Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

9. “Απρόσωπα ψεύδη"

Κάποτε τα μάτια βαρέθηκαν να βλέπουν ψέματα και έπεσαν.
Κάποτε τα αυτιά βαρέθηκαν να ακούνε ψέματα και έπεσαν και αυτά.
Κάποτε η γλώσσα και το στόμα βαρέθηκαν να λένε ψέματα και έπεσαν και εκείνα.
Όταν βρέθηκαν όλα μαζί στο κατάχαμα και ρώτησε το ένα το άλλο τι κάνει εκεί;

Άρχισαν όλα πάλι τα ψέματα.
Μόνο που αυτή τη φορά ήταν απρόσωπα.

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

8. "Το πρόβλημα των Τατρούφων"

    Όταν οι Τατρούφοι διαπίστωσαν πως όταν εμπλέκονται όλοι στη δουλειά της τροφής τους δεν καταφέρνουν τίποτα, αποφάσισαν να μην δουλεύουν όλοι για αυτή και έτσι απέφυγαν την πρώτη λιμοκτονία.
    Σύντομα όσοι δούλευαν κατηγορούσαν όσους κάθονταν και μεγάλες αναταραχές αναμένονταν να συμβούν. Οι Τατρούφοι τότε, κάπως σωστά σκεπτόμενοι, εφηύραν άλλες δουλειές -αχρείαστες- ώστε να δουλεύουν όλοι και να μην κάθεται κανείς.
    Με τα χρόνια οι Τατρούφοι ξέχασαν ποιες δουλείες είχαν εφεύρει και δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν ποια δουλειά πραγματικά συνέβαλε στην τροφή τους και ποια όχι. Το σύστημα τους έγινε τόσο περίπλοκο δε, που άρχισαν να έχουν προβλήματα που προμήνυαν μία δεύτερη λιμοκτονία.
    Δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αναδείξουν έναν σοφό ανάμεσα τους και να του αναθέσουν να ξεχωρίσει "την ήρα από το στάρι". Τις άχρηστες από τις χρήσιμες δουλειές. Όμως η πρώτη δουλειά που έκρινε ο σοφός ως αχρείαστη ήταν η δική του. Όπως αρμόζει σε έναν σοφό έτσι και εκείνος επέδειξε την αλληλεγγύη που θα έπρεπε να επιδείξει και δεν κατονόμασε ποτέ καμία άχρηστη δουλειά στους Τατρούφους.
    Για κάποιο λόγο τη λύση στο πρόβλημα των Τατρούφων δεν την μάθαμε ποτέ ως σήμερα.

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

7. “Ο φαύλος κύκλος των προβάτων”

    Όταν μετά από καιρό τα πρόβατα σταμάτησαν να βλέπουν στους εφιάλτες τους τον λύκο να τα τρώει και η εφιαλτική φιγούρα που τάραζε τώρα πια τον ήσυχο ύπνο τους ήταν αυτή του βοσκού που τα χτυπούσε με την βίτσα του, ένα βράδυ προσποιήθηκαν πως κοιμήθηκαν και την κατάλληλη στιγμή βγήκαν από την στάνη και μπήκαν κρυφά στο δωμάτιο του που κοιμόταν ο βοσκός. Τον έπνιξαν μέσα στα μάλλινα σεντόνια του και γέμισαν την νύχτα με τους χαρούμενους ήχους της ζοφερής τους πράξης που είχε επιτύχει.Λίγο ήξεραν πως σύντομα θα εμφανιζόταν ξανά ο λύκος. Ακόμα και αν όλοι οι λύκοι είχαν πεθάνει, το τρίχωμα του τσομπανόσκυλου κάποια στιγμή θα γινόταν λυκίσιο και τότε τα πρόβατα θα χρειαζόταν έναν νέο βοσκό, και εκείνος κάποιο νέο τσομπανόσκυλο. Η ιστορία είναι καταδικασμένη σε έναν φαύλο κύκλο, και ο αφηγητής που την εγκατέλειψε σε εμάς καταδικασμένος και αυτός να ελπίζει πως κάποια στιγμή τα πρόβατα θα αποφασίσουν να σκοτώσουν τον λύκο και όχι τον βοσκό. Τότε η ιστορία θα τελειώσει και η ψυχή του αφηγητή θα αναπαυθεί.

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

6. “Μια ιστορία της φυλής αυτών που σκέφτονται”

    Ένας ψηλόλιγνος από την φυλή αυτών που ποτέ δεν παύουν να σκέφτονται ποτέ ένιωθε εδώ και μέρες το κεφάλι του να πονά. Αφού σκέφτηκε γιατί του συνέβαινε αυτό, και σκέφτηκε ότι ήταν από την πολλή σκέψη, σκέφτηκε πως από αύριο θα πάψει να σκέφτεται, σκεφτόμενος το υπόλοιπο της μέρας γιατί θα ξεκινούσε από αύριο και όχι από την στιγμή που το σκέφτηκε.
    Όντως ο αδύνατος άνθρωπος με το μεγάλο κεφάλι, τόσο μεγάλο που πολλές φορές είχε σκεφτεί ότι έμοιαζε με σπίρτο, σταμάτησε να σκέφτεται. Ξύπνησε χωρίς να σκέπτεται, μαγείρεψε χωρίς να σκέπτεται, έφαγε χωρίς να σκέπτεται, έπλυνε τα πιάτα χωρίς να σκέπτεται, έκανε έναν περίπατο χωρίς να σκέφτεται, έκανε μπάνιο χωρίς να σκέπτεται, ετοιμάστηκε για ύπνο χωρίς να σκέπτεται  και ονειρεύτηκε χωρίς να σκέπτεται. Το κεφάλι του άδειασε από κάθε σκέψη και σταμάτησε να πονά.
    Την επόμενη μέρα επανέλαβε το ίδιο, φυσικά χωρίς να το σκεφτεί καθόλου. Έτσι ξύπνησε, μαγείρεψε, έφαγε, έπλυνε και καθάρισε και τέλος βγήκε για μία βόλτα. Όμως εκείνη τη μέρα καθώς έκανε τον περίπατο του, φύσηξε ένας πολύ δυνατός αέρας που παρέσυρε το άδειο και ελαφρύ του κεφάλι. Έτσι όπως το κεφάλι του ήταν μεγάλο και δυσανάλογο με το σώμα του, που ήταν λεπτό και αδύνατο, με την απότομη κίνηση του κεφαλιού του στα δεξιά και πίσω στην κατεύθυνση που φυσούσε ο άνεμος, ο λαιμός του έσπασε και ο θάνατος ήταν ακαριαίος.
    Αυτή την ιστορία λένε οι άνθρωποι της φυλής αυτών που σκέπτονται, για να τρομάζουν τα παιδιά τους όταν είναι πολύ αδύνατα και κάπως καχεκτικά και να τρώνε όλο τους το φαγητό.

    Εμείς την χρησιμοποιούμε για αυτούς που σκέφτονται πολύ ή καθόλου.

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

5. “Το καλάθι”

Ο δάσκαλος πήρε και έκοψε καλάμια και έφτιαξε στα μάρμαρα της αυλής το οικογενειακό δέντρο του βασιλιά ξεκινώντας από τον βασιλιά “Ελευθερωτή” και τους απογόνους του, του απογόνους των απογόνων του, και συνέχιζε με τους απογόνους των απογόνων των απογόνων και σταματημό δεν είχε...
Σύντομα, το δέντρο έγινε πολύ περίπλοκο, και ευτυχώς είχε γεννηθεί ο βασιλιάς “Σφαγέας” και το “κλάδεψε” ανεβαίνοντας στο θρόνο, όμως και πάλι τα κλαδιά δεν άργησαν να απλωθούν ξανά, εξ αιτίας του μεθεπόμενου βασιλιά, του βασιλιά “Καρποφόρου” (βασιλιά “καρπερού” κατά τον λαό).
Ο μαθητής παρατήρησε πως το σχήμα δεν βοηθούσε στην πιστή απεικόνιση των σχέσεων της βασιλικής οικογένειας, αφού ξαδέρφια παντρεύονταν μεταξύ τους, εξώγαμα τέκνα προστίθονταν, και αδέρφια μίας οικογένειας παντρεύονταν αδέρφια άλλων οικογενειών. Άλλοτε δε, γέροι άνδρες παντρεύονταν νεαρές κοπέλες από νεότερους κλάδους, δηλαδή γενιές, και αν προσέθετες τις φήμες για το ποιος ήταν πραγματικό παιδί ποιου τότε και αν δεν έβγαινε άκρη και αν μπερδευόταν το πράγμα...
“Όχι," διαφώνησε ο αμφισβητίας μαθητής “το σχέδιο δεν είναι σωστό” εκνευρίζοντας τον πράο δάσκαλο του, ο οποίος για να εκτονώσει την οργή του έβαλε τον μαθητή να του φτιάξει μέχρι το άλλο πρωί ένα σωστότερο σχέδιο.
Ο επιμελής μαθητής τότε πήρε από το χθεσινό μάθημα όλα τα χρώματα που υπήρχαν και τα αντιστοίχησε με κάθε απόγονο και συγγενή της βασιλικής οικογένειας, με αυτά έβαφε τις άκρες των καλαμιών και άρχισε να τα συνδέει με καμπύλες και όχι με ευθείες γραμμές όπως το δέντρο του δασκάλου του. Δούλεψε δε, όλο το βράδυ.
Το επόμενο πρωί ο δάσκαλος βρήκε τον μαθητή να κοιμάται δίπλα σε ένα πολύχρωμο και αλλόκοτο σε σχήμα καλάθι όπου στην κορυφή του χερουλιού ήταν ο Βασιλιάς “Ελευθερωτής”. Υπήρχε θαρρείς ένα χαμόγελο επιτυχίας στα χείλη του μαθητή του. Για αυτό ο φιλεύσπλαχνος δάσκαλος δεν ξύπνησε τον κουρασμένο μαθητή του που δούλευε όλη τη νύχτα και του έκοψε το κεφάλι ενώ κοιμόταν βάζοντας το μέσα στο καλάθι. Το οποίο καλάθι και έστειλε στο βασιλιά, που ακόμα δεν είχε όνομα.
Λίγο αργότερα ξέρουμε πως κόπηκε και το δικό του κεφάλι, μα τότε δεν είχε γίνει γνωστός ούτε ο λόγος ούτε το όνομα του υπευθύνου.

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

4. ”Ο αυτόχειρας του καθρέφτη” *

Κάποτε ένας ιδιότυπος αυτόχειρας πήρε έναν καθρέφτη και τον έβαλε σε από τις πλατείες της Μεγάλης Χώρας.
“Θα κάτσω εδώ και θα κοιτάζω το είδωλο μου στον καθρέφτη συνέχεια και ασταμάτητα. Όταν η πράξη μου φτάσει στα αυτιά του Κίτρινου Αυτοκράτορα σίγουρα θα πιστέψει πως συνωμοτώ εναντίον του και θα διατάξει να με σκοτώσουν, και θα πεθάνω.”
Σκέφτηκε ο αυτόχειρας και καθισμένος στην πλακόστρωτη πλατεία μπροστά στον καθρέφτη του, κοιτούσε μέσα σε αυτόν συνέχεια και χωρίς σταματημό.
Ο αυτόχειρας κοίταξε τον εαυτό του τόσο πολύ και για τόσο πολύ καιρό που έμαθε κάθε λεπτομέρεια πάνω του. Αγάπησε τον εαυτό του και τον μίσησε ολότελα. Ανακάλυψε κάθε τελειότητα και ατέλεια του. Είδε κάθε ασχήμια και ομορφιά που είχε. Ακόμα, έφτασε στο σημείο να μπορεί να αντιλαμβάνεται κάθε ασχήμια του σαν ομορφιά και κάθε ομορφιά του σαν την χειρότερη ασχήμια.
Ήρθε και η μέρα όμως, που ο Κίτρινος Αυτοκράτορας ασχολήθηκε με τον ανόητο αυτόχειρα της πλατείας, αλλά δεν διέταξε την εκτέλεση του. Οι φρουροί που έφτασαν στην πλατεία άρπαξαν τον αυτόχειρα, τον πέταξαν παραπέρα και έσπασαν τον καθρέφτη σε τόσα κομμάτια μέχρι να γίνει ξανά άμμος. Το μόνο που έκανε ο αυτόχειρας ήταν να σπεύσει να βρει έναν άλλο καθρέφτη. Αυτή τη φορά όχι για να πεθάνει αλλά για να ξαναδεί και πάλι το είδωλο του, αφού δεν μπορούσε πια χωρίς την θέα του.

Αν η ιστορία συνεχιζόταν το τέλος θα ήταν ακόμα πιο άσχημο για τον αυτόχειρα. Ο Κίτρινος Αυτοκράτορας θα ξαναμάθαινε για εκείνον και αυτή τη φορά θα διέτασσε να τον τυφλώσουν. Γιατί μια φορά δεν θα του έκανε ποτέ το χατίρι να τον σκοτώσει. Άλλωστε αν ο θάνατος ήταν η χειρότερη τιμωρία τότε δεν θα υπήρχαν είδωλα στους καθρέφτες μας.

* ένα περιμύθιασμα πάνω στο μύθο του Κίτρινου Αυτοκράτορα.

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

3. “Η μοναξιά του ασβού”

“Όσο και να τρέξει η χελώνα πάλι σπίτι της θα είναι...”
γέλασε δυνατά ο ασβός με το ανόητο αστείο του.
Καθώς όμως ήταν μόνος του, μιας και κανένα ζώο δεν τον πλησίαζε εξαιτίας την μυρωδιάς του, αποφάσισε να πάει στην λίμνη όπου όλα τα ζώα θα ήταν εκεί για να πιούν νερό και να μοιραστεί το ευφυές χιούμορ του μαζί τους. Δυστυχώς κανένα ζώο όμως δεν άντεξε την βρώμα του ασβού και όλα απομακρύνθηκαν όταν αυτός έφτασε στην λίμνη. Ήταν η πρώτη φορά που ασβός βλαστήμησε την φυσική του ευωδία. Περίλυπος προχώρησε μέχρι το ποτάμι και έπεσε μέσα.
Κολύμπησε για ώρες ολόκληρες μέχρι που η μυρωδιά του να φύγει. από την γούνα του και το πετσί του. Περιχαρής και γεμάτος λαχτάρα πήγε και πάλι στην λίμνη όπου τα άλλα ζώα είχαν επιστρέψει για να ξανά-δροσιστούν. Καθώς ο ασβός δεν μύριζε πια, είπε το αστείο του και αυτή τη φορά το άκουσαν όλοι. Όμως μόνο τα γέλια του ασβού ακούστηκαν να ταράζουν τα ήσυχα νερά της λίμνης, και έτσι , ευτυχώς δεν πνίγηκε κανένα νεαρό βατραχάκι. Κανένα άλλο ζώο δεν γέλασε μαζί με τον ασβό.
Επέστρεψε και εκείνος στην φωλιά του κάπως απογοητευμένος στην αρχή για την έκβαση των πραγμάτων, όμως πάλι μόνος καθώς ήταν επανέλαβε το αστείο του, γέλασε μόνος του και η διάθεση του καλυτέρευσε.

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

2. “Ο Χορτάτος και ο Πεινασμένος”

Κάποτε υπήρχε ένας κόσμος που σε αυτόν κατοικούσαν, μόνο δύο άνθρωποι. Ο Χορτάτος και ο Πεινασμένος. Ο Χορτάτος σε βάρος του Πεινασμένου έτρωγε όλο το φαγητό που υπήρχε και χόρταινε, ενώ ο Πεινασμένος αν έτρωγε θα έτρωγε λίγο και πεινούσε. Κάποια στιγμή ο θεός που είχε πλάσει εκείνο τον κόσμο, όταν είδε και συνειδητοποίησε την αδικία που υπήρχε και ο ίδιος είχε φτιάξει στον κόσμο και τον άνθρωπο, αποφάσισε να ρίξει λιμό για να πεινάσουν και οι δύο.
Δεν ξέρουμε αν ο Χορτάτος έφαγε τον Πεινασμένο ή αν ο Πεινασμένος έφαγε τον Χορτάτο, πάντως αυτός που έμεινε ήταν μετά ο Πεινασμένος, και έμεινε να θυμάται το ίδιο ενοχικά - όποιος και αν ήταν πριν - έναν κόσμο που κάποτε είχε φαί.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

1. “Ένα τραγούδι ενός βατράχου”

Το μικρό βατραχάκι καθισμένο σε ένα νούφαρο κόαξε δυνατά το τραγούδι που του είχε μάθει ο παππούς βάτραχος. Αμέσως έτρεξε στην όχθη να του το πει. Σαν όμως ο γέρων αποκρίθηκε πως δεν θυμόταν την ύπαρξη του τραγουδιού αυτού, το βατραχάκι βυθίστηκε στη λίμνη της Σκέψης, αναρωτώμενο αν εκείνο ήταν τώρα πια ο παππούς βάτραχος, ή αν ο παππούς βάτραχος δεν υπήρξε ποτέ. Τότε βγήκε και στάθηκε πάλι στο νούφαρο που καθόταν πριν, για να ξανακοάξει το τραγούδι και να βεβαιωθεί πως τουλάχιστον το τραγούδι ήταν και υπήρχε.

Κάποιοι θέλοντας την συνέχεια της αυτής ιστορίας, την συμπληρώνουν λέγοντας πως το βατραχάκι ξαναβούτηξε στην λίμνη σκεπτόμενο τι θα γινόταν αν κάποια στιγμή ο παππούς βάτραχος θυμόταν την ύπαρξη αυτού του τραγουδιού. Επειδή μία τέτοια σκέψη περιπλέκει πολύ τα πράγματα το βατραχάκι κάνοντας αυτή τη βουτιά, πνίγεται.
Και η ιστορία τελειώνει εκεί.