Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

34. "Οι λίγοι και οι πολλοί της Σεφκίμ"

    Στα δάση του Αμαζονίου υπάρχει λένε, μία αρχαία και έρημη πόλη φτιαγμένη από δεκατρείς ομόκεντρους κυκλικούς τοίχους, με κάθε έναν από αυτούς να απέχει από τον άλλο πεντακόσια έως και τα οχτακόσια πενήντα μέτρα, με την απόσταση να μεγαλώνει όσο κανείς προχωρά προς το κέντρο της πόλης. Φημολογείται μάλιστα πως κάθε χώρος ανάμεσα στα τείχη είναι πραγματικά ίσος με όλους τους άλλους, εκτός από τον τελευταίο που είναι εξαιρετικά μικρότερος από τους άλλους. Η κυκλική αυτή πόλη έχει το όνομα Σεφκίμ και η διάμετρος της ξεπερνά συνολικά τα εφτά χιλιόμετρα, ενώ τα τείχη της ξεπερνούν τα τριάντα μέτρα ύψος. Οι εσωτερικοί τοίχοι ψηλώνουν όσο πάει και φτάνουν τα πενήντα, με εξαίρεση τον τελευταίο που είναι χαμηλότερος του προηγούμενου του.
     Ερευνητές και αρχαιολόγοι μέχρι σήμερα δεν έχουν καταφέρει να ανακαλύψουν ποιος την έφτιαξε ή ποιος την κατοίκησε, αλλά ούτε και να την χρονολογήσουν. Πολλοί μάλιστα υποστηρίζουν πώς δεν είναι ανθρώπινο αλλά φυσικό κατασκεύασμα, αφού τα τείχη της δεν θα ξεχώριζαν από οποιοδήποτε βράχο αν δεν είχαν το σχήμα ομόκεντρων κύκλων, οι οποίοι μάλιστα δεν είναι τέλειοι. Κάτι που ενισχύει την τελευταία θεωρία. Το σίγουρο είναι πως κάποτε η πόλη Σεφκίμ κατοικήθηκε και η ιστορία της είναι η παρακάτω.
    Η ομάδα ανθρώπων που πρωτοκατοίκησαν μέσα στο πρώτο εξωτερικό τοίχος, προφανώς για να προστατευτούν από τα θηρία της ζούγκλας, λέγεται πως συνάντησαν ένα πολύ πλούσιο και έφορο έδαφος όπου ήδη υπήρχαν πολλά καρποφόρα δέντρα και έτσι αποφάσισαν να εγκατασταθούν εκεί. Όλοι άρχισαν να ζουν εύρωστα και χαρούμενα στο όμορφο αυτό μέρος, και ευχαριστούσαν τους θεούς για την ευλογία να βρουν αυτό το μέρος. Ήταν τόσο ικανοποιημένοι με τη τροφή που είχαν εκεί που δεν ενδιαφέρονταν και αγνοούσαν πως κάποιοι λίγοι είχαν εγκατασταθεί πίσω από τον δεύτερο εξωτερικό τοίχο, όπου οι φήμες λέγαν πως ήταν ακόμα περισσότερη η τροφή, και έτρωγαν μέχρι σκασμού μα δεν επέτρεπαν στους πολλούς να πάνε και να μπουν, ούτε μοιράζονταν το φαγητό με αυτούς στον εξωτερικό κύκλο.
    Μα οι πολλοί τους άφηναν χωρίς παράπονο ή διαμαρτυρία. Μέχρι, που τα δέντρα δεν είχαν άλλους καρπούς για να τραφούν, και στον εξωτερικό κύκλο άρχισαν να πεινάνε. Τότε και μόνον τότε θέλησαν και διεκδίκησαν να μπουν στον δεύτερο κύκλο όπου υπήρχε τροφή. Οι λίγοι αντιστάθηκαν σθεναρά για να κρατήσουν τους λιμοκτονούντες μακρυά από την πλεονέστερη περιοχή τους. Όμως καθώς η πείνα κάνει τον άνθρωπο ισχυρότερο θεριό από ότι τον κάνει η πλεονεξία οι λίγοι δεν τα κατάφεραν και οι πολλοί μπήκαν και στον δεύτερο κύκλο που πράγματι αν και ισομεγέθης με τον προηγούμενο του ήταν πιο πλούσιος σε φαγητό από τον πρώτο. Πάλι όμως κάποιοι λίγοι κατάφεραν και μπήκαν στον τρίτο κατά σειρά κύκλο και άρχισαν να απολαμβάνουν μόνοι τους το πλεονάζον φαγητό των δέντρων του, που ήταν ακόμα πιο πλούσια από τον δεύτερο και πολύ περισσότερο από του αρχικού.
    Η ιστορία συνεχίζει με τους καρπούς των δέντρων του δεύτερου κύκλου να τελεύουν και εκείνοι. Με τους πολλούς να διεκδικούν πάλι τότε τη θέση τους στον τρίτο και με κάποιους λίγους - όχι πάντα  τους ίδιους, μα πάντα λίγους- να πηγαίνουν στον επόμενο. Με το αυτό να επαναλαμβάνεται οχτώ φορές ακόμα, ώσπου φτάνουν οι πολλοί στον δωδέκατο και κάποιοι λίγοι στον δέκατο τρίτο κύκλο. Μα και τότε το φαγί στον δωδέκατο κύκλο σώθηκε και οι πολλοί θέλησαν να μπουν στον τελευταίο κύκλο, τον μικρότερο όλων και όχι τόσο γεμάτο με καρπούς. Οι λίγοι εκείνη τη φορά επέδειξαν την μεγαλύτερη αντίσταση που είχαν επιδείξει ποτέ, μα πάλι δεν κατάφεραν τελικά να αποτρέψουν τους πολλούς από το να μπουν μέσα. Πράγματι οι πολλοί μπήκαν. Μπήκαν και χόρτασαν με καρπούς αλλά και με κρέας αυτή τη φορά, αφού το φαγητό δεν ήταν αρκετό...

    

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

33 " Λάθη στις παρυφές ενός Ηφαιστείου"

     Κάποτε τα πολύ παλιά χρόνια σε ένα χωριό στις παρυφές ενός ηφαιστείου, οι κάτοικοι του ζούσαν εύρωστα, ανέμελα και φιλήσυχα την καθημερινή καθημερινότητα τους για πολλά χρόνια αγνοώντας τους κινδύνους που διέτρεχαν από την θέση των σπιτιών τους. Όταν ήρθε λοιπόν η μέρα και το ηφαίστειο εξερράγη για πρώτη φορά. Όσοι σώθηκαν από τον καυτό θάνατο συγκεντρώθηκαν και απεφάνθησαν πως το ηφαίστειο εξερράγη γιατί δεν θυσίαζαν σε αυτό κάποιο ζώο, και αποφάσισαν πως από εδώ και πέρα θα έριχναν μέσα στον κρατήρα ένα σφαχτό κάθε τόσο.
      Έτσι και έκαναν.
    Τα χρόνια πέρασαν και οι κάτοικοι συνέχισαν να ζουν φιλήσυχα με τα βάσανα και τις δεισιδαιμονίες τους τιμώντας τους αδικοχαμένους συγχωριανούς τους. Και πάλι όμως ήρθε ο καιρός το ηφαίστειο να εκρηχθεί φέρνοντας τον καυτό θάνατο και πάλι στο χωριό. Όσοι διεσώθησαν συγκεντρώθηκαν και  απεφάνθησαν πως κάποιο από τα σφαχτά που θυσίασαν ήταν κακό, άνοστο και πως ήταν λάθος τους που το προσέφεραν θυσία στο ηφαίστειο χωρίς να το δοκιμάσουν. Έτσι αποφάσισαν να τρώνε λίγο από τα σφαχτά πριν τα ρίξουν στον κρατήρα.
    Τα επόμενα χρόνια πέρασαν και πάλι εύρωστα για τους κατοίκους του χωριού αν και μάλωναν κάθε τόσο για το πόσο έτρωγε ο καθένας τους από το σφαχτό της θυσίας. Κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες τους με τον φόβο κάποιας έκρηξης, τον οποίο η αλήθεια είναι πως δεν μπορούσαν πια να ξορκίσουν με δεισιδαιμονίες. Και πάλι κάποτε, για τρίτη φορά, το ηφαίστειο εξερράγη. Ήταν η φορά που όλοι οι κάτοικοι του χωριού βρήκαν καυτό θάνατο, και δεν επέζησε κανείς.

    Αυτή είναι μία ιστορία που λένε σε κάποιο άλλο χωριό κάποιοι κάτοικοι που υποστηρίζουν πως αν κάποιος για πολύ καιρό βρίσκει λάθος λύσεις σε ένα πρόβλημα το πρόβλημα σταματά να υπάρχει, γιατί το ίδιο συμβαίνει και σε αυτόν που το έχει.

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

32. "Ένας αδιάφορος προσευχητής"

    Υπάρχει ένας βράχος στο δάσος των περιμυθιασμάτων που κάποτε ένα τέρας που έμοιαζε με μια μεγάλη αρκούδα αλλά είχε κεφάλι και ελαττώματα ανθρώπινα τον σήκωσε και τον πέταξε μέσα στην λίμνη των σκέψεων. Κανείς δεν είναι σίγουρος αν ο βράχος είναι τελικά τόσο μεγάλος ή τα νερά όπου έπεσε είναι τόσο ρηχά και ένα κομμάτι του βράχου προεξέχει από την στάθμη της επιφάνειας.
    Είναι μέρες που ένα αλογάκι της Παναγίας, συχνός ανούσιος προσευχητής, παίρνει και κόβει ένα στάχυ από αυτά που οι άνθρωποι θερίζουν για να κάνουν το αλεύρι για να φτιάξουν το ψωμί και να ζήσουν και να ευτυχίσουν. Αυτό το στάχυ το αλογάκι το ισορροπεί πάνω στην κορυφή του βράχου και πάνω σε αυτό, σε μία ιδιότυπη τραμπάλα ισορροπεί το ίδιο, και μαζί με αυτό ταλαντεύει την ικανοποίηση του και τις προσευχές του.
    Οι προσευχές του είναι συνήθως δύο και πάνω σε αυτές ισορροπεί και ταλαντεύεται τις περισσότερες φορές. Πότε κάνει τη μία και πότε κάνει την άλλη. Στην μία προσεύχεται ο άνεμος στο δάσος να φυσήξει δυνατός και η ζωή του να ζωηρέψει με καλά και με κακά. Τολμά μάλιστα κάποιες φορές να καταραστεί την γαλήνη που επικρατεί. Στην άλλη προσευχή όμως -συνήθως όταν πιάσει η άλλη προσευχή - αποζητά νηνεμία στο δάσος και σκύβει το κεφάλι του υποκλινόμενο για ηρεμία.
    Τα άλλα ζώα του δάσους έχουν βαρεθεί με την αναποφασιστικότητα του εντόμου, με την ανικανοποίηση του, και προσεύχονται όταν το βλέπουν πάνω στο στάχυ, πάνω στο βράχο και στη λίμνη να πέσει να πνιγεί ή έστω ένα ψάρι της λίμνης, μία από αυτές τις λεπιοφόρες σκέψεις που ζουν σαν ψάρια σε αυτή να πεταχτεί από το νερό και να το κάνει μία χαψιά.
    Όμως πολύ λίγο φαίνεται να ενδιαφέρεται πια η μεγάλη λίμνη για το αλογάκι και τα καμώματα του.  Αν κρίνουμε από το γεγονός πως πνίγει όποιο ζώο φανεί να ενοχλείται περισσότερο κάθε φορά, μάλλον τη συμπεριφορά της και την βαθυά της αλήθεια πρέπει να ακολουθήσουν όσα ζώα ενοχλούνται.

    Και αν κανείς ρωτήσει το αλογάκι θα του πει ότι οι προσευχές του δεν έχουν να κάνουν με την λίμνη.  
    

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

31. "Η μαρτυρία ενός πανδοχέα για τα φίδια της Σιάμ."

    Λένε πως υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι έχουν το χάρισμα να βλέπουν την υλική μορφή των ιδεών και των εννοιών. Συμβαίνει όμως, καμιά φορά, να τύχει αυτό και σε κάποιον που δεν έχει το χάρισμα αυτό.
    Είναι άγνωστο λοιπόν αν ο αφηγητής της παρακάτω ιστορίας, πανδοχέας στο επάγγελμα, είδε το παρακάτω τυχαία ή έχαιρε του χαρίσματος.
    Ένα χειμωνιάτικο βράδυ έμελλε να φιλοξενήσει στο μικρό του πανδοχείο έναν ταξιδιώτη άρρωστο που τον παρακάλεσε να τον προσέχει την νύχτα μήπως και χρειαστεί κάτι. Ο πανδοχέας έναντι αμοιβής δέχτηκε και κάθε τόσο μέσα στην νύχτα σηκωνόταν από το κρεβάτι του και άνοιγε την πόρτα του δωματίου του ταξιδιώτη να δει αν ήταν καλά και αν χρειαζόταν κάτι. 
    Ήταν η τρίτη ή η τέταρτη επίσκεψη του στο δωμάτιο, όταν είδε τυλιγμένο στο σώμα του ταξιδιώτη ένα μεγάλο φίδι αλλόκοτο, που από την αρχή κατάλαβε πως δεν ανήκε στον κόσμο που ήξερε και ξέρουμε. Κάτω ακριβώς από το κεφάλι του φιδιού κρεμόταν ένα γαλάζιο γυάλινο μπουκαλάκι που περιείχε ένα κίτρινο υγρό, που σημαίνει πως τα μάτια του πανδοχέα εν τέλει το έβλεπαν πράσινο. Ο πανδοχέας που είχε ακούσει πολλές ιστορίες από τους ταξιδιώτες που κατά καιρούς είχαν περάσει από το πανδοχείο του είχε αναγνωρίσει το εξωπραγματικό αυτό ερπετό και δεν φοβήθηκε. Ήξερε πως τα ερπετά αυτά που δραπετεύουν από τον κόσμο τον ονείρων έλκονται από τον ρυθμό της αναπνοής των ανθρώπων όταν κοιμούνται και αγκαλιάζουν το σώμα τους χωρίς πρόθεση να τους βλάψουν. Τα φίδια αυτά πλησιάζουν τους ανθρώπους μόνο και μόνο γιατί ο ρυθμός της αναπνοής ενός ανθρώπου που κοιμάται τα ηρεμεί. Επίσης είχε ακούσει πως το μπουκαλάκι περιείχε μέσα την ευτυχία στην υλική της μορφή. Από φόβο δίστασε να πλησιάσει και να πάρει το μπουκαλάκι από τον λαιμό του φιδιού. Γιατί δεν ήξερε τι μπορούν να κάνουν τα φίδια σε έναν ξύπνιο άνθρωπο, και φοβήθηκε μήπως κινδύνευε.
    Ο πανδοχέας είδε τον ταξιδιώτη να ονειρεύεται καθώς το φίδι χαλάρωνε και ησύχαζε στον ρυθμό της εκπνοής και της εισπνοής του. Ένα χαμόγελο ευτυχίας εμφανίστηκε στο πρόσωπο του ταξιδιώτη, και ο πανδοχέας κατάλαβε πως τα όνειρα προέρχονται από την αγκαλιά του φιδιού και τα ευτυχισμένα όνειρα από την μυρωδιά του υγρού στο μπουκάλι η οποία ήταν τόσο ισχυρή που δραπέτευε από τον φελό, και όπως τα κεφάλια του ανθρώπου και του φιδιού γέρναν στο ίδιο μαξιλάρι η οσμή της ευτυχίας έφτανε στη μύτη του ανθρώπου.
    Ξάφνου το χέρι του ταξιδιώτη κινήθηκε έτσι ώστε πλησίαζε για να αρπάξει το μπουκάλι από το λαιμό του φιδιού. Λες και ο κοιμισμένος άντρας γνώριζε μέσα στον ύπνο τους τι γινόταν. Το φίδι αντιλήφθηκε την κίνηση αυτή αμέσως και ο πανδοχέας κράτησε την ανάσα του για το χειρότερο. Ένας εφιάλτης γεννήθηκε μέσα στον ύπνο του ταξιδιώτη και η όψη του τσαλακώθηκε, το φίδι άρχισε να ξετυλίγεται από το σώμα του άντρα έτσι που εκείνος έμοιαζε να στριφογυρίζει στο κρεβάτι του. Ο πανδοχέας πρώτη φορά έβλεπε γιατί οι άνθρωποι παλεύουν με τα σεντόνια τους όταν βλέπουν κάποιο φοβερό εφιάλτη. Το φίδι έφυγε όταν ο άντρας ξύπνησε τρεμάμενος από το κακό όνειρο του, το οποίο απέδωσε στον πυρετό.
    Αυτή είναι η ιστορία που αφηγείται κάποιος πανδοχέας σε κάποιο μέρος του κόσμου. Και όσοι έχουν το χάρισμα να βλέπουν πέρα από αυτόν τον κόσμο επιβεβαιώνουν πως μπορεί και να λέει την αλήθεια.
    

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

30. "Αζά"

    Υπάρχει ένα βασίλειο που θα ήταν άσκοπο να περιγραφεί πως είναι ή ποιοι νόμοι το διέπουν καθώς υπερβαίνει σε μέγεθος και σε περιπλοκότητα τον ανθρώπινο νου, που παραδόξως όμως το υπερβάλλει. Σε αυτό το βασίλειο γεννήθηκε κάποτε ένα πριγκιπόπουλο δίπλα σε ένα πηγάδι από όπου οι ντόπιοι ερημίτες τραβούσαν με τα χέρια τους πλίνθινους κουβάδες για να βγάλουν νερό και να ποτίσουν τα στριβογυριστά κλαδιά των υπαίθριων κρεβατιών τους. Με αυτό το νερό ξεπλύθηκε το σώμα του και του καθάρισαν τα μάτια του για να τα ανοίξει και να δει το βασίλειο που θα κυβερνούσε με τα αδέρφια του. Ο μικρός πρίγκιπας έμελλε να αφεντεύσει το πιο σπουδαίο κομμάτι του βασιλείου του, και να είναι για πάντα ο νεότερος όλων, ακόμα και των αδερφών του που θα γεννιόντουσαν αργότερα, οι περισσότεροι των οποίων θα ήταν γηραιότεροι ακόμα και των πρωτότοκων.
     Σκοπός των αδερφών αρχόντων ήταν - και ακόμα είναι - όχι να φροντίσουν για την ευημερία του βασιλείου και των κατοίκων του αλλά, η διατήρηση του. Για το αν αυτό θα προόδευε ή θα ρήμαζε δεν ευθύνονταν εκείνοι. Το μόνο για το οποίο είχαν οριστεί υπεύθυνοι ήταν να μην χαθεί.
     Κάποια μέρα σε ένα στενοσόκακο στρωμένο με πλατιές πέτρες στεγνές και κρύες όπως ο Γενάρης ο μικρός πρίγκιπας βρέθηκε μονάχος του σε σταυροδρόμι με δυο αυλές, η μία ξένη και η άλλη ανηφορική, από τις τέσσερις γωνιές του σταυρού βγήκαν τέσσερις σταχτοκίτρινες φιγούρες που είχαν όλα τα χαρακτηριστικά τους ανθρώπινα, εκτός που στερούνταν προσώπου. Κυκλωμένος ο πρίγκιπας και ενώσω οι φιγούρες τον πλησίαζαν ένιωσε το τέλος, όχι το δικό του αλλά του κόσμου του. Οι τέσσερις φιγούρες, μία σε κάθε γωνία απειλούσαν την ύπαρξη όλου του βασιλείου, μα ο μικρός πρίγκιπας έσωσε το βασίλειο με το πως έπραξε.
    Ότι έκανε δεν το έκανε ηθελημένα, δεν το γνώριζε κι ούτε το σκέφτηκε, απλά αντέδρασε όπως του υπαγόρευσε ο φόβος του και σύμφωνα με το ένστικτο του. Αυτό που έκανε ήταν να μην σταματήσει την περπατησιά του και για αυτό άκουσε στο νου του την λέξη "Αζά", την οποία στο επόμενο βήμα επανέλαβε με το στόμα του και έτσι χάθηκαν οι τέσσερις απειλές. Από τότε κάθε ένας από τους άρχοντες αδερφούς όταν νιώθει πως ο κόσμος του απειλείται να χαθεί προφέρει την λέξη "Αζά" και αν ο κίνδυνος χαθεί έχει καλώς. Αν όχι προσπαθούν με άλλους τρόπους.
    
    Δεν αναφέρονται άλλα περιστατικά που η προφορά της λέξης να λειτούργησε, όμως αυτό δεν αποτελεί αμφισβήτηση για την δύναμη της λέξης.
    Ο αφηγητής την προτείνει στον οποιοδήποτε να την χρησιμοποιήσει για να ξορκίσει οποιαδήποτε στιγμή νιώθει πως ο κόσμος του χάνεται.

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

29. "Ένα όμορφο τοπίο και η στοιχειωμένη από ζήλο άστοχη αφήγηση του"

    Λένε πως κάποτε, κάποιο καλοκαίρι, ένα απόγευμα μιας πανέμορφης ημέρας ένας αγρότης πήγαινε στο χωράφι του να ποτίσει τα σπαρτά του. Στο δρόμο έπιασε να θαυμάζει τις ομορφιές του αγρού και της φύσης. Τον γαλάζιο ουρανό με τα δαντελένια νεφελώματα του, τα σκαμμένα και βλαστημένα χωράφια με τις καλοδεμένες με αρμονία από το όργωμα αποχρώσεις του χώματος και της βλάστησης, τα στεγνά χαλίκια του δρόμου που από μέσα ξεφύτρωνε καταπράσινη και δροσερή η χλόη.
    "Τι ωραία εικόνα" σκέφτηκε ο αγρότης και θέλησε να καθίσει να απολαύσει το τοπίο που απλωνόταν γύρω του. Έτσι και έκανε. Κάθισε κατάχαμα και αγνάντευε πια την δυσπερίγραπτη ομορφιά.
    Η ιστορία λέει πως ο άντρας βαρέθηκε και δεν σηκώθηκε πότε από εκεί. Το σώμα του έγινε ένα με το πανέμορφο τοπίο, και πως από τότε μοιάζει με βράχο που συμπληρώνει μεν την ωραιότητα της εικόνας μα την στοιχειώνει επίσης. Για χρόνια η ιστορία αυτή τρόμαζε τους περαστικούς των δρόμων της τόπου του αγρότη και κάθε φορά που συναντούσαν γύρω τους εφάμιλλης ομορφιάς τοπία βιάζονταν και ανησυχούσαν για το στοιχειό.
  Τώρα πια όμως δεν πρέπει να ανησυχούν γιατί για πολύ καιρό οι ακροατές της ιστορίας φοβόντουσαν πως όλα προέρχονταν από μία θεάζουσα τιμωρία που συνόδευε την θέα  της προεκθειάζουσας ομορφιάς του τοπίου. Το δίχως άλλο όμως αυτό είναι ψέμα καθώς για το πάθημα του αγρότη ευθύνεται μονάχα η υπέρμετρη - στα όρια του μύθου - αυτοφυής νωθρότητα του.
     Οι υπερβολικές περιγραφές του αφηγητή ευθύνονται για το λάθος επιμύθιο της ιστορίας - μικρό δείγμα των οποίων από φόβο παραδόθηκε στην παρούσα αφήγηση - , και εκείνος πια πρέπει να φοβάται μην περάσει από το δρόμο γιατί με αυτόν τα έχει βάλει πια το στοιχειό.

    Εμείς μέρα που είναι δεν μπορούμε παρά να του ευχηθούμε να μην περάσει ποτέ από εκείνο το δρόμο.

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

28. "Μία από τις πτώσεις του ανθρώπινου γένους"

    Ο Θεός λένε πως έπλασε τον άνθρωπο κατά πολύ ανώτερο από όσο εμείς γνωρίζουμε και πιστεύουμε πως είναι. Τον έπλασε δυνατότερο, εξυπνότερο, ωραιότερο και εν γένει σοφότερο από ότι είναι σήμερα.
    Κάποτε όμως, όταν το βασίλειο ήταν ένα και όλοι οι πολίτες βρίσκονταν κάτω από την εξουσία ενός βασιλιά, πολύ πριν οι φυλές γίνουν πολλές και οι γλώσσες ακόμα περισσότερες, ένας βασιλιάς αντιλήφθηκε διαφορετικά τα λόγια του πατέρα και των δασκάλων του, πως δηλαδή ένας βασιλιάς πρέπει να είναι ανώτερος όλων.
    Αλίμονο ο βασιλιάς δεν ήταν ο ομορφότερος, ο εξυπνότερος, ο δυνατότερος, ο ικανότερος και ο σοφότερος όλων των ανθρώπων που έζησαν στην εποχή της βασιλείας του. Ζήλευε και φοβόταν μήπως η αναξιότητα του θα του στερούσε τον θρόνο που του κληροδότησε ο πατέρας του. Η μόνη καλή κρίση που του αποδίδεται στην βιογραφία του είναι πως αναγνώρισε πως ποτέ του δεν θα κατάφερνε να ξεπεράσει τους ομορφότερους, εξυπνότερους, δυνατότερους, ικανότερους και ανώτερους του βελτιώνοντας τον εαυτό του, και πως έπρεπε να το επιτύχει με άλλους τρόπους.
    Οι τρόποι αυτοί ήταν πολλοί. Απαγχονισμός, καρατόμηση, σφαγή, παλούκωμα, πνιγμός, στραγγαλισμός και πολλoί άλλοι που οδηγούσαν στο θάνατο.
    Το αποτέλεσμα ήταν άκρως επιτυχές. Κανένας που να ήταν αξιότερος ή ανώτερος του βασιλιά σε κάτι από τα προηγούμενα δεν έμεινε ζωντανός. Αναπόφευκτα το ανθρώπινο γένος έγινε κατώτερο από όπως το είχε πλάσει ο Ύψιστος και λέγεται πως συνεχίζει να είναι.
    
    Οι αναγνώστες αυτής της ιστορίας πριν κρίνουν τον βασιλιά, θα πρέπει να προσέξουν. Να μην βιαστούν να τον πουν κατώτερο τους. Τους υπενθυμίζεται πως ο ίδιος βασιλιάς φρόντισε πολύ καλά να μην είναι ανώτεροι του. Ας το σκεφτούν καλά λοιπόν πριν μιλήσουν.