαφώς απιθανότερο - και απεκήρυξε και αυτή από πλευρά της τον μέλλοντα χρόνο από την διαφωνία.


    Με το παρελθόν και το μέλλον να έχουν τεθεί εκτός της ιστορίας μας η πεταλούδα και η αράχνη μένουν καταδικασμένες να διαφωνούν σε μία αιώνια στιγμή στο αν η μία θα πετάξει ή η άλλη θα χορτάσει. Η ιστορία μοιάζει να μην έχει κάτι άλλο να πει, και άρα τελειώνει εδώ κάπως άδοξα για την πεταλούδα, την αράχνη και... κυρίως τους αναγνώστες της.
 

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

11. “Η αρχή της ιστορίας των Δαύκων”

    Όταν ήρθε η μέρα να ανακηρυχτεί καινούριος ηγούμενος στη μονή του φιλοσοφικού Τάγματος των Δαύκων, ο επιλεγμένος από όλους νέος ηγούμενος ανέβηκε στα σκαλιά της εισόδου του κυρίως κτίσματος της μονής και μπροστά στα μάτια όλων των μοναχών και των μαθητευόμενων, -και αλίμονο! - και στα αυτιά τους, έσκισε το σκήνωμα του και φώναξε με δύναμη πως όλα όσα διδάχτηκαν ως λάθη και αμαρτίες τα αποκηρύσσει και μονομιάς άρχισε να κηρύττει το πραγματικό νόημα της ζωής.
    “Ως πότε θα ζούμε υπακούοντας ανούσιους κανόνες και αποφεύγοντας ψεύτικες αμαρτίες!” αναφώνησε με θέρμη.

    Ο μοναχοί, που εδώ και χρόνια διακατέχονταν κατά βάθος από την ίδια γνώμη και τις ίδιες ιδέες, τον χειροκρότησαν, πανηγύρισαν και αγκαλιάστηκαν ασπάζοντας ο ένας τον άλλο. Το πιο όμορφο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο χαμόγελο του νέου ηγούμενου καθώς στην αυλή της μονής του έβλεπε να ανατέλλει μία καινούρια εποχή για το ανθρώπινο γένος. Μια εποχή γαλήνης και με πραγματικό νόημα ζωής.
    Για λίγο καιρό όλοι απέλαυσαν την ελευθερία και χάρηκαν την ζωή κατ’ όπως πρέσβευε η "
Πεμπτουσιώδης Αλήθεια" όπως ονομάστηκε το κήρυγμα του ηγούμενου. Για λίγο καιρό όμως. 

    Αυτή είναι η ιστορία του αυστηρού μοναστηριού των φιλοσόφων Δαύκων που χάρισε χρόνια αργότερα το "Βιβλίο των Πραγματικών Αμαρτιών". Θέμα πολύ βαρύ για την συλλογή αυτών των αφηγήσεων που θα αποκαλυπτόταν αν η αφήγηση δεν διακοπτόταν στην παραπάνω παράγραφο, ομολογουμένως, τόσο απότομα.
 
    Για τη διακοπή αυτή ζητείται συγγνώμη. Αν και σύμφωνα με τη "Βίβλο των Δαύκων", δεν συντρέχει λόγος απολογίας ή συγχώρεσης.

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

10. “Η επανάσταση της Ραμβαρολιτοποσμύλης”

    Η πόλη “Ραμβαρολιτοποσμύλη” που άγνωστο γιατί και πως χτίστηκε σε μία μεγάλη υπόγεια κοιλότητα εκατοντάδες μέτρα κάτω από την γη και αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, φωτιζόταν με μία ευμεγέθη πέτρα κρεμασμένη στο ζενίθ της κοιλότητας που βρισκόταν η πόλη. Η πέτρα αυτή παρότι αρκούσε να φωτίζει ως σαν ένας μικρός ήλιος ολόκληρη την πόλη επί 24ώρου βάσεως (αν υποθέσουμε ότι οι κάτοικοι της είχαν 24ώρες μέρες και αν υποθέσουμε πως είχαν μέρες και νύχτες) ήταν συνεχώς σκεπασμένη με ένα ημιδιαφανές σκούρο ύφασμα που άφηνε πολύ λίγη ποσότητα φωτός να περάσει καταδικάζοντας την πόλη σε ένα ενοχλητικό μισοσκόταδο.
    Οι κάτοικοι της κουρασμένοι από την χρόνια σκοτεινιά επαναστάτησαν κάποια στιγμή εναντίον των αρχών που είχαν - εκτός άλλων (μπορούμε να υποθέσουμε) -  επιβάλλει το ύφασμα της ιστορίας μας. Με το που νίκησαν και κατάργησαν τις αρχές οι αγανακτισμένοι πολίτες της Ραμβαρολιτοποσμύλης σκαρφάλωσαν και πέταξαν κάτω το επιβαλλόμενο ύφασμα. Αφού τα μάτια τους συνήθισαν στο φως και ενόσω πανηγύριζαν που βγήκαν από το σκοτάδι έντρομοι είδαν στους τοίχους των σπιτιών τους τις σκιές τους και τις σκιές των χτισμάτων τους στα κοιλώματα της υπόγειας κοιλότητας. Λένε πως εν ριπή οφθαλμού αποφάσισαν να ξαναβάλουν το υφασμάτινο κάλυμμα στην θέση του και πως προτίμησαν το σκοτάδι από την θέα των σκιών τους στο διάπλετο φως.
    Όσες πιέσεις και αν δέχτηκε ο αφηγητής αυτής της ιστορίας πως αποτελεί παρά μόνο μία μεταφορά και πως σε αυτή κρύβεται κάποιο νόημα για τις ανθρώπινες κοινωνίες, η επίμονη άρνηση του και η έντονη ευαισθησία του στο φως αποτελούν πολύ ισχυρά επιχειρήματα για να μην πιστέψουμε πως είναι αληθινή.