Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

27."Το κολίμπρι που δεν ήθελε να αλλάξει ο χρόνος"

    Μια μέρα σαν αυτή, παραμονές πρωτοχρονιάς, ένα ευτυχισμένο από τις τύχες του προηγούμενου χρόνου που έφευγε κολίμπρι αρνούνταν την αλλαγή του νέου έτους.
    Καθώς λοιπόν ο ήλιος έδυε την τελευταία μέρα του χρόνου και ερχόταν η νύχτα από την οποία θα ξημέρωνε η νέα μέρα εκείνο πέταξε πίσω του. Κούνησε τα φτερά του τόσο γρήγορα που άρχισαν να φαίνονται στο ανθρώπινο μάτι και κατάφερε να ακολουθεί το φως. Δεν θα άφηνε ποτέ την τελευταία μέρα του χρόνου αυτού που του συνέβησαν τόσα καλά ακόμα και αν αυτό σήμαινε πως θα πετούσε αιώνια πίσω από την τελευταία μέρα του χρόνου.
    Είναι άγνωστο πως βρήκε την δύναμη να πετάξει τόσο γρήγορα, την αντοχή να μην κουραστεί και το κουράγιο να μην τα εγκαταλείψει όταν η νύχτα τον ακολουθούσε τόσο επίμονα και απειλητικά πίσω του. Με την παραμικρή επιβράδυνση το κολίμπρι θα έχανε την τελευταία μέρα του χρόνου που τόσο αγάπησε και θα έπεφτε στην νύχτα που δεν έκρυβε τίποτα άλλο από την νέα μέρα.
    Το κολίμπρι πέταξε έξω από το δάσος των περιμυθιασμάτων, πάνω από τις πηγές της λίμνης της σκέψης, πέρα από το βουνό των σπηλαίων των κορών. Έφτασε σε τόπους πραγματικούς και χώρες ανθρώπινες. Πέταξε σχεδόν μία ολόκληρη μέρα και τότε πίστεψε πως τα είχε καταφέρει.
    Μα το κακόμοιρο κολίμπρι είχε αγνοήσει το σχήμα της γης, και βρέθηκε πάλι στο δάσος των περιμυθιασμάτων. Είδε τα ζώα να ανταλλάσσουν ευχές για την νέα χρονιά με το φως της μέρας που είχε ακολουθήσει. Κατάκοπο στάθηκε σε έναν φρέσκο μίσχο ενός αειθαλούς δέντρου και συνειδητοποίησε πως δεν τα κατάφερε να ξεφύγει από τον νέο χρόνο, προσπαθώντας να σκεφτεί τι λάθος είχε κάνει. Μήπως θα έπρεπε να ακολουθήσει την νύχτα; Μα και πάλι δεν θα βρισκόταν στο δάσος το ερχόμενο βράδυ. Ήταν άραγε ο ήλιος που του έπαιξε παιχνίδι ή γη και το σφαιρικό της σχήμα.
     Η απάντηση το βρήκε στον ύπνο του, καθώς κουρασμένο αποκοιμήθηκε στον προβληματισμό και την απογοήτευση του. Από τον χρόνο δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς.

     Υπάρχει σαφής οδηγία από τον δημιουργό αυτής της ιστορίας πως αν αυτή αφηγείται την τελευταία μέρα του χρόνου, να δηλώνεται πως ο επόμενος χρόνος ήταν πολύ καλύτερος από τον προηγούμενο πολύ καλό χρόνο για το κολίμπρι.
    Και σίγουρα ήταν αφού έμαθε να προσπαθεί σκληρά για ότι ήθελε να συμβεί.

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

26." Η ρόμπα του Τουνγξ"

    Η φτιαγμένη από μετάξι κλωστή του Τουνγξ έχει την ικανότητα να δένεται κόμπος με μαγικό τρόπο. Όταν κάποιος την κρατά στο χέρι του και κάνει μία άσχημη σκέψη αυτή με μαγικό τρόπο πριν προλάβει να δει κάτι ανθρώπινο μάτι αυτή κονταίνει τόσο όσο, και εμφανίζεται ένας κόμπος λίγο πιο κάτω από την μέση της.
    Ο δημιουργός της, ένας μεγάλος γνέφτης από την Άπω Ανατολή, αρχικά την παρουσίασε ως παιχνίδι για τα μικρά παιδιά των πλουσίων. Είχε κατασκευάσει χιλιάδες μέτρα από αυτή για να πουλήσει τα κομμάτια της και να πλουτίσει. Το διέδωσε σε όλη την χώρα. Ονειρευόταν πως θα γινόταν πλούσιος ως και σήμερα, όμως για κακή του τύχη ο νους των παιδιών δεν μπορούσε να κάνει την κλωστή να δεθεί κόμπος. Έψαξε να βρει τότε άλλο αγοραστικό κοινό. Όμως μόνο κάποιοι πλανόδιοι ταχυδακτυλουργοί ενδιαφέρονταν, μα και εκείνοι έβρισκαν το κόλπο έβρισκαν αρκετά φτηνό. Άλλωστε ποιος θα μπορούσε να δει την κίνηση της κλωστής όταν δενόταν από μία πλατεία, και μάλιστα τόσο γρήγορα που δεν την έπιανε ανθρώπινο μάτι.
    Απογοητευμένος ο γνέφτης παράτησε κάθε προσπάθεια.

    Όμως η χώρα ήταν τεράστια σε έκταση και τα νέα της κλωστής του άργησαν να φτάσουν και άργησαν να απαντηθούν. Έφτασαν όταν ο γνέφτης είχε ήδη απογοητευτεί. Μα και πάλι δεν ήταν αργά. Ένας αγγελιοφόρος στα πράσινα ντυμένος, απεσταλμένος από τον θρησκευτικό Δικαστή του Βορρά, χτύπησε νύχτα την πόρτα του γνέφτη και ζήτησε να δει αν η κλωστή έκανε ότι λεγόταν. Ο γνέφτης απέδειξε την αλήθεια της φήμης που είχε απλωθεί στους έξι ορίζοντες (ανατολή, δύση, βορά, νότο, πάνω και κάτω) και ο αγγελιοφόρος του παρέδωσε την παραγγελία.
    Ο θρησκευτικός Δικαστής ου Βορρά ήθελε να πλεχτεί μια μεταξένια ρόμπα που θα δοκιμάζει τις σκέψεις των υπηκόων. Το αυτό και έγινε. Όταν κάποιος φορούσε την ρόμπα και αυτή τον στένευε κρινόταν ότι είχε κάνει περισσότερες κακές σκέψεις από ότι θα έπρεπε και καταδικαζόταν σε θάνατο.
   Οι δίκες ήταν ανελέητες. Αδίκως κάποιοι ισχυρίζονταν πως είχαν φάει πολύ και πάχυναν. Δεκάδες σφάχτηκαν, κρεμάστηκαν και καταδικάστηκαν με εκατόν τριάντα πέντε διαφορετικούς φρικτούς θανάτους που σκέφτηκαν οι ευφάνταστοι κριτές του Δικαστηρίου του Βορρά, χωρίς να ξέρουν όμως το μέγεθος των κακών σκέψεων των δοκιμασμένων. Ο θρησκευτικός Δικαστής γέμισε με μανία, και δοκίμαζε συνέχεια την μεταξωτή ρόμπα στους υπηκόους.
    Με κάθε δοκιμή όμως οι κλωστές γίνονταν κόμπος και κόντευαν, και η ρόμπα μίκρυνε. Ο Δικαστής αναγκαζόταν να δοκιμάζει όλο και πιο μκρόσωμους άντρες. Ύστερα φορούσε τη ρόμπα σε γυναίκες, προκαλώντας τα ήθη της χώρας που δεν δικάζονταν ποτέ για τα δικά τους σφάλματα αλλά για τα σφάλματα που προξενούσαν οι άλλοι για εκείνες.
    Στο τέλος η ρόμπα μίκρυνε τόσο που δεν χωρούσε σε κανέναν ενήλικο, και ο Δικαστής μέσα στην μανία του την δοκίμασε σε παιδιά. Τότε η ρόμπα έπαψε να μικραίνει και αχρηστεύτηκε από την αγνότητα των παιδκών σκέψεων.
     Ο Δικαστής τότε θέλησε να ζητήσει μια καινούρια, όμως θυμήθηκε πως ο γνέφτης ήταν από τους πρώτους που εκτελέστηκαν.

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

25. "Μία κλοπή στη χώρα αυτών που σκέφτονται"

    Ένας ήχος σαν αυτούς που ακούγονται όταν ξεκουρδίζεται κάποιο ρολόι ακούστηκε και η κλειδαριά του παραθύρου άνοιξε. Ύστερα το άνοιγμα αυτό το ακολούθησε ένα άλλο άνοιγμα, αυτό του παραθύρου. Δύο σκιές μπήκαν μέσα στο δωμάτιο ενός ανθρώπου από την φυλή αυτών που σκέφτονται. Τα χέρια των δύο σκιών πλησίασαν το κρεβάτι που κοιμόταν ο άντρας και ψαχούλεψαν τα σκεπάσματα και τον ίδιο χωρίς να διακόψουν τον βαθυστόχαστο ύπνο του.
    Ύστερα έψαξαν τριγύρω και ολόγυρα τους τα πράγματα του δωματίου. Βρήκαν αυτό που έψαχναν. Ένα μέρος του γραφείου ήταν άδειο. Ακούμπησαν εκεί το μικρό βαλιτσάκι που κουβαλούσαν και άπλωσαν μία τυλιχτή δερμάτινη θήκη που έβγαλαν από μέσα και όπου κράταγαν τα αλλόκοτα εργαλεία τους. Διάλεξαν προσεκτικά ποια χρειάζονταν κοιτάζοντας κάθε τόσο τον κοιμόμενο στο κρεβάτι πίσω τους. Όχι μήπως και ξυπνούσε αλλά για να διαλέξουν τα σωστά.
    Οι δύο σκιές με τα εργαλεία πια στο χέρι ανέβηκαν στο κρεβάτι του κοιμόμενου, όρθιες πάνω σε αυτό και παράξενα πιο μικρές πια και με τέχνη ζηλευτή και άγνωστη άνοιξαν το κεφάλι του για να κλέψουν το μυαλό του.
    Το πρωί ο άντρας ξύπνησε και φυσικά δεν μπορούμε να τον αποκαλούμε πια κοιμόμενο. Γρήγορα διαπίστωσε πως το παράθυρο ήταν ανοιχτό, η κλειδαριά του επίσης ανοιχτή και αλίμονο το κεφάλι του ήταν ανοιχτό και αυτό! Κι το μυαλό του έλειπε. Κυριευμένος από φόβο είχε καταλάβει τι είχε γίνει. Στεναχώρια μεγάλη πλημμύρισε την καρδιά του για την απώλεια του. Για τις σκέψεις που είχε χάσει για πάντα, για τις αναμνήσεις του, για τις ιδέες του και για όλα όσα βρίσκονταν μέσα στο μυαλό  που του έκλεψαν. Απαρηγόρητος κάλεσε τους γείτονες για βοήθεια με μία φωνή απελπισίας.
    Τι θα έκανε τώρα πια;
     Ο γιατρός όμως ήταν καθησυχαστικός, αφού γνώριζε την επιστήμη της φυσιολογίας και την βιολογίας των ανθρώπων της φυλής που σκέφτονται. Το μυαλό του θα ξαναφύτρωνε. Ω! τι γλυκιά παρηγόρια ήταν αυτή. Όμως οι αναμνήσεις του, οι ιδέες του, ή ήδη πραγματοποιηθήσες σκέψεις του. Όλα είχαν χαθεί. Μα και αυτά ήξερε πως θα τα ανακτούσε. θα τα προσπαθούσε από την αρχή. Και θα τα κατάφερνε γιατί ήταν όλα πράγματα που σκέφτονταν όλοι της φυλής αυτών που σκέφτονται. Ότι έχασε θα το ξανααποκτούσε.
    Ήσυχος πια το επόμενο βράδυ με το παράθυρο διπλοσφράγιστο ο άντρας έκανε την πρώτη του σκέψη με το νέο του μυαλό που σιγά σιγά φύτρωνε και πάλι.
"Και τι θα τους χρησιμεύσουν οι πολύτιμες σκέψεις μου αυτωνών; Τι θα κάνουν με το αγαπημένο μου μυαλό; Το πολύ πολύ να κάνουν μία σούπα. Καλή τους όρεξη!"

***
Βασισμένο σε πραγματική  ιστορία.

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

24. "Το στοιχειό του γέρου παραμυθά"

    Ο γέρος παραμυθάς με τα λεπτά γεροντίστικα δάχτυλα του πίεσε την πένα ώστε να αφήσει στο χαρτί μία και τελευταία κουκίδα μελάνι. Είχε μόλις βάλει την τελευταία τελεία στο παραμύθι του. κουρασμένος - μόνο ένας θεός ήξερε πόσο και νοιαζόταν αρκετά - έκλεισε τα μάτια του να αποκοιμηθεί ήσυχος πως είχε γράψει ένα τέλειο παραμύθι. Καθώς λοιπόν έγειρε στην καρέκλα του γραφείου του - επειδή κάποιος θεός νοιάστηκε - ο γέρος δεν κοιμήθηκε αλλά πέθανε. Η βεβαιότητα όμως στην αιώνια ψυχή του έμεινε η ίδια. Το παραμύθι του ήταν τέλειο.
    Ο χρόνος όμως δεν περνά το ίδιο αργά για τους αποδημήσαντες όσο αργά για τους ζώντες, και εν ριπή οφθαλμού ο γέρος είδε το παραμύθι του να διαδίδεται γρήγορα, να γίνεται σπουδαίο αλλά και να αλλάζει με τα χρόνια καθώς εξιστορητές το άλλαζαν λίγο λίγο ηθελημένα ή άθελα. Η τελειότητα του παραμυθιού του φθειρόταν καθώς άλλαζε και μα την αλήθεια αυτό τον ενοχλούσε και τον θύμωνε. Ο θυμός αυτός πραγματικά σπάραζε την ψυχή του. Σε σημείο μάλιστα που εκδιώχτηκε από όπου ήταν και επέστρεψε στη γη των ζωντανών, φάντασμα πια.
    Καθόλου δεν τον πείραξε αυτό αφού πια μπορούσε να στοιχειώσει κάθε έναν που θα έλεγε την ιστορία του λάθος. Πράγματι αυτό έκανε, και το πασίγνωστο παραμύθι του έφτασε να είναι γνωστό παρά σε ελάχιστους.
    Μία αφήγηση του είναι γνωστή στον παρών αφηγητή, όμως προτιμά - ο δειλός - να μην την μοιραστεί γιατί - όπως ισχυρίζεται - του είναι γνωστά και όσα έπαθαν από το στοιχειό του γέρου παραμυθά οι προηγούμενοι.
Ίσως κάποτε...

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

23. "Ένα χαμένο στο δάσος παιδί."

    Ένα μικρό αγόρι που είχε χαθεί μέσα στο δάσος των περιμυθιασμάτων, αφού περιπλανήθηκε ώρες και μέρες και βδομάδες μέσα σε αυτό χωρίς ελπίδα και νου πια, βρέθηκε μπροστά σε ένα πελώριο δέντρο, ο κορμός του οποίου είχε περίμετρο πάνω από δέκα μέτρα. Τα κλαδιά του ήταν γεμάτα πολύχρωμα φύλλα' πράσινα, κίτρινα και κόκκινα. Από τις φυλλωσιές ακούγονταν δεκάδες τιτιβίσματα πουλιών που πήδαγαν από κλαδί σε κλαδί και φανέρωναν το μπλε χρώμα των φτερών τους. Κάποια στιγμή μια μεγάλη κουφάλα ανοίχτηκε στο κορμό του δέντρου ακριβώς μπροστά από εκεί που στεκόταν ο μικρός, προσκαλώντας το μικρό παιδί να μπει μέσα. Το αγόρι μέσα στο δέντρο έβλεπε το σπίτι του. Η νοσταλγία και ο φόβος εμπόδισαν το άμοιρο αγόρι να καταλάβει την ψευδαίσθηση, που αλίμονο είχε αρχίσει πολύ πριν, και διστακτικά μπήκε μέσα.
    Κι όμως μέσα στον κορμό βρισκόταν το στρωμένο τραπέζι του πρωινού, το παράθυρο της κουζίνας με την δαντελένια κουρτίνα, το μπρίκι με το αυγό που έβραζε, το κουνιστό αλογάκι που είχε στο δωμάτιο του, το κόκκινο σκαμνί που καθόταν στον κήπο, ο καναπές του σαλονιού με τα περίεργα λαβυρινθώδη σχήματα που έξηπταν την φαντασία του στο παιχνίδι, το κρεβάτι των γονιών του με τα λευκά σεντόνια, και το ντουλάπι του μπάνιου με τους αντικριστούς καθρέφτες που πολλαπλασίαζαν ο ένας τον άλλον όταν αντικρίζονταν.
    Όσο η ώρα περνούσε τόσο το μικρό αγόρι πειθόταν πως είχε επιστρέψει σπίτι του. Ένιωθε ζεστασιά στο σώμα και την καρδιά του και σιγά σιγά οι εικόνες των αντικειμένων του σπιτιού συμπληρώνονταν με γνώριμους ήχους και οικείες μυρωδιές. Ήταν έτοιμο να γελάσει δυνατά και να ορμήσει στο τραπέζι να φάει από το ζεστό ψωμί και το φρέσκο βούτυρο, να φωνάξει στη μαμά του ότι γύρισε και εκείνη να εμφανιστεί. Μα στο πρώτο θαρρετό του βήμα, όταν πια είχε παραδοθεί ολότελα στην παραίσθηση του δέντρου, κατάλαβε πως όλα όσα υπήρχαν μέσα στο δέντρο δεν ήταν παρά μόνο αναμνήσεις. Το ίδιο ανάμνηση ήταν και η συνείδηση του είναι του, αφού ταυτόχρονα κατάλαβε πως ούτε παιδί ήταν εδώ και καιρό. Το σώμα του και εκείνο μία ανάμνηση ήταν. Όλες οι αναμνήσεις τότε ενώθηκαν και έγιναν ένα, τελειώνοντας την ύπαρξη του μέσα σε εκείνο το δέντρο που δεν είχε πια κουφάλα.
    Τα μπλε πουλιά σταμάτησαν να τραγουδούν τότε. Περιστράφηκαν μία φορά γύρω από τον εαυτό τους, αντίστροφα από τους δείκτες του ρολογιού και στάθηκαν πια ακίνητα, κούκοι ενός σταματημένου ρολογιού. Κάποτε τα πουλιά αυτά θα μιλήσουν με ανθρώπινη φωνή και τα λόγια τους θα δώσουν την λύτρωση λένε. Πολύ πριν συμβεί αυτό όμως πολλά ακόμα από αυτά τα παιδιά θα χαθούν, θα βρουν το δέντρο, θα μπουν μέσα σε αυτό, και θα επαναληφθεί ότι περιγράφτηκε.

Όλα τα ζώα του δάσους συμφωνούν: "Αυτό ας μην χρειαζόταν να συμβαίνει."

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

22. "Το μυστικό της λίμνης των εκατομμυρίων ψαριών"

      Στα δυτικά της λίμνης των εκατομμυρίων ψαριών υπήρχε ένα μεγάλο χωριό με πολλούς κατοίκους από τα πολύ παλιά τα χρόνια. Ήρθε όμως κάποτε η εποχή που και αυτό κινδύνεψε να χαθεί, αλλά που ευτυχώς ο αρχηγός του το κατάλαβε έγκαιρα και απέτρεψε την καταστροφή.
    Ο σπουδαίος άντρας διαπίστωσε εγκαίρως πως οι συγχωριανοί του κινδύνευαν να πεθάνουν από ασιτία, αφού έπαψαν να ενδιαφέρονται για τα του στομάχου τους και νοιάζονταν μόνο για τα του πνεύματος. Είχαν εγκαταλείψει κάθε εργασία και κάθονταν στα παράλια της λίμνης ξαπλωτοί στο χορτάρι και στο μαλακό χώμα φιλοσοφώντας, αναζητώντας την γνώση και προσδιορίζοντας τις αλήθειες της ζωής. Συντηρούνταν με ελάχιστους άγριους καρπούς που έβρισκαν, μα πιο πολύ τρώγοντας τα έντομα που τους τριγυρνούσαν από την βρώμα που σερνόταν πάνω τους αφού ούτε για αυτό νοιάζονταν. Κάποιες φορές ήταν τυχεροί αν το κύμα ξέβραζε κάποιο ψάρι δίπλα τους, μα ούτε και τότε έμπαιναν πάντα στον κόπο να το καθαρίσουν ή να το μαγειρέψουν, παρά το έτρωγαν ωμό.
     Για τον αρχηγό του χωριού ήταν παράλογο να ζουν στις όχθες μίας τόσο πλούσιας σε ψάρια λίμνης και να λιμοκτονούν. Έτσι σκαρφίστηκε να διαδώσει μία φήμη, ένα ψέμα πέρα για πέρα ψεύτικο, που θα έλυνε το πρόβλημα. Διέδωσε με τρόπο μυστικό και κατεργάρικο πως κάποιο από τα ψάρια της λίμνης μιλούσε την γλώσσα των ανθρώπων και πως ακόμα ήξερε μία μεγάλη αλήθεια και πώς αν κάποιος το έπιανε εκείνο θα την μοιραζόταν μαζί του.
      Οι διψασμένοι για αλήθειες χωριανοί με το που άκουσαν την φήμη ξεχύθηκαν στην λίμνη και άρχισαν να ψαρεύουν αναζητώντας το εξαιρετικό αυτό ψάρι. Επιδόθηκαν με τόσο ζήλο δε που με τα ψάρια που έβγαζαν από τα νερά της λίμνης χόρταιναν αλλά και προμήθευαν όλες τις κοντινές περιοχές, που ανταπέδιδαν με δώρα και κάθε λογής πλούτο.
      Το χωρίο όχι μόνο είχε σωθεί από το ψέμα του αρχηγού αλλά γνώρισε έκτοτε μέρες ευημερίας και μακροημέρευσης. Και ο σωτήρας του να κοιμόταν ήσυχος ύπνο γαλήνιο τα βράδια πια.
      Μόνο εμείς ξέρουμε πως ένα από εκείνα τα βράδια που κοιμόταν ήσυχος και ζεστός στο κρεβάτι του, ένας ψαράς έπιασε το ψάρι και πως η αλήθεια που μοιράστηκε με τον ψαρά ήταν πως ο αρχηγός του χωριού είχε πει ψέματα σε όλους.

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

21. "Η Μούσα του Μπρονσκ"

    Η μούσα του Μπρονσκ, του συγγραφέα των παραδεισένιων αφηγήσεων, αποτελεί την ασχημότερη γυναικεία φιγούρα από τα πλάσματα των εμπνεύσεων. Ο ίδιος την περιγράφει ως μία γυναίκα με μακρόστενο πρόσωπο, πλατύ μέτωπο, έντονα ζυγωματικά, εξωπραγματικά μακρυά και πλατιά δόντια - “λες και όλα τους ήταν κοπτήρες” - και ένα στόμα σχηματισμένο από δύο κάτω χείλη. Το σώμα της σχεδόν άσαρκο ταίριαζε με την γυναικεία αντιστοίχηση μίας αποστεωμένης αγελάδας από τα εφτά ισχνά έτη της Αιγύπτου.
    Το πλάσμα αυτό επισκεπτόταν τον Μπρονσκ, συνήθως όταν κοιμόταν, και του ψιθύριζε μέσα στο κεφάλι του χιλιάδες τρομερές ιδέες τις οποίες προσπαθούσε να ξορκίσει και να ξεχάσει γράφοντας τα αριστουργηματικά γραπτά του γεμάτα όμορφες περιγραφές γαλήνιων και αγαθών πραγμάτων, τα οποία και τον έκαναν διάσημο.
    Αλίμονο όμως όσο ο Μπρονσκ και αν νικούσε τις εμπνεύσεις με τις οποίες του εμπότιζε τον νου η μούσα του, δεν κατάφερνε να απαλλαγεί από αυτή καθεαυτή την εικόνα αυτού του τρομερού πλάσματος που τον επισκεπτόταν.
    Εν τέλει ο Μπρονσκ αποφάσισε να συγγράψει ένα από τα πιο μεγάλα ανοσιουργήματα που θα μπορούσαν να γραφτούν ποτέ και -ας να είναι καλά όπου είναι -  το κατέστρεψε και δεν το διάβασε ποτέ άλλος. Ο ίδιος όμως το διάβασε πολλές και πολλές φορές ώστε κάθε φρικτή και αρρωστημένη εικόνα να εντυπωθεί καλά μέσα στο μυαλό του, και με αυτό τον τρόπο κατάφερε να δημιουργήσει ένα ακόμα τρομερότερο πλάσμα μέσα στο κεφάλι του από την μούσα του, ελπίζοντας πως την επόμενη φορά που αυτή θα τον επισκεπτόταν, εκείνη θα τρόμαζε και δεν θα του ξαναπαρουσιαζόταν ποτέ.
    Η τύχη του Μπρονσκ όμως ήταν κακή από την αρχή. Όταν η μούσα συνάντησε το απονόημα που δημιούργησε ο Μπρονσκ, τα δύο πλάσμα ερωτεύτηκαν και ζευγάρωσαν μέσα στο κεφάλι του γεννώντας εκατομμύρια εκτρώματα που τον οδήγησαν στην τρέλα και αργότερα στην αυτοκτονία.
    Λέγεται μάλιστα πως το κρανίο του Μπρονσκ ακόμα φιλοξενεί τους δύο γονείς και τις γενιές τους. Βρίσκεται σε ένα σκονισμένο ράφι ενός αυταπατώμενου αλχημιστή.
    Αλλά αυτό ίσως είναι κάποια άλλη ιστορία που δεν μας την έχουν πει ακόμα.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

20. "Οι διακόσιες και η μία αλήθειες"


    Όταν ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας γονάτισε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Χαλίφη και του ζήτησε ταπεινά χρυσό να αγοράσει μάρμαρα και μαλάματα για να αποτελειώσει τον πύργο που του είχε παραγγείλει στην δυτική πλευρά του παλατιού του και εκείνος αρνήθηκε, τότε έξαλλος έβαλε τους εκατό μαστόρους του και τους άλλους τόσους μαθητές του να σφραγίσουν τις πόρτες και τα παράθυρα του πύργου και να στήσουν σκαλωσιές στο έξω μέρους του και να φτιάξουν μια φιδωτή σκάλα με διακόσια και ένα σκαλοπάτια που να φτάνει ως την στέγη.
    Σαν εκείνοι του αποκριθήκαν πως ο πύργος ήταν πολύ ψηλός για να φτιάξουν μόνο διακόσια και ένα σκαλοπάτια και πως αν το έκαναν τα σκαλοπάτια θα ήταν πολύ κουραστικά στο ανέβασμα και πολύ επικίνδυνα στο κατέβασμα εκείνος τους απάντησε πως η κούραση θα είναι το λιγότερο για όποιον τολμήσει να τα ανέβει και ο κίνδυνος σαν φτάσει στην κορυφή δεν θα τον νοιάζει πια.
    Με τρόπους ξεχασμένους στην τέχνη της οικοδόμησης και της μαγείας πια η σκάλα τέλειωσε με τον αρχιμάγιστρο και αρχιμάστορα να φτιάχνει το τελευταίο σκαλί.
Κατεβαίνοντας από τον πύργο οι μάστορες και μαθητές του του έδωσαν στα χέρια έναν κόκορα για να τον σφάξει στο κεφαλόσκαλο μα εκείνος που είχε ξεχάσει το μαχαίρι του στην κορυφή του πύργου αντί να τον σφάξει τον έπνιξε, στρίβοντας του το λαρύγγι -λένε- στην φορά της σκάλας. Ύστερα παρουσιάστηκε μπροστά στο θρόνο του Χαλίφη και ολόρθος του ανακοίνωσε πως δεν ζητά αμοιβή για το θαύμα που είχε φτιάξει. Ένα που έκρυβε τα μαρτύρια της κόλασης αλλά και την σοφία του Αλλάχ.
    Πράγματι αν κάποιος επιχειρούσε να ανέβει στην κορυφή του θεόρατου πύργου θα αντιμετώπιζε πέρα από την δυσκολία των απότομων σκαλοπατιών και το μαρτύριο από τα μάγια που είχαν φτιαχτεί. Για κάθε σκαλοπάτι που κάποιος ανέβαινε μάθαινε και μία αλήθεια για τον κόσμο, όμως υπέφερε και απερίγραπτα μαρτύρια (που δεν μπορούν να περιγραφούν). Κάθε φορά το επόμενο σκαλοπάτι ήταν όλο και πιο μαρτυρικό μα η αλήθεια που χάριζε ακόμα πιο μεγάλη και πολύτιμη.
    Αν κάποιος υπέφερε και ανέβαινε όλα τα σκαλιά ως και το τελευταίο θα μάθαινε τις διακόσιες και την μία αλήθεια του κόσμου. Καθώς όμως κανέναν δεν τα κατάφερνε, και πολλοί γκρεμνίζονταν σαν αποφάσιζαν να κατεβούν πριν φτάσουν στο τέλος, φήμες άρχιζαν να ακούγονται για την τελευταία αλήθεια που ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας είχε κρύψει στο τελευταίο σκαλοπάτι και πολλοί ψίθυροι μιλούσαν για το μαχαίρι που είχε ξεχαστεί εκεί πάνω.
    Άλλοι λέγαν πως ο σοφός πια αναβάτης θα σκότωνε τον εαυτό του, και άλλοι έλεγαν πως θα κατέβαινε και θα σκότωνε τον Χαλίφη. Μα αν ο Χαλίφης ανέβαινε πάνω και οι δύο εκδοχές θα επαληθεύονταν και όλοι θα ήταν ικανοποιημένοι. Έτσι μια μέρα όλοι ζήτησαν να ανέβει ο Χαλίφης τα σκαλοπάτια του πύργου και εκείνος σε απάντηση τον γκρέμισε. Και έτσι λένε οι ιστορικοί και ιστορήτες πως ποτέ το Χαλιφάτο δεν απέκτησε έναν Χαλίφη με την σοφία του Αλλάχ.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

19. “Ο χορός του τρελού Ιώκ.”

Σε ένα μέρος του Λονδίνου, που το αποκαλούν ο λαβύρινθος του λαβυρίνθου, μεθυσμένοι απόκληροι τραγουδάνε ζωηρά μία στιχομυθία που περισσότερο μοιάζει με προσευχή. Τρεκλίζοντας έναν χορό, κάνοντας κύκλο, ο ένας έχοντας το ένα χέρι στον ώμο του άλλου όπως η σκηνή της ταινίας το εξπρές του μεσονυκτίου, καλούν τον τρελό Ιώκ στο ξεφάντωμα τους.

Crazy Jok! Crazy Jok!”
Ο τρελός Ιώκ δεν είναι παρά ένα φάντασμα που στα μεθυσμένα μυαλά τους πλησιάζει στη γοτθική εκδοχή της γάτας του Τσεσίρ. Τουλάχιστον στο χαμόγελο και στον τρόπο που εμφανίζεται και εξαφανίζεται.

He can kill you if you want.”
Το φάντασμα αυτό λέγεται πως έρχεται και σκοτώνει κάθε αυτόχειρα που δεν τολμά να βάλει ο ίδιος τέλος στην ζωή του.

You can ask him if you dare.”
Αρκεί αυτός να το καλέσει και εκείνο θα έρθει.

If you die we don't care.”
Με βροντερά γέλια οι μεθυσμένοι τελειώνουν το πρώτο μέρος από το τραγουδάκι τους και συνεχίζουν να χορεύουν χτυπώντας παλαμάκια και σηκώνοντας τα γόνατα τους ψηλά καθώς περπατυάνε μέχρι κάποιος θαμών να πεθάνει.

Crazy Jok? Crazy Jok?”
Συνεχίζουν, τότε, χωρίς να νοιάζονται για τον πτώμα που υπάρχει ανάμεσα τους και που η παρουσία του τους ενοχλεί μόνο στα βήματα του χορού. Κάπου κάπου σηκώνουν τα πόδια τους πιο ψηλά για να μην σκοντάψουν πάνω του και αυτό είναι όλο.

Is that me you are looking for?”
Ο τρελός Ιώκ όμως δεν αναζητεί να σκοτώσει τον οποιονδήποτε αλλά κάποιον συγκεκριμένο, που κανείς δεν ξέρει ποιος είναι.

So you missed me crazy Jok,”
Οι μεθυσμένοι σίγουροι πως το φάντασμα δεν τα έχει καταφέρει τραγουδούν χλευάζοντας το

Cause you killed some other guy...”
για το λάθος που έκανε να σκοτώσει κάποιον άλλο.

Try tomorrow crazy Jok”
και το καλούν με θράσος να ξαναδοκιμάσει την επομένη.

You might find who you want.”
Με αυτό το στίχο τελειώνουν τον ξέφρενο χορό τους και μιας και έχουν ξεγέλασει για άλλη μια φορά τον τρελό Ιώκ ξεσπούν σε γέλια και χειροκροτήματα χαρούμενοι που έζησαν και που θα έχουν τον τρελό Ιώκ και την επομένη στην παρέα τους να χορέψουν και να τραγουδήσουν το τραγούδι του.