Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

98. Η ψεύτικη περικοπή της μη ανάστασης του Λαζάρου.

Στη μεγάλη σάλα της Μονής των Δαύκων δίπλα στο αναλόγιο με το προσευχητάρι υπήρχε ένα δεύτερο αναλόγιο όπου κάθε μοναχός έγραφε ένα θεολογικό κείμενο προς ανάγνωση την ώρα του μεγάλου δεκατιανού τις μικρές μέρες. Την ανάγνωση του αναλάμβανε ο ίδιος ο μοναχός που είχε γράψει το κείμενο. Σε περίπτωση απουσίας του μοναχού το κείμενο διαβαζόταν υποχρεωτικά από τον ηγούμενο.
Εκείνη τη μέρα ο ηγούμενος διάβασε το παρακάτω:

"Μία μέρα ο Χριστός αποφάσισε να επισκεφτεί τον Λάζαρο. Φτάνοντας στο σπίτι οι συγγενείς του τον πληροφόρησαν ότι ο Λάζαρος ήταν νεκρός. Ο Ιησούς πήγε στον τάφο του φίλου του, στάθηκε και τον κάλεσε να Τον αναστήσει."

Ο ηγούμενος ευθύς επεσήμανε στους μοναχούς το κεφαλαίο ταυ στο τελευταίο άρθρο του κειμένου, και εκείνοι αμέσως αναστατώθηκαν από την μεγάλη προσβολή απέναντι στον Κύριο τους. Ποιος ήταν ο μοναχός που είχε γράψει αυτό το βλάσφημο κείμενο και δεν είχε παρουσιαστεί να το διαβάσει!
Σύντομα καθησύχασαν. Το γεγονός ότι ο Κύριος και Θεός τους είχε πράξει τελείως αντίθετα δικαίωνε τόσο Εκείνον όσο και τον μοναχό και αυτό που είχε γράψει. Σύσσωμοι σηκώθηκαν να βρουν τον μοναχό για να τον συγχαρούν για το ιδιοφυές κείμενο του. Δεν γίνεται οι ζωντανοί να περιμένουν από τους νεκρούς, αλλά οι ζωντανοί να δίνουν.

Φτάνοντας στο κελί του μοναχού ο ηγούμενος άνοιξε την πόρτα του έτοιμος να του δώσει την ευχή του. Παραξενεμένοι όλοι, βρήκαν τον μοναχό κρεμασμένο από το σταυρωτό δοκάρι της οροφής. Ο μοναχός είχε συνετάξει εαυτόν με τους νεκρούς.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

97. Το παιγνίδι το θρασύ.

Ένα βράδυ ένα πλανόδιο τσούρμο παλιάτσων αποφάσισε να περάσει την νύχτα του στο δάσος. Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα διανυκτέρευαν στην ύπαιθρο κάτω από τα αστέρια πηγαίνοντας από την μία πόλη στην άλλη, όπου έδιναν τις παραστάσεις τους σε πλατείες, δρόμους, ταβέρνες και καφενεία ή αν ήταν λίγο τυχεροί σε κάποιο μικρό θέατρο ή στάβλο. Ο καιρός ήταν γλυκός και αν δεν έλειπε εκείνο το βράδυ το φεγγάρι δεν θα άναβαν ούτε καν φωτιά. Την χρειάζονταν όμως για να βλέπουν.
Έστησαν καλό γλέντι γύρω από τη φωτιά εκείνο το βράδυ. Οι δουλειές πήγαιναν καλά και είχαν αρκετό κρασί και καπνό στα μπαγκάζια τους για να μεθύσουν. Χορτάτος νιώθεις πάντα πιο ελεύθερος αν τριγυρίζεις σαν νομάς και καμιά σου σκέψη δεν σου ζητά να φυλακιστείς κάτω από μία στέγη και τέσσερις τοίχους.
Μην ήταν το πιοτί; Μην ήταν αυτή η αίσθηση ελευθερίας; Μην ήταν και η ίδια η πάστα τους; Το τσούρμο έπιασε στο γλέντι του να κάνει θρασύ παιχνίδι και να προκαλεί δυνάμεις που δεν έπρεπε.
Πλανόδιοι παραμυθάτζίδες και ηθοποιοί, βάρδοι και ακροβάτες, παλιάτσοι και ταχυδακτυλουργοί ήξεραν κι είχαν ακούσει πράγματα που η παρούσα συλλογή δεν έχει γράψει και ούτε τολμά να κάνει. Αχ κι ας ήταν εκεί το φεγγάρι να τους προειδοποιήσει σε εκείνο το ξέφωτο που ανάψαν την φωτιά!
Σαν σε παιγνίδι μέσα στο μεθύσι τους και στην ευφορία τους βάλθηκαν να καμωθούν τους ερωτευμένους αναμεταξύ τους. Με λόγια, με αγγίγματα και με αναπνοές πλάνευαν την καρδιά τους πως τάχα είχαν ερωτευτεί. Μα σε αντίθεση με τους ανθρώπους που δεν ξέρουν να αγαπούν και κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους με τα ίδια μέσα, εκείνοι κορόιδευαν τον έρωτα και εκείνους που τον έχουν για εχθρό και που τους λένε άρχοντες.
Γελούσαν και αγκαλιάζονταν, και έδιναν φιλιά και αντάλλασσαν λόγια, και αναστέναζαν και πονούσαν, και παίρναν υποσχέσεις και επέστρεφαν όρκους, και χαίρονταν και ανάσαιναν, και γίνονταν ένα και αισθάνονταν για δύο, και δίνονταν και κρατούσαν, και έφτιαχναν ποίηση και έπιαναν τα τραγούδια, και ονειρεύονταν και ζήλευαν, και ζητούσαν να πάρουν και παρακαλούσαν να δώσουν, και απαιτούσαν και φοβόντουσαν, και όλο πλησίαζαν το αθάνατο και πιότερο γεύονταν το φθαρτό, και ένιωθαν και ορέγονταν, και πήγαζαν τον πόθο και ρουφούσαν την ανάγκη, και ήταν όλα κοροϊδίες και καμώματα και ούτε καταλάβαιναν το θράσος τους και ούτε είχαν πάρει χαμπάρι πως τριγύρω τους εκείνοι και εκείνος παρακολουθούσαν. Αλίμονο τους!
Η αφήγηση μας χαλαλίζει αυτή την εικόνα. Ζευγαρωμένοι όλοι οι παλιάτσοι, αγκαλιασμένοι ή πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, να ανταλλάσσουν μικρά αγγίγματα , ή να κοιτιούνται βαθιά στα μάτια, ή έχοντας τις ανάσες τους να φτάνουν ως το γυμνό σώμα του άλλου, ξάπλωναν τριγύρω από τη φωτιά που είχε σχεδόν σβήσει. Ένα δυο ξύλα κρατούσαν ακόμα μια ιδέα πυράς φυλαγμένη στις σχισμές τους και καθώς έσκαγαν ο ήχος θύμιζε καρδιές που ανοίγουν και πλαταίνουν και όλο μπορούν να χωρέσουν περισσότερα μα μόνο για έναν ή για μία, όχι για άλλους και για πολλούς. Και τότε με μία γεύση ευτυχίας πάνω από τα μάτια τους έκλεισε τα βλέφαρα στο τσούρμο και όλοι κοιμήθηκαν. Και τότε από τις σκιές των γύρω κλαδιών οι άρχοντες χώρισαν τις σκιές τους και εμφανίστηκαν. Και τότε πλησίασαν ο καθένας και από έναν.
Οι άρχοντες συνήθως παίρνουν τις επιθυμίες των ανθρώπων στην μεγάλη απελπισία και τις πραγματοποιούν, κάνοντας συμφωνία μαζί τους να γίνει αυτό. Γιατί ξέρουν πως οι επιθυμίες ενός ανθρώπου απελπισμένου αν πραγματοποιηθούν μπορούν να γίνουν η μεγαλύτερη τιμωρία. Δεν ξέρουν οι άνθρωποι τι ζητάνε, και απελπισμένοι ζητάνε πάντα τα λάθος πράγματα.
Εκείνο το βράδυ όμως πήραν τα όνειρα των παλιάτσων και όχι τις επιθυμίες τους, και χωρίς να έρθουν σε συμφωνία μαζί τους τα βάλανε μπροστά να γίνουν. Γιατί ήξεραν πως τα όνειρα ενός χαρούμενου ανθρώπου θα τον σκλαβώνουν όσο τίποτε αν γίνουν αλήθεια και δεν υπήρχε μεγαλύτερη τιμωρία για τους παλιάτσους αυτούς από το να τους στερήσουν την ελευθερία τους. Την ελευθερία, η αίσθηση της οποίας, τους έκανε να τους προκαλέσουν με το τόσο θρασύ παιχνίδι τους.
Δεν κάνει να προκαλούμε τους άρχοντες. Κι ούτε πρέπει να κάνουμε συμφωνίες μαζί τους.
Μονάχοι, ένας άντρας και μία γυναίκα γλίτωσαν. Και δεν γλίτωσαν όμως. Οι δυο τους καμωμένοι τους ερωτευμένους, είχαν απομακρυνθεί από τους άλλους για να μείνουν μοναχοί. Αντίθετα με εκείνους που είχαν μείνει στην φωτιά δεν είχαν ύπνο. Προσποιούνταν αχόρταγα πως ήταν ο άλλος το όνειρο της μίας, και ο ένας το όνειρο της άλλης, και η άλλη το όνειρο του ενός, και η μία το όνειρο του άλλου. Κι ούτε που ξέρανε ποιος ήταν ποιος, και ποια εκείνη, και ο ένας την άλλη, και εκείνος ποιος. Και πώς να αγαπηθούν δύο τόσο άγνωστοι μεταξύ τους και με τους εαυτούς τους;
Αυτούς τους τιμώρησε ο έρωτας. Τους έκανε να ερωτευτούν.
Κι αν δεν καταλαβαίνει ο αναγνώστης γιατί οι δυο αυτοί τιμωρήθηκαν χειρότερα, μπορεί να αναζητήσει και να ρωτήσει τους άρχοντες. Εκείνοι όπως όλα, εκτός από τον έρωτα, τα ξέρουν. Η συμβουλή ωστόσο είναι αν τους βρει και τους ρωτήσει να μην διαφωνήσει μαζί τους. Κι ούτε πρέπει να κάνει όμως συμφωνία μαζί τους.

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

96. Ένα μικρό μαγικό τετραδιάκι.

Ένα βράδυ, βράδυ νύχτα από εκείνες που διαχέουν την αντίφαση στα λόγια και τις πράξεις των ανθρώπων, στα χέρια ενός άντρα μπήκε ένα μικρό μαγικό τετράδιακι.
Φυσικά τίποτα μαγικό δεν είχε το τετράδιο αυτό. Δεν το είχε φτιάξει κανένας μάγιστρος - τεχνίτης, δεν το είχε ξορκέψει καμιά μάγισσα, ούτε ήταν εμποτισμένο με κάποια τσιγγάνικη χαριστική γητειά. Ήταν ένα απλό μικρό τετραδιάκι του εμπορίου με πράσινο σκληρό δέσιμο, επιτηδευμένα κιτρινισμένα φύλλα για να μοιάζει παλιό, ευθείες γαλάζιες γραμμές για να παρατάσσονται τα γράμματα στη σειρά και πάνω δεξιά στις σελίδες ένα σημείο για να βάζεις την ημερομηνία αν ήθελες.
«Πάρε το και γράψε πως θες να είναι η ζωή σου σε μερικά χρόνια. Να δεις ό,τι γράψεις θα γίνει.» του είπαν όταν του το έβαλαν στα χέρια και εκείνος το κράτησε.
Η μαγεία του προέκυψε από την αντίφαση των παραπάνω λέξεων και της απλότητας του τετραδίου.
Πράγματι ο άντρας έγραψε στα επιτηδευμένα κίτρινα φύλλα του μικρού τετραδίου πως ονειρευόταν την ζωή του μερικά χρόνια αργότερα. Επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στο να παρατάξει λεπτομέρειες για αυτά που ήθελε πάνω στις γαλάζιες γραμμές των σελίδων του. Συμπεριέλαβε στα όσα έγραψε και καλές και άσχημες στιγμές. Οι καλές διακρίνονταν από απλότητα ενώ στις άσχημες φαινόταν να τις είχε γράψει με κάποια ιδιαίτερη φροντίδα. Τις ημερομηνίες άφησε κενές.
Το τετράδιο έμεινε σχεδόν ξεχασμένο στη βιβλιοθήκη του για πολύ καιρό. Όλα τα γραπτά που εμπεριέχουν γητειές πρέπει να ξεχνιούνται, να ησυχάζουν, να δυναμώνουν και δρουν. Έτσι συνέβη και με εκείνο.
Σαν πέρασαν τα χρόνια ο άντρας βρήκε το τετράδιο τυχαία τακτοποιώντας ή μετακομίζοντας ή ψάχνοντας το. Έπιασε και το διάβασε. Τίποτα από όσα είχε γράψει και επιθυμήσει δεν είχε συμβεί. Αλίμονο…

Αλίμονο σε όσους δεν πιστεύουν στη μαγεία και στις γητειές. Γιατί όντας συντετριμμένος από το βάρος της απογοήτευσης που ο ίδιος κρέμασε δένοντας το από πάνω του με προσδοκίες που δεν ανταμώθηκαν ο άντρας αναζητώντας μία αγκαλιά ή ένα μέρος να κουρνιάσει μπήκε στις σελίδες του τετραδίου. Εκεί ζει τη ζωή που εκείνος ονειρεύτηκε και ο αφηγητής αυτής της ιστορίας μας διαβεβαιώνει ότι πρόκειται για μία υπέροχη ζωή.
Επιπλέουσες φήμες θέλουν το τετράδιο να βρίσκεται στη ραφιέρα ενός αυταπατώμενου αλχημιστή, ο οποίος το διαβάζει για να γαληνέψει αφού έχει κοιτάξει μέσα σε ένα εφιαλτικό κρανίο.

Ο αφηγητής αυτής της ιστορίας μας υποχρεώνει να σημειώσουμε πως ο ίδιος δεν θα έμπαινε ποτέ μέσα στο τετράδιο. Κατά τον ίδιο η ζωή είναι αγρίως απρόβλεπτη και απρόβλεπτα ωραία. Αυτό άλλωστε μας αποδεικνύουν και τα βράδια που είναι νύχτες από εκείνες που διαχέουν την αντίφαση στα λόγια και τις πράξεις των ανθρώπων.

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

95. Μία περιευχή.

     Που και πότε δεν χρειάζεται να ξέρουμε, υπήρχε ένας άνθρωπος που για πολλά χρόνια στη ζωή του δεν είχε θελήσει ή επιθυμήσει τίποτα πραγματικά πολύ. Είχε θέλω και επιθυμίες μα δεν έκαιγαν μέσα του με τρόπο τέτοιο που να προσευχηθεί ή να προσπαθήσει δυνατά για να γίνουν πραγματικότητα.
     Πολλά κακά μπορούν να φυτρώσουν πάνω σε μία τέτοια απόκλιση από όσα χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο ζώο, μα το χειρότερο ήταν ότι ο άνθρωπος της ιστορίας ποτέ του δεν έμαθε τη χαρά να του πραγματοποιείται μία επιθυμία. Και όπως συνήθως γίνεται εκεί που απουσιάζει η χαρά βρίσκει και κάνει φωλιά ο φόβος. Έτσι μέρες σαν και αυτές τις γιορτινές, μέρες ενός νέου χρόνου, του πρώτου χρόνου που αισθάνθηκε να επιθυμεί κάτι, όταν του εύχονταν μαζί με υγεία και μακροζωία ότι επιθυμούσε ένιωσε κάποιο απροσδιόριστο φόβο πως δεν θα συμβεί.
     Δεν ήξερε πως είναι να πραγματοποιείται κάτι που ήθελε πολύ, γιατί πολύ απλά δεν είχε επιθυμήσει ποτέ κάτι αρκετά πολύ.

     Πολύ θα θέλαμε να πούμε ότι αυτό που ήθελε ο ήρωας της ιστορίας το απέκτησε, μα ο αφηγητής της ιστορίας δεν μας έδωσε το άγνωστο τέλος της. Ίσως πάλι και να το έκανε, αλλά αφηρημένοι στο να αναπολούμε όλες εκείνες τις επιθυμίες μας που έγιναν πραγματικότητα δεν συγκρατήσαμε το ευχάριστο τέλος της.

     Το ίδιο συμβουλεύουμε στους αναγνώστες μας. Οπλιστείτε με τη βεβαιότητα των πραγματοποιημένων επιθυμιών σας και να καλοδεχτείτε τις ευχές που δέχεστε.
Και ότι επιθυμείτε...

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

94. Η κτηνώδης ανάγκη των ανθρώπων.

Όταν οι άνθρωποι πρωτοπερπάτησαν σε τούτον εδώ τον κόσμο και άπλωσαν τα βήματα τους στους κάμπους, τα βουνά, ανάμεσα στα δέντρα και πάνω στα χορτάρια, στις ακρογιαλιές αισθανόμενοι ανάμεσα στα δάχτυλα τους τους αφρούς της θάλασσας και το καρδιοχτύπι της γης όλα τα άλλα πλάσματα εντυπωσιάστηκαν. Ξωτικά, νύμφες, νεράιδες, και άλλα στοιχεία του φανταστικού κρυφοκοίταζαν πίσω από δέντρα, βράχια, και τις ηλιαχτίδες του ήλιου την γύμνια των ανθρώπων, και καθώς η ματιά τους είναι διαπεραστική έβλεπαν μέσα στα στήθη τους πόσο άδεια ήταν. Από καθαρή καλοσύνη και με κίνητρα πατρικά ενός καλού παιδιού στα μικρότερα αδέρφια τους πρόστρεξαν να γεμίσουν τα άδεια στήθη των ανθρώπων ενώσω εκείνοι περιεργάζονταν τον κόσμο που πρωτοαντίκριζαν.
Έσκυβαν και μάζευαν λουλούδια και τα έβαζαν δίπλα στις καρδιές τους. Σιγοτραγουδούσαν και άφηναν μελωδίες μπροστά από τα πνευμόνια τους. Έπαιρναν ευωδιές και τις απλώνανε κάτω από το δέρμα τους. Έβρισκαν ζεστασιά και την βάζανε πάνω από το στομάχι τους. Ξεκρεμούσαν τα στολίδια από πάνω τους και από τα σπίτια τους και τα κρεμούσαν στο λαρύγγι τους. Γέμιζαν το άδειο μέσα των ανθρώπων με ομορφιές και χαίρονταν, γιατί οι άνθρωποι χαμογελούσαν και ήσαν ευτυχισμένοι, και αυτό σήμαινε καλό για τον κόσμο.
 Αχ και να ήξεραν τα ξωτικά και όλα τα άλλα στοιχειά του φανταστικού το λάθος τους. Βιασύνη πάρα πονηρή! Η αιωνιότητα περιμένει τους ανθρώπους μετά τον θάνατο, πριν έχουν μόνο ζωή. Γρήγορα τα λουλούδια μαράθηκαν, οι μελωδίες σίγασαν, οι ευωδιές χαθήκανε, η ζεστασιά κρύωσε, τα στολίδια χάλασαν και οι άνθρωποι που είχαν γνωρίσει πρωτανασαίνοντας τόση ομορφιά αισθάνθηκαν μέσα τους την ασχήμια.
Αυτό τους γέννησε την μεγάλη ανάγκη για ομορφιά και ευτυχία, αλλά και το να μην βαστάνε την απουσία τους. Σαν τα γνώρισαν δεν μπορούσαν να τα αποχωριστούν, και τα είχαν γνωρίσει από την πρωταρχή τους. Ευθύς οι άνθρωποι άρχισαν να ψάχνουν τριγύρω τους να βρουν ότι μέσα τους χάθηκε. Πρώτα στράφηκαν ο ένας ενάντια στον άλλο, πιστεύοντας πως μέσα στα στήθη τους θα έβρισκαν ότι στα δικά τους είχε χαλάσει. Έτσι ξεκίνησαν οι πρώτοι θάνατοι, οι πρώτοι πόλεμοι. Ύστερα άρχισαν να ψάχνουν τριγύρω. Έτσι άρχισαν να ρημάζουν και να αλλάζουν το περιβάλλον γύρω τους.
Η κτηνωδία των ανθρώπινων πράξεων είναι γνωστή και δεν χρειάζεται περιγραφές. Από αυτή φοβήθηκαν όλα τα στοιχειά του φανταστικού και κρύφτηκαν έκτοτε μακριά από τους ανθρώπους, αφού πρώτα έσπειραν άθελα τους την κτηνώδη ανάγκη μέσα στο ανθρώπινο είδος.

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

93. Η μαζική διάλυση των μετρητών γυναικείου πάθους.

     Στο παζάρι της κόκκινης άμμου και στα καταστήματα περίεργων αντικειμένων κανείς μπορεί να βρει λογιών μεζούρες, ζυγαριές, βαθύμετρα, αστρολάβους, χαράκια και άλλα εργαλεία που μετράνε άλλα τον έρωτα, άλλα την αγάπη, αλλά τον πόθο, άλλα το μίσος, άλλα την οργή των γυναικών. Πουθενά όμως δεν μπορεί να βρει ένα που να μετράει το πάθος τους. Μπορούν να βρεθούν μονάχα συντρίμμια τέτοιων αντικειμένων, καθώς όλα τους έσπασαν με μιας και ταυτόχρονα μια μέρα. Αιτία φυσικά υπήρξε μία γυναίκα. Ή ένας τυχερός άντρας, που στάθηκε τυχερός από την άποψη ότι τον θέλησε τόσο μία γυναίκα. Ελάχιστοι άνθρωποι θα σκότωναν όπως εκείνη για να είναι με τον άνθρωπο που θέλουν.
     Η ιστορία αποτελείται από μία σειρά στυγερών εγκλημάτων, άλλοτε ψυχρών και άλλοτε θερμών, που ο αφηγητής της αποφεύγει – ή βαριέται – να αποκαλύψει. Θα προτιμούσε να περιγράψει τα κάλλη της γυναίκας, μα και αυτά τα κρίνει κάπως ανάξια αναφοράς. Βέβαια ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την γοητεία μίας παθιασμένης γυναίκας, που τάιζε τον Θάνατο θανάτους για να έχει αυτόν που ήθελε; Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται έντονα, πως οποιαδήποτε πληροφορία ή λεπτομέρεια της ιστορίας θα δημιουργούσε αχρείαστες εντυπώσεις, συμπάθειες ή αντιπάθειες στον αναγνώστη. Για αυτό και παραλείπονται. Η ουσία της ιστορίας κρύβεται στην όρεξη του Θανάτου, που όσο τρώει όλο και μεγαλώνει και ζητά νεκρούς.
     Έτσι μια μέρα ο Θάνατος νηστικός και πεινασμένος, συνηθισμένος να βρίσκει τροφή κοντά στην γυναίκα της ιστορίας, βρήκε τον αγαπημένο της πλάι της και τον πήρε μονάχος του. Ήταν όταν μάλιστα η γυναίκα ήταν πιο ευτυχισμένη δίπλα του παρά ποτέ.
     Όσοι ρομαντικοί δεν ξέρουν να ξεχωρίζουν το πάθος από την αγάπη και τον έρωτα αρέσκονται να πιστεύουν ότι η θλίψη της κατέκλυσε τον κόσμο και έκανε θρύψαλα τα αντικείμενα παντού. Οι παραμυθόφιλοι από την άλλη ισχυρίζονται πως ήταν το μίσος και η οργή της. Ούτε του έρωτα ή της αγάπης, ούτε του μίσους ή της οργής σπάσανε τα εργαλεία μετρήματος όμως. Ήταν αυτά που μετρούσαν το πάθος που γίνηκαν κομμάτια.
   Και αυτό και για μας φαντάζει κάπως περίεργο. Τι άραγε είναι το πάθος μίας γυναίκας; Θα απαντούσαμε αλλά δυστυχώς δεν υπάρχουν εργαλεία να το μετρήσουμε και να μάθουμε.

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

92. Δύο πάπιες σε έναν ανθρώπινο μόλο.

     Σε έναν μόλο, ερημωμένο εδώ και χρόνια από κάθε παρουσία ανθρώπινη, βρήκαν να ζήσουν δύο πάπιες.
     Το θαλασσινό νερό τους άρεσε. Κολυμπούσαν, έβρεχαν τα φτερά τους και έβρισκαν ψάρια που την νοστιμιά τους δεν την είχαν γνωρίσει ως τότε. Ο καιρός στο μόλο ήταν πάντα καλός και ποτέ δεν κρύωναν, παρά κάπου κάπου τα βράδια έπιανε μία ψύχρα που όμως δεν ήταν κρύο. Μονάχα δύο πράγματα δεν τους άρεσαν στο μόλο. Η απέραντη θάλασσα, που το μέγεθος της έμοιαζε μεγάλο άδικο για τον κόσμο, και το αλμυρό νερό που δεν πινόταν.
     Μπορούσαν να ξεδιψάσουν μόνο όταν έβρεχε. Έπιναν το νερό της βροχής που μαζευόταν σε μικρές ρηχές λακκούβες στο τσιμέντο και σε μία τρύπα στο κέντρο του, όπου παλιά οι άνθρωποι στερέωναν ένα κοντάρι σημαίας να κυματίζει η γενιά τους με τον άνεμο και να δείχνει ποιοι ήταν.
     Κάποτε έκανε καιρό να βρέξει. Οι δύο πάπιες κόντεψαν να πεθάνουν από τη δίψα. Όταν ο ουρανός κάποια στιγμή τις σπλαχνίστηκε με μια γρήγορη νεροποντή, μετά την μπόρα βγήκαν να πιουν νερό. Η μία από τις δύο όμως δεν άφηνε την άλλη να πιει. Την τσιμπούσε όταν πλησίαζε την τρύπα του κονταριού, που ήταν το μόνο μέρος που είχε μαζευτεί λίγο νερό να πιουν. Η άλλη με απελπισία χάιδευε το ράμφος της στα αναμμένα τσιμέντα, που μόλις και είχαν δροσίσει από την σύντομη βροχή, για λίγες σταγόνες. Όταν πάλι επιχειρούσε να πλησιάσει στην τρύπα του κονταριού με το νερό δεχόταν ένα άσπλαχνο τσίμπημα από την πρώτη που την έδιωχνε και ως το βράδυ είχε πιει όλο το νερό μόνης της αφήνοντας την διψασμένη.
     Η νύχτα έπεσε δροσερή μα η κάψα της δίψας δεν άφηνε την πάπια να ησυχάσει. Το ράμφος της ήταν στεγνό, το λαρύγγι της το ίδιο. Δεν είχε πιει καθόλου νερό. Έπρεπε να βρει νερό. Μα που υπήρχε πόσιμο νερό που το είχε πιει όλο η άλλη; Άρα το νερό υπήρχε στο στομάχι της.
     Καθώς κοιμόταν λοιπόν ξεδιψασμένη ήταν πολύ εύκολο με το ράμφος της να τρυπήσει το στομάχι της και να το πιει. Η διψασμένη πάπια ξεδίψασε με ένα νερό, που όπως με τα θαλασσινά ψάρια, που την γεύση του δεν είχε γνωρίσει ως τότε και μέσα στο σκοτάδι δεν φαινόταν πως είχε άλλο χρώμα.

     Άραγε το ίδιο συνέβη κάποτε και με τους ανθρώπους του μόλου;