Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

80. Ο δημόσιος ξυλοδαρμός ενός βιβλίου.

     Κάθε φορά και έναν καιρό, τρεις με κράνη, ρόπαλα και στολές χτυπούσαν ένα βιβλίο κατά μεσοίς μιας δημόσιας πλατείας. Το βαρούσαν με τα ρόπαλα, τους έριχναν κλοτσιές, όπως όπως. Τα εξώφυλλο του βιβλίου άρχιζε να φθείρεται. Το δέσιμο της ράχης του άρχισε να χαλά. Το βιβλίο σιγά σιγά έμοιαζε να διαλυόταν, όμως φαινόταν πως τελικά θα αντέξει.
     Με τα χτυπήματα, τα πιο δυνατά, ορισμένα γράμματα άρχισαν να βγαίνουν έξω από το βιβλίο. Ήταν τσακισμένα, διπλωμένα από τον πόνο, κακοτράχαλα και στρεβλά. Ο κόσμος, που παρατηρούσε μουδιασμένος τα γεγονότα, δεν τα αναγνώριζε και δεν μπορούσε να τα διαβάσει. Τι να έλεγαν άραγε, και γιατί να χτυπούσαν οι τρεις το βιβλίο;
     Ένα παιδί που ήξερε καλή ανάγνωση – και δεν είναι κακό να μαρτυρήσουμε ότι δεν ήταν πολύ καλό στην καλλιγραφία – μπόρεσε να διαβάσει τα γράμματα και κατάλαβε. Η στενοχώρια έσφιξε την καρδιά του και ακόμα… φοβήθηκε.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

79. Το δώρο της ομορφολαλιάς και της γλυκομιλιάς.

Μια φορά στα τόσα χρόνια, τα καλά πνεύματα είχανε κέφια και είπαν να δώσουν σε ένα νεογέννητο μωρό, τη νύχτα που θα το μοίραιναν οι μοίρες, ένα σπάνιο χάρισμα. Το χάρισμα να μιλά όμορφα και γλυκά στους ανθρώπους, έτσι που αυτοί να χαίρονται και να παρηγορούνται με τα λόγια του. Θα ήταν ρήτορας και παραμυθάς. Θα γέμιζε το νου και την καρδιά όσων τον άκουγαν με ομορφιά και αισιοδοξία. Ο κόσμος θα ξεχνούσε τις έννοιες και ότι με άσχημο τρόπο τον απασχολούσε. Αυτό θα ήταν ένα δώρο για όλο τον κόσμο. Τα καλά πνεύματα είχαν πράγματι κέφια.
Πριν χαρούν όμως τα πνεύματα για το καλό που σχεδίαζαν συννέφιασαν.
«Αυτό το χάρισμα θα είναι μεγάλη δύναμη.», είπαν αναμετάξυ τους. Τι θα γινόταν αν τα κακά πνεύματα που ξέρουν καλά να γυρίζουν το καλό σε κακό έδιναν στο μωρό ένα ελάττωμα ή μια κακία τέτοια που το δώρο τους θα έβλαπτε τον κόσμο αντί να τον βοηθήσει;
«Μην ανησυχείτε.», είπαν τα κακά πνεύματα. «Το λαμπρό σας δώρο δεν θα το μιάνουμε με κανένα ελάττωμα ή κακία που μπορούμε να δώσουμε. Μάλιστα από τα δικά σας τα δώρα, προτέρημα θα διαλέξουμε και θα δωρίσουμε στο βρέφος.»
Τα καλά πνεύματα δεν καθησύχασαν. Δεν πίστευαν καθόλου στην μεγαλοκαρδία των άλλων πνευμάτων. Αναστατώθηκαν και μάλιστα πολύ. Υποψιάζονταν άσχημη δουλειά, κακό στη συμφωνία.
«Γαληνέψτε καλά πνεύματα, σαν είναι δικό σας δώρο και η γαλήνη. Εμείς για να σας ησυχάσουμε πιότερο, δίνουμε βαριά βαθιά βραδεία υπόσχεση πως με κανέναν τρόπο το καλό που ετοιμάζετε για τους ανθρώπους δεν θα το γυρίσουμε κακό να γίνει», είπαν τα κακά πνεύματα και δώσανε την υπόσχεση. Μία τέτοια υπόσχεση δεν θα μπορούσαν να την σπάσουν κι αυτό το δίχως άλλο ηρέμησε τα καλά πνεύματα. Έτσι και με το λοιπόν συμφώνησαν. Έδωσαν το δώρο της ομορφολαλιάς και της γλυκομιλιάς στο παιδί και το ευλόγησαν με τον τρόπο τους να ευλογεί με το δικό του τρόπο. Κι ύστερα, με τη σειρά τους τα κακά πνεύματα του έδωσαν την ειλικρίνεια για δώρο, κρατώντας την υπόσχεση τους.
Η ειλικρίνεια έκανε το παιδί να μιλά την αλήθεια πιο πολύ από ότι μιλούσε την ομορφιά ή την παρηγοριά. Την κολακεία, που με την τέχνη της το χάρισμα του θα έλαμπε, δεν την μπορούσε. Τα κακά πνεύματα γύρισαν το καλό χάρισμα των καλών σε χαράμι, μα όχι σε κακό και κανέναν δεν έβλαψαν έτσι. Μονάχα ίσως λίγο το παιδί, γιατί κανείς δεν αγαπά την ειλικρίνεια όσο γλυκά και αν λέγεται. Προτιμάει ο κόσμος την παρηγοριά να βαυκαλίζεται πως είναι τάχα καλός, παρά την συνείδηση πως πρέπει να μοχθεί να γίνεται όλο και καλύτερος.

Καημένο παιδί. Μα πάλι, γιατί καημένο; Η ειλικρίνεια που του έδωσαν τα κακά πνεύματα, θα του έδινε φιλίες δυνατές και αληθινές. Και αν εκείνο λέει (με την περίσσια ειλικρίνεια του) πως του κάνανε το καλύτερο δώρο, εμείς γιατί να το αμφισβητήσουμε;

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

78. Το τέλος του εκβιαστή του λιμανιού του Πρικ-γουέστ.

Στα δυτικά των μεσαίων Αντιλλών στο λιμάνι του Πρικ-γουέστ λέγεται πως δεν μπορούσε εύκολα καπετάνιος να βρει πλήρωμα για να ανοίξει πανιά. Ακόμα και αν έδενε με πλήρωμα πιστό και ανδρειωμένο ο λόγος του γερο-Μπράμαν ήταν ικανός να το σκορπίσει, αφού η πρόβλεψη του μάντη για το σκαρί φοβέριζε τον κάθε ναυτικό να μπαρκάρει.
  Η πρόβλεψη του Μπράμαν ήταν πάντα η ίδια.
«Από τις περιπέτειες αυτού του ταξιδιού ένας θα ζήσει να έρθει να μας πει τους φοβερούς κινδύνους που μέλλει να αναδύσει η θάλασσα για αυτό το καράβι».
Ύπουλα διάλεγε να ξεστομίζει τα λόγια αυτά δήθεν σαν ευχή. Μα όλοι ήξεραν τι αυτή σήμαινε, ειδικά οι καπεταναίοι. Δεν υπήρχε καπετάνιος που καπετάνευε για πάνω από χρόνο στα νερά της Καραϊβικής, και που δεν του είχε φυράνει το μυαλό το πιοτί, που να μην ήξερε το κάλπικο κόλπο του μάντη. Ο γερο-Μπράμαν πριν δώσει την πρόβλεψη του φαρδιά πλατιά μπροστά σε όλους στο λιμάνι μέρα μεσημέρι, το προηγούμενο βράδυ θα ζητούσε μερίδιο από το κάργκο του πλοίου. Αν ο καπετάνιος πλήρωνε, ο Μπράμαν δεν θα προέβλεπε τίποτα, ούτε για το πλοίο του καπετάνιου που τον πλήρωσε ούτε για κανένα άλλο στο λιμάνι. Με αυτή την τακτική ο Μπράμαν εξασφάλιζε πως ακόμα και αν βρισκόταν ένας καπετάνιος να αψηφήσει τον χρησμό του, δεν θα βρισκόταν κανείς να αψηφήσει όλους τους άλλους καπεταναίους που θα τον κοίταζαν με κακό μάτι. Τέσσερις φορές είχε κάνει όλα τα πλεούμενα στο Πρικ-γουέστ να κρατήσουν δεμένο κάβο για μέρες. Την τελευταία είχε κρατήσει το λιμάνι χωρίς σφύριγμα αποχαιρετισμού για τέσσερις εβδομάδες.
Κανένας ναυτικός δεν ήθελε να ταξιδέψει με ένα σκαρί όταν για αυτό είχε μιλήσει ο γερο-Μπράμαν. Κι όταν κανείς το αποφάσιζε, δεχόταν να το κάνει μόνο αν θα ήταν λίγοι στο πλήρωμα. Έτσι πίστευε πως θα είχε περισσότερες πιθανότητες για να ζήσει. Τα «σημαδεμένα» καράβια του Πρικ-γουέστ, όπως τα έλεγαν, έφευγαν έτσι με πλήρωμα λειψό και πιο εύκολα συναντούσαν την κακιά μοίρα που είχε δει για αυτά ο Μπράμαν. Δεν ήταν λίγες οι φορές μάλιστα που φοβισμένοι κάποιοι σκότωναν όλο το υπόλοιπο πλήρωμα οι ίδιοι - ακόμα και μία ώρα πριν πιάσουν λιμάνι - για να εξασφαλίσουν ότι εκείνοι θα ήταν ο ένας που θα επέστρεφε ζωντανός. Όταν συνέβαινε να χαθεί όλο το πλήρωμα, ο γερο-Μπράμαν διέδιδε μαρτυρίες πως κάποιος είχε επιζήσει και τον είχαν δει σε άλλο λιμάνι να λέει πόσο δίκιο είχε ο μάντης του Πρικ-γουέστ. Έτσι η φήμη του γερο-Μπράμαν έμενε αδιαμφισβήτητη και δυνάμωνε. Κανείς δεν ρίσκαρε να ταξιδέψει με καράβι που είχε σημαδέψει.
Ο γερο-Μπράμαν πλούτισε με τους εκβιασμούς του, και κατάφερε να φτάσει ως τα εξήντα οκτώ του. Έζησε άνετα στο Πρικ-γουέστ. Κάθε βράδυ για εκείνον ήταν το βράδυ ενός ναυτικού που γιόρταζε που έπιανε λιμάνι μετά από καιρό με τα αμπάρια του γεμάτα κέρδη. Ποτέ του όμως δεν ευχαριστήθηκε τα πλούτη του στο έπακρο. Προσπαθώντας να πείσει σαν μάντης δεν έμεινε ποτέ σε έπαυλη, δεν ντύθηκε ποτέ ακριβά, δεν έκανε ποτέ παρέα με ανθρώπους της καλής κοινωνίας. Ίσως αν το έκανε, να κατάφερνε να ζήσει παραπάνω από τα εξήντα οκτώ. Γιατί σε μια βεγγέρα αριστοκρατών σε μία έπαυλη με κήπο και βιολιά που έπαιζαν το σεληνόφως, κάποιοι μεγαλέμποροι έψαχναν να κάνουν περικοπές για να αυξήσουν τα κέρδη τους. Αποφάσισαν να περικόψουν την καρωτίδα του εκβιαστή του Πρικ-γουέστ.

Κανένας στις Αντίλλες δεν παραπονέθηκε.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

77. Το μυστικό ενός μηχανικού ημίθεου.

Ο μάστορας γύρισε το ταμπελάκι στην πόρτα του καταστήματος, έτσι που ο δρόμος διάβαζε «κλειστόν», και πήρε από τον ώμο τον μαθητή του οδηγώντας τον προς το μέσα μέρος του μαγαζιού. Ήθελε να του δείξει κάτι στο εργαστήρι. Ήταν Παρασκευή, νωρίς το απόγευμα, και ο εμπορικός δρόμος που βρισκόταν το κατάστημα αυτομάτων και αυτοκινούμενων ήταν ασυνήθιστα ήσυχος. Όλη τη βδομάδα o τεχνίτης μιλούσε για έναν θησαυρό που είχε βρει και πώς με αυτόν επιτέλους θα τελείωνε τον «μηχανικό ημίθεο» του, όπως ονόμαζε το φτιαγμένο από διακόσια έξι γρανάζια ομοίωμα ανθρώπου που δούλευε εδώ και μήνες στο εργαστήρι. Όταν είχε ξεκινήσει τον είχε φτιάξει με τριακόσια πενήντα, μα υπό των ταγών της απλότητας και αναμένοντας το κομμάτι που δεν είχε, κατάφερε να μειώσει τον αριθμό που χρειαζόταν το αυτόματο του για να λειτουργήσει.
Ο μαθητής δραττούσης της ευκαιρίας ρώτησε τον δάσκαλο του γιατί στη βιτρίνα εξακολουθούσαν να έχουν τον «Τούρκο» του Wolfgang von Kempelen, ενός αυτόματου που έπαιζε σκάκι, όταν ήταν γνωστό σε όλους πως επρόκειτο για απάτη. Το ανθρώπινο ομοίωμα με την τούρκικη πίπα πάνω στο κουτί με τη σκακιέρα δεν ήταν παρά μία μαριονέτα που την κινούσε έναν άνθρωπος κρυμμένος μέσα στο κουτί. Ο δάσκαλος απάντησε πως κρατάει τον «Τούρκο» στη βιτρίνα γιατί αρέσει στον κόσμο, και γιατί θυμίζει στον ίδιο πώς διάσημοι σκακιστές δέχτηκαν να στριμωχτούν μέσα στο κουτί του «Τούρκου» για να του δώσουν ζωή και να βοηθήσουν στην αυταπάτη Wolfgang. «Σε όλα τα αυτόματα και τα αυτοκινούμενα το παν είναι ο κινητήρας. Όλα τα υπόλοιπα δεν είναι τίποτα παραπάνω από γρανάζια και ελάσματα.»
«Τα σπουδαία αυτόματα χρειάζονται έναν κινητήρα να υπερβαίνει το φυσικό. Τι πιο υπερφυσικό από έναν άνθρωπο;», είπε και χαμογέλασε ο μάστορας. Στα χέρια του κρατούσε ένα κουτί από σκληρό χαρτόνι, και όπως κοιτούσε το μαθητή του, το ύφος του υπονοούσε πώς μέσα στο κουτί είχε κάτι περισσότερο υπερφυσικό από έναν άνθρωπο. Έγνεψε στον βοηθό του να πλησιάσει. Ο μαθητευόμενος πήγε και στάθηκε μπροστά στον δάσκαλο του, που καθόταν σε ένα χαμηλό πάγκο σαν ένα παιδί στον αυλόγυρο ενός σχολείου έχοντας ένα κουτί με το κολατσιό του στα γόνατα, έτοιμο να το ανοίξει. Παραδίπλα του στεκόταν ο «μηχανικό ημίθεος» ψυχρός και ανέκφραστος. Ο μαθητής θυμήθηκε το προηγούμενο βράδυ, όταν έκλεινε το μαγαζί. Εχτές μέσα στα σβησμένα φώτα, τα γρανάζια του αυτόματου έμοιαζαν έτοιμα να σκουριάσουν την επόμενη μέρα και το μηχανικό ανδρείκελο καταδικασμένο σκορπίσει. Σήμερα όμως ο δάσκαλος έλεγε πως μέσα στο Σαββατοκύριακο θα τον έβαζε μπρος.
Με αγωνία ο βοηθός κοίταξε μέσα στο κουτί όταν ο μάστορας σήκωσε το καπάκι. Μέσα είχε μία μηχανική καρδιά. Ήταν ένα μηχανολογικό αριστούργημα. Ο μαθητής υπέθεσε – συγκρίνοντας τις καρδιές των μοσχαριών που έβλεπε κρεμασμένες στο κρεοπωλείο – πώς ήταν ένα ακριβές και πλήρες αντίγραφο της καρδιάς ενός ανθρώπου, με τις βαλβίδες της, τις αορτές της, τους κόλπους της και τα υπόλοιπα της. Διέκρινε όμως ένα πρόβλημα που ήταν παραπάνω από εμφανές για να μην το έχει προσέξει ο δάσκαλος του. Τον ρώτησε σχεδόν αμέσως.
«Μα δάσκαλε, αυτή η καρδιά είναι σπασμένη…»

«Ναι», αποκρίθηκε ο δάσκαλος και χαμογέλασε με περισσότερη ευχάριστη πονηράδα από πριν. «Αυτή η καρδιά όμως έχει καταφέρει να ξαναγαπήσει».

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

76. Η μεγάλη διαφωνία.

Λένε πώς οι αλήθειες αυτού του κόσμου βρίσκονται γραμμένες σε ασήκωτα βράχια κρυμμένα στις στοές ενός λαβυρίνθου στα έγκατα της γης, καθένα σε ξεχωριστή αίθουσα. Στο ερώτημα: «ποιος έχει φτιάξει αυτόν τον λαβύρινθο;». Η λιγότερο πιθανή απάντηση είναι να είναι ανθρώπινο δημιούργημα, αφού ο τρόπος που είναι δομημένος δεν ακολουθεί καμία νόρμα από αυτές που διέπουν τους ανθρώπινους λαβυρίνθους. Ξεκινά από το κέντρο και είναι ιδιαίτερα εύκολο να επιστρέψεις από όπου ξεκίνησες. Το μυστικό της απάτης του βρίσκεται στην απληστία που παρουσιάζει ο άνθρωπος στην αληθινή γνώση. Όσοι μπήκαν εξαντλήσαν τους εαυτούς τους αναζητώντας όλο και περισσότερες απαντήσεις, επιλέγοντας να μην βγουν έξω ακόμα και όταν η πείνα ή η δίψα τους γονάτιζε.
Η είσοδος του λαβύρινθού λέγεται πως ξαναβρέθηκε πρόσφατα. Γνωρίζοντας πάρα πολύ καλά το μυστικό της απάτης του, μία ομάδα ανθρώπων στάλθηκε να βρει όλες τις αλήθειες και να τις αναδύσει. Ή τουλάχιστον να φέρει τόσες όσες είναι τα μέλη της ομάδας. Ο καθένας θα επέλεγε διαφορετική διαδρομή στο λαβύρινθο, που μπορεί να θεωρηθεί και άθροισμα επιμερών λαβυρίνθων, βρίσκοντας διαφορετική αίθουσα και μαθαίνοντας μία διαφορετική αλήθεια. Τέλος θα συναντούσε τους υπόλοιπους στην είσοδο.
Έτσι και έγινε, τα μέλη ανακάλυψαν το ένα από μία αλήθεια - ή ίσως και περισσότερες - και επέστρεψαν από το σημείο που ξεκίνησαν όλοι μαζί. Άλλος ήξερε ποιο ήταν νόημα της ζωής, άλλος ήξερε τον τρόπο για την ευτυχία, άλλος ήξερε αν είχε Όνομα ο θεός, άλλος πώς πρέπει να τρέφεται ο άνθρωπος, άλλος ήξερε την κατάσταση του θανάτου, άλλος ήξερε ποια μορφή κοινωνίας είναι η σωστή, άλλη ήξερε την διαφορά των ερώτων των δύο φύλλων, άλλος ήξερε το σχήμα του σύμπαντος, άλλος ήξερε τον βέλτιστο πληθυσμό της ανθρωπότητας, άλλος ήξερε τον αριθμό των αγαθών που ικανοποιεί τις ανάγκες του ανθρώπου, άλλος ήξερε πώς γεννήθηκε το σύμπαν, άλλος ήξερε πώς δημιουργήθηκε η ζωή. Όλοι συναντήθηκαν στην είσοδο και από λαχτάρα είπαν στους άλλους αυτό είχαν μάθει. Ήθελαν τόσο πολύ να μοιραστούν αυτό που είχαν διαβάσει αλλά και να μάθουν τι είχαν δει οι άλλοι γραμμένο στο βράχο που είχαν βρει.
Κανένας όμως δεν πίστεψε τον άλλο. Οι αλήθειες αντέβαιναν όσα ως τώρα πίστευαν και δεν μπορούσαν να τις δεχτούν όλες. Ειδικά όταν δεν τις είχαν δει. Με κάποιες βέβαια συμφωνούσαν, καθώς αποδείχτηκε πως τις πίστευαν από πριν.
     Η συνάντηση τους αυτή τη στιγμή έχει εξελιχθεί σε μία αδιάκοπη διαφωνία. Παραμένουν εκεί μέχρι να πιστέψουν τους άλλους και να συμφωνήσουν για να αποφασίσουν να ανέβουν. Αυτό θα πάρει αρκετό καιρό, γιατί πολλοί αρνούνται ακόμα και να ακούσουν τους άλλους. Εμείς οι υπόλοιποι περιμένουμε, κάνοντας όπως φαίνεται ακριβώς το ίδιο.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

75. Μία μαρτυρία από το κρανίο του Μπρονσκ.

Κάποτε δύο φρικαλέα πλάσματα έπιασαν να διαφωνούν για το ποιου η θέα ήταν περισσότερο φρικτή και μπορούσε να προκαλέσει χειρότερους εφιάλτες σε έναν υγιή νου. Το ένα προέτεινε σαν επιχείρημα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του προσώπου του που θα ήταν όμορφα, αν το κρανίο του ήταν αντρικό ή γυναικείο, αντί των δύο όμως είχε το κρανίο ενός σκύλου. Το άλλο ανταπέδωσε την παντελή έλλειψη κρανίου, έτσι που το κεφάλι του ήταν ένα κρεμασμένο σακί από τριχωτό δέρμα που το στόλιζαν μάτια, κρεατοελιές και τρύπες που δύσκολα ξεχώριζαν αν ήταν ρουθούνια, στόματα ή στοές αυτιών.
Το ίδιο πλάσμα συνέχισε, λέγοντας πόσο αποτρόπαιο θέαμα ήταν όταν περπατούσε. Πατούσε στα τέσσερα σαν ζώο. Τα πόδια του δεν ξεχώριζαν ούτε για πόδια ούτε για χέρια, και είχαν αρθρώσεις που λύγιζαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Παρά τα σταθερά και σίγουρα βήματα του κάθε φορά που περπάταγε έδινε την εντύπωση συνεχούς παραπατήματος, ενώ ο κορμός του ήταν έτσι δομημένος που καθώς κινούταν, πέρα από το σακουλένιο κεφάλι του, και όλα τα άλλα όργανά του κρεμόνταν προς τα κάτω στάζοντας αίμα, υγρά και ακαθαρσίες. Τότε το πρώτο – που ήταν περισσότερο καλοφτιαγμένο και πλησίαζε κοντινότερα την ανθρώπινη φυσιολογία – αντέτεινε πως τα δικά του άκρα ήταν χειρότερα. Πόδια και χέρια κατευθύνονταν ζευγαρωτά αντίθετα το ένα από το άλλο και επιπλέον δεν ήλεγχε πότε θα κουνήσει το καθένα. Αυτό και μόνο, ισχυριζόταν πως όχι μόνο το καθιστούσε σχεδόν στάσιμο και αποτελούσε βασανιστήριο για το ίδιο, αλλά οι σπαστικές κινήσεις του προξενούσαν σύγχυση σε βαθμό παράνοιας σε οποιοδήποτε λογικό που το έβλεπε να προσπαθεί να κινηθεί.
Τα δύο πλάσματα συνέχισαν να ανταγωνίζονται για την ανάδειξη του πιο φρικαλέου από τα δύο, αγνοώντας ότι ολόγυρα τους υπήρχαν εκατομμύρια άλλα ανοσιουργήματα, που η θέα του συνόλου τους ήταν αρκετή για να οδηγήσει τον καθένα στην τρέλα και εν τέλει στην αυτοκτονία. Όπως ακριβώς συνέβη στον άντρα μέσα στο κεφάλι του οποίου, είχε την ατυχία, να γεννηθεί το πλήθος των πλασμάτων αυτών, στον συγγραφέα των παραδεισένιων αφηγήσεων Εμμανουήλ Μπρονσκ.

Ωστόσο η μαρτυρία αυτή υπονοεί πως κάποιος έχει δει μέσα στο κρανίο του Μπροσνκ, και στάθηκε αρκετά λογικός για να τη μεταφέρει ώσπου θα φτάσει σε αυτή την αφήγηση. Έτσι μπορούμε απλά να υποθέτουμε πως όποιος και αν είναι αυτός πρόκειται είτε για απατεώνα, είτε για αυταπατώμενο.

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

74. Ο τρομερός κόκορας του Ιρ Λαμπάν.

Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε του θεούς. Στην αρχή οι θεοί δημιούργησαν πλάσματα με τρομερό μέγεθος, όψη και δύναμη. Όταν κατέληξαν στον σημερινό κόσμο, τον κόσμο τον ανθρώπινο και των φυσικών νόμων, διαπίστωσαν πως τα υπερφυσικά πρώτα πλάσματα δεν του ταίριαζαν, και θέλησαν να τα αφαιρέσουν.
Μη μπορώντας αλλιώς, αρχικά τα έκρυψαν από τα μάτια των ανθρώπων, και ύστερα μηχάνευσαν οι άνθρωποι να τα ξεχάσουν. Σε μία από τις κυρτές κολώνες που θεμελιώνουν την κτίση άλλωστε έχουν γράψει σε γλώσσα που μόνο ο Θεός μπορεί να διαβάσει και οι θεοί μπορούν μόνο να γράψουν «Υπάρχουν μόνο όσα τα σκέφτονται, και δρουν μονάχα για όσους τα πιστεύουν.». Σε μία άλλη γράφει «Η λήθη νικάει το χρόνο.». Και σε μία τρίτη «Η μνήμη έχει πολλούς τρόπους να ξεφεύγει από την λήθη».
Ένα από αυτά τα πλάσματα είναι και ο τρομερός κόκορας του Ιρ Λαμπάν. Με δύο φορές το ύψος ενός ψηλού ανθρώπου, κιτρινοκόκκινα φτερά, κατακόκκινο λειρί, κοφτερά νύχια και σουβλερό ρύγχος. Αυτός και οι υπερφυσικές δυνάμεις του σώζονται ως σήμερα μέσα από την αγγλική φράση «first thing in the morning». Το απειλητικό ρύγχος του, τα πλουμιστά φτερά του, και το επιτακτικό κακάρισμα του υπάρχουν ακόμα, και δεσμεύουν όσους αφελώς χρησιμοποιούν τη φράση αυτή σαν πραγματική υπόσχεση.
Αυτά τουλάχιστον υποστηρίζει ο αφηγητής της παρακάτω ιστορίας, που κάποιο βράδυ πριν κοιμηθεί υποσχέθηκε να στείλει απάντηση σε έναν συσπουδαστή του το επόμενο πρωί. Η ιστορία του έχει ως εξής:

Με την αυγή ο ύπνος του χάλασε. Τα όνειρα του ζωήρεψαν και σταμάτησαν να είναι άλλο όνειρα. Ήταν ματιές πέρα από τον κόσμο. Μέσα στον ύπνο του είδε τον τρομερό κόκορα του Ιρ Λαμπάν, πρώτα να τον κράζει να ξυπνήσει και ύστερα να τον τσιμπά με αγριότητα. Η φωνή του ήταν βραχνή και οι τσιμπιές του μάτωναν τη σάρκα του πριν την ακουμπήσουν, έτσι που τσιμπούσαν πληγές και όχι σάρκες.
Ο αφηγητής καταϊδρωμένος ξύπνησε από αυτό το θέαμα, που στην αρχή νόμισε για εφιάλτη. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί και να έρθει στα συγκαλά του. Άνοιξε τη βρύση, έβαλε τα χέρια του κάτω από το κρύο νερό και το χούφτιασε για να βρέξει το πρόσωπο του. Μια και δυο, και αφού νόμισε πως ξύπνησε για τα καλά, διαπίστωσε έντρομος πως ακόμα άκουγε το λάλημα του κόκορα να τον κράζει, και πως ανάμεσα στη θέα του κόσμου και το σκοτάδι της συνείδησης του έβλεπε την φρικαλέα εικόνα των φτερών και του ρύγχους του να κινούνται εναντίον.
Η αίσθηση των επιθέσεων γίνονταν εντονότερη κάθε φορά που πήγαινε να κάνει κάτι άλλο από αυτό που είχε υποσχεθεί να κάνει πρώτο το πρωί. Δεν μπορούσε να πάει μέχρι το ψυγείο να πάρει να βράσει ένα αυγό για να φάει το πρωινό του. Δεν μπορούσε να ανοίξει τα παράθυρα να δει το φως του ήλιου που ανέτειλε. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα χωρίς να νιώθει να τον βασανίζει ο κόκορας του Ιρ Λαμπάν και να του υπενθυμίζει με τρόπο παράξενο την υπόσχεση που είχε δώσει το προηγούμενο βράδυ. Σύντομα δεν μπορούσε να αντέξει ούτε να κάνει μία απλή κίνηση που να μην εξυπηρετούσε την εκπλήρωση της υπόσχεσης του.
Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Από την πρώτη στιγμή, από όταν πρωτάκουσε και πρωτοείδε τον κόκορα του Ιρ Λαμπάν, με έναν ανεξήγητο τρόπο ήξερε πως όλα είχαν να κάνουν με την υπόσχεση στον συσπουδαστή του. Η λύση φυσικά ήταν απλή, και αν δεν του φαινόταν απίστευτο αυτό που ζούσε θα συμμορφωνόταν με αυτή εξ αρχής. Για να μπορέσει να ξεκινήσει την μέρα του, άνοιξε τον υπολογιστή του και έστειλε την απάντηση στον συσπουδαστή του.