Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

77. Το μυστικό ενός μηχανικού ημίθεου.

Ο μάστορας γύρισε το ταμπελάκι στην πόρτα του καταστήματος, έτσι που ο δρόμος διάβαζε «κλειστόν», και πήρε από τον ώμο τον μαθητή του οδηγώντας τον προς το μέσα μέρος του μαγαζιού. Ήθελε να του δείξει κάτι στο εργαστήρι. Ήταν Παρασκευή, νωρίς το απόγευμα, και ο εμπορικός δρόμος που βρισκόταν το κατάστημα αυτομάτων και αυτοκινούμενων ήταν ασυνήθιστα ήσυχος. Όλη τη βδομάδα o τεχνίτης μιλούσε για έναν θησαυρό που είχε βρει και πώς με αυτόν επιτέλους θα τελείωνε τον «μηχανικό ημίθεο» του, όπως ονόμαζε το φτιαγμένο από διακόσια έξι γρανάζια ομοίωμα ανθρώπου που δούλευε εδώ και μήνες στο εργαστήρι. Όταν είχε ξεκινήσει τον είχε φτιάξει με τριακόσια πενήντα, μα υπό των ταγών της απλότητας και αναμένοντας το κομμάτι που δεν είχε, κατάφερε να μειώσει τον αριθμό που χρειαζόταν το αυτόματο του για να λειτουργήσει.
Ο μαθητής δραττούσης της ευκαιρίας ρώτησε τον δάσκαλο του γιατί στη βιτρίνα εξακολουθούσαν να έχουν τον «Τούρκο» του Wolfgang von Kempelen, ενός αυτόματου που έπαιζε σκάκι, όταν ήταν γνωστό σε όλους πως επρόκειτο για απάτη. Το ανθρώπινο ομοίωμα με την τούρκικη πίπα πάνω στο κουτί με τη σκακιέρα δεν ήταν παρά μία μαριονέτα που την κινούσε έναν άνθρωπος κρυμμένος μέσα στο κουτί. Ο δάσκαλος απάντησε πως κρατάει τον «Τούρκο» στη βιτρίνα γιατί αρέσει στον κόσμο, και γιατί θυμίζει στον ίδιο πώς διάσημοι σκακιστές δέχτηκαν να στριμωχτούν μέσα στο κουτί του «Τούρκου» για να του δώσουν ζωή και να βοηθήσουν στην αυταπάτη Wolfgang. «Σε όλα τα αυτόματα και τα αυτοκινούμενα το παν είναι ο κινητήρας. Όλα τα υπόλοιπα δεν είναι τίποτα παραπάνω από γρανάζια και ελάσματα.»
«Τα σπουδαία αυτόματα χρειάζονται έναν κινητήρα να υπερβαίνει το φυσικό. Τι πιο υπερφυσικό από έναν άνθρωπο;», είπε και χαμογέλασε ο μάστορας. Στα χέρια του κρατούσε ένα κουτί από σκληρό χαρτόνι, και όπως κοιτούσε το μαθητή του, το ύφος του υπονοούσε πώς μέσα στο κουτί είχε κάτι περισσότερο υπερφυσικό από έναν άνθρωπο. Έγνεψε στον βοηθό του να πλησιάσει. Ο μαθητευόμενος πήγε και στάθηκε μπροστά στον δάσκαλο του, που καθόταν σε ένα χαμηλό πάγκο σαν ένα παιδί στον αυλόγυρο ενός σχολείου έχοντας ένα κουτί με το κολατσιό του στα γόνατα, έτοιμο να το ανοίξει. Παραδίπλα του στεκόταν ο «μηχανικό ημίθεος» ψυχρός και ανέκφραστος. Ο μαθητής θυμήθηκε το προηγούμενο βράδυ, όταν έκλεινε το μαγαζί. Εχτές μέσα στα σβησμένα φώτα, τα γρανάζια του αυτόματου έμοιαζαν έτοιμα να σκουριάσουν την επόμενη μέρα και το μηχανικό ανδρείκελο καταδικασμένο σκορπίσει. Σήμερα όμως ο δάσκαλος έλεγε πως μέσα στο Σαββατοκύριακο θα τον έβαζε μπρος.
Με αγωνία ο βοηθός κοίταξε μέσα στο κουτί όταν ο μάστορας σήκωσε το καπάκι. Μέσα είχε μία μηχανική καρδιά. Ήταν ένα μηχανολογικό αριστούργημα. Ο μαθητής υπέθεσε – συγκρίνοντας τις καρδιές των μοσχαριών που έβλεπε κρεμασμένες στο κρεοπωλείο – πώς ήταν ένα ακριβές και πλήρες αντίγραφο της καρδιάς ενός ανθρώπου, με τις βαλβίδες της, τις αορτές της, τους κόλπους της και τα υπόλοιπα της. Διέκρινε όμως ένα πρόβλημα που ήταν παραπάνω από εμφανές για να μην το έχει προσέξει ο δάσκαλος του. Τον ρώτησε σχεδόν αμέσως.
«Μα δάσκαλε, αυτή η καρδιά είναι σπασμένη…»

«Ναι», αποκρίθηκε ο δάσκαλος και χαμογέλασε με περισσότερη ευχάριστη πονηράδα από πριν. «Αυτή η καρδιά όμως έχει καταφέρει να ξαναγαπήσει».

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

76. Η μεγάλη διαφωνία.

Λένε πώς οι αλήθειες αυτού του κόσμου βρίσκονται γραμμένες σε ασήκωτα βράχια κρυμμένα στις στοές ενός λαβυρίνθου στα έγκατα της γης, καθένα σε ξεχωριστή αίθουσα. Στο ερώτημα: «ποιος έχει φτιάξει αυτόν τον λαβύρινθο;». Η λιγότερο πιθανή απάντηση είναι να είναι ανθρώπινο δημιούργημα, αφού ο τρόπος που είναι δομημένος δεν ακολουθεί καμία νόρμα από αυτές που διέπουν τους ανθρώπινους λαβυρίνθους. Ξεκινά από το κέντρο και είναι ιδιαίτερα εύκολο να επιστρέψεις από όπου ξεκίνησες. Το μυστικό της απάτης του βρίσκεται στην απληστία που παρουσιάζει ο άνθρωπος στην αληθινή γνώση. Όσοι μπήκαν εξαντλήσαν τους εαυτούς τους αναζητώντας όλο και περισσότερες απαντήσεις, επιλέγοντας να μην βγουν έξω ακόμα και όταν η πείνα ή η δίψα τους γονάτιζε.
Η είσοδος του λαβύρινθού λέγεται πως ξαναβρέθηκε πρόσφατα. Γνωρίζοντας πάρα πολύ καλά το μυστικό της απάτης του, μία ομάδα ανθρώπων στάλθηκε να βρει όλες τις αλήθειες και να τις αναδύσει. Ή τουλάχιστον να φέρει τόσες όσες είναι τα μέλη της ομάδας. Ο καθένας θα επέλεγε διαφορετική διαδρομή στο λαβύρινθο, που μπορεί να θεωρηθεί και άθροισμα επιμερών λαβυρίνθων, βρίσκοντας διαφορετική αίθουσα και μαθαίνοντας μία διαφορετική αλήθεια. Τέλος θα συναντούσε τους υπόλοιπους στην είσοδο.
Έτσι και έγινε, τα μέλη ανακάλυψαν το ένα από μία αλήθεια - ή ίσως και περισσότερες - και επέστρεψαν από το σημείο που ξεκίνησαν όλοι μαζί. Άλλος ήξερε ποιο ήταν νόημα της ζωής, άλλος ήξερε τον τρόπο για την ευτυχία, άλλος ήξερε αν είχε Όνομα ο θεός, άλλος πώς πρέπει να τρέφεται ο άνθρωπος, άλλος ήξερε την κατάσταση του θανάτου, άλλος ήξερε ποια μορφή κοινωνίας είναι η σωστή, άλλη ήξερε την διαφορά των ερώτων των δύο φύλλων, άλλος ήξερε το σχήμα του σύμπαντος, άλλος ήξερε τον βέλτιστο πληθυσμό της ανθρωπότητας, άλλος ήξερε τον αριθμό των αγαθών που ικανοποιεί τις ανάγκες του ανθρώπου, άλλος ήξερε πώς γεννήθηκε το σύμπαν, άλλος ήξερε πώς δημιουργήθηκε η ζωή. Όλοι συναντήθηκαν στην είσοδο και από λαχτάρα είπαν στους άλλους αυτό είχαν μάθει. Ήθελαν τόσο πολύ να μοιραστούν αυτό που είχαν διαβάσει αλλά και να μάθουν τι είχαν δει οι άλλοι γραμμένο στο βράχο που είχαν βρει.
Κανένας όμως δεν πίστεψε τον άλλο. Οι αλήθειες αντέβαιναν όσα ως τώρα πίστευαν και δεν μπορούσαν να τις δεχτούν όλες. Ειδικά όταν δεν τις είχαν δει. Με κάποιες βέβαια συμφωνούσαν, καθώς αποδείχτηκε πως τις πίστευαν από πριν.
     Η συνάντηση τους αυτή τη στιγμή έχει εξελιχθεί σε μία αδιάκοπη διαφωνία. Παραμένουν εκεί μέχρι να πιστέψουν τους άλλους και να συμφωνήσουν για να αποφασίσουν να ανέβουν. Αυτό θα πάρει αρκετό καιρό, γιατί πολλοί αρνούνται ακόμα και να ακούσουν τους άλλους. Εμείς οι υπόλοιποι περιμένουμε, κάνοντας όπως φαίνεται ακριβώς το ίδιο.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

75. Μία μαρτυρία από το κρανίο του Μπρονσκ.

Κάποτε δύο φρικαλέα πλάσματα έπιασαν να διαφωνούν για το ποιου η θέα ήταν περισσότερο φρικτή και μπορούσε να προκαλέσει χειρότερους εφιάλτες σε έναν υγιή νου. Το ένα προέτεινε σαν επιχείρημα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του προσώπου του που θα ήταν όμορφα, αν το κρανίο του ήταν αντρικό ή γυναικείο, αντί των δύο όμως είχε το κρανίο ενός σκύλου. Το άλλο ανταπέδωσε την παντελή έλλειψη κρανίου, έτσι που το κεφάλι του ήταν ένα κρεμασμένο σακί από τριχωτό δέρμα που το στόλιζαν μάτια, κρεατοελιές και τρύπες που δύσκολα ξεχώριζαν αν ήταν ρουθούνια, στόματα ή στοές αυτιών.
Το ίδιο πλάσμα συνέχισε, λέγοντας πόσο αποτρόπαιο θέαμα ήταν όταν περπατούσε. Πατούσε στα τέσσερα σαν ζώο. Τα πόδια του δεν ξεχώριζαν ούτε για πόδια ούτε για χέρια, και είχαν αρθρώσεις που λύγιζαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Παρά τα σταθερά και σίγουρα βήματα του κάθε φορά που περπάταγε έδινε την εντύπωση συνεχούς παραπατήματος, ενώ ο κορμός του ήταν έτσι δομημένος που καθώς κινούταν, πέρα από το σακουλένιο κεφάλι του, και όλα τα άλλα όργανά του κρεμόνταν προς τα κάτω στάζοντας αίμα, υγρά και ακαθαρσίες. Τότε το πρώτο – που ήταν περισσότερο καλοφτιαγμένο και πλησίαζε κοντινότερα την ανθρώπινη φυσιολογία – αντέτεινε πως τα δικά του άκρα ήταν χειρότερα. Πόδια και χέρια κατευθύνονταν ζευγαρωτά αντίθετα το ένα από το άλλο και επιπλέον δεν ήλεγχε πότε θα κουνήσει το καθένα. Αυτό και μόνο, ισχυριζόταν πως όχι μόνο το καθιστούσε σχεδόν στάσιμο και αποτελούσε βασανιστήριο για το ίδιο, αλλά οι σπαστικές κινήσεις του προξενούσαν σύγχυση σε βαθμό παράνοιας σε οποιοδήποτε λογικό που το έβλεπε να προσπαθεί να κινηθεί.
Τα δύο πλάσματα συνέχισαν να ανταγωνίζονται για την ανάδειξη του πιο φρικαλέου από τα δύο, αγνοώντας ότι ολόγυρα τους υπήρχαν εκατομμύρια άλλα ανοσιουργήματα, που η θέα του συνόλου τους ήταν αρκετή για να οδηγήσει τον καθένα στην τρέλα και εν τέλει στην αυτοκτονία. Όπως ακριβώς συνέβη στον άντρα μέσα στο κεφάλι του οποίου, είχε την ατυχία, να γεννηθεί το πλήθος των πλασμάτων αυτών, στον συγγραφέα των παραδεισένιων αφηγήσεων Εμμανουήλ Μπρονσκ.

Ωστόσο η μαρτυρία αυτή υπονοεί πως κάποιος έχει δει μέσα στο κρανίο του Μπροσνκ, και στάθηκε αρκετά λογικός για να τη μεταφέρει ώσπου θα φτάσει σε αυτή την αφήγηση. Έτσι μπορούμε απλά να υποθέτουμε πως όποιος και αν είναι αυτός πρόκειται είτε για απατεώνα, είτε για αυταπατώμενο.

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

74. Ο τρομερός κόκορας του Ιρ Λαμπάν.

Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε του θεούς. Στην αρχή οι θεοί δημιούργησαν πλάσματα με τρομερό μέγεθος, όψη και δύναμη. Όταν κατέληξαν στον σημερινό κόσμο, τον κόσμο τον ανθρώπινο και των φυσικών νόμων, διαπίστωσαν πως τα υπερφυσικά πρώτα πλάσματα δεν του ταίριαζαν, και θέλησαν να τα αφαιρέσουν.
Μη μπορώντας αλλιώς, αρχικά τα έκρυψαν από τα μάτια των ανθρώπων, και ύστερα μηχάνευσαν οι άνθρωποι να τα ξεχάσουν. Σε μία από τις κυρτές κολώνες που θεμελιώνουν την κτίση άλλωστε έχουν γράψει σε γλώσσα που μόνο ο Θεός μπορεί να διαβάσει και οι θεοί μπορούν μόνο να γράψουν «Υπάρχουν μόνο όσα τα σκέφτονται, και δρουν μονάχα για όσους τα πιστεύουν.». Σε μία άλλη γράφει «Η λήθη νικάει το χρόνο.». Και σε μία τρίτη «Η μνήμη έχει πολλούς τρόπους να ξεφεύγει από την λήθη».
Ένα από αυτά τα πλάσματα είναι και ο τρομερός κόκορας του Ιρ Λαμπάν. Με δύο φορές το ύψος ενός ψηλού ανθρώπου, κιτρινοκόκκινα φτερά, κατακόκκινο λειρί, κοφτερά νύχια και σουβλερό ρύγχος. Αυτός και οι υπερφυσικές δυνάμεις του σώζονται ως σήμερα μέσα από την αγγλική φράση «first thing in the morning». Το απειλητικό ρύγχος του, τα πλουμιστά φτερά του, και το επιτακτικό κακάρισμα του υπάρχουν ακόμα, και δεσμεύουν όσους αφελώς χρησιμοποιούν τη φράση αυτή σαν πραγματική υπόσχεση.
Αυτά τουλάχιστον υποστηρίζει ο αφηγητής της παρακάτω ιστορίας, που κάποιο βράδυ πριν κοιμηθεί υποσχέθηκε να στείλει απάντηση σε έναν συσπουδαστή του το επόμενο πρωί. Η ιστορία του έχει ως εξής:

Με την αυγή ο ύπνος του χάλασε. Τα όνειρα του ζωήρεψαν και σταμάτησαν να είναι άλλο όνειρα. Ήταν ματιές πέρα από τον κόσμο. Μέσα στον ύπνο του είδε τον τρομερό κόκορα του Ιρ Λαμπάν, πρώτα να τον κράζει να ξυπνήσει και ύστερα να τον τσιμπά με αγριότητα. Η φωνή του ήταν βραχνή και οι τσιμπιές του μάτωναν τη σάρκα του πριν την ακουμπήσουν, έτσι που τσιμπούσαν πληγές και όχι σάρκες.
Ο αφηγητής καταϊδρωμένος ξύπνησε από αυτό το θέαμα, που στην αρχή νόμισε για εφιάλτη. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί και να έρθει στα συγκαλά του. Άνοιξε τη βρύση, έβαλε τα χέρια του κάτω από το κρύο νερό και το χούφτιασε για να βρέξει το πρόσωπο του. Μια και δυο, και αφού νόμισε πως ξύπνησε για τα καλά, διαπίστωσε έντρομος πως ακόμα άκουγε το λάλημα του κόκορα να τον κράζει, και πως ανάμεσα στη θέα του κόσμου και το σκοτάδι της συνείδησης του έβλεπε την φρικαλέα εικόνα των φτερών και του ρύγχους του να κινούνται εναντίον.
Η αίσθηση των επιθέσεων γίνονταν εντονότερη κάθε φορά που πήγαινε να κάνει κάτι άλλο από αυτό που είχε υποσχεθεί να κάνει πρώτο το πρωί. Δεν μπορούσε να πάει μέχρι το ψυγείο να πάρει να βράσει ένα αυγό για να φάει το πρωινό του. Δεν μπορούσε να ανοίξει τα παράθυρα να δει το φως του ήλιου που ανέτειλε. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα χωρίς να νιώθει να τον βασανίζει ο κόκορας του Ιρ Λαμπάν και να του υπενθυμίζει με τρόπο παράξενο την υπόσχεση που είχε δώσει το προηγούμενο βράδυ. Σύντομα δεν μπορούσε να αντέξει ούτε να κάνει μία απλή κίνηση που να μην εξυπηρετούσε την εκπλήρωση της υπόσχεσης του.
Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Από την πρώτη στιγμή, από όταν πρωτάκουσε και πρωτοείδε τον κόκορα του Ιρ Λαμπάν, με έναν ανεξήγητο τρόπο ήξερε πως όλα είχαν να κάνουν με την υπόσχεση στον συσπουδαστή του. Η λύση φυσικά ήταν απλή, και αν δεν του φαινόταν απίστευτο αυτό που ζούσε θα συμμορφωνόταν με αυτή εξ αρχής. Για να μπορέσει να ξεκινήσει την μέρα του, άνοιξε τον υπολογιστή του και έστειλε την απάντηση στον συσπουδαστή του.

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

73. Η κατά των Δαύκων "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση" ερμηνεία.

Όταν ο ιέριος Νίγηρος διατύπωσε μία αντίστροφη ερμηνεία του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» του Ευαγγελίου οι υπόλοιποι μοναχοί δεν έφεραν, αλλά ούτε και μπορούσαν να φέρουν, αντίρρηση. Ο ιέριος Νίγηρος είχε γράψει τα περισσότερα συγγράμματα της μονής των Δαύκων και γραπτά του διδάσκονταν σε νεοκάλεστους κάθε Σάββατο μετά τις επιμνημόσυνες ακολουθίες για τις ψυχές των παραστρατισμένων. Η σοφία του θεωρούταν αδιαμφισβήτητη οπότε και τα λόγια του δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν.
Όταν όμως  ερμηνεία του εξαπλώθηκε πολύ πέρα από τα τείχη του μοναστηριού, και διαπιστώθηκε πως είχε προκαλέσει αντιδράσεις σε θέσεις με κύρος, και παρά το γεγονός πως το Τάγμα των Δαύκων ήταν γνωστό για την αιρετική φύση του, και πάντα έχαιρε ανοχής, οι μοναχοί φρόντισαν να ανακατασκευάσουν τη σκανδαλώδη άποψη. Σώπασαν τον ιέριο δίνοντας του ένα κλειδί στην δυτική πτέρυγα* του της μονής.
Η ερμηνεία του Νίγηρου ήταν η εξής:
«Δεν είναι ο Θεός που έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Του. Είναι ο άνθρωπος που πλάθει τον Θεό κατά τη δική του εικόνα και ομοίωση. Έτσι αν ο άνθρωπος είναι κακό και ο Θεός είναι κακός. Αντίστοιχα, όταν ο άνθρωπος είναι καλός, καλός είναι και ο Θεός.»
Με αυτά τα λόγια ο ιέριος Νίγηρος μετέφερε την ευθύνη για τα βάσανα του κόσμου, την σκληρότητα και την αβοήθεια του Θεού στους πόνους και τα προβλήματα των ανθρώπων στους ίδιους και την κακία τους. Θέλησε να πει πως αν όλοι είμαστε καλοί, κατ’ εικόνα και ομοίωση μας καλός θα μοιάζει και Εκείνος.
Παρά την στάση του Τάγματος των Δαύκων εναντίον του δασκάλου, αξιοπερίεργο στέκεται ότι η ερμηνεία του ιέριου Νιγήρου συμπεριλήφθηκε εκ των υστέρων στο «Βιβλίο των Πραγματικών Αμαρτιών», την περίοδο ανασύνταξης ή αλλοίωση ή συγκάλυψης του περιεχομένου του. Εκεί αναφέρεται σαν βλασφημία στο Όνομα Του να είμαστε κακοί, καθώς Εκείνος εικονίζεται και ομοιάζει με εμάς τότε. Θεωρείται πράξη εναντίον Του, και δυνάμει ή πιθανή πραγματική αμαρτία.
  


* Όλα τα κελιά της μονής των Δαύκων δεν είχαν κλειδαριές, με εξαίρεση αυτά της δυτικής πτέρυγας που εκτός κλειδαριάς, είχαν και μάνταλο.

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

72. Επτά ευχές αδερφάδες.

Επτά ευχές είχαν καθίσει πάνω από το κεφάλι ενός ανθρώπου, κόρες της ψυχής του και θρέμματα του νου του. Καιρό τώρα γυρόφερναν στο τριχωτό της κεφαλής του προκαλώντας του έναν ελαφρύ και γλυκό πονοκέφαλο, αφού με όνειρα προσπαθούσαν, πότε η μια και πότε ή άλλη, να τον κάνουν να θέλει να πραγματοποιηθεί τη μία η μια και την άλλη η άλλη.
Τώρα, κάτω από μία τρίχα, είχαν βρει ένα πούπουλο ενός αγγέλου. Απόδειξη πώς ο Θεός είχε δώσει υπόσχεση να κάνει κάποτε χατίρι στον άνθρωπο αυτό. Πιάσανε οι επτά ευχές να τσακώνονται ποια ήταν η καλύτερη. Ζυγίστηκαν, μετρήθηκαν, συγκρίθηκαν ποια θα μπορούσε να τον κάνει πιο ευτυχισμένο. Ήταν πολλές όμως, και ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει κάποια απέναντι στις άλλες έξι. Ούτε ο άνθρωπος είχε κάποια πραγματική προτίμηση. Αφού είδαν και αποείδαν ζήτησαν εκλιπαρώντας να παρουσιαστεί ο άγγελος στον οποίο και ανήκε το πούπουλο. Εκείνος ίσως θα μπορούσε να αποφασίσει
Ο άγγελος κατέβηκε. Πήρε το πούπουλο στα χέρια του και προσπάθησε να κρίνει εκείνος καλύτερα. Και αλήθεια, παρότι είχε καλύτερη κρίση, δεν μπορούσε να αποφασίσει.
Εν τω μεταξύ οι ευχές άρχισαν να δυσανασχετούν. Το ίδιο και ο άνθρωπος που αγνοούσε τι γινόταν πάνω από το κεφάλι του. Να έχουν το πούπουλο ενός αγγέλου, να έχει υποσχεθεί ο Θεός πώς η μία τους θα γίνει πραγματικότητα και εκείνες να περιμένουν. Αν μη τι άλλο ήταν κόρες καλές και καλοαναθρεμμένες. Αγαπούσαν τον πατέρα τους και μία από αυτές ήταν ο καιρός να τον κάνει ευτυχισμένο.
«Αχ, αν δεν ήμασταν τόσες πολλές.» είπε η μία και οι άλλες συμφώνησαν με έναν αναστεναγμό.
«Η απόφαση θα ήταν πιο εύκολη.» συμπλήρωσε η δεύτερη.
«Έτσι κινδυνεύουμε να μείνουμε όλες στο ράφι.» έκανε την τρομερή διαπίστωση η τρίτη.
«Να πραγματοποιούσουν τουλάχιστον εσύ.» είπε η τέταρτη στη διπλανή της.
«Ναι! Εσύ θα μπορούσες να πραγματοποιηθείς ακόμα και τώρα.» είπε η έκτη και την ακούμπησε στον ώμο με συμπάθεια.
«Το ξέρω, μα θα ήμουν καλύτερη αργότερα. Ή αν ήταν αλλιώς τα πράγματα.» παραπονέθηκε η πέμπτη.
«Αργότερα και αργότερα. Αυτό το αργότερα θα μας φάει.» γρίνιαξε η έβδομη και όλες συμφώνησαν με έναν άλλο αναστεναγμό.
           Ο άγγελος αρκέστηκε στο να κουνήσει συγκαταβατικά το κεφάλι του. Ήξερε όμως πως ο Θεός είχε κάνει την επιλογή του. Αλλιώς δεν θα είχε βάλει το πούπουλο του κάτω από την τρίχα του ανθρώπου. Δεν ήταν μόνο που οι ευχές του ανθρώπου ήταν πολλές και θα πραγματοποιούσε μία, και έπρεπε να γίνει σε καιρό σωστό και με μέσα που θα ταίριαζαν, έπρεπε και οι ευχές να μονιάσουν.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

71. Ο δαίμονας και ο σταυροφόρος.

Κάποτε ένας σταυροφόρος ζητούσε από το Θεό να του στείλει έναν άγγελο. Κάθε βράδυ προσευχόταν για αυτό. Ώσπου ο Θεός κουράστηκε, καθώς όπως η επανάληψη κουράζει την πίστη. Έτσι ο ακούραστος διάβολος βρήκε ευκαιρία και έστειλε μπροστά στον σταυροφόρο έναν δαίμονα.
Η επιθυμία του σταυροφόρου να δεχτεί έναν άγγελο ήταν τέτοια όμως, που δεν αναγνώρισε το δαίμονα. Με τη φαντασία του έπλασε ένα φάντασμα, και με αυτό έντυσε την φρικαλέα όψη αυτού που στεκόταν εμπρός του, ώστε να μην μπορεί να καταλάβει ότι δεν ήταν άγγελος Θεού, αλλά ένας δαίμονας. Το ρούχο της φαντασίας του σταυροφόρου άλλωστε έκανε το δαίμονα ομορφότερο από κάθε άλλον άγγελο, κι έτσι ο σταυροφόρος όχι μόνο δεν έφριξε στη θέα του δαιμονίου αλλά το κράτησε κοντά του.
Όσο και αν αρεζόταν ο δαίμονας με την αγγελική όψη που του είχε χαρίσει η φαντασματική φορεσιά που του έδωσε ο σταυροφόρος, δεν μπορούσε και να ξεχάσει τι ήταν, και δεν έπαψε να συμπεριφέρεται σαν ένας πραγματικός δαίμονας. Βασάνιζε τον σταυροφόρο, κάνοντας τον όλο και πιο δυστυχισμένο και ξένο με το καλό και τον καλό εαυτό του.
Ο άνθρωπος όμως, όπως τον δημιούργησε ο Θεός, αποστρέφεται από τη φύση του πιότερο από όλα - και από το ίδιο το κακό ακόμα – τη δυστυχία. Κατά τον ίδιο τρόπο η κρίση του δεν μένει για καιρό θαμμένη κάτω από την επιθυμία όταν αυτή δεν έχει τη βοήθεια της ευτυχίας ξεγελά και να θάβει το ορθό. Ο σταυροφόρος αντιλήφθηκε πώς κοντά του δεν είχε κρατήσει έναν άγγελο αλλά ένα δαιμόνιο, και πάνω του διέκρινε το φάντασμα με το οποίο είχε ντύσει ο ίδιος τον δαίμονα. Άρπαξε τότε το σπαθί του και πήρε να πολεμήσει το δαιμονικό τύραννο του.
Στα χέρια του το σπαθί βάραινε να σηκωθεί ενάντια σε ένα πλάσμα με όψη αγγελική, κι έτσι ο σταυροφόρος άπλωνε συνεχώς το χέρι του για να γδύσει το δαίμονα τραβώντας το φάντασμα από πάνω του. Χτύπαγε όπου η βλογιοκομμένη σάρκα φαινόταν, και μαύρο αίμα έβαφε το σπαθί του. Με κάθε χτύπημα άκουγε τον δαίμονα να γελά αντί να σφαδάζει. Μα παρά τα γέλια του με αγωνία τραβούσε να ξαναφορέσει την αγγελική περιβολή του.
Ο σταυροφόρος δεν άργησε να καταλάβει πώς δεν μπορούσε να νικήσει το δαίμονα. Μα και ο ίδιος δεν θα έχανε. Για μια τελευταία φορά άρπαξε και πάλι το φάντασμα από το δαίμονα και το τράβηξε από πάνω του. Ο δαίμονας τραβούσε με δύναμη από την άλλη. Το σπαθί του σταυροφόρου τότε έπεσε πάνω στο φάντασμα και το ξέσκισε. Ο δαίμονας έμεινε γυμνός και ολότελα άσχημος. Αποτροπιασμένος ο σταυροφόρος τον κοίταξε. Για μία πολύ μικρή στιγμή ευχήθηκε να ο δαίμονας να είχε ακόμα την όψη που του έδινε το φάντασμα. Ύστερα τον έδιωξε από κοντά του.

Η ιστορία αυτή μας δείχνει την συνήθεια των ανθρώπων να ξεγελούν τους εαυτούς τους δίνοντας στους δαίμονες τους όψη αγγελική, και η λύση της συμβαδίζει με τη θεολογική άποψη πως τα ανθρώπινα δημιουργήματα πεθαίνουν ευκολότερα - αν δεν είναι τα μόνα ικανά να πεθάνουν - από τα δημιουργήματα του Θεού.