Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

52. Ο παππούς βάτραχος του Σαββατοκύριακου


Ακόμα το φως της μέρας δεν είχε χαθεί από τον ουρανό του δάσους των περιμυθιασμάτων. Ο μεγάλη κουκουβάγια είχε ανοίξει ήδη τα μάτια της. Πεινούσε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί άλλο. Δεν μπορούσε να περιμένει. Το σοφό αρπαχτικό δεν είχε καταφέρει να πιάσει τίποτε τις τελευταίες μέρες. Τον τελευταίο καιρό οι εξορμήσεις της τις καθημερινές ήταν ατελέσφορες. Νηστική επέστρεφε με το φως της αυγής στα πυκνά φυλλώματα και πριν κοιμηθεί αναθεμάτιζε το βατράχι, που ήταν υπεύθυνο για τη λίμα της.
Εδώ και καιρό, τον τελευταίο καιρό, τις καθημερινές ένα νέο βατράχι πρωτοστατούσε στη χορωδία των βατράχων που κάθε βράδυ νανούριζαν το δάσος και ξυπνούσαν τα όνειρα από τα βάθη της λίμνης. Άπειρο, και ίσως ατάλαντο το νέο βατράχι παρέσερνε τα άλλα σε ένα κακόηχο κρώξιμο από τότε που ο παππούς βάτραχος δήλωσε πως νιώθει κουρασμένος τις καθημερινές μέρες και θα τραγουδούσε μόνο Σαββατοκύριακα.
Τι όμορφα που ήταν όταν ο παππούς βάτραχος διεύθυνε. Τα ζώα που κοιμόντουσαν τη νύχτα κοιμόντουσαν βαθιά, και τα νυκτόβια αφαιρούνταν με τις  ωραίες ωδές των βατράχων. Εύκολα η κουκουβάγια τα άρπαζε στον ύπνο και στην αφηρημάδα τους και χόρταινε την πείνα της. Ακόμα και την λιγούρα της ικανοποιούσε τότε. Αυτά κάποτε και τώρα πια μόνο το τρίβραδο του Σαββατοκύριακου που τραγουδούσε ο παππούς βάτραχος. Τις καθημερινές που το τραγούδι των βατράχων ήταν κακοφορμισμένο στα αυτιά των ζώων, τα ζώα έκαναν ύπνο ελαφρύ και τα νυκτόβια είχαν συνέχεια το νου τους στην άνοστη ζωή τους, και το στομάχι της κουκουβάγιας έμενε ανοστίμευτο.
Απόψε όμως νύχτωνε Παρασκευής βράδυ, και μετά Σαββάτου, και ύστερα Κυριακής. Σαν να λέμε ύπνος βαθύς και ονειρεμένος για τα ζώα, νύχτες πλανεμένες για τα νυκτόβια, και κυνήγι προσοδοφόρο για την κουκουβάγια.
Τα βατράχια άρχισαν να ακούγονται που είχαν ανέβει στα νούφαρα της λίμνης. Ζέσταιναν τις φωνές τους. Έτοιμα να αρχίσουν. Σαν είδαν τα μάτια της κουκουβάγιας την νύχτα να πέφτει, τα φτερά της χτύπησαν και πέταξε. Σαν πέταξε και το κυνήγι της άρχισε, λιγουρεύτηκε να έβρισκε έναν καλοζωισμένο λαγό. Μέρα του ήταν .* Πέταξε λίγο ονειροπολώντας. Παρά την επιτακτική πείνα της, ήξερε πως είχε όλο το βράδυ μπροστά της, όλο το Σαββατοκύριακο. Μπορούσε να κάνει λίγη υπομονή για να ονειρευτεί.
Μα δυστυχώς και πάλι του νέου βατραχιού η φωνή ακούστηκε μέσα στο βράδυ. Όλα τα ζώα αναστατώθηκαν και δυσαρεστήθηκαν. Μα πιο πολύ το στομάχι της κουκουβάγιας έδειξε κάνοντας έναν ήχο την αντίδραση του. Περίμεναν τόσο αυτή τη βραδιά. Τι είχε απογίνει άραγε ο παππούς βάτραχος;
Το τραγούδι των βατράχων δεν ήταν λυπηρό, άρα δεν συνέβη θάνατος. Ήταν κάτι το ασχημότερο. Η κούραση που είχε αποτραβήξει τον παππού βάτραχο από τα καθημερινά νυχτερινά κονσέρτα ήταν μονάχα συνώνυμο της κούρασης που όλοι νόμιζαν –μαζί και εκείνος - , ήταν ένα χτικιό της ζωής από τα πολλά και ποικίλα που κυκλοφορούν στο δάσος των περιμυθιασμάτων, και που τώρα τον είχε πιάσει για τα καλά και θα του στερούσε και τα Σαββατοκύριακα.
Προσοχή λοιπόν σε τέτοιες συνήθειες “κούρασης” αν νομίζετε πως κάπως ταυτίζεστε (ή σας ταυτίζουν) με τον παππού βάτραχο, και μαζί με άλλους αναστεναγμούς, παρακαλούμε αφήστε και έναν για την λιμασμένη κουκουβάγια.


* Οι λαγοί στο δάσος των περιμυθιασμάτων πεθαίνουν πάντα ξημέρωμα Σαββάτου.

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

51. Ιβάνς Πουγκατσιόφ

     Ο Ιβάνς Πουγκατσιόφ νόθος γιος του αταμανού Εμελιάν Ιβάνοβιτς Πουγκατσιόφ και μπάσταρδος  μιας κόρης αλευρά, μεγάλωσε δίχως την πατρική στοργή ή το μητρικό χάδι.
      Στα δεκαπέντε του χρόνια παρουσιάστηκε στον πατέρα του, προσφερόμενος να πολεμήσει για εκείνον στην εξέγερση εναντίον της Τσαρίνας Αικατερίνης της Μεγάλης της Ρωσίας και θαρραλέα προσέφερε στην μάχη μια ζωή που δεν την ήθελε και δεν τον ένοιαζε να χάσει. Σαν μετά από μάχες πολλές, ο χάρος δεν τον διάλεξε να τον πάρει, ή ίσως δεν τον είδε, ή πάλι τον άφησε στην κακή του μοίρα που δεν είχε τελειώσει ακόμα μαζί του, ο πατέρας του θεώρησε πως άξιζε το επίθετο του και του το έδωσε, αναγνωρίζοντας τον σαν γιο του πια.
     Με τη φήμη του γενναίου να θαμπώνει τα μάτια των άλλων, και το όνομα του πατέρα του ο Ιβάνς έβρισκε πια περίοπτες θέσεις σε τραπέζια καπηλειών. Γλεντούσε τρώγοντας γλυκά φρούτα και καυτερό μπορς, και με γυναίκες που ήταν και τα δύο χωρίς να νοιάζεται για τα άλλα και για τα αργότερα. Μα πιο πολύ ήταν το όπιο αυτό που τον  ξεγελούσε, και χαιρόταν και ξεχνιόταν.
     Οι δάφνες των ηρώων ποτέ δεν κρατάνε πολύ, και αυτές σαν τους ίδιους ξεφτίζουν γρήγορα αν δεν τους χαρίσει ο θάνατος την αιωνιότητα των ηρωικών στιγμών τους, και έτσι και για τον Ιβάνς δεν άργησε ο καιρός που από τα γεμάτα τραπέζια κατέληξε στα αδειανά μπουκάλια, να ζητιανεύει να βρέξει το στόμα του με βότκα ή κρασί. Επέστρεψε εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε, στους δρόμους και στην κακή του την μοίρα που τον είχε βάλει στο μάτι από τις φασκιές του.
     Μαζί, λένε, η μοίρα του χάρισε και την αθανασία, και ίσως ήταν το μόνο στοργικό πράγμα που του έδωκε.
     Αν λοιπόν κάποια μέρα, και ειδικά τις μέρες του χειμώνα,  δείτε έναν ζητιάνο να σας θυμίζει με κάποιο περίεργο τρόπο έναν κοζάκο του 18ου αιώνα, φυλαχτείτε και κοιτάξτε δυο φορές δεξιά και τρεις αριστερά. Ίσως η κακή μοίρα του Ιβάνς να είναι κάπου εκεί κοντά να τον κοιτάζει και να χαίρεται, και ίσως - ποιος μπορεί να ξέρει - να βάλει στο μάτι και εσάς και αλίμονο σας.
     Για όσους πάλι πιστεύουν πως η κακή η μοίρα ήδη τους έχει βάλει στο μάτι, μπορούν να παραδειγματιστούν από τον γενναίο 
Ιβάνς Πουγκατσιόφ που με το θάρρος του της ξέφυγε, αλλά τον δύστυχο από την φτωχομυαλιά του, εκείνη τον ξανασφιχταγκάλιασε μια και για πάντα.

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

50. Το τέλος της μηχανοσοφιστικής επιστήμης.

       Κάποτε ένας μηχανοσοφιστής άφηνε το περισσευούμενο κρέας και τα κόκκαλα από το φαγητό του σε ένα θηρίο που ζούσε στη διαδρομή από το σπίτι ως τη δουλειά του. Η καλοσύνη του αυτή του έδινε μεγάλη ευχαρίστηση.
       Φυσικά ο μηχανοσοφιστής δεν έτρωγε κάθε μέρα κρέας - και καμιά φορά ίσως χρησιμοποιούσε τα αποφάγια του αλλού – , έτσι δεν άφηνε φαγητό καθημερινά στο θηρίο, το οποίο όμως είχε καλομάθει και τον παραμόνευε κάθε μέρα μέσα από τα δέντρα. Ο μηχανοσοφιστής γελούσε με την αδυναμία του θηρίου να μην αντιλαμβάνεται την φύση του χρόνου, καθώς και την σχετική περιοδικότητα στο πότε του άφηνε φαγητό. Διασκέδαζε πολύ με αυτή την άγνοια του θηρίου. Όχι όμως αρκετά ώστε να μην δοκιμάσει να την εξαλείψει και να διδάξει στο θηρίο την έννοια του χρόνου και του ημερολογίου.
       Το πρώτο που έκανε ήταν να ακριβύνει την περιοδικότητα του πότε άφηνε τα αποφάγια. Κάθε Τετάρτη και Σάββατο πια, άφηνε ανελλιπώς φαγητό στο θηρίο, υπομένοντας την τήρηση ενός ανιαρού διατροφικού προγράμματος. Σαν ον με καλή αντίληψη του χρόνου ο μηχανοσοφιστής δεν χρειαζόταν κάτι τέτοιο, και τα μη χρειαζούμενα γίνονται γρήγορα ανιαρά. Το δεύτερο ήταν να επιμείνει για πολύ καιρό ώσπου το θηρίο, όχι να αποκτήσει την αντίληψη του χρόνου - αυτό ήταν αδύνατο - , αλλά η περιοδικότητα των αποφαγιών να περάσει στην αντίληψη του σαν μία περιοδική κατάσταση και να γίνει για αυτό ένας νόμος της φύσης όπως αυτούς που τα ζώα γνωρίζουν. Όπως ήταν η εναλλαγή της μέρας με τη νύχτα, οι αλλαγές των εποχών, και τέλος η ακριβέστερη των προηγουμένων εμφάνιση των αποφαγιών του μηχανοσοφιστή.
       Το θηρίο τελικά έμαθε να παραμονεύει μόνο Τετάρτες και Σάββατα. Όμως αυτό δεν ήταν αρκετό για τον μηχανοσοφιστή.  Μία μέρα, Τετάρτη ή Σάββατο, από περιέργεια και επαγγελματική διαστροφή, καθώς το θηρίο παραμόνευε δεν του άφησε φαγητό, και περίμενε να δει την αντίδραση του θηρίου μπροστά στην κατάργηση της νομοτελειακής συνθήκης που του είχε εμφυσήσει. Πράγματι το θηρίο ταράχτηκε. Η αντίληψη του δεν μπορούσε να συλλάβει την παραβίαση του μηχανοσοφιστή. Σαν να είχε τρελαθεί, όρμησε αλυχτώντας πάνω στον μηχανοσοφιστή και αφού διαμέλισε με τα σαγόνια του το σώμα του, συνέχισε σε όλη την πόλη. Σκότωσε και τραυμάτισε πολλούς μέχρι που το έσωσαν από την τρέλα που είχε οδηγηθεί σκοτώνοντας το.
       Μερικές μέρες αργότερα όταν μαθεύτηκε τι είχε γίνει, και τι είχε κάνει ο μηχανοσοφιστής, η πολιτεία αποφάσισε να καταργήσει το επάγγελμα και την τέχνη των μηχανοσοφιστών ως άκρως επικίνδυνη. Γιατί αυτό που έκανε στο άμοιρο θηρίο ο μηχανοσοφιστής κρίθηκε πως ανήκε στο στενό φάσμα της μηχανοσοφιστικής επιστήμης.

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

* "Επίκαιρη περίπλαση"

- Γιατί ο κόσμος χαίρεται και χαμογελά πατέρα;
- Γιατί συνέλαβαν τους βάρβαρους.
- Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
- Ήσαν μια λύσις που χρησιμοποιήθηκε.

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

48. "Τα λιοντάρια στη πύλη του Χαφήφς"

     Όταν ο μεγάλος στρατηγός Χαφήφς φόρεσε το σαρίκι του μεγάλου Σουλτάνου και άφησε τη σκηνή του στα πεδία της μάχης για να μετακομίσει στο παλάτι του, διέταξε να βρουν το ικανότερο γλύπτη όλης της αυτοκρατορίας για να τοποθετήσει δύο μαρμάρινα αγάλματα λιονταριών στην είσοδο του παλατιού.
      Όπως όλοι γνωρίζουμε η Ανατολή κατείχε, και κατέχει ακόμα λένε, τους πιο ταλαντούχους μάγους τεχνίτες του κόσμου. Η αριστοτεχνία των οποίων σκιάζεται μόνο από το πείσμα τους και την ευγένεια τους, που καμιά φορά τους κάνει κακόβουλους και επικίνδυνους σε όσους τους προσλάβουν στις υπηρεσίες τους.
      Ευγενής και καλός ήταν ο γλύπτης που ανέλαβε να φτιάξει τα αγαλμάτινα λιοντάρια που θα κοσμούσαν την πύλη του παλατιού του Χαφήφ. Για τη δόξα του νέου Σουλτάνου δεν ζήτησε αμοιβή. Το μόνο που ζήτησε ήταν μάρμαρο, την ευλογία του Αλλάχ και εννέα γεμάτα φεγγάρια καιρό για να τελέψει τη δουλειά του. Ο Σουλτάνος δεν βιαζόταν.
      Σαν ήρθε ο καιρός ο γλύπτης κάλεσε τον Σουλτάνο να δει τα μαρμάρινα λιοντάρια που του είχε παραγγείλει. Ο γλύπτης με περισσή τέχνη που δικαίωνε την καλή του φήμη είχε σμιλέψει δύο αγάλματα ύψους ενός μέτρου και πλάτους δύο στη μορφή δύο κοιμώμενων αρσενικών λεόντων με πυκνή σγουρή χαίτη. Ο Σουλτάνος εκθείασε την θαυμαστή τέχνη του γλύπτη ωστόσο του απήντησε πως τα αγάλματα δεν ήταν αυτά που ήθελε. Δεν ήταν δυνατόν εκείνος, ο άγρυπνος φρουρός του λαού του, ο υπερασπιστής της δόξας του έθνους του, και του ονόματος του παντοδύναμου Αλλάχ να έχει στην είσοδο του παλατιού του δύο κοιμισμένα λιοντάρια. Ο Σουλτάνος ζήτησε από τον γλύπτη να φτιάξει δύο νέα αγάλματα όρθια και - μα τον μεγάλο Προφήτη! -  ξύπνια.
     Ο ευγενικός γλύπτης προσπάθησε να εξηγήσει στον μεγάλο Σουλτάνο πως θα ήταν βάναυσο και απάνθρωπο να φτιάξει δύο αγάλματα έτσι όπως τα ήθελε η μεγαλοσύνη του, γιατί έτσι θα τα καταδίκαζε τα πλάσματα σε αιώνια κούραση και αϋπνία. Όμως ο Σουλτάνος δεν μετεπείσθη και διέταξε να του ετοιμάσει τα αγάλματα όπως του τα ζήτησε όσο καιρό και θα του έπαιρνε.
      Το επόμενο κιόλας πρωί ο γλύπτης, που ήταν - ας μην το ξεχνάμε - και μάγος, εκτέλεσε την παραγγελία του Σουλτάνου και του έστειλε για να τοποθετηθούν στην πύλη του τα αγάλματα δύο λεόντων όπως τα είχε παραγγείλει. Ξύπνια και όρθια.
     Ο γλύπτης από εκείνη τη μέρα χάθηκε και πολλοί ανησύχησαν για τη βαριά μοίρα που περίμενε τον πολυαγαπημένο Σουλτάνο τους. Τόσο που κάποιοι, πολύ πιστοί του φίλοι, έχασαν μέχρι και τον ύπνο τους.
     Χρόνια αργότερα και μετά από πολλές επιτυχημένες νίκες κατά των εχθρών του ο Χαλίφης έφυγε πλήρης ημερών να συναντήσει τον Αλλάχ και τον Προφήτη. Ησύχασε στον ύπνο του, που όλα αυτά τα χρόνια ήταν γλυκός και ήρεμος γιατί ο λαός του τον αγαπούσε για τα καλά που του είχε προσφέρει.
     Ο θρύλος λέει πως πριν τον βρουν στα διαμερίσματα του τον Χαφήφ και μαθευτεί ο θάνατος του, οι υπηρέτες του παλατιού είδαν τα λιοντάρια της πύλης ξαπλωμένα να κοιμούνται. Ενώ κάποιοι άλλοι είδαν για πρώτη φορά εκείνο το θλιβερό πρωινό για τη χώρα, μετά από πολλά χρόνια που δεν είχε φανεί, τον γλύπτη στην αγορά αγουροξυπνημένο να ζητά τσάι και φρούτα για το πρωινό του γεύμα.
     

49. "Ένα άλλο μέρος του κόσμου" - Το μπαρ Πνιγμένος Χτύπος -

      Στη ανατολική λεκάνη της Μεσογείου ανάμεσα στα δεκάδες μικρά και μεγάλα νησιά, κάπου στις παραλίες παλαιών χωρών υπάρχει μία ερημική παραλία που λίγοι γνωρίζουν πως να βρεθούν εκεί. Είναι ένα άλλο μέρος του κόσμου, όπου οι άνθρωποι δεν βρίσκονται εκεί ακολουθόντας χάρτες. Ένα μέρος όσων συνέβη να δραπτεύσουν από την πεζότητα και να βρεθούν σε μία βαρύτερη αντίληψη της ύπαρξης.
      Στη παραλία αυτή θα βρει κανείς ένα υπαίθριο παραλιακό μπαράκι. Η κάβα με τα ποτά του είναι στερεομένη σε ένα βράχο. Ένας σκούρος ξύλινος πάγκος υπάρχει μπροστά και ανάμεσα σε ψάθινες ομπρέλες και υπόστεγα υπάρχουν καλαμιένες καρέκλες και ψηλά τραπέζια. Ένας μαύρος Μαυριτανός φτιάχνει τα ποτά πίσω από τον πάγκο και οι θαμώνες δεν έχουν παρά να πάνε και να τα πάρουν. Οι θαμώνες πληρώνουν και ο μαυριτανός δέχεται τα χρήματα τους, όμως κανένας τους δε νοιάζεται για το πόσα χρήματα δίνει ή παίρνει. Δεν υπάρχει πουθενά τιμοκατάλογος. Παρά μόνο μία επιγραφή που δηλώνει το όνομα του μπαρ.
      Ένα παλιό κασετόφωνο παίζει παλιά τραγούδια διαφόρων ειδών με θέματα των διάφορων ερώτων. Ένας άτυπος κανόνας απαγορεύει το άκουσμα τραγουδιών πιο πρόσφατων της τελευταίας δεκαεξαετίας.
      Η θάλασσα είναι καταγάλανη, σχεδόν λευκή από την καθαρή ψιλή άμμο. Ριχή τόσο που κανείς δεν μπορεί να πνιγεί σε αυτή. Ακόμα και αν το προσπαθούσε. Για το λόγο αυτό η ονομασία του μπαρ "Πνιγμένος χτύπος" θεωρείται λάθος μετάφραση, ή ως αποτυχημένο λογοπαίγνιο. Όλοι πιστεύουν πως εννοεί "Πνιχτός χτύπος". Το νερό της θάλασσας είναι πολύ αλμυρό. Τόσο που τσούζει τις πληγές όσων κολυμπάνε, και τόσο που το μαύρο χρώμα του Μαυριτανού ασπρίζει σαν ξερένεται πάνω του το αλάτι αφού βουτήξει.
       Οι θαμώνες δεν μιλάνε μεταξύ τους. Κοιτάζονται κλεφτά στα μάτια, με τα πρόσωπα τους ευθεία το ένα στο άλλο, χωρίς να κρύβονται, ψάχνοντας κάτι. Ακούνε μόνο την μουσική, τους στίχους των τραγουδιών τους επαναλαμβάνουν από μέσα τους. Θυμούνται διάφορους παλιούς τους έρωτες. Έρωτες που τους άφησαν, και ύστερα αυτοί μετά από χρόνους αργούς βρέθηκαν σε αυτό το μέρος του κόσμου. Να πίνουν και να θυμούνται.
      Τα βράδια ο Μαυριτανός ανάβει φωτιές. Οι θαμώνες χορεύουν. Κοιτάζουν τα άστρα. Κολυμπάνε. Μένουν ακόμα πιο σιωπηλοί. Αλλά προ στο τέλος ενώ κάθονται στην άκρη της παραλίας με το κύμα να περνά την άμμο ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών τους, ψιθυρίζουν ονόματα. Η θάλασσα, κάποιοι πιστεύουν τα παίρνει μέσα της στα βαθυά, και εκεί τα πνίγει.
      Η όψη του Μαυριτανού το βράδυ γίνεται αβάσταχτη. Καθόλου τρομαχτική. Είναι λένε ο πιο συμπαθής και φιλικός άνθρωπος στο κόσμο. Κανένας δεν έχει ακούσει τη φωνή του. Μονάχα ίσως κάποιος όταν φύγει να τον ακούσει να τον αποχαιρετά. Τότε όλοι ξέρουν πως αυτός δεν θα επιστρέψει ποτέ στη παραλία. Ίσως επειδή θα πεθάνει, ίσως όμως και επειδή θα ζήσει.
 
 
     

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

47. "Οδηγίες για την αποφυγή πνιγμού από πελάγωμα"

     Κάθε χρόνο τα στατιστικά στοιχεία των πνιγμών για όσους ανήκουν στη φυλή αυτών που σκέφτονται παραμένουν δυσάρεστα υψηλά. Αντίθετα με όλες τις άλλες περιπτώσεις πνιγμών, ο πνιγμός όσων ανήκουν στη φυλή αυτών που σκέφτονται δεν σχετίζεται με την ηλικία, τη φυσιολογία, ή την επίδειξη ριψοκίνδυνης συμπεριφοράς αλλά έχει να κάνει με την γνώριμη επίδραση της θάλασσας στον ανθρώπινο νου, να τον αδειάζει από κάθε σκέψη και προβληματισμό.
    Το παραπάνω φαινόμενο αν και αποδεικνύεται πολύ χρήσιμο για όλους τους ανθρώπους αποτελεί την νούμερο ένα αιτία πνιγμών όσων ανήκουν στη φυλή αυτών που σκέφτονται, καθώς είναι κάτι που αδυνατούν να διαχειριστούν.
     Παρακάτω παρατίθενται αποσπάσματα ενός φυλλαδίου, έκδοσης του 2008, για την ενημέρωση και την πρόληψη των πνιγμών από αυτό το αίτιο γνωστό και ως "πελάγωμα".
      " Αν ανήκετε στη φυλή αυτών που σκέφτονται είναι χρήσιμο να γνωρίζετε τα εξής όταν καλυμπάτε:
  • Ενδεχομένως καθώς κολυμπάτε να αντιληφθήτε πως έχετε σταματήσει να σκέφτεστε. Το φαινόμενο είναι αρκετά συχνό και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Διατηρείτε την ψυχραιμία σας, σύντομα θα αρχίσετε να σκέφτεστε.
  • Σε περίπτωση που αργήσετε να σκεφτείτε κάτι, πιθανώς να αρχίσετε να νομίζετε πως τα χρώματα και τα σχήματα γύρω σας είναι πιο έντονα και ζωηρά. Επίσης θα σας δημιουργηθεί η εντύπωση πως επικρατεί μία ανυπόφορη σιωπή. Όλα αυτά ενδεχομένως να σας αγχώσουν. Μην το επιτρέψετε. Θυμηθείτε πως όλα αυτά αποτελούν εντύπωση σας και τίποτα δεν έχει πραγματικά αλλάξει.
  • Ο "άδειος" νους προκαλεί κρίσεις πανικού και άγχους πριν μπορέσει κανείς να αντισράσει προκαλώντας ηθελημένα κάποια σκέψη στο νου του. Μία τέτοια κατάσταση συνοδεύεται από σπασμωδικές κινήσεις και αδυναμία ελέγχου των κινήσεων του σώματος, που μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα σας να κολυμπήσετε ακόμα και να επιπλεύσετε. Προσπαθήστε να διατηρήσετε τον έλεγχο των κινήσεων σας. Με ήρεμες και απλές κινήσεις φροντίστε να παραμένετε στην επιφάνεια του νερού. Ο πρωταρχικός σας στόχος είναι να παραμείνετε στην επιφάνεια, και όχι να ξεκινήσετε να σκέφτεστε!
  • Είναι πιθανό να μην μπορέσετε να σκεφτείτε το οτιδήποτε, παρά τις προσπάθειες σας να προκαλέσετε το νου σας. Οι σκέψεις στη περίπτωση "πελαγώματος" δεν έρχονται τόσο εύκολα όσο κανείς μπορεί να νομίζει. Χάνονται πολύ πριν αρχίσουν να αναλύονται. Απαιτείται περισσότερη προσπάθεια για να τις συγκρατήσετε. Η ψυχραιμία βοηθάει.
    Ενδεικτικά προτείνονται κάποια θέματα που έχουν αποδειχθεί χρήσιμα σε άλλες περιπτώσεις.
    - Μαθηματικά προβλήματα - Ενδείκνυται η θεωρία παιγνίων.
    - Φιλοσοφικά παράδοξα - όπως αυτό της Χελώνας και του Αχιλλέα.
    - Λογοτεχνικές αναλύσεις και συγκρίσεις έργων ή χαρακτήρων.
    - Κοσμολογικές θεωρίες. Θεωρητική φυσική.
    - Κατάρριψη θεολογικών επιχειρημάτων
    - Επιχειρηματικά μοντέλα. Σχέδια διακυβέρνησης κρατών.

    Είναι καλό να έχετε κάποιο θέμα έτοιμο πριν βουτήξετε. Προετοιμάστε ναυαγοσωστικές σκέψεις.
  • Μεγάλο ποσοστό εγκαταλείπουν ηθελημένα κάθε προσπάθεια να κρατηθούν στην επιφάνεια. Η απουσία σκέψης προκαλεί αυτοκτονικές τάσεις. Αντισταθείτε σε αυτές. Να σκέφτεστε πως όταν απομακρυνθείτε από τη θάλασσα το φαινόμενο θα σταματήσει."
      Στο τέλος του Φυλλαδίου υπάρχει η παρακάτω φράση με έντονα πράσινα γράμματα.

 "Αν όλα τα παραπάνω δεν σας βοηθήσουν ή δυσκολεύεστε να σας βοηθήσουν, ξεκινήστε να σκέφτεστε έναν καλύτερο οδηγό που θα μπορούσε να σας βοηθήσει καλύτερα."