Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

91. Το πείσμα του Γιαράμ.

     
     Το πείσμα του Γιαράμ ήταν πιο μεγάλο από το κεφάλι του. Σύμφωνα τουλάχιστον με τους δεκάδες φίλους του που μαζεύτηκαν να οργανώσουν την κηδεία του. Αν άκουγε πως πέθανε ήταν ικανός να αναστηθεί συμφώνησαν όλοι και αποφάσισαν πριν και κατά την διάρκεια της τελετής να ψιθυρίζουν.

     Ο Γιαράμ δεν είχε μόνο πείσμα, είχε αγάπη για όλους και διάθεση να βοηθά και να συμπαραστέκεται. Απόδειξη ο αριθμός των φίλων του που συγκεντρώθηκαν για να τον αποχαιρετίσουν έστω και ψιθυριστά. Θα νεκρανασταινόταν μόνο και μόνο για αυτούς.

     Ακόμα και νεκρός ο Γιαράμ είχε πολύ καλή ακοή. Άκουσε τα σχόλια των φίλων του για το πείσμα του και πως συνεννοήθηκαν να ψιθυρίζουν για να μην αναστηθεί. Πείσμωσε και δεν αναστήθηκε.

     Στο τέλος της κηδείας οι φίλοι του αναστέναξαν φωναχτά (χωρίς ένα δάκρυ). Ήταν λες και κατά βάθος μέσα τους περίμεναν τον Γιαράμ να αναστηθεί και απογοητεύτηκαν που δεν το έκανε. Επέστρεψαν στις ζωές τους περίλυποι.

     Όσο για τον Γιαράμ;
     Εκείνος πέθανε.

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

90. Το manodasha που δεν έλεγε να μαραθεί.

Τα άνθη manodasha συναντώνται σε τρία μέρη της γης. Σε μία βραχώδη περιοχή του Περού, σε μία ορεινή περιοχή της Αργεντινής, και σε κάποια απόκρημνα οροπέδια του Θιβέτ. Διακρίνονται από τα μεγάλα πλατιά και σγουρά φύλλα και την μεγάλη ποικιλία χρωμάτων. Οι ντόπιοι – και των τριών χωρών – μιλάνε για λουλούδια που έχουν διάθεση, και μάλιστα την δείχνουν. Ένα manodasha μπορεί να ανθίσει και να μαραθεί μέσα στην ίδια μέρα πάνω από δέκα φορές ανάλογα με την διακύμανση της διάθεση του. Στο Περού οι γυναίκες τα φορούν σαν στολίδι στο κεφάλι, οι Αργεντινοί τα κάνουν τσάι, και στο Θιβέτ τα προσφέρουν στον Βούδα.
Κάποτε ένα manodasha, ίσως γιατί ήθελε πολύ να το θαυμάσουν, ίσως από πείσμα ή αναποδιά απέναντι στη φύση του, ίσως για κάποιο λόγο των ανθών που εμείς οι άνθρωποι δεν μπορούμε να καταλάβουμε, επέμενε να αντιστέκεται στις κακές του διαθέσεις και να μην μαραίνεται ποτέ. Έμενε πάντα να ανθεί και να μοσχομυρίζει. Τα άλλα manodasha τριγύρω του, αισθάνονταν πολύ αμήχανα με την συνεχή καλή του διάθεση, και ίσως κάπου παραξενεύονταν, και ίσως κάπου ζήλευαν. Είναι απορίας άξιο που έβρισκε αυτό το λουλούδι το χρώμα να μένει συνεχώς αμάραντο, και από πού στάλαζε το γιόμα να μένει ολάνθιστο.
Ο αναγνώστης ας μην ξεγελαστεί, το εν λόγω manodasha δεν ήταν ούτε ιδιαίτερα ωραίο και ίσως καθόλου δεν ξεχώριζε από τα υπόλοιπα. Κανείς δεν έτυχε να προσέξει το πείσμα του. Το μυστικό του ανακαλύφθηκε όταν κάποιος Αργεντίνος πήγε και το έκοψε για το τσάι του. Αφού το αποξήρανε, έβρασε τα σγουρά του φύλλα και ύστερα το σέρβιρε σε ένα ειδικό σκεύος φτιαγμένο από κολοκύθα. Τότε ανακάλυψε την πικρή γεύση του. Τα φύλλα του manodasha έμεναν ανοιχτά και ζωηρά εξαντλώντας κάθε νοστιμιά από τους χυμούς τους.
Δεν ξέρουμε ποιο θλιβερό νόημα ζητά να περάσει ο αφηγητής της ιστορίας παραδίδοντας την στην συλλογή αυτή. Ή αν θέλει να υπονοήσει για το τίμημα να επιμένει κανείς σε κάποια καλή διάθεση και να μην λυγάει στον πόνο. Εμείς καταλαβαίνουμε ότι αν το manadosha είχε φυτρώσει στο Περού θα στόλιζε πολύ όμορφα τα μαλλιά μιας γυναίκας, ή αν βλάσταινε στο Θιβέτ θα άγιαζε στα πόδια ενός Βούδα. Δυστυχώς για εκείνο ο σπόρος του έσκασε στη γη της Αργεντινής.

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

89. Ένα από όσα δεν βαστάει ο κόσμος.


Κάποτε ένας κυνηγός περπατούσε μόνος στο δάσος των Περιμυθιασμάτων, γοητευμένος από το φτερούγισμα ενός κύκνου. Μία νεράιδα κρυφοκοιτάζοντας ανάμεσα από τα φυλλώματα, είδε τον κυνηγό και τον πλησίασε. Καθώς τον έφτασε από πίσω άπλωσε τα καλεργασμένα δάχτυλα της στα μάτια του και τα έκλεισε.
«Αν με ακολουθήσεις, θα σε πάω στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου.» του είπε και τον έπιασε από το χέρι. Εκείνος βρίσκοντας την χροιά της φωνής της πιο όμορφη από τον ήχο των φτερών ενός κύκνου που ριγά στο άγγιγμα ενός αγγέλου, αφέθηκε να τον οδηγήσει με προθυμία.
Το μέρος που τον οδήγησε η νεράιδα, ήταν η καρδιά της. Όμως καθώς συνέχισε να του κρατά τα μάτια κλειστά, ο κυνηγός δεν μπορούσε να το ξέρει. Ένιωθε την ζεστασιά της, και αυτό το δίχως άλλο του χάριζε ένα ωραίο συναίσθημα, μα δεν ήταν αρκετό για να ξεπεράσει την αγωνία του για το που ήταν. Ζήτησε επανειλημμένα από τη νεράιδα να πάρει τα χέρια της από τα μάτια του, ή να του πει που ήταν. Εκείνη, σχεδόν διασκεδάζοντας, δεν του απαντούσε και γελούσε. Το γέλιο της αντηχούσε πολύ όμορφα μέσα στην καρδιά της, μα δεν ήταν αρκετό να καθησυχάσει ο κυνηγός. Είχε κυριευθεί από το άγχος, και κάθε ομορφιά που δέχονταν από τις άλλες του αισθήσεις χανόταν μέσα σε αυτό. Ούτε η ζεστασιά της καρδιάς της νεράιδας, ούτε το ωραίο της άγγιγμα, ούτε το άκουσμα της φωνής της και του γέλιου της, ή η μυρωδιά της... Τίποτε δεν ήταν αρκετό για να τον ηρεμήσει. Είχε ακούσει ιστορίες για επικίνδυνα δέντρα στο δάσος των Περιμυθιασμάτων, και κουφάλες που έκρυβαν το θάνατο.
Εντελώς φοβισμένος έβγαλε ένα κοντό τσεκούρι που είχε για να ανοίγει δρόμο μέσα στο δάσος κόβοντας κλαδιά που έκλειναν τα μονοπάτια, και άρχισε να χτυπά τα τοιχώματα της καρδιάς της νεράιδας, νομίζοντας πως βρισκόταν μέσα στον κορμό ενός τέτοιου δέντρου. Πριν καλά καλά η νεράιδα αποφασίσει να εγκαταλείψει το πείσμα της και να ελευθερώσει τα μάτια του κυνηγού, εκείνος είχε προλάβει να τσακίσει την καρδιά της.
Η νεράιδα έπεσε νεκρή. Τα χέρια της χύθηκαν από το πρόσωπο του κυνηγού και το σώμα της σωριάστηκε στο χώμα. Δεν έμεινε εκεί για πολύ. Το σώμα ενός τόσο όμορφου πλάσματος χάνεται μόλις ξεψυχήσει. Σκορπά σαν σκόνη, γιατί είναι ένα τόσο θλιβερό θέαμα που ο κόσμος δεν μπορεί να το βαστήξει (κι ας βαστάει τόσες πολλές άλλες άσχημες εικόνες). Ωστόσο ο κυνηγός πρόλαβε να δει για μια στιγμή την νεκρή νεράιδα να χάνεται, και μαζί με την θλίψη τον κυρίευσε και η αλήθεια. Ήταν η καρδιά της που είχε πελεκήσει και τσακίσει.

Δυστυχισμένος ο κυνηγός, με το μυαλό του να έχει αδειάσει, έμεινε εκεί χωρίς να μπορεί να σκεφτεί τίποτε. Ίσως να έγινε δέντρο. Μάλλον έγινε βράχος. Μπορεί όμως και να επέστρεψε στην αναζήτηση του φτερουγίσματος που κάποτε τον είχε γοητεύσει. Εμείς που μπορούμε να σκεφτούμε κομμάτι παραπάνω πάνω σε αυτή την ιστορία, ίσως μένουμε εδώ αναρωτώμενοι αν όλα ήταν λάθος της νεράιδας.

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

88. Οι λεπτοσκαντζοχοιροβελόνες & Η ιστορία μίας θλιμμένης μάγισσας.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία μάγισσα που κοιτώντας στο μαγικό της γυαλί προέβλεψε ότι ένας άντρας θα την αγαπούσε και έτσι θα έχανε όλες της τις δυνάμεις. Φοβήθηκε πολύ για αυτό, γιατί ισχυριζόταν πως αγαπούσε τις δυνάμεις της, χωρίς όμως στα αλήθεια να ξέρει τι θα πει αγάπη, και αποφάσισε να βρει ένα ξόρκι για να εμποδίσει τα προκαθορισμένα. Όντας μάγισσα, και όχι θνητή, ήξερε πως μπορούσε να επέμβει και να αλλάξει την αμετάκλητη μοίρα. Κάτι αδύνατο για εμάς τους ανθρώπους.
Ψάχνοντας στα κιτάπια της βρήκε ένα ξόρκι που έκρινε αρκετά κατάλληλο για να πετύχει αυτό που ήθελε, και χρειαζόταν πολλές *πάρα πολλές) βελόνες λεπτοσκαντζόχοιρων. Λίγο από την βιασύνη της να προλάβει, λίγο που συνέβη να έχει τρία τσουβάλια βελόνες λεπτοσκαντζόχοιρου στην αποθήκη της, δεν συνέχισε να ψάξει κάποιο άλλο ξόρκι, ίσως πιο κατάλληλο. Έτσι έπιασε δουλειά.
Οι βελόνες από λεπτοσκαντζόχοιρο δεν διαφέρουν πολύ από του κανονικού σκαντζόχοιρου, παρά μόνο είναι πιο λεπτές και λίγο πιο εύκαμπτες. Μοιάζουν πολύ με ανθρώπινες τρίχες. Η μάγισσα είχε εκατομμύριά από δαύτες. Αν ήξερε ποιος ήταν αυτός ο άντρας θα χρειαζόταν μόνο μία, αλλά αν περίμενε να τον συναντήσει φοβόταν θα ήταν αργά. Έτσι τις μάγεψε όλες και τις έδωσε σε έναν μαγεμένο άνεμο να τις σκορπίσει σε κάθε πόλη και χωριό. Φύλαξε μόνο μία, μήπως και ο μαγεμένος άνεμος δεν έβρισκε τον άντρα που επρόκειτο να την αγαπήσει.
Το ξόρκι που είχε διαλέξει ήταν άκρως θανατηφόρο. Αν μία βελόνα τσιμπούσε κάποιον, έμπαινε κάτω από το δέρμα του και ύστερα με τρόπο μαγικό έφτανε στην καρδιά του. Εκεί, καθώς η καρδιά παλλόταν, η βελόνα θα αγκυλωνόταν και θα τρύπαγε την καρδιά σκοτώνοντας τον. Δεν την ένοιαζε πόσοι άνθρωποι θα πέθαιναν από το ξόρκι της, αρκεί ανάμεσα τους να ήταν ο άντρας που είχε δει στο μαγικό γυαλί της.
Η μάγισσα όμως είχε κάνει ένα λάθος. Οι βελόνες που είχε στείλει ήταν λεπτές και εύκαμπτες. Δεν μπορούσαν να τρυπήσουν ούτε τις μαλακές και καλοσυνάτες καρδιές των ανθρώπων, ούτε τις τραχιές και κάπως σκληρότερες. Μονάχα αν μία καρδιά σκλήραινε πάρα πολύ (γινόταν όσο σκληρή η καρδιά της μάγισσας) τότε η παρουσία της βελόνας την έκανε να σπάσει.

Με την ιστορία αυτή ο αφηγητής της μας προειδοποιεί και μας προτρέπει να προσπαθούμε να κρατάμε μαλακές τις καρδιές μας, γιατί ειδάλλως – βέβαιος πως και εμείς έχουμε μία από τις βελόνες – θα σπάσουν.
Για όσους αναγνώστες ενδιαφέρονται για το τι απέγινε η μάγισσα και ο άντρας της ιστορίας η συνέχεια της μας δίνεται από έναν δεύτερο αφηγητή.

Όταν η μάγισσα συνάντησε τον άντρα που την αγάπησε και αυτός άρχισε να την ζητά, προσπάθησε να τον αποθαρρύνει, και με διάφορους τρόπους και τεχνάσματα να σκληρύνει την καρδιά του για να απαλλαγεί από τον κίνδυνο να χάσει τις δυνάμεις της. Δεν ήταν εύκολο καθώς ο άντρας είχε από γεννησιμιού του μαλακή καρδιά και η αγάπη του για εκείνη την είχε μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Παρόλα αυτά η μάγισσα σιγά σιγά τα κατάφερνε. Μόνο που όσο η καρδιά του άντρα σκλήραινε από τα καμώματα της, τόσο η δική της σκληρή καρδιά μαλάκωνε από την επιμονή της αγάπης του.
Θα ήταν ωραίο στο τέλος της ιστορίας οι δύο καρδιές να συναντιόντουσαν κάπου στην μέση καθώς η μία μαλάκωνε και η άλλη σκλήραινε και το φινάλε να ήταν αίσιο. Μα αυτό δεν έγινε. Ο δεύτερος αφηγητής διαφωνεί με την μετριοπάθεια ενός τέτοιου τέλους, κι ακόμα δεν πιστεύει πως οι μάγισσες διαφέρουν από τους θνητούς.
Λίγο πριν το τέλος, η μάγισσα προειδοποίησε τον άντρα πως η καρδιά του έχει αρχίσει να γίνεται σκληραίνει επικίνδυνα και πως αν συνέχιζε να την ζητά, θα έσπαγε. Εκείνος - αποδεικνύοντας ότι μία σκληρή καρδιά μπορεί να αγαπήσει το ίδιο δυνατά με μία μαλακή – αντέτεινε πως δεν τον ένοιαζε. Ήταν ένα ρίσκο που επροτίθετο να πάρει. Ήλπιζε πως η μάγισσα θα ενέδιδε στην αγάπη τους πριν γίνει αυτό. Η μάγισσα με όση σκληρότητα είχε απομείνει στην καρδιά της διέτεινε πως δεν την ένοιαζε καθόλου αν θα πέθαινε, και δεν ήξερε γιατί του είχε δείξει ευσπλαχνία προειδοποιώντας τον.
Λίγο καιρό μετά η καρδιά του άντρα σκλήραινε απότομα και εντελώς, σπάζοντας σε χίλια δυο κομμάτια. Ο μαγεμένος άνεμος διάλεξε εκείνη την στιγμή να επιστρέψει και να πληρωθεί για τις υπηρεσίες του, φέρνοντας μαζί του τον ήχο της σπασμένης καρδιάς του άντρα και τον τελευταίο της χτύπο. Στο άκουσμα τους η καρδιά της μάγισσας μαλάκωσε. Μαζί οι δυνάμεις της σκόρπισαν  και ο μαγεμένος άνεμος της πήρε μαζί του ως την Πράγα. Η μάγισσα δεν νοιάστηκε καθόλου για τις δυνάμεις της. Θλιμμένη, συνειδητοποιώντας πως πια ήξερε τι θα πει αγάπη, σκέφτηκε πως ο μόνος άντρας που θα άξιζε να αγαπήσει ήταν νεκρός.
Είχε φυλαγμένη μία βελόνα που θα μπορούσε να την χρησιμοποιήσει για να πεθάνει, αλλά η καρδιά της ήταν ήδη μαλακωμένη.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

87. Ανάμνηση σε λα μείζονα.

Κάποτε ένας άντρας σε ένα κέντρο – ας δανειστούμε για χάρη συντομίας την εικόνα εκείνου που διηύθυνε ο Μπόγκαρτ στην ταινία Καζαμπλάνκα - πλησίασε τον πιανίστα και βάζοντας ένα χαρτονόμισμα στην τσέπη στο πέτο του, του είπε:
«Μπορείς να μου παίξεις μία ανάμνηση;»
Ο πιανίστας χαμογέλασε και έριξε μία ματιά ολόγυρα. Από ώρα είχε προσέξει μία γυναίκα που καθόταν μόνη στο μπαρ. Επίτηδες κράτησε το βλέμμα του πάνω της, μέχρι και ο άντρας να κοιτάξει προς το μέρος της.
«Ξέρετε να χορεύετε;», ρώτησε ο πιανίστας τον άντρα.
Και είναι περιττό να πούμε πως δεν περίμενε απάντηση. Άρχισε να παίζει κατευθείαν, μία μουσική που είχε συνθέσει ο ίδιος και είχε σκοπό να παίξει για πρώτη φορά στην επέτειο του κέντρου για τα τρία χρόνια λειτουργίας του, σε δέκα μέρες από τότε. Ήταν μία ζωηρή μουσική που σε προδιάθετε για χορό. Ο άντρας κάπως ξαφνιασμένος, κοίταξε πολύ γρήγορα τα δάχτυλα του πιανίστα να εναλλάσσονται πάνω στα άσπρα και μαύρα πλήκτρα και ύστερα γύρισε το κεφάλι του προς το μπαρ. Ξανακοίταξε την γυναίκα. Πλέον και εκείνη κοιτούσε προς το μέρος του. Αναρωτήθηκε για λίγο αν κοιτούσε εκείνον, ή είχε τραβήξει την προσοχή της η μουσική του πιάνου. Δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιες σκέψεις. Ούτε χώρος καθώς έβρισκε την γυναίκα πολύ όμορφη.

Ο αναγνώστης καταλαβαίνει - καλύτερα από τον αφηγητή και τον άντρα της ιστορίας – πως η αφήγηση πρέπει να τελειώσει σε αυτό το σημείο, και κάθε άλλη φλυαρία ή περιγραφή είναι περιττή και αλλοιώνει το νόημα της ιστορίας.

Ο άντρας πλησίασε την γυναίκα και της ζήτησε να χορέψουν. Έτσι ο πιανίστας έπαιξε μία ανάμνηση όπως του ζήτησε ο πελάτης.

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

86. Η Αποκάλυψη των βροντών.

     Κάποτε ένας θεός που ήθελε τους ανθρώπους του ευτυχισμένους, αλλά δεν ήξερε πως να καταλάβει αν ήταν ή όχι στα αλήθεια ευτυχισμένοι, αποφάσισε να τους πει ένα ψέμα. Διάλεξε έναν από αυτούς για προφήτη του, και μέσω αυτού τους είπε:
     Από εδώ και πέρα θα ξέρετε, πως σαν θα ακούτε βροντές δεν θα είναι τα σύννεφα. Όταν ακούτε βροντές θα είμαι εγώ. Από τον ίδιο πηλό που σας έπλασα, έφτιαξα και την μοίρα σας. Πάνε αιώνες και αυτή έχει πετρώσει όπως τα πήλινα σκεύη και ψηφιδωτά σας. Κάθε φορά που θα ακούτε βροντές, θα είμαι εγώ που θα σπάω την μοίρα σε κομμάτια για να την βάλω σε άλλη σειρά.
     Οι άνθρωποι πίστεψαν τα λόγια αυτά του θεού τους στα λεγόμενα του προφήτη και κάθε φορά που άκουγαν βροντές από τον ουρανό, έλεγαν πως ο θεός άλλαζε την μοίρα. Οι δυστυχισμένοι χαίρονταν, οι ανικανοποίητοι ήλπιζαν για καλύτερα, ενώ η οι ευτυχισμένοι ευλαβικά ανησυχούσαν. Κάπως έτσι ο θεός, μέσα από τις προσευχές των ανθρώπων καταλάβαινε αν οι άνθρωποι του ευτυχισμένοι ή όχι. Πιο καλά με αυτό του το τέχνασμα όμως καταλάβαινε τους αχάριστους.
    Μια μέρα, ένας άντρας που στη ζωή του είχε υπομείνει πολλές ελπίδες και βάσανα, και πολύ μεγάλη πίστη είχε δείξει στις βροντές πως ήταν για καλό και για καλύτερο, έφτασε σε σημείο τέτοιο στη ζωή του που ένιωθε ένα βήμα και μία μοιρασμένη ανάσα μακριά από την ευτυχία. Οι μέρες του ήταν γαλήνιες και χαμογελούσε. Εκείνη τη μέρα όμως έμελλε να βρέξει. Μία δυνατή μπόρα έφτασε στην πόλη συνοδευόμενη από δυνατές, πολύ δυνατές, βροντές. Αυτό σήμαινε το δίχως άλλο πως η μοίρα θα άλλαζε. Τη άδικη αλλαγή!
     Τόσο τον έπνιξε το παράπονο και το άδικο που εκεί που στεκόταν, άρχισε να ξεστομίζει τέτοιες ύβρεις προς τον θεό, που οι γύρω του τρόμαξαν και ο θεός ντράπηκε. Έκλεισε τα μάτια του και απομακρύνθηκε από τον κόσμο που είχε φτιάξει.


     Ο δημιουργός του παρόντος θέλει, όπως ο θεός στο παρόν, να καταλάβει τους αναγνώστες του με αυτή την ιστορία. Θα βρει τρόπο και θα μετρήσει ποιοι από όσους διάβασαν τα παραπάνω αναρωτήθηκαν για τη συνέχεια μιας κοινωνίας ανθρώπων χωρίς θεό, και ποιοι ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για το αν ο άντρας, του οποίου η έκρηξη του έκανε τον θεό να απομακρυνθεί, ευτύχισε ή όχι.
     Εμείς – που μονάχα μπορούμε να διαβάζουμε την μοίρα – δεν έχουμε καμία από τις δύο απαντήσεις να παραθέσουμε.

Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

85. Η θλιβερή ιστορία μιας πεταλούδας και ενός σκαθαριού.*

Κάποτε μία πεταλούδα αγαπούσε ένα σκαθάρι. Ήξερε πως και εκείνο την αγαπούσε αλλά της το κρατούσε κρυφό. Έτσι μια μέρα το πλησίασε και του ζήτησε να της πει ένα μυστικό. Το σκαθάρι δεν αρνήθηκε και της εκμυστηρεύθηκε ένα κρίμα του, που είχε κάνει πριν πολύ καιρό και δεν το είχε πει σε κανέναν ως τότε.
«Όχι, θέλω να μου πεις ένα μυστικό που αφορά εμένα.», του ζήτησε επιτακτικά η πεταλούδα. Το σκαθάρι μαζεύτηκε και δείλιασε. Πώς μπορούσε να παραδεχτεί την αγάπη που είχε στην πεταλούδα κι ως τώρα την κρατούσε κρυφή;
«Μου οφείλεις ένα μυστικό.», επέμεινε η πεταλούδα.
«Ναι.» απάντησε το σκαθάρι προκλητικά ετοιμόλογο αυτή τη φορά παρά την πρόσφατη δειλία του. «Και αν δεν θέλω να στο δώσω υποχρεούμαι να μοιραστώ μαζί σου όλα τα άλλα.». Ο κανόνας αυτός ήταν κάτι που είχε διαβάσει κάποτε το σκαθάρι κάπου στα έγκατα της γης.
«Ωραία λοιπόν, ακούω.» αποκρίθηκε με πείσμα και θάρρος η πεταλούδα.
Το σκαθάρι άρχισε να λέει όλα του τα μυστικά. Μερικά ασήμαντα που έκρυβαν ανόητες ενοχές και μηδαμινά λάθη, και άλλα άσχημα και σοβαρά. Αυτή η εξομολόγηση κράτησε ως το βράδυ και ως την επόμενη αυγή.
Η επόμενη αυγή, οπότε και η πεταλούδα έμαθε και το τελευταίο μυστικό του σκαθαριού (εκτός από εκείνο που της κρατούσε κρυφό), βρήκε την πεταλούδα να αγαπά ακόμα πιο πολύ το σκαθάρι, για λόγους που μόνο ο έρωτας μπορεί να εξηγήσει.
«Δεν θα φύγεις;», ρώτησε το σκαθάρι την πεταλούδα, και η καρδιά του φυλλότρεμε πως την έβλεπε για τελευταία φορά.
«Όχι.», απάντησε η πεταλούδα. «Κι εγώ σου χρωστάω ένα μυστικό και σύμφωνα με τον κανόνα που έχεις διαβάσει στα έγκατα της γης πρέπει να σου πω όλα τα άλλα.» είπε η πεταλούδα με περίσσια δύναμη ψυχής. Και κάπως δειλά ρώτησε το σκαθάρι αν ήθελε να τα ακούσει. Το σκαθάρι χωρίς δεύτερη σκέψη δέχτηκε.
Η εξομολόγηση των μυστικών της πεταλούδας κράτησε κι εκείνη ως το βράδυ και ως την επόμενη αυγή. Από κάποια άποψη τα μυστικά της ήταν χειρότερα στο σύνολο. Πράγματα που είχε κάνει όταν ήταν κάποια, και σκέψεις από όταν ήταν μέσα στο κουκούλι. Όταν τελείωσε, ρώτησε το σκαθάρι αν ήθελε να φύγει. Το σκαθάρι απάντησε πως δεν είχε να πάει πουθενά. Μέσα του αγαπούσε ακόμα πιο πολύ την πεταλούδα από πριν.

Αυτή είναι η θλιβερή ιστορία μίας πεταλούδας και ενός σκαθαριού που αγαπιόντουσαν πολύ και δεν έφυγαν ποτέ μακριά ο ένας από την άλλη. Δεν υπάρχει τίποτα θλιβερό σε αυτήν εκτός από το ότι δεν αντάλλαξαν ποτέ στα λόγια το μυστικό της αγάπης τους, κι αυτό δικαιώνει τον αρχικό τίτλο που δόθηκε στην ιστορία από τον αφηγητή που την παρέδωσε σε αυτή τη συλλογή.

* αρχικός τίτλος: Η υπέροχη αγάπη μίας πεταλούδας και ενός σκαθαριού.