Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

74. Ο τρομερός κόκορας του Ιρ Λαμπάν.

Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε του θεούς. Στην αρχή οι θεοί δημιούργησαν πλάσματα με τρομερό μέγεθος, όψη και δύναμη. Όταν κατέληξαν στον σημερινό κόσμο, τον κόσμο τον ανθρώπινο και των φυσικών νόμων, διαπίστωσαν πως τα υπερφυσικά πρώτα πλάσματα δεν του ταίριαζαν, και θέλησαν να τα αφαιρέσουν.
Μη μπορώντας αλλιώς, αρχικά τα έκρυψαν από τα μάτια των ανθρώπων, και ύστερα μηχάνευσαν οι άνθρωποι να τα ξεχάσουν. Σε μία από τις κυρτές κολώνες που θεμελιώνουν την κτίση άλλωστε έχουν γράψει σε γλώσσα που μόνο ο Θεός μπορεί να διαβάσει και οι θεοί μπορούν μόνο να γράψουν «Υπάρχουν μόνο όσα τα σκέφτονται, και δρουν μονάχα για όσους τα πιστεύουν.». Σε μία άλλη γράφει «Η λήθη νικάει το χρόνο.». Και σε μία τρίτη «Η μνήμη έχει πολλούς τρόπους να ξεφεύγει από την λήθη».
Ένα από αυτά τα πλάσματα είναι και ο τρομερός κόκορας του Ιρ Λαμπάν. Με δύο φορές το ύψος ενός ψηλού ανθρώπου, κιτρινοκόκκινα φτερά, κατακόκκινο λειρί, κοφτερά νύχια και σουβλερό ρύγχος. Αυτός και οι υπερφυσικές δυνάμεις του σώζονται ως σήμερα μέσα από την αγγλική φράση «first thing in the morning». Το απειλητικό ρύγχος του, τα πλουμιστά φτερά του, και το επιτακτικό κακάρισμα του υπάρχουν ακόμα, και δεσμεύουν όσους αφελώς χρησιμοποιούν τη φράση αυτή σαν πραγματική υπόσχεση.
Αυτά τουλάχιστον υποστηρίζει ο αφηγητής της παρακάτω ιστορίας, που κάποιο βράδυ πριν κοιμηθεί υποσχέθηκε να στείλει απάντηση σε έναν συσπουδαστή του το επόμενο πρωί. Η ιστορία του έχει ως εξής:

Με την αυγή ο ύπνος του χάλασε. Τα όνειρα του ζωήρεψαν και σταμάτησαν να είναι άλλο όνειρα. Ήταν ματιές πέρα από τον κόσμο. Μέσα στον ύπνο του είδε τον τρομερό κόκορα του Ιρ Λαμπάν, πρώτα να τον κράζει να ξυπνήσει και ύστερα να τον τσιμπά με αγριότητα. Η φωνή του ήταν βραχνή και οι τσιμπιές του μάτωναν τη σάρκα του πριν την ακουμπήσουν, έτσι που τσιμπούσαν πληγές και όχι σάρκες.
Ο αφηγητής καταϊδρωμένος ξύπνησε από αυτό το θέαμα, που στην αρχή νόμισε για εφιάλτη. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί και να έρθει στα συγκαλά του. Άνοιξε τη βρύση, έβαλε τα χέρια του κάτω από το κρύο νερό και το χούφτιασε για να βρέξει το πρόσωπο του. Μια και δυο, και αφού νόμισε πως ξύπνησε για τα καλά, διαπίστωσε έντρομος πως ακόμα άκουγε το λάλημα του κόκορα να τον κράζει, και πως ανάμεσα στη θέα του κόσμου και το σκοτάδι της συνείδησης του έβλεπε την φρικαλέα εικόνα των φτερών και του ρύγχους του να κινούνται εναντίον.
Η αίσθηση των επιθέσεων γίνονταν εντονότερη κάθε φορά που πήγαινε να κάνει κάτι άλλο από αυτό που είχε υποσχεθεί να κάνει πρώτο το πρωί. Δεν μπορούσε να πάει μέχρι το ψυγείο να πάρει να βράσει ένα αυγό για να φάει το πρωινό του. Δεν μπορούσε να ανοίξει τα παράθυρα να δει το φως του ήλιου που ανέτειλε. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα χωρίς να νιώθει να τον βασανίζει ο κόκορας του Ιρ Λαμπάν και να του υπενθυμίζει με τρόπο παράξενο την υπόσχεση που είχε δώσει το προηγούμενο βράδυ. Σύντομα δεν μπορούσε να αντέξει ούτε να κάνει μία απλή κίνηση που να μην εξυπηρετούσε την εκπλήρωση της υπόσχεσης του.
Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Από την πρώτη στιγμή, από όταν πρωτάκουσε και πρωτοείδε τον κόκορα του Ιρ Λαμπάν, με έναν ανεξήγητο τρόπο ήξερε πως όλα είχαν να κάνουν με την υπόσχεση στον συσπουδαστή του. Η λύση φυσικά ήταν απλή, και αν δεν του φαινόταν απίστευτο αυτό που ζούσε θα συμμορφωνόταν με αυτή εξ αρχής. Για να μπορέσει να ξεκινήσει την μέρα του, άνοιξε τον υπολογιστή του και έστειλε την απάντηση στον συσπουδαστή του.

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

73. Η κατά των Δαύκων "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση" ερμηνεία.

Όταν ο ιέριος Νίγηρος διατύπωσε μία αντίστροφη ερμηνεία του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» του Ευαγγελίου οι υπόλοιποι μοναχοί δεν έφεραν, αλλά ούτε και μπορούσαν να φέρουν, αντίρρηση. Ο ιέριος Νίγηρος είχε γράψει τα περισσότερα συγγράμματα της μονής των Δαύκων και γραπτά του διδάσκονταν σε νεοκάλεστους κάθε Σάββατο μετά τις επιμνημόσυνες ακολουθίες για τις ψυχές των παραστρατισμένων. Η σοφία του θεωρούταν αδιαμφισβήτητη οπότε και τα λόγια του δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν.
Όταν όμως  ερμηνεία του εξαπλώθηκε πολύ πέρα από τα τείχη του μοναστηριού, και διαπιστώθηκε πως είχε προκαλέσει αντιδράσεις σε θέσεις με κύρος, και παρά το γεγονός πως το Τάγμα των Δαύκων ήταν γνωστό για την αιρετική φύση του, και πάντα έχαιρε ανοχής, οι μοναχοί φρόντισαν να ανακατασκευάσουν τη σκανδαλώδη άποψη. Σώπασαν τον ιέριο δίνοντας του ένα κλειδί στην δυτική πτέρυγα* του της μονής.
Η ερμηνεία του Νίγηρου ήταν η εξής:
«Δεν είναι ο Θεός που έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Του. Είναι ο άνθρωπος που πλάθει τον Θεό κατά τη δική του εικόνα και ομοίωση. Έτσι αν ο άνθρωπος είναι κακό και ο Θεός είναι κακός. Αντίστοιχα, όταν ο άνθρωπος είναι καλός, καλός είναι και ο Θεός.»
Με αυτά τα λόγια ο ιέριος Νίγηρος μετέφερε την ευθύνη για τα βάσανα του κόσμου, την σκληρότητα και την αβοήθεια του Θεού στους πόνους και τα προβλήματα των ανθρώπων στους ίδιους και την κακία τους. Θέλησε να πει πως αν όλοι είμαστε καλοί, κατ’ εικόνα και ομοίωση μας καλός θα μοιάζει και Εκείνος.
Παρά την στάση του Τάγματος των Δαύκων εναντίον του δασκάλου, αξιοπερίεργο στέκεται ότι η ερμηνεία του ιέριου Νιγήρου συμπεριλήφθηκε εκ των υστέρων στο «Βιβλίο των Πραγματικών Αμαρτιών», την περίοδο ανασύνταξης ή αλλοίωση ή συγκάλυψης του περιεχομένου του. Εκεί αναφέρεται σαν βλασφημία στο Όνομα Του να είμαστε κακοί, καθώς Εκείνος εικονίζεται και ομοιάζει με εμάς τότε. Θεωρείται πράξη εναντίον Του, και δυνάμει ή πιθανή πραγματική αμαρτία.
  


* Όλα τα κελιά της μονής των Δαύκων δεν είχαν κλειδαριές, με εξαίρεση αυτά της δυτικής πτέρυγας που εκτός κλειδαριάς, είχαν και μάνταλο.

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

72. Επτά ευχές αδερφάδες.

Επτά ευχές είχαν καθίσει πάνω από το κεφάλι ενός ανθρώπου, κόρες της ψυχής του και θρέμματα του νου του. Καιρό τώρα γυρόφερναν στο τριχωτό της κεφαλής του προκαλώντας του έναν ελαφρύ και γλυκό πονοκέφαλο, αφού με όνειρα προσπαθούσαν, πότε η μια και πότε ή άλλη, να τον κάνουν να θέλει να πραγματοποιηθεί τη μία η μια και την άλλη η άλλη.
Τώρα, κάτω από μία τρίχα, είχαν βρει ένα πούπουλο ενός αγγέλου. Απόδειξη πώς ο Θεός είχε δώσει υπόσχεση να κάνει κάποτε χατίρι στον άνθρωπο αυτό. Πιάσανε οι επτά ευχές να τσακώνονται ποια ήταν η καλύτερη. Ζυγίστηκαν, μετρήθηκαν, συγκρίθηκαν ποια θα μπορούσε να τον κάνει πιο ευτυχισμένο. Ήταν πολλές όμως, και ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει κάποια απέναντι στις άλλες έξι. Ούτε ο άνθρωπος είχε κάποια πραγματική προτίμηση. Αφού είδαν και αποείδαν ζήτησαν εκλιπαρώντας να παρουσιαστεί ο άγγελος στον οποίο και ανήκε το πούπουλο. Εκείνος ίσως θα μπορούσε να αποφασίσει
Ο άγγελος κατέβηκε. Πήρε το πούπουλο στα χέρια του και προσπάθησε να κρίνει εκείνος καλύτερα. Και αλήθεια, παρότι είχε καλύτερη κρίση, δεν μπορούσε να αποφασίσει.
Εν τω μεταξύ οι ευχές άρχισαν να δυσανασχετούν. Το ίδιο και ο άνθρωπος που αγνοούσε τι γινόταν πάνω από το κεφάλι του. Να έχουν το πούπουλο ενός αγγέλου, να έχει υποσχεθεί ο Θεός πώς η μία τους θα γίνει πραγματικότητα και εκείνες να περιμένουν. Αν μη τι άλλο ήταν κόρες καλές και καλοαναθρεμμένες. Αγαπούσαν τον πατέρα τους και μία από αυτές ήταν ο καιρός να τον κάνει ευτυχισμένο.
«Αχ, αν δεν ήμασταν τόσες πολλές.» είπε η μία και οι άλλες συμφώνησαν με έναν αναστεναγμό.
«Η απόφαση θα ήταν πιο εύκολη.» συμπλήρωσε η δεύτερη.
«Έτσι κινδυνεύουμε να μείνουμε όλες στο ράφι.» έκανε την τρομερή διαπίστωση η τρίτη.
«Να πραγματοποιούσουν τουλάχιστον εσύ.» είπε η τέταρτη στη διπλανή της.
«Ναι! Εσύ θα μπορούσες να πραγματοποιηθείς ακόμα και τώρα.» είπε η έκτη και την ακούμπησε στον ώμο με συμπάθεια.
«Το ξέρω, μα θα ήμουν καλύτερη αργότερα. Ή αν ήταν αλλιώς τα πράγματα.» παραπονέθηκε η πέμπτη.
«Αργότερα και αργότερα. Αυτό το αργότερα θα μας φάει.» γρίνιαξε η έβδομη και όλες συμφώνησαν με έναν άλλο αναστεναγμό.
           Ο άγγελος αρκέστηκε στο να κουνήσει συγκαταβατικά το κεφάλι του. Ήξερε όμως πως ο Θεός είχε κάνει την επιλογή του. Αλλιώς δεν θα είχε βάλει το πούπουλο του κάτω από την τρίχα του ανθρώπου. Δεν ήταν μόνο που οι ευχές του ανθρώπου ήταν πολλές και θα πραγματοποιούσε μία, και έπρεπε να γίνει σε καιρό σωστό και με μέσα που θα ταίριαζαν, έπρεπε και οι ευχές να μονιάσουν.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

71. Ο δαίμονας και ο σταυροφόρος.

Κάποτε ένας σταυροφόρος ζητούσε από το Θεό να του στείλει έναν άγγελο. Κάθε βράδυ προσευχόταν για αυτό. Ώσπου ο Θεός κουράστηκε, καθώς όπως η επανάληψη κουράζει την πίστη. Έτσι ο ακούραστος διάβολος βρήκε ευκαιρία και έστειλε μπροστά στον σταυροφόρο έναν δαίμονα.
Η επιθυμία του σταυροφόρου να δεχτεί έναν άγγελο ήταν τέτοια όμως, που δεν αναγνώρισε το δαίμονα. Με τη φαντασία του έπλασε ένα φάντασμα, και με αυτό έντυσε την φρικαλέα όψη αυτού που στεκόταν εμπρός του, ώστε να μην μπορεί να καταλάβει ότι δεν ήταν άγγελος Θεού, αλλά ένας δαίμονας. Το ρούχο της φαντασίας του σταυροφόρου άλλωστε έκανε το δαίμονα ομορφότερο από κάθε άλλον άγγελο, κι έτσι ο σταυροφόρος όχι μόνο δεν έφριξε στη θέα του δαιμονίου αλλά το κράτησε κοντά του.
Όσο και αν αρεζόταν ο δαίμονας με την αγγελική όψη που του είχε χαρίσει η φαντασματική φορεσιά που του έδωσε ο σταυροφόρος, δεν μπορούσε και να ξεχάσει τι ήταν, και δεν έπαψε να συμπεριφέρεται σαν ένας πραγματικός δαίμονας. Βασάνιζε τον σταυροφόρο, κάνοντας τον όλο και πιο δυστυχισμένο και ξένο με το καλό και τον καλό εαυτό του.
Ο άνθρωπος όμως, όπως τον δημιούργησε ο Θεός, αποστρέφεται από τη φύση του πιότερο από όλα - και από το ίδιο το κακό ακόμα – τη δυστυχία. Κατά τον ίδιο τρόπο η κρίση του δεν μένει για καιρό θαμμένη κάτω από την επιθυμία όταν αυτή δεν έχει τη βοήθεια της ευτυχίας ξεγελά και να θάβει το ορθό. Ο σταυροφόρος αντιλήφθηκε πώς κοντά του δεν είχε κρατήσει έναν άγγελο αλλά ένα δαιμόνιο, και πάνω του διέκρινε το φάντασμα με το οποίο είχε ντύσει ο ίδιος τον δαίμονα. Άρπαξε τότε το σπαθί του και πήρε να πολεμήσει το δαιμονικό τύραννο του.
Στα χέρια του το σπαθί βάραινε να σηκωθεί ενάντια σε ένα πλάσμα με όψη αγγελική, κι έτσι ο σταυροφόρος άπλωνε συνεχώς το χέρι του για να γδύσει το δαίμονα τραβώντας το φάντασμα από πάνω του. Χτύπαγε όπου η βλογιοκομμένη σάρκα φαινόταν, και μαύρο αίμα έβαφε το σπαθί του. Με κάθε χτύπημα άκουγε τον δαίμονα να γελά αντί να σφαδάζει. Μα παρά τα γέλια του με αγωνία τραβούσε να ξαναφορέσει την αγγελική περιβολή του.
Ο σταυροφόρος δεν άργησε να καταλάβει πώς δεν μπορούσε να νικήσει το δαίμονα. Μα και ο ίδιος δεν θα έχανε. Για μια τελευταία φορά άρπαξε και πάλι το φάντασμα από το δαίμονα και το τράβηξε από πάνω του. Ο δαίμονας τραβούσε με δύναμη από την άλλη. Το σπαθί του σταυροφόρου τότε έπεσε πάνω στο φάντασμα και το ξέσκισε. Ο δαίμονας έμεινε γυμνός και ολότελα άσχημος. Αποτροπιασμένος ο σταυροφόρος τον κοίταξε. Για μία πολύ μικρή στιγμή ευχήθηκε να ο δαίμονας να είχε ακόμα την όψη που του έδινε το φάντασμα. Ύστερα τον έδιωξε από κοντά του.

Η ιστορία αυτή μας δείχνει την συνήθεια των ανθρώπων να ξεγελούν τους εαυτούς τους δίνοντας στους δαίμονες τους όψη αγγελική, και η λύση της συμβαδίζει με τη θεολογική άποψη πως τα ανθρώπινα δημιουργήματα πεθαίνουν ευκολότερα - αν δεν είναι τα μόνα ικανά να πεθάνουν - από τα δημιουργήματα του Θεού.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

70. Ένας Αθάνατος

Όταν οι άνθρωποι νιώσουν πως ο χρόνος τους τελεύει, και πλησιάζει το τέλος της ζωής τους, μεγεθύνεται η επιθυμία τους να ήταν αθάνατοι.
Η αλήθεια αυτή συναντάται δύο φορές στον Κατάλογο των Αληθειών. Μία στην κατηγορία των Μεγάλων Αληθειών και άλλη μία στην κατηγορία των Θανατικών.
Η επιθυμία της αθανασίας είναι λιγότερη έντονη για όσους η ζωή τους είναι γεμάτη με βάσανα - γιατί αυτοί επιζητούν το Θάνατο Λυτρωτή – ή όταν έχουν ζήσει καλά και νιώθουν πλήρεις. Για όσους η ζωή υπήρξε ανιαρή, άδεια, και την έζησαν σαν μία διαρκή αναμονή κάποιου νοήματος ή αυτού που λένε ευτυχία, η επιθυμία της αθανασίας αποκτά τεράστιες διαστάσεις.
Μία τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του πρωταγωνιστή της ιστορίας αυτής. Ο αφηγητής της οποίας, για προφύλαξη του, ορκίζεται στη ζωή του πως δεν ξέρει τίποτα παραπάνω από όσα εδώ γράφονται για τον μυστηριώδη πρωταγωνιστή του.
Πρόκειται για έναν άντρα που ζούσε στην Αγγλία πριν πολλά χρόνια. Ήταν νέος και έτσι δεν μπορούσε να νιώσει πως ο θάνατος του ήταν κοντά, αλλά και αρκετά μεγάλος για να αισθανθεί την τελεσίδικη εγκατάλειψη της νιότης. Μια μέρα φοβήθηκε πως δεν είχε ζήσει τίποτα, και ούτε θα προλάβαινε να ζήσει. Έτσι επιθύμησε με τρόπο τρομερό την αθανασία.
Οι πολύ μεγάλες επιθυμίες είναι ικανές να πραγματοποιήσουν ευχές. Για αυτό και οι λέξεις επιθυμία και ευχή συνωνομούν.
«Μακάρι να μην πέθαινα ποτέ» γλώσσιαζε κάθε τόσο ο νους του άντρα και μέσα στο στόμα του η γλώσσα του σφίγγονταν στέρεη πιέζοντας τον ουρανίσκο πίσω από τα μπροστινά του δόντια.
Μια μέρα, στους περιπάτους του και ενώ o κόσμος τον χαιρετούσε ευγενικά, ο δύσμοιρος άντρας ανταπέδιδε με ένα ευγενικό νεύμα αγγίζοντας το γείσο του καπέλου του. Το στόμα του έμενε κλειστό. Ένα ελαφρύ μειδίαμα, υποκριτής χαράς, χάρισμα στην ευγένεια, έσπαζε τις στενές γραμμές των χειλιών του. Τα δόντια του έμεναν σφιχτά, και η γλώσσα του πίεζε ασταμάτητα τον ουρανίσκο του. «Μακάρι να μην πέθαινα ποτέ» όμως δεν έλεγε ο νους του. Με βρισιές ανταπέδιδε στο μυαλό του τις καλημέρες και τις καλησπέρες των άλλων.
Μία στιγμή, είδε τον πιο αγαθό και αγαπητό άντρα στην πόλη να στέκεται μπροστά σε έναν πάγκο ενός ιχθυοπώλη. Τον άκουσε να λέει πώς ήθελε να αγοράσει ψάρια για να τα παστώσει. Τα λόγια του αντήχησαν την γαλήνη και την ηρεμία αυτού που λένε ευτυχία. Εκείνη τη στιγμή, όπως στεκόταν και τον κοίταζε από την απέναντι πλευρά του δρόμου, ζήλεψε και μίσησε εκείνον τον ευτυχισμένο άνθρωπο περισσότερο από όλους τους άλλους. Και με τον ίδιο τον διάβολο θα έβαζε ακόμα στοίχημα πώς το χαμόγελο εκείνου του άντρα δεν θα έσβηνε από το πρόσωπο του ακόμα και όταν το πρόσωπο του θα σάπιζε μέσα στο φέρετρο. Θα στοιχημάτιζε ακόμα και τη ζωή του στο Θεό, πως ο άντρας αυτός δεν θα έκανε κακό ποτέ σε κανέναν.
«Δεν θα πεθάνω ποτέ, αν δεν με σκοτώσεις εσύ.» γλώσσιασε ο νους του και η γλώσσα του ήταν τόσο σφιγμένη μέσα στο στόμα του που τα δόντια του θα σπάγαβε το ένα πάνω στο άλλο.
Η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε. Έγινε αθάνατος, μέχρι εκείνος ο άντρας – που το όνομα του ήταν Ιώκ - να τον σκοτώσει.
Ο Ιώκ πια είναι ένα φάντασμα. Ένα δολοφονικό πνεύμα καταδικασμένο να υπάρχει στον κόσμο μας μέχρι να εκπληρώσει την ευχή του υπεύθυνου της κατάρας του. Ως τότε - Αλίμονο! - το βασανισμένο πνεύμα το περιπαίζουν κάποιοι παράτολμοι μεθύστακες για να διασκεδάσουν. Κι ελεεί ο τρελός Ιώκ τους δειλούς αυτόχειρες που τον καλούν ζητώντας την βοήθεια του, αυτός δεν βρίσκει κανένα έλεος.
Εμείς ας ευχηθούμε να μην βρει ποτέ το έλεος κανενός, παρά να βρει τον άντρα αυτής της ιστορίας.

Τρίτη 19 Μαΐου 2015

69. Μια ακόμα ατέλειωτη συζήτηση.

Κάποτε ένας θαρραλέος και ένας δειλός συζητούσαν για μία από τις διακόσιες και μία αλήθειες. Την αλήθεια πως τη Μοίρα μπορεί να την αλλάξουν μόνο οι θαρραλέοι και οι δειλοί. Γρήγορα κατέληξαν να διαφωνούν για το ποιος από τους δύο είναι πιο ισχυρός απέναντι της.
Ο θαρραλέος ισχυριζόταν πως ο δυναμισμός, η μαχητικότητα και η δράση που πηγάζουν από το θάρρος του είναι σαφώς εκείνα που τον κάνουν ισχυρότερο στο να μπορεί να αλλάζει το τι έχει γραφεί. Από την άλλη ο δειλός υποστήριζε πως η αναλγησία, η αδράνεια και η φοβισμένη άρνηση του προερχόμενες από τη δειλία του είναι εκείνα που αναχαιτίζουν όσα ορμητικά η μοίρα έχει προετοιμάσει να έρθουν.
Στη διαφωνία τους επενέβη ξαφνικά ένας επίμονος. Δήλωσε απερίφραστα και στους δύο πως αυτό που αλλάζει τελικά τα όσα η Μοίρα έχει προετοιμάσει είναι η επιμονή. Η αδιαλλαξία να μην τα δεχτεί κανείς. Τέλος στα λίγα του λόγια πρόσθεσε με ποιητική διάθεση τη παρακάτω φράση:
«Πώς μπορείς να τα βάλεις με εκείνη που δεν την αγγίζει ο χρόνος, χωρίς να έχεις κάποια αντίστοιχη συμπεριφορά απέναντι σε αυτόν και ο ίδιος.»
Ο θαρραλέος και ο δειλός άκουσαν καλά τα λόγια του επίμονου, και φάνηκε σαν να δέχτηκαν σωστά τα όσα είπε. Έτσι, συνέχισαν με μεγάλη επιμονή να υπερασπίζονται τη θέση τους και να επιχειρηματολογούν πάνω στην αξία τους.
Η συζήτηση τους δεν σταμάτησε ποτέ. Συνέχισαν να μιλάνε και να μιλάνε. Κανείς δε βρέθηκε να έχει δίκιο. Και αυτό, γιατί και οι δύο απασχολούμενοι με τη μεταξύ τους λογομαχία έμειναν άπραγοι. Κανείς τους δεν πήγε να αλλάξει το τι η Μοίρα είχε κανονίσει.

Υποψιαζόμαστε πως ήταν μία συζήτηση

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

68. Οι προδότες φίλοι του Αννή

Όταν τον Αννή τον ανακήρυξαν Θάνη, και άκουσε τους κοροϊδευτικούς ψιθύρους για την ομοιοκαταληξία και την ομοιότητα του ονόματος του και του τίτλου του, χαμογέλασε. Η νέα αυτή προσβολή των αδυνάτων στο πρόσωπο του, θα αντικαθιστούσε την προηγούμενη, που είχε να κάνει με ένα θηλυκό ομόηχο όνομα. Ο Αννής ήταν άνθρωπος έξυπνος, καλός, μεγαλόκαρδος, με εμπιστοσύνη στον ίδιο, στο Θεό και στους ανθρώπους.
Στην τιμή που του δόθηκε φέρθηκε άξιος. Διοικούσε σωστά, έπαιρνε σωστές αποφάσεις και ήταν δίκαιος. Όλα για το καλό του τόπου του και του βασιλιά. Στο όνομα του οποίου χάρισε πολλές νίκες στα πεδία της μάχης.
Στη υπέρμετρη αγαθότητα του και πλάι στα τόσα προτερήματα του Αννή όμως, αντέταξε η μοίρα την κακοτυχία να περιτριγυρίζεται από συμβούλους και φίλους ανάξιους. Εγωιστές, φιλόδοξους, εκδικητικούς και άπληστους που εποφθαλμιούσαν τη θέση του. Με τον καιρό ένας ένας, ή και σε συνεργασία ο ένας με τον άλλο, επιχείρησαν να σκοτώσουν τον Θάνη τους και να αρπάξουν ο καθένας για τον εαυτό του τον τίτλο και την εξουσία.
Όλοι τους απέτυχαν. Και όλους τους καταδίκασε σε θάνατο ο Αννής, δίκαιος καθώς ήταν και πιστός  στους νόμους του βασιλιά. Ο Αννής έμεινε να κυβερνά μόνος την επικράτεια του. Κάτι που ούτε του άρεσε, ούτε ήταν επιτυχές. Δεν άντεχε την μοναξιά και πάνω στο χρόνο άρχισε να σκέφτεται πώς θέλει πίσω τους προδοτικούς του φίλους. Τις νύχτες που η μοναξιά τον έπνιγε προσευχόταν να μπορούσε να τους αναστήσει.
Ο Αννής εμπιστευόταν τον εαυτό του, τον Θεό και τους ανθρώπους. Και ο Θεός – που δεν είναι σαν τους ανθρώπους – αγαπά όσους τον εμπιστεύονται και δεν τους χαλά τις προσευχές. Ο Θεός ανέστησε τους προδότες φίλους του Αννή ανοίγοντας τους τάφους τους, και ο Αννής άνοιξε την αγκαλιά του σε αυτούς. Πόσο του είχαν λείψει. Αφού δεν μπορούσε να έχει φίλους και καλούς συμβούλους προτιμούσε να έχει αυτούς. Λάθος σκέψη για έναν τέτοιο άντρα.
Οι άνθρωποι δεν αγαπούν πάντα όσους τους εμπιστεύονται. Οι αναστημένοι φίλοι και σύμβουλοι του Αννή τον σκότωσαν όταν μπόρεσαν, παρά το γεγονός πως του χρωστούσαν την σωτηρία τους από την τιμωρία της κόλασης που άξιζε στις αμαρτίες τους. Αμαρτίες που τους ακολούθησαν στη δεύτερη ζωή τους, καθώς οι αμαρτίες δεν κατοικούν στην κόλαση μα στους ανθρώπους.
Έτσι οι φίλοι του Αννή,
όταν τον πρόδωσαν,
έμειναν μόνοι χωρίς τον καλό τους το Θάνη.
Παρέα με τις αμαρτίες τους δεν άντεξαν, και πάνω στο χρόνο άρχισαν να προσεύχονται την ανάσταση του Θάνη τους. Όμως σε αυτούς ο Θεός δεν έκανε της προσευχή τους το χατίρι. Μείναν μόνοι να βουρλίζονται απέλπιδοί.


Αυτή είναι η ιστορία των προδοτών φίλων του Αννή. Μας δείχνει λένε πως κάποιοι έχουν ελπίδες, κάποιοι σκάρτες ελπίδες και κάποιοι καθόλου.

Αλήθεια εμείς δεν ξέρουμε ποιους να λυπηθούμε περισσότερο.