Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

 102. Τα καθρεφτάκια των Ικάτομοτάκι


        Η φυλή των Ικάτομοτάκι συναντάται συχνά από ταξιδιώτες, κατοίκους, και περιδιαβάτες. Αναγνωρίζονται συνήθως από τα χρώματα και τα μπιχλιμπίδια, με τα οποία στολίζουν τα αδύνατα και ισχνά πρόσωπα τους, τα περίτεχνα ψευτοδαχτύλιδα που φορούν στα δεξιότεχνα και λεπτά δάχτυλα τους, τους κρίκους που φορούν στα αδύνμα χέρια και μπράτσα τους, τα δερμάτινα και υφασμάτινα λουριά που κρεμούν στην λεπτή τους μέση πάνω από την σχεδόν τυμπανισμένη κοιλιά τους, τα σχεδόν κακόηχα κουδουνάκια και θολωμένα καθρεφτάκια που κρέμονται από κλωστές και μπλέκονται στα τρεμάμενα πόδια τους που με δυσκολία τους κρατούν πολλές φορές όρθιους.

Παρά τα εύκολα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά της εμφάνισης τους και του ιδιαίτερου τρόπου που ντύνονται, μία έρευνα υποστηρίζει πώς η φυλή των Ικάτομοτάκι χαρακτηρίζεται περισσότερο από κοινωνικές συμπεριφορές παρά από φυλετικά χαρακτηριστικά. Με τρόπο τέτοιο μάλιστα που – όπως συνέβαινε με την ελληνική παιδεία – η υιοθέτηση των συμπεριφορών αυτών αρκεί για τον εξικάτομοτάκισμό κάποιου. Η σημαντικότητα της άποψης αυτής ενισχύεται από το γεγονός ότι παρότι οι εκδοτικοί οίκοι της εποχής αρνήθηκαν να εκδώσουν την συγκεκριμένη μελέτη, πληρώθηκε αδρά μία ομάδα των καλύτερων μεταξυγράφων* του δεκάτου ένατου αιώνα, με σκοπό να εκδοθεί κρυφά στις πρώτες εκδόσεις μίας αμφισβητήσιμης θεωρίας ενός οικονομολόγου.

Αν παρατηρήσει κανείς, θα προσέξει πώς οι Ικάτομοτάκι στολίζονται επιδεικτικά και προσπαθούν να ξεπεράσουν ή έστω να μοιάσουν τους άλλους Ικάτομοτάκι, φορώντας όλοι τα ίδια σχήματα και χρώματα. Η έρευνα μάλιστα αναφέρει πώς οι εναλλαγές των εποχών για τους Ικάτομοτάκι γίνονται σύμφωνα με την μόδα και όχι με την πορεία των πλανητών, έτσι έχουν καταγραφεί οι εποχές του γαλάζιου τριγώνου, του κόκκινου κύκλου, του κίτρινου τετραγώνου, του πράσινου ορθογωνίου. Αξιοπερίεργη είναι επίσης, η αγάπη που έχουν οι Ικάτομοτάκι για το τι καινούριο. Αν κάτι το βγάλουν από πάνω τους δύσκολα το ξαναβάζουν. Έτσι όλα τα περίτεχνα στολίδια τους και ρούχα τους, πετιούνται για να αντικατασταθούν με καινούρια. Κάθε τι παλιό αποτελεί σκουπίδι, και ρυπαίνει την αισθητική των Ικάτομοτάκι. Είναι μεγάλη ντροπή να καταλάβει κάποιος ότι φόρας κάτι που είχες φορέσει παλαιότερα. Έχουν τόση μεγάλη απέχθεια στην χρήση παλαιών αντικειμένων, που το ίδιο κάνουν και με τα εργαλεία τους. Κατασκευάζουν καινούρια. Φυσικά η δεξιοτεχνία τους στην κατασκευή είναι αξιοθαύμαστη και η εφευρετικότητα τους θα έλεγε ότι υπερέχει αυτής των υπόλοιπων ανθρώπων. Παρόλα αυτά η επιμονή τους για το καινούριο αποτελεί τροχοπέδι στην εξέλιξη της τεχνολογίας τους.

Οι Ικάτομοτάκι πεινάνε. Αφιερώνουν πολύ χρόνο στο να ντυθούν, να στολιστούν, να αποκτήσουν καινούρια υπάρχοντα και να αποδείξουν ότι ξεφορτώνονται τα παλιά. Ελάχιστο χρόνο έχουν να ασχοληθούν με την παραγωγή τροφής. Το ίδιο και με επιστήμες όπως η ιατρική, η φυσική, τα μαθηματικά, και πλήθος άλλων.

Για τους υπόλοιπους οι Ικάτομοτάκι είναι φυλή απολίτιστη. Είναι άνθρωποι απαίδευτοι, άξεστοι. Παρά το προσεγμένο παρουσιαστικό τους, οι τρόποι τους είναι τραχείς. Η συζήτηση μαζί τους είναι σχεδόν βασανιστική, και αν κανείς επιχειρήσει να κάνει έναν γόνιμο διάλογο το πιο πιθανό είναι να εκνευριστεί, να απογοητευτεί ή να μαλώσει. Ένας δημοφιλής κοσμοκαλόγερος που υποστηρίζει πώς πιστεύει στον άνθρωπο και όλοι τον ακούνε, προτείνει πώς η καλύτερη λύση είναι να τους αντιστρέψεις πώς δεν μπορούν να καταλάβουν πώς ένας διάλογος είναι σαν την γη, γόνιμος και αν του αφοσιωθείς θα καρπίσει, και έπειτα να φύγεις. Από την άλλη ένας μοναχός που πολλοί τον σέβονται, αλλά δεν πιστεύουν στον Δύσκολο θεό που κηρύττει, ζητά να καταλάβουμε από την μία την βαθιά επιθυμία των Ικάτομοτάκι για στολίδια και καθρεφτάκια. Τον διάβολο που κάθεται στο κεφάλι τους και χτυπά το τύμπανο των πνευμόνων τους, και από την άλλη την φρικτή κόλαση της αγωνίας πώς την επόμενη μέρα θα πεθάνουν από την πείνα, ή την δίψα, ή κάποια αρρώστια, ή την αδιαφορία χωρίς έκκλιση**, την κόλαση που καίει στο στομάχι και τα άντερα τους.

Εμείς παραλλάσσοντας την πρόβλεψη της έρευνας του δεκάτου ένατου αιώνα πώς κάποτε όλοι στην γη θα προσαρτηθούν στην φυλή των Ικάτομοτάκι, περίσημαίνουμε πώς κάπου ανάμεσα στις εποχές της ιριδίζουσας πυραμίδας, της πορφυρής σφαίρας, του λευκόχρυσου κύβου, και του εβενικού κυλινδρού, θα δούμε το πρόσωπο μας στα καθρεφτάκια που κρέμονται στα πόδια Ικάτομοτάκι που σκονίζονται σε χώματα διψασμένα.


* Αυτός που εφαρμόζει την τέχνη της γραφής ανάμεσα σε γραμμές. Συνήθως, αλλά εσφαλμένως, συγχέεται με εκείνον που γράφει σε μετάξι. Οι μεταξυγράφοι συνήθως εργάζονται σε ομάδες.

** γραμμένο ανορθόγραφα στο χειρόγραφο 



Πέμπτη 10 Αυγούστου 2017

101. Ο Απαισιόδοξος + ένα περίπεγμα.

Ο Απαισιόδοξος είναι ένας άγγελος του θανάτου, που σημαίνει ότι είναι ο ίδιος ο θάνατος. Τον ονομάζουν “ο θάνατος με τα αμέτρητα βλέμματα”. Ο Πόε - αν δεν θα του έδινε κάποιο άλλο όνομα - θα τον αποκαλούσε “ο άγγελος των ενδεχόμενων ζωών”. Είναι από τα οχτώ πρόσωπα - μορφές του θανάτου που θα συναντήσει κανείς από όταν λίγο πριν πεθάνει μέχρι την κατάληξη του στο αιώνιο.
Πρόκειται για ένα θεόρατο άγγελο που φορά ένα ζοφερό μανδύα και στέκεται σε έναν τόπο επίπεδο όπως η θάλασσα. Τα δύο του πόδια πατάνε, το αριστερό σε ένα λόφο που ριζώνει μία ελιά και το δεξί σε έναν βράχο που στέκει ένας σπασμένος φάρος. Η ελιά βρίσκεται στα δεξιά και ο φάρος στα αριστερά. Στα χέρια του κρατάει μία ζυγαριά. Στον ένα δίσκο της που γέρνει αριστερά του παίρνει και βάζει την ζωή που έζησε κάποιος και στον άλλο που βαραίνει προς τα δεξιά έχει τον ακατάληπτο αριθμό όλων εκείνων των ζωών που θα ζούσε κανείς, αποτέλεσμα των διακλαδώσεων όλων εκείνων των επιλογών που έκανε και κυρίως που δεν έκανε, μπολιασμένα με όλες εκείνες τις επιλογές όλων των άλλων ανθρώπων που έκαναν και δεν έκαναν, το χάος όλων ανθρώπινων γενεών και της ιστορίας που έχει επίκεντρο της και γυρνά γύρω και γύρω από την πράξη εκείνη του Βρούτου.
Για να περάσεις την δοκιμασία θα πρέπει η ζωή που έζησες να αποδειχθεί βαρύτερη από το σύνολο όλων των άλλων ζωών που θα μπορούσες να ζήσεις. Ευτυχώς ο τρομερός κανόνας πως το σύνολο είναι συνήθως μεγαλύτερο από το άθροισμα των επιμέρους δεν ισχύει σε αυτή την περίπτωση. Ο Απαισιόδοξος γνωρίζει μόνο την άθροιση, που όμως είναι αρκετή για να κάνει όλες τις υπόλοιπες αριθμητικές πράξεις. Η ζυγαριά είναι ανελέητη και η σκιά της πέφτει βαριά πάντα στον φάρο. Τον βυθίζει στον σκοτάδι και όντας σπασμένος, εκεί υπάρχει το σκοτάδι. Λίγες φορές θα βρεθεί κάποιος που η ζωή του θα αποδειχθεί βαρύτερη από όλες τις άλλες που θα μπορούσε να ζήσει, ή έστω και από μία. Πολλοί λένε πως το κόλπο δεν είναι να είναι βαρύτερη η ζωή σου αλλά εσύ βαθιά να πιστεύεις πως είναι. Ο ζυγός, όπως και η άποψη του Απαισιόδοξου είναι χαλασμένος, και εύκολα τότε θα γείρει προς το μέρος της ελιάς, που έχει ήδη ίσκιο δικό της από κάτω για να ξαποστάσεις.

Η παραπάνω ιστορία δεν είναι παρά μία απάτη και όλες οι λεπτομέρειες και περιγραφές της παρά παραπλανήσεις. Σκοπός της παρουσίας της στην παρούσα συλλογή δεν είναι να υπονοήσει το ότι ο Απαισιόδοξος είμαστε εμείς και πως πρέπει αισιόδοξα να ζούμε την ζωή που ανοίγουμε και ανοίγεται εμπρός μας κάθε στιγμή. Σκοπός της συμπερίληψης αυτής της ιστορίας είναι να καταδείξει τις τεχνικές των συμβολισμών και των μεταφορών ως περιπλανήσεις παραπλανητικές στα πέριξ της αλήθειας παραπλεύρως των μύθων, ενώ ακόμα μαρτυρά τις ανειλικρινείς μεθόδους των παραμυθάδων που η ίδια χρησιμοποιεί κεκαλυμμένα, (όσο απροκάλυπτα και αν το παραδεχόμαστε) μέχρι την τελευταία (επόμενη) τελεία.

Κυριακή 21 Μαΐου 2017

100. Τα ρούχα και τα σωθικά.

Καβγάς γινόταν για πολύ καιρό πάνω σε έναν άτυχο άνθρωπο. Μαλώνανε τα ρούχα και τα σωθικά για το ποια ήταν τα πιο σπουδαία. Τα πρώτα με παρρησία ισχυρίζονταν πως συσταίνουν τον άνθρωπο, ενώ τα δεύτερα αδιάλλακτα πρότασσαν την αδιάκοπη εργασία τους.
Μια μέρα που φούντωσε ο καβγάς πάνω σε μία κίνηση εντυπωσιασμού τα ρούχα βγήκαν από το σώμα του ανθρώπου αφήνοντας τον γυμνό μπροστά σε τόσο κόσμο.
Τι ντροπή!
Με τον ίδιο τρόπο αντέδρασαν όμως και τα σωθικά. Βγήκαν από το σώμα του ανθρώπου αφήνοντας τον νεκρό.
Πόσο κρίμα.

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

99. Η ιστορία ενός ανέλπιδου ανθρώπου.

Κάποτε ένας άνθρωπος πολύ ευλαβικά γονάτισε στη γη και άρχισε να προσεύχεται στον ουρανό να του φέρει αυτό που επιθυμούσε. Ύστερα από ουκ ολίγες προσευχές – τόσες που ο άνθρωπος είχε αρχίσει να συνηθίζει στην προσευχή και,αμαρτία από το Θεό, αυτό είναι μία συνήθεια που δεν είναι καθόλου σωστή – ένα σύννεφο ήρθε και στάθηκε από πάνω του.
Ο άνθρωπος νευριασμένος σηκώθηκε και άρχισε να βλαστημά και να βρίζει το σύννεφο, που τάχα εμπόδιζε τις προσευχές του να φτάσουν ψηλά. Ήταν ο θυμός που τον τύφλωνε, αλλά και ο ήλιος που τον χτυπούσε στα μάτια, έτσι που ο άνθρωπος δεν είδε ότι το σύννεφο είχε το σχήμα αυτού που επιθυμούσε.
Άλλοι λένε την ιστορία με αυτό το τέλος:
πως το σύννεφο έφυγε χωρίς ο άνθρωπος να καταλάβει πως αυτό που επιθυμούσε είχε έρθει, και συνέχισε να προσεύχεται και να ζητά δίχως ελπίδα πια.
Άλλοι λένε την ιστορία με αυτό το τέλος:
πως το σύννεφο έμεινε χωρίς ο άνθρωπος να καταλάβει πως αυτό που επιθυμούσε είχε έρθει, και συνέχισε να βλαστημά και να βαρυγκωμά δίχως ελπίδα πια.

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

98. Η ψεύτικη περικοπή της μη ανάστασης του Λαζάρου.

Στη μεγάλη σάλα της Μονής των Δαύκων δίπλα στο αναλόγιο με το προσευχητάρι υπήρχε ένα δεύτερο αναλόγιο όπου κάθε μοναχός έγραφε ένα θεολογικό κείμενο προς ανάγνωση την ώρα του μεγάλου δεκατιανού τις μικρές μέρες. Την ανάγνωση του αναλάμβανε ο ίδιος ο μοναχός που είχε γράψει το κείμενο. Σε περίπτωση απουσίας του μοναχού το κείμενο διαβαζόταν υποχρεωτικά από τον ηγούμενο.
Εκείνη τη μέρα ο ηγούμενος διάβασε το παρακάτω:

"Μία μέρα ο Χριστός αποφάσισε να επισκεφτεί τον Λάζαρο. Φτάνοντας στο σπίτι οι συγγενείς του τον πληροφόρησαν ότι ο Λάζαρος ήταν νεκρός. Ο Ιησούς πήγε στον τάφο του φίλου του, στάθηκε και τον κάλεσε να Τον αναστήσει."

Ο ηγούμενος ευθύς επεσήμανε στους μοναχούς το κεφαλαίο ταυ στο τελευταίο άρθρο του κειμένου, και εκείνοι αμέσως αναστατώθηκαν από την μεγάλη προσβολή απέναντι στον Κύριο τους. Ποιος ήταν ο μοναχός που είχε γράψει αυτό το βλάσφημο κείμενο και δεν είχε παρουσιαστεί να το διαβάσει!
Σύντομα καθησύχασαν. Το γεγονός ότι ο Κύριος και Θεός τους είχε πράξει τελείως αντίθετα δικαίωνε τόσο Εκείνον όσο και τον μοναχό και αυτό που είχε γράψει. Σύσσωμοι σηκώθηκαν να βρουν τον μοναχό για να τον συγχαρούν για το ιδιοφυές κείμενο του. Δεν γίνεται οι ζωντανοί να περιμένουν από τους νεκρούς, αλλά οι ζωντανοί να δίνουν.

Φτάνοντας στο κελί του μοναχού ο ηγούμενος άνοιξε την πόρτα του έτοιμος να του δώσει την ευχή του. Παραξενεμένοι όλοι, βρήκαν τον μοναχό κρεμασμένο από το σταυρωτό δοκάρι της οροφής. Ο μοναχός είχε συνετάξει εαυτόν με τους νεκρούς.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

97. Το παιγνίδι το θρασύ.

Ένα βράδυ ένα πλανόδιο τσούρμο παλιάτσων αποφάσισε να περάσει την νύχτα του στο δάσος. Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα διανυκτέρευαν στην ύπαιθρο κάτω από τα αστέρια πηγαίνοντας από την μία πόλη στην άλλη, όπου έδιναν τις παραστάσεις τους σε πλατείες, δρόμους, ταβέρνες και καφενεία ή αν ήταν λίγο τυχεροί σε κάποιο μικρό θέατρο ή στάβλο. Ο καιρός ήταν γλυκός και αν δεν έλειπε εκείνο το βράδυ το φεγγάρι δεν θα άναβαν ούτε καν φωτιά. Την χρειάζονταν όμως για να βλέπουν.
Έστησαν καλό γλέντι γύρω από τη φωτιά εκείνο το βράδυ. Οι δουλειές πήγαιναν καλά και είχαν αρκετό κρασί και καπνό στα μπαγκάζια τους για να μεθύσουν. Χορτάτος νιώθεις πάντα πιο ελεύθερος αν τριγυρίζεις σαν νομάς και καμιά σου σκέψη δεν σου ζητά να φυλακιστείς κάτω από μία στέγη και τέσσερις τοίχους.
Μην ήταν το πιοτί; Μην ήταν αυτή η αίσθηση ελευθερίας; Μην ήταν και η ίδια η πάστα τους; Το τσούρμο έπιασε στο γλέντι του να κάνει θρασύ παιχνίδι και να προκαλεί δυνάμεις που δεν έπρεπε.
Πλανόδιοι παραμυθάτζίδες και ηθοποιοί, βάρδοι και ακροβάτες, παλιάτσοι και ταχυδακτυλουργοί ήξεραν κι είχαν ακούσει πράγματα που η παρούσα συλλογή δεν έχει γράψει και ούτε τολμά να κάνει. Αχ κι ας ήταν εκεί το φεγγάρι να τους προειδοποιήσει σε εκείνο το ξέφωτο που ανάψαν την φωτιά!
Σαν σε παιγνίδι μέσα στο μεθύσι τους και στην ευφορία τους βάλθηκαν να καμωθούν τους ερωτευμένους αναμεταξύ τους. Με λόγια, με αγγίγματα και με αναπνοές πλάνευαν την καρδιά τους πως τάχα είχαν ερωτευτεί. Μα σε αντίθεση με τους ανθρώπους που δεν ξέρουν να αγαπούν και κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους με τα ίδια μέσα, εκείνοι κορόιδευαν τον έρωτα και εκείνους που τον έχουν για εχθρό και που τους λένε άρχοντες.
Γελούσαν και αγκαλιάζονταν, και έδιναν φιλιά και αντάλλασσαν λόγια, και αναστέναζαν και πονούσαν, και παίρναν υποσχέσεις και επέστρεφαν όρκους, και χαίρονταν και ανάσαιναν, και γίνονταν ένα και αισθάνονταν για δύο, και δίνονταν και κρατούσαν, και έφτιαχναν ποίηση και έπιαναν τα τραγούδια, και ονειρεύονταν και ζήλευαν, και ζητούσαν να πάρουν και παρακαλούσαν να δώσουν, και απαιτούσαν και φοβόντουσαν, και όλο πλησίαζαν το αθάνατο και πιότερο γεύονταν το φθαρτό, και ένιωθαν και ορέγονταν, και πήγαζαν τον πόθο και ρουφούσαν την ανάγκη, και ήταν όλα κοροϊδίες και καμώματα και ούτε καταλάβαιναν το θράσος τους και ούτε είχαν πάρει χαμπάρι πως τριγύρω τους εκείνοι και εκείνος παρακολουθούσαν. Αλίμονο τους!
Η αφήγηση μας χαλαλίζει αυτή την εικόνα. Ζευγαρωμένοι όλοι οι παλιάτσοι, αγκαλιασμένοι ή πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, να ανταλλάσσουν μικρά αγγίγματα , ή να κοιτιούνται βαθιά στα μάτια, ή έχοντας τις ανάσες τους να φτάνουν ως το γυμνό σώμα του άλλου, ξάπλωναν τριγύρω από τη φωτιά που είχε σχεδόν σβήσει. Ένα δυο ξύλα κρατούσαν ακόμα μια ιδέα πυράς φυλαγμένη στις σχισμές τους και καθώς έσκαγαν ο ήχος θύμιζε καρδιές που ανοίγουν και πλαταίνουν και όλο μπορούν να χωρέσουν περισσότερα μα μόνο για έναν ή για μία, όχι για άλλους και για πολλούς. Και τότε με μία γεύση ευτυχίας πάνω από τα μάτια τους έκλεισε τα βλέφαρα στο τσούρμο και όλοι κοιμήθηκαν. Και τότε από τις σκιές των γύρω κλαδιών οι άρχοντες χώρισαν τις σκιές τους και εμφανίστηκαν. Και τότε πλησίασαν ο καθένας και από έναν.
Οι άρχοντες συνήθως παίρνουν τις επιθυμίες των ανθρώπων στην μεγάλη απελπισία και τις πραγματοποιούν, κάνοντας συμφωνία μαζί τους να γίνει αυτό. Γιατί ξέρουν πως οι επιθυμίες ενός ανθρώπου απελπισμένου αν πραγματοποιηθούν μπορούν να γίνουν η μεγαλύτερη τιμωρία. Δεν ξέρουν οι άνθρωποι τι ζητάνε, και απελπισμένοι ζητάνε πάντα τα λάθος πράγματα.
Εκείνο το βράδυ όμως πήραν τα όνειρα των παλιάτσων και όχι τις επιθυμίες τους, και χωρίς να έρθουν σε συμφωνία μαζί τους τα βάλανε μπροστά να γίνουν. Γιατί ήξεραν πως τα όνειρα ενός χαρούμενου ανθρώπου θα τον σκλαβώνουν όσο τίποτε αν γίνουν αλήθεια και δεν υπήρχε μεγαλύτερη τιμωρία για τους παλιάτσους αυτούς από το να τους στερήσουν την ελευθερία τους. Την ελευθερία, η αίσθηση της οποίας, τους έκανε να τους προκαλέσουν με το τόσο θρασύ παιχνίδι τους.
Δεν κάνει να προκαλούμε τους άρχοντες. Κι ούτε πρέπει να κάνουμε συμφωνίες μαζί τους.
Μονάχοι, ένας άντρας και μία γυναίκα γλίτωσαν. Και δεν γλίτωσαν όμως. Οι δυο τους καμωμένοι τους ερωτευμένους, είχαν απομακρυνθεί από τους άλλους για να μείνουν μοναχοί. Αντίθετα με εκείνους που είχαν μείνει στην φωτιά δεν είχαν ύπνο. Προσποιούνταν αχόρταγα πως ήταν ο άλλος το όνειρο της μίας, και ο ένας το όνειρο της άλλης, και η άλλη το όνειρο του ενός, και η μία το όνειρο του άλλου. Κι ούτε που ξέρανε ποιος ήταν ποιος, και ποια εκείνη, και ο ένας την άλλη, και εκείνος ποιος. Και πώς να αγαπηθούν δύο τόσο άγνωστοι μεταξύ τους και με τους εαυτούς τους;
Αυτούς τους τιμώρησε ο έρωτας. Τους έκανε να ερωτευτούν.
Κι αν δεν καταλαβαίνει ο αναγνώστης γιατί οι δυο αυτοί τιμωρήθηκαν χειρότερα, μπορεί να αναζητήσει και να ρωτήσει τους άρχοντες. Εκείνοι όπως όλα, εκτός από τον έρωτα, τα ξέρουν. Η συμβουλή ωστόσο είναι αν τους βρει και τους ρωτήσει να μην διαφωνήσει μαζί τους. Κι ούτε πρέπει να κάνει όμως συμφωνία μαζί τους.

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

96. Ένα μικρό μαγικό τετραδιάκι.

Ένα βράδυ, βράδυ νύχτα από εκείνες που διαχέουν την αντίφαση στα λόγια και τις πράξεις των ανθρώπων, στα χέρια ενός άντρα μπήκε ένα μικρό μαγικό τετράδιακι.
Φυσικά τίποτα μαγικό δεν είχε το τετράδιο αυτό. Δεν το είχε φτιάξει κανένας μάγιστρος - τεχνίτης, δεν το είχε ξορκέψει καμιά μάγισσα, ούτε ήταν εμποτισμένο με κάποια τσιγγάνικη χαριστική γητειά. Ήταν ένα απλό μικρό τετραδιάκι του εμπορίου με πράσινο σκληρό δέσιμο, επιτηδευμένα κιτρινισμένα φύλλα για να μοιάζει παλιό, ευθείες γαλάζιες γραμμές για να παρατάσσονται τα γράμματα στη σειρά και πάνω δεξιά στις σελίδες ένα σημείο για να βάζεις την ημερομηνία αν ήθελες.
«Πάρε το και γράψε πως θες να είναι η ζωή σου σε μερικά χρόνια. Να δεις ό,τι γράψεις θα γίνει.» του είπαν όταν του το έβαλαν στα χέρια και εκείνος το κράτησε.
Η μαγεία του προέκυψε από την αντίφαση των παραπάνω λέξεων και της απλότητας του τετραδίου.
Πράγματι ο άντρας έγραψε στα επιτηδευμένα κίτρινα φύλλα του μικρού τετραδίου πως ονειρευόταν την ζωή του μερικά χρόνια αργότερα. Επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στο να παρατάξει λεπτομέρειες για αυτά που ήθελε πάνω στις γαλάζιες γραμμές των σελίδων του. Συμπεριέλαβε στα όσα έγραψε και καλές και άσχημες στιγμές. Οι καλές διακρίνονταν από απλότητα ενώ στις άσχημες φαινόταν να τις είχε γράψει με κάποια ιδιαίτερη φροντίδα. Τις ημερομηνίες άφησε κενές.
Το τετράδιο έμεινε σχεδόν ξεχασμένο στη βιβλιοθήκη του για πολύ καιρό. Όλα τα γραπτά που εμπεριέχουν γητειές πρέπει να ξεχνιούνται, να ησυχάζουν, να δυναμώνουν και δρουν. Έτσι συνέβη και με εκείνο.
Σαν πέρασαν τα χρόνια ο άντρας βρήκε το τετράδιο τυχαία τακτοποιώντας ή μετακομίζοντας ή ψάχνοντας το. Έπιασε και το διάβασε. Τίποτα από όσα είχε γράψει και επιθυμήσει δεν είχε συμβεί. Αλίμονο…

Αλίμονο σε όσους δεν πιστεύουν στη μαγεία και στις γητειές. Γιατί όντας συντετριμμένος από το βάρος της απογοήτευσης που ο ίδιος κρέμασε δένοντας το από πάνω του με προσδοκίες που δεν ανταμώθηκαν ο άντρας αναζητώντας μία αγκαλιά ή ένα μέρος να κουρνιάσει μπήκε στις σελίδες του τετραδίου. Εκεί ζει τη ζωή που εκείνος ονειρεύτηκε και ο αφηγητής αυτής της ιστορίας μας διαβεβαιώνει ότι πρόκειται για μία υπέροχη ζωή.
Επιπλέουσες φήμες θέλουν το τετράδιο να βρίσκεται στη ραφιέρα ενός αυταπατώμενου αλχημιστή, ο οποίος το διαβάζει για να γαληνέψει αφού έχει κοιτάξει μέσα σε ένα εφιαλτικό κρανίο.

Ο αφηγητής αυτής της ιστορίας μας υποχρεώνει να σημειώσουμε πως ο ίδιος δεν θα έμπαινε ποτέ μέσα στο τετράδιο. Κατά τον ίδιο η ζωή είναι αγρίως απρόβλεπτη και απρόβλεπτα ωραία. Αυτό άλλωστε μας αποδεικνύουν και τα βράδια που είναι νύχτες από εκείνες που διαχέουν την αντίφαση στα λόγια και τις πράξεις των ανθρώπων.