Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

94. Η κτηνώδης ανάγκη των ανθρώπων.

Όταν οι άνθρωποι πρωτοπερπάτησαν σε τούτον εδώ τον κόσμο και άπλωσαν τα βήματα τους στους κάμπους, τα βουνά, ανάμεσα στα δέντρα και πάνω στα χορτάρια, στις ακρογιαλιές αισθανόμενοι ανάμεσα στα δάχτυλα τους τους αφρούς της θάλασσας και το καρδιοχτύπι της γης όλα τα άλλα πλάσματα εντυπωσιάστηκαν. Ξωτικά, νύμφες, νεράιδες, και άλλα στοιχεία του φανταστικού κρυφοκοίταζαν πίσω από δέντρα, βράχια, και τις ηλιαχτίδες του ήλιου την γύμνια των ανθρώπων, και καθώς η ματιά τους είναι διαπεραστική έβλεπαν μέσα στα στήθη τους πόσο άδεια ήταν. Από καθαρή καλοσύνη και με κίνητρα πατρικά ενός καλού παιδιού στα μικρότερα αδέρφια τους πρόστρεξαν να γεμίσουν τα άδεια στήθη των ανθρώπων ενώσω εκείνοι περιεργάζονταν τον κόσμο που πρωτοαντίκριζαν.
Έσκυβαν και μάζευαν λουλούδια και τα έβαζαν δίπλα στις καρδιές τους. Σιγοτραγουδούσαν και άφηναν μελωδίες μπροστά από τα πνευμόνια τους. Έπαιρναν ευωδιές και τις απλώνανε κάτω από το δέρμα τους. Έβρισκαν ζεστασιά και την βάζανε πάνω από το στομάχι τους. Ξεκρεμούσαν τα στολίδια από πάνω τους και από τα σπίτια τους και τα κρεμούσαν στο λαρύγγι τους. Γέμιζαν το άδειο μέσα των ανθρώπων με ομορφιές και χαίρονταν, γιατί οι άνθρωποι χαμογελούσαν και ήσαν ευτυχισμένοι, και αυτό σήμαινε καλό για τον κόσμο.
 Αχ και να ήξεραν τα ξωτικά και όλα τα άλλα στοιχειά του φανταστικού το λάθος τους. Βιασύνη πάρα πονηρή! Η αιωνιότητα περιμένει τους ανθρώπους μετά τον θάνατο, πριν έχουν μόνο ζωή. Γρήγορα τα λουλούδια μαράθηκαν, οι μελωδίες σίγασαν, οι ευωδιές χαθήκανε, η ζεστασιά κρύωσε, τα στολίδια χάλασαν και οι άνθρωποι που είχαν γνωρίσει πρωτανασαίνοντας τόση ομορφιά αισθάνθηκαν μέσα τους την ασχήμια.
Αυτό τους γέννησε την μεγάλη ανάγκη για ομορφιά και ευτυχία, αλλά και το να μην βαστάνε την απουσία τους. Σαν τα γνώρισαν δεν μπορούσαν να τα αποχωριστούν, και τα είχαν γνωρίσει από την πρωταρχή τους. Ευθύς οι άνθρωποι άρχισαν να ψάχνουν τριγύρω τους να βρουν ότι μέσα τους χάθηκε. Πρώτα στράφηκαν ο ένας ενάντια στον άλλο, πιστεύοντας πως μέσα στα στήθη τους θα έβρισκαν ότι στα δικά τους είχε χαλάσει. Έτσι ξεκίνησαν οι πρώτοι θάνατοι, οι πρώτοι πόλεμοι. Ύστερα άρχισαν να ψάχνουν τριγύρω. Έτσι άρχισαν να ρημάζουν και να αλλάζουν το περιβάλλον γύρω τους.
Η κτηνωδία των ανθρώπινων πράξεων είναι γνωστή και δεν χρειάζεται περιγραφές. Από αυτή φοβήθηκαν όλα τα στοιχειά του φανταστικού και κρύφτηκαν έκτοτε μακριά από τους ανθρώπους, αφού πρώτα έσπειραν άθελα τους την κτηνώδη ανάγκη μέσα στο ανθρώπινο είδος.

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

93. Η μαζική διάλυση των μετρητών γυναικείου πάθους.

     Στο παζάρι της κόκκινης άμμου και στα καταστήματα περίεργων αντικειμένων κανείς μπορεί να βρει λογιών μεζούρες, ζυγαριές, βαθύμετρα, αστρολάβους, χαράκια και άλλα εργαλεία που μετράνε άλλα τον έρωτα, άλλα την αγάπη, αλλά τον πόθο, άλλα το μίσος, άλλα την οργή των γυναικών. Πουθενά όμως δεν μπορεί να βρει ένα που να μετράει το πάθος τους. Μπορούν να βρεθούν μονάχα συντρίμμια τέτοιων αντικειμένων, καθώς όλα τους έσπασαν με μιας και ταυτόχρονα μια μέρα. Αιτία φυσικά υπήρξε μία γυναίκα. Ή ένας τυχερός άντρας, που στάθηκε τυχερός από την άποψη ότι τον θέλησε τόσο μία γυναίκα. Ελάχιστοι άνθρωποι θα σκότωναν όπως εκείνη για να είναι με τον άνθρωπο που θέλουν.
     Η ιστορία αποτελείται από μία σειρά στυγερών εγκλημάτων, άλλοτε ψυχρών και άλλοτε θερμών, που ο αφηγητής της αποφεύγει – ή βαριέται – να αποκαλύψει. Θα προτιμούσε να περιγράψει τα κάλλη της γυναίκας, μα και αυτά τα κρίνει κάπως ανάξια αναφοράς. Βέβαια ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την γοητεία μίας παθιασμένης γυναίκας, που τάιζε τον Θάνατο θανάτους για να έχει αυτόν που ήθελε; Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται έντονα, πως οποιαδήποτε πληροφορία ή λεπτομέρεια της ιστορίας θα δημιουργούσε αχρείαστες εντυπώσεις, συμπάθειες ή αντιπάθειες στον αναγνώστη. Για αυτό και παραλείπονται. Η ουσία της ιστορίας κρύβεται στην όρεξη του Θανάτου, που όσο τρώει όλο και μεγαλώνει και ζητά νεκρούς.
     Έτσι μια μέρα ο Θάνατος νηστικός και πεινασμένος, συνηθισμένος να βρίσκει τροφή κοντά στην γυναίκα της ιστορίας, βρήκε τον αγαπημένο της πλάι της και τον πήρε μονάχος του. Ήταν όταν μάλιστα η γυναίκα ήταν πιο ευτυχισμένη δίπλα του παρά ποτέ.
     Όσοι ρομαντικοί δεν ξέρουν να ξεχωρίζουν το πάθος από την αγάπη και τον έρωτα αρέσκονται να πιστεύουν ότι η θλίψη της κατέκλυσε τον κόσμο και έκανε θρύψαλα τα αντικείμενα παντού. Οι παραμυθόφιλοι από την άλλη ισχυρίζονται πως ήταν το μίσος και η οργή της. Ούτε του έρωτα ή της αγάπης, ούτε του μίσους ή της οργής σπάσανε τα εργαλεία μετρήματος όμως. Ήταν αυτά που μετρούσαν το πάθος που γίνηκαν κομμάτια.
   Και αυτό και για μας φαντάζει κάπως περίεργο. Τι άραγε είναι το πάθος μίας γυναίκας; Θα απαντούσαμε αλλά δυστυχώς δεν υπάρχουν εργαλεία να το μετρήσουμε και να μάθουμε.

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

92. Δύο πάπιες σε έναν ανθρώπινο μόλο.

     Σε έναν μόλο, ερημωμένο εδώ και χρόνια από κάθε παρουσία ανθρώπινη, βρήκαν να ζήσουν δύο πάπιες.
     Το θαλασσινό νερό τους άρεσε. Κολυμπούσαν, έβρεχαν τα φτερά τους και έβρισκαν ψάρια που την νοστιμιά τους δεν την είχαν γνωρίσει ως τότε. Ο καιρός στο μόλο ήταν πάντα καλός και ποτέ δεν κρύωναν, παρά κάπου κάπου τα βράδια έπιανε μία ψύχρα που όμως δεν ήταν κρύο. Μονάχα δύο πράγματα δεν τους άρεσαν στο μόλο. Η απέραντη θάλασσα, που το μέγεθος της έμοιαζε μεγάλο άδικο για τον κόσμο, και το αλμυρό νερό που δεν πινόταν.
     Μπορούσαν να ξεδιψάσουν μόνο όταν έβρεχε. Έπιναν το νερό της βροχής που μαζευόταν σε μικρές ρηχές λακκούβες στο τσιμέντο και σε μία τρύπα στο κέντρο του, όπου παλιά οι άνθρωποι στερέωναν ένα κοντάρι σημαίας να κυματίζει η γενιά τους με τον άνεμο και να δείχνει ποιοι ήταν.
     Κάποτε έκανε καιρό να βρέξει. Οι δύο πάπιες κόντεψαν να πεθάνουν από τη δίψα. Όταν ο ουρανός κάποια στιγμή τις σπλαχνίστηκε με μια γρήγορη νεροποντή, μετά την μπόρα βγήκαν να πιουν νερό. Η μία από τις δύο όμως δεν άφηνε την άλλη να πιει. Την τσιμπούσε όταν πλησίαζε την τρύπα του κονταριού, που ήταν το μόνο μέρος που είχε μαζευτεί λίγο νερό να πιουν. Η άλλη με απελπισία χάιδευε το ράμφος της στα αναμμένα τσιμέντα, που μόλις και είχαν δροσίσει από την σύντομη βροχή, για λίγες σταγόνες. Όταν πάλι επιχειρούσε να πλησιάσει στην τρύπα του κονταριού με το νερό δεχόταν ένα άσπλαχνο τσίμπημα από την πρώτη που την έδιωχνε και ως το βράδυ είχε πιει όλο το νερό μόνης της αφήνοντας την διψασμένη.
     Η νύχτα έπεσε δροσερή μα η κάψα της δίψας δεν άφηνε την πάπια να ησυχάσει. Το ράμφος της ήταν στεγνό, το λαρύγγι της το ίδιο. Δεν είχε πιει καθόλου νερό. Έπρεπε να βρει νερό. Μα που υπήρχε πόσιμο νερό που το είχε πιει όλο η άλλη; Άρα το νερό υπήρχε στο στομάχι της.
     Καθώς κοιμόταν λοιπόν ξεδιψασμένη ήταν πολύ εύκολο με το ράμφος της να τρυπήσει το στομάχι της και να το πιει. Η διψασμένη πάπια ξεδίψασε με ένα νερό, που όπως με τα θαλασσινά ψάρια, που την γεύση του δεν είχε γνωρίσει ως τότε και μέσα στο σκοτάδι δεν φαινόταν πως είχε άλλο χρώμα.

     Άραγε το ίδιο συνέβη κάποτε και με τους ανθρώπους του μόλου;

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

91. Το πείσμα του Γιαράμ.

     
     Το πείσμα του Γιαράμ ήταν πιο μεγάλο από το κεφάλι του. Σύμφωνα τουλάχιστον με τους δεκάδες φίλους του που μαζεύτηκαν να οργανώσουν την κηδεία του. Αν άκουγε πως πέθανε ήταν ικανός να αναστηθεί συμφώνησαν όλοι και αποφάσισαν πριν και κατά την διάρκεια της τελετής να ψιθυρίζουν.

     Ο Γιαράμ δεν είχε μόνο πείσμα, είχε αγάπη για όλους και διάθεση να βοηθά και να συμπαραστέκεται. Απόδειξη ο αριθμός των φίλων του που συγκεντρώθηκαν για να τον αποχαιρετίσουν έστω και ψιθυριστά. Θα νεκρανασταινόταν μόνο και μόνο για αυτούς.

     Ακόμα και νεκρός ο Γιαράμ είχε πολύ καλή ακοή. Άκουσε τα σχόλια των φίλων του για το πείσμα του και πως συνεννοήθηκαν να ψιθυρίζουν για να μην αναστηθεί. Πείσμωσε και δεν αναστήθηκε.

     Στο τέλος της κηδείας οι φίλοι του αναστέναξαν φωναχτά (χωρίς ένα δάκρυ). Ήταν λες και κατά βάθος μέσα τους περίμεναν τον Γιαράμ να αναστηθεί και απογοητεύτηκαν που δεν το έκανε. Επέστρεψαν στις ζωές τους περίλυποι.

     Όσο για τον Γιαράμ;
     Εκείνος πέθανε.

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

90. Το manodasha που δεν έλεγε να μαραθεί.

Τα άνθη manodasha συναντώνται σε τρία μέρη της γης. Σε μία βραχώδη περιοχή του Περού, σε μία ορεινή περιοχή της Αργεντινής, και σε κάποια απόκρημνα οροπέδια του Θιβέτ. Διακρίνονται από τα μεγάλα πλατιά και σγουρά φύλλα και την μεγάλη ποικιλία χρωμάτων. Οι ντόπιοι – και των τριών χωρών – μιλάνε για λουλούδια που έχουν διάθεση, και μάλιστα την δείχνουν. Ένα manodasha μπορεί να ανθίσει και να μαραθεί μέσα στην ίδια μέρα πάνω από δέκα φορές ανάλογα με την διακύμανση της διάθεση του. Στο Περού οι γυναίκες τα φορούν σαν στολίδι στο κεφάλι, οι Αργεντινοί τα κάνουν τσάι, και στο Θιβέτ τα προσφέρουν στον Βούδα.
Κάποτε ένα manodasha, ίσως γιατί ήθελε πολύ να το θαυμάσουν, ίσως από πείσμα ή αναποδιά απέναντι στη φύση του, ίσως για κάποιο λόγο των ανθών που εμείς οι άνθρωποι δεν μπορούμε να καταλάβουμε, επέμενε να αντιστέκεται στις κακές του διαθέσεις και να μην μαραίνεται ποτέ. Έμενε πάντα να ανθεί και να μοσχομυρίζει. Τα άλλα manodasha τριγύρω του, αισθάνονταν πολύ αμήχανα με την συνεχή καλή του διάθεση, και ίσως κάπου παραξενεύονταν, και ίσως κάπου ζήλευαν. Είναι απορίας άξιο που έβρισκε αυτό το λουλούδι το χρώμα να μένει συνεχώς αμάραντο, και από πού στάλαζε το γιόμα να μένει ολάνθιστο.
Ο αναγνώστης ας μην ξεγελαστεί, το εν λόγω manodasha δεν ήταν ούτε ιδιαίτερα ωραίο και ίσως καθόλου δεν ξεχώριζε από τα υπόλοιπα. Κανείς δεν έτυχε να προσέξει το πείσμα του. Το μυστικό του ανακαλύφθηκε όταν κάποιος Αργεντίνος πήγε και το έκοψε για το τσάι του. Αφού το αποξήρανε, έβρασε τα σγουρά του φύλλα και ύστερα το σέρβιρε σε ένα ειδικό σκεύος φτιαγμένο από κολοκύθα. Τότε ανακάλυψε την πικρή γεύση του. Τα φύλλα του manodasha έμεναν ανοιχτά και ζωηρά εξαντλώντας κάθε νοστιμιά από τους χυμούς τους.
Δεν ξέρουμε ποιο θλιβερό νόημα ζητά να περάσει ο αφηγητής της ιστορίας παραδίδοντας την στην συλλογή αυτή. Ή αν θέλει να υπονοήσει για το τίμημα να επιμένει κανείς σε κάποια καλή διάθεση και να μην λυγάει στον πόνο. Εμείς καταλαβαίνουμε ότι αν το manadosha είχε φυτρώσει στο Περού θα στόλιζε πολύ όμορφα τα μαλλιά μιας γυναίκας, ή αν βλάσταινε στο Θιβέτ θα άγιαζε στα πόδια ενός Βούδα. Δυστυχώς για εκείνο ο σπόρος του έσκασε στη γη της Αργεντινής.

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

89. Ένα από όσα δεν βαστάει ο κόσμος.


Κάποτε ένας κυνηγός περπατούσε μόνος στο δάσος των Περιμυθιασμάτων, γοητευμένος από το φτερούγισμα ενός κύκνου. Μία νεράιδα κρυφοκοιτάζοντας ανάμεσα από τα φυλλώματα, είδε τον κυνηγό και τον πλησίασε. Καθώς τον έφτασε από πίσω άπλωσε τα καλεργασμένα δάχτυλα της στα μάτια του και τα έκλεισε.
«Αν με ακολουθήσεις, θα σε πάω στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου.» του είπε και τον έπιασε από το χέρι. Εκείνος βρίσκοντας την χροιά της φωνής της πιο όμορφη από τον ήχο των φτερών ενός κύκνου που ριγά στο άγγιγμα ενός αγγέλου, αφέθηκε να τον οδηγήσει με προθυμία.
Το μέρος που τον οδήγησε η νεράιδα, ήταν η καρδιά της. Όμως καθώς συνέχισε να του κρατά τα μάτια κλειστά, ο κυνηγός δεν μπορούσε να το ξέρει. Ένιωθε την ζεστασιά της, και αυτό το δίχως άλλο του χάριζε ένα ωραίο συναίσθημα, μα δεν ήταν αρκετό για να ξεπεράσει την αγωνία του για το που ήταν. Ζήτησε επανειλημμένα από τη νεράιδα να πάρει τα χέρια της από τα μάτια του, ή να του πει που ήταν. Εκείνη, σχεδόν διασκεδάζοντας, δεν του απαντούσε και γελούσε. Το γέλιο της αντηχούσε πολύ όμορφα μέσα στην καρδιά της, μα δεν ήταν αρκετό να καθησυχάσει ο κυνηγός. Είχε κυριευθεί από το άγχος, και κάθε ομορφιά που δέχονταν από τις άλλες του αισθήσεις χανόταν μέσα σε αυτό. Ούτε η ζεστασιά της καρδιάς της νεράιδας, ούτε το ωραίο της άγγιγμα, ούτε το άκουσμα της φωνής της και του γέλιου της, ή η μυρωδιά της... Τίποτε δεν ήταν αρκετό για να τον ηρεμήσει. Είχε ακούσει ιστορίες για επικίνδυνα δέντρα στο δάσος των Περιμυθιασμάτων, και κουφάλες που έκρυβαν το θάνατο.
Εντελώς φοβισμένος έβγαλε ένα κοντό τσεκούρι που είχε για να ανοίγει δρόμο μέσα στο δάσος κόβοντας κλαδιά που έκλειναν τα μονοπάτια, και άρχισε να χτυπά τα τοιχώματα της καρδιάς της νεράιδας, νομίζοντας πως βρισκόταν μέσα στον κορμό ενός τέτοιου δέντρου. Πριν καλά καλά η νεράιδα αποφασίσει να εγκαταλείψει το πείσμα της και να ελευθερώσει τα μάτια του κυνηγού, εκείνος είχε προλάβει να τσακίσει την καρδιά της.
Η νεράιδα έπεσε νεκρή. Τα χέρια της χύθηκαν από το πρόσωπο του κυνηγού και το σώμα της σωριάστηκε στο χώμα. Δεν έμεινε εκεί για πολύ. Το σώμα ενός τόσο όμορφου πλάσματος χάνεται μόλις ξεψυχήσει. Σκορπά σαν σκόνη, γιατί είναι ένα τόσο θλιβερό θέαμα που ο κόσμος δεν μπορεί να το βαστήξει (κι ας βαστάει τόσες πολλές άλλες άσχημες εικόνες). Ωστόσο ο κυνηγός πρόλαβε να δει για μια στιγμή την νεκρή νεράιδα να χάνεται, και μαζί με την θλίψη τον κυρίευσε και η αλήθεια. Ήταν η καρδιά της που είχε πελεκήσει και τσακίσει.

Δυστυχισμένος ο κυνηγός, με το μυαλό του να έχει αδειάσει, έμεινε εκεί χωρίς να μπορεί να σκεφτεί τίποτε. Ίσως να έγινε δέντρο. Μάλλον έγινε βράχος. Μπορεί όμως και να επέστρεψε στην αναζήτηση του φτερουγίσματος που κάποτε τον είχε γοητεύσει. Εμείς που μπορούμε να σκεφτούμε κομμάτι παραπάνω πάνω σε αυτή την ιστορία, ίσως μένουμε εδώ αναρωτώμενοι αν όλα ήταν λάθος της νεράιδας.

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

88. Οι λεπτοσκαντζοχοιροβελόνες & Η ιστορία μίας θλιμμένης μάγισσας.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία μάγισσα που κοιτώντας στο μαγικό της γυαλί προέβλεψε ότι ένας άντρας θα την αγαπούσε και έτσι θα έχανε όλες της τις δυνάμεις. Φοβήθηκε πολύ για αυτό, γιατί ισχυριζόταν πως αγαπούσε τις δυνάμεις της, χωρίς όμως στα αλήθεια να ξέρει τι θα πει αγάπη, και αποφάσισε να βρει ένα ξόρκι για να εμποδίσει τα προκαθορισμένα. Όντας μάγισσα, και όχι θνητή, ήξερε πως μπορούσε να επέμβει και να αλλάξει την αμετάκλητη μοίρα. Κάτι αδύνατο για εμάς τους ανθρώπους.
Ψάχνοντας στα κιτάπια της βρήκε ένα ξόρκι που έκρινε αρκετά κατάλληλο για να πετύχει αυτό που ήθελε, και χρειαζόταν πολλές *πάρα πολλές) βελόνες λεπτοσκαντζόχοιρων. Λίγο από την βιασύνη της να προλάβει, λίγο που συνέβη να έχει τρία τσουβάλια βελόνες λεπτοσκαντζόχοιρου στην αποθήκη της, δεν συνέχισε να ψάξει κάποιο άλλο ξόρκι, ίσως πιο κατάλληλο. Έτσι έπιασε δουλειά.
Οι βελόνες από λεπτοσκαντζόχοιρο δεν διαφέρουν πολύ από του κανονικού σκαντζόχοιρου, παρά μόνο είναι πιο λεπτές και λίγο πιο εύκαμπτες. Μοιάζουν πολύ με ανθρώπινες τρίχες. Η μάγισσα είχε εκατομμύριά από δαύτες. Αν ήξερε ποιος ήταν αυτός ο άντρας θα χρειαζόταν μόνο μία, αλλά αν περίμενε να τον συναντήσει φοβόταν θα ήταν αργά. Έτσι τις μάγεψε όλες και τις έδωσε σε έναν μαγεμένο άνεμο να τις σκορπίσει σε κάθε πόλη και χωριό. Φύλαξε μόνο μία, μήπως και ο μαγεμένος άνεμος δεν έβρισκε τον άντρα που επρόκειτο να την αγαπήσει.
Το ξόρκι που είχε διαλέξει ήταν άκρως θανατηφόρο. Αν μία βελόνα τσιμπούσε κάποιον, έμπαινε κάτω από το δέρμα του και ύστερα με τρόπο μαγικό έφτανε στην καρδιά του. Εκεί, καθώς η καρδιά παλλόταν, η βελόνα θα αγκυλωνόταν και θα τρύπαγε την καρδιά σκοτώνοντας τον. Δεν την ένοιαζε πόσοι άνθρωποι θα πέθαιναν από το ξόρκι της, αρκεί ανάμεσα τους να ήταν ο άντρας που είχε δει στο μαγικό γυαλί της.
Η μάγισσα όμως είχε κάνει ένα λάθος. Οι βελόνες που είχε στείλει ήταν λεπτές και εύκαμπτες. Δεν μπορούσαν να τρυπήσουν ούτε τις μαλακές και καλοσυνάτες καρδιές των ανθρώπων, ούτε τις τραχιές και κάπως σκληρότερες. Μονάχα αν μία καρδιά σκλήραινε πάρα πολύ (γινόταν όσο σκληρή η καρδιά της μάγισσας) τότε η παρουσία της βελόνας την έκανε να σπάσει.

Με την ιστορία αυτή ο αφηγητής της μας προειδοποιεί και μας προτρέπει να προσπαθούμε να κρατάμε μαλακές τις καρδιές μας, γιατί ειδάλλως – βέβαιος πως και εμείς έχουμε μία από τις βελόνες – θα σπάσουν.
Για όσους αναγνώστες ενδιαφέρονται για το τι απέγινε η μάγισσα και ο άντρας της ιστορίας η συνέχεια της μας δίνεται από έναν δεύτερο αφηγητή.

Όταν η μάγισσα συνάντησε τον άντρα που την αγάπησε και αυτός άρχισε να την ζητά, προσπάθησε να τον αποθαρρύνει, και με διάφορους τρόπους και τεχνάσματα να σκληρύνει την καρδιά του για να απαλλαγεί από τον κίνδυνο να χάσει τις δυνάμεις της. Δεν ήταν εύκολο καθώς ο άντρας είχε από γεννησιμιού του μαλακή καρδιά και η αγάπη του για εκείνη την είχε μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Παρόλα αυτά η μάγισσα σιγά σιγά τα κατάφερνε. Μόνο που όσο η καρδιά του άντρα σκλήραινε από τα καμώματα της, τόσο η δική της σκληρή καρδιά μαλάκωνε από την επιμονή της αγάπης του.
Θα ήταν ωραίο στο τέλος της ιστορίας οι δύο καρδιές να συναντιόντουσαν κάπου στην μέση καθώς η μία μαλάκωνε και η άλλη σκλήραινε και το φινάλε να ήταν αίσιο. Μα αυτό δεν έγινε. Ο δεύτερος αφηγητής διαφωνεί με την μετριοπάθεια ενός τέτοιου τέλους, κι ακόμα δεν πιστεύει πως οι μάγισσες διαφέρουν από τους θνητούς.
Λίγο πριν το τέλος, η μάγισσα προειδοποίησε τον άντρα πως η καρδιά του έχει αρχίσει να γίνεται σκληραίνει επικίνδυνα και πως αν συνέχιζε να την ζητά, θα έσπαγε. Εκείνος - αποδεικνύοντας ότι μία σκληρή καρδιά μπορεί να αγαπήσει το ίδιο δυνατά με μία μαλακή – αντέτεινε πως δεν τον ένοιαζε. Ήταν ένα ρίσκο που επροτίθετο να πάρει. Ήλπιζε πως η μάγισσα θα ενέδιδε στην αγάπη τους πριν γίνει αυτό. Η μάγισσα με όση σκληρότητα είχε απομείνει στην καρδιά της διέτεινε πως δεν την ένοιαζε καθόλου αν θα πέθαινε, και δεν ήξερε γιατί του είχε δείξει ευσπλαχνία προειδοποιώντας τον.
Λίγο καιρό μετά η καρδιά του άντρα σκλήραινε απότομα και εντελώς, σπάζοντας σε χίλια δυο κομμάτια. Ο μαγεμένος άνεμος διάλεξε εκείνη την στιγμή να επιστρέψει και να πληρωθεί για τις υπηρεσίες του, φέρνοντας μαζί του τον ήχο της σπασμένης καρδιάς του άντρα και τον τελευταίο της χτύπο. Στο άκουσμα τους η καρδιά της μάγισσας μαλάκωσε. Μαζί οι δυνάμεις της σκόρπισαν  και ο μαγεμένος άνεμος της πήρε μαζί του ως την Πράγα. Η μάγισσα δεν νοιάστηκε καθόλου για τις δυνάμεις της. Θλιμμένη, συνειδητοποιώντας πως πια ήξερε τι θα πει αγάπη, σκέφτηκε πως ο μόνος άντρας που θα άξιζε να αγαπήσει ήταν νεκρός.
Είχε φυλαγμένη μία βελόνα που θα μπορούσε να την χρησιμοποιήσει για να πεθάνει, αλλά η καρδιά της ήταν ήδη μαλακωμένη.