Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

70. Ένας Αθάνατος

Όταν οι άνθρωποι νιώσουν πως ο χρόνος τους τελεύει, και πλησιάζει το τέλος της ζωής τους, μεγεθύνεται η επιθυμία τους να ήταν αθάνατοι.
Η αλήθεια αυτή συναντάται δύο φορές στον Κατάλογο των Αληθειών. Μία στην κατηγορία των Μεγάλων Αληθειών και άλλη μία στην κατηγορία των Θανατικών.
Η επιθυμία της αθανασίας είναι λιγότερη έντονη για όσους η ζωή τους είναι γεμάτη με βάσανα - γιατί αυτοί επιζητούν το Θάνατο Λυτρωτή – ή όταν έχουν ζήσει καλά και νιώθουν πλήρεις. Για όσους η ζωή υπήρξε ανιαρή, άδεια, και την έζησαν σαν μία διαρκή αναμονή κάποιου νοήματος ή αυτού που λένε ευτυχία, η επιθυμία της αθανασίας αποκτά τεράστιες διαστάσεις.
Μία τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του πρωταγωνιστή της ιστορίας αυτής. Ο αφηγητής της οποίας, για προφύλαξη του, ορκίζεται στη ζωή του πως δεν ξέρει τίποτα παραπάνω από όσα εδώ γράφονται για τον μυστηριώδη πρωταγωνιστή του.
Πρόκειται για έναν άντρα που ζούσε στην Αγγλία πριν πολλά χρόνια. Ήταν νέος και έτσι δεν μπορούσε να νιώσει πως ο θάνατος του ήταν κοντά, αλλά και αρκετά μεγάλος για να αισθανθεί την τελεσίδικη εγκατάλειψη της νιότης. Μια μέρα φοβήθηκε πως δεν είχε ζήσει τίποτα, και ούτε θα προλάβαινε να ζήσει. Έτσι επιθύμησε με τρόπο τρομερό την αθανασία.
Οι πολύ μεγάλες επιθυμίες είναι ικανές να πραγματοποιήσουν ευχές. Για αυτό και οι λέξεις επιθυμία και ευχή συνωνομούν.
«Μακάρι να μην πέθαινα ποτέ» γλώσσιαζε κάθε τόσο ο νους του άντρα και μέσα στο στόμα του η γλώσσα του σφίγγονταν στέρεη πιέζοντας τον ουρανίσκο πίσω από τα μπροστινά του δόντια.
Μια μέρα, στους περιπάτους του και ενώ o κόσμος τον χαιρετούσε ευγενικά, ο δύσμοιρος άντρας ανταπέδιδε με ένα ευγενικό νεύμα αγγίζοντας το γείσο του καπέλου του. Το στόμα του έμενε κλειστό. Ένα ελαφρύ μειδίαμα, υποκριτής χαράς, χάρισμα στην ευγένεια, έσπαζε τις στενές γραμμές των χειλιών του. Τα δόντια του έμεναν σφιχτά, και η γλώσσα του πίεζε ασταμάτητα τον ουρανίσκο του. «Μακάρι να μην πέθαινα ποτέ» όμως δεν έλεγε ο νους του. Με βρισιές ανταπέδιδε στο μυαλό του τις καλημέρες και τις καλησπέρες των άλλων.
Μία στιγμή, είδε τον πιο αγαθό και αγαπητό άντρα στην πόλη να στέκεται μπροστά σε έναν πάγκο ενός ιχθυοπώλη. Τον άκουσε να λέει πώς ήθελε να αγοράσει ψάρια για να τα παστώσει. Τα λόγια του αντήχησαν την γαλήνη και την ηρεμία αυτού που λένε ευτυχία. Εκείνη τη στιγμή, όπως στεκόταν και τον κοίταζε από την απέναντι πλευρά του δρόμου, ζήλεψε και μίσησε εκείνον τον ευτυχισμένο άνθρωπο περισσότερο από όλους τους άλλους. Και με τον ίδιο τον διάβολο θα έβαζε ακόμα στοίχημα πώς το χαμόγελο εκείνου του άντρα δεν θα έσβηνε από το πρόσωπο του ακόμα και όταν το πρόσωπο του θα σάπιζε μέσα στο φέρετρο. Θα στοιχημάτιζε ακόμα και τη ζωή του στο Θεό, πως ο άντρας αυτός δεν θα έκανε κακό ποτέ σε κανέναν.
«Δεν θα πεθάνω ποτέ, αν δεν με σκοτώσεις εσύ.» γλώσσιασε ο νους του και η γλώσσα του ήταν τόσο σφιγμένη μέσα στο στόμα του που τα δόντια του θα σπάγαβε το ένα πάνω στο άλλο.
Η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε. Έγινε αθάνατος, μέχρι εκείνος ο άντρας – που το όνομα του ήταν Ιώκ - να τον σκοτώσει.
Ο Ιώκ πια είναι ένα φάντασμα. Ένα δολοφονικό πνεύμα καταδικασμένο να υπάρχει στον κόσμο μας μέχρι να εκπληρώσει την ευχή του υπεύθυνου της κατάρας του. Ως τότε - Αλίμονο! - το βασανισμένο πνεύμα το περιπαίζουν κάποιοι παράτολμοι μεθύστακες για να διασκεδάσουν. Κι ελεεί ο τρελός Ιώκ τους δειλούς αυτόχειρες που τον καλούν ζητώντας την βοήθεια του, αυτός δεν βρίσκει κανένα έλεος.
Εμείς ας ευχηθούμε να μην βρει ποτέ το έλεος κανενός, παρά να βρει τον άντρα αυτής της ιστορίας.

Τρίτη 19 Μαΐου 2015

69. Μια ακόμα ατέλειωτη συζήτηση.

Κάποτε ένας θαρραλέος και ένας δειλός συζητούσαν για μία από τις διακόσιες και μία αλήθειες. Την αλήθεια πως τη Μοίρα μπορεί να την αλλάξουν μόνο οι θαρραλέοι και οι δειλοί. Γρήγορα κατέληξαν να διαφωνούν για το ποιος από τους δύο είναι πιο ισχυρός απέναντι της.
Ο θαρραλέος ισχυριζόταν πως ο δυναμισμός, η μαχητικότητα και η δράση που πηγάζουν από το θάρρος του είναι σαφώς εκείνα που τον κάνουν ισχυρότερο στο να μπορεί να αλλάζει το τι έχει γραφεί. Από την άλλη ο δειλός υποστήριζε πως η αναλγησία, η αδράνεια και η φοβισμένη άρνηση του προερχόμενες από τη δειλία του είναι εκείνα που αναχαιτίζουν όσα ορμητικά η μοίρα έχει προετοιμάσει να έρθουν.
Στη διαφωνία τους επενέβη ξαφνικά ένας επίμονος. Δήλωσε απερίφραστα και στους δύο πως αυτό που αλλάζει τελικά τα όσα η Μοίρα έχει προετοιμάσει είναι η επιμονή. Η αδιαλλαξία να μην τα δεχτεί κανείς. Τέλος στα λίγα του λόγια πρόσθεσε με ποιητική διάθεση τη παρακάτω φράση:
«Πώς μπορείς να τα βάλεις με εκείνη που δεν την αγγίζει ο χρόνος, χωρίς να έχεις κάποια αντίστοιχη συμπεριφορά απέναντι σε αυτόν και ο ίδιος.»
Ο θαρραλέος και ο δειλός άκουσαν καλά τα λόγια του επίμονου, και φάνηκε σαν να δέχτηκαν σωστά τα όσα είπε. Έτσι, συνέχισαν με μεγάλη επιμονή να υπερασπίζονται τη θέση τους και να επιχειρηματολογούν πάνω στην αξία τους.
Η συζήτηση τους δεν σταμάτησε ποτέ. Συνέχισαν να μιλάνε και να μιλάνε. Κανείς δε βρέθηκε να έχει δίκιο. Και αυτό, γιατί και οι δύο απασχολούμενοι με τη μεταξύ τους λογομαχία έμειναν άπραγοι. Κανείς τους δεν πήγε να αλλάξει το τι η Μοίρα είχε κανονίσει.

Υποψιαζόμαστε πως ήταν μία συζήτηση

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

68. Οι προδότες φίλοι του Αννή

Όταν τον Αννή τον ανακήρυξαν Θάνη, και άκουσε τους κοροϊδευτικούς ψιθύρους για την ομοιοκαταληξία και την ομοιότητα του ονόματος του και του τίτλου του, χαμογέλασε. Η νέα αυτή προσβολή των αδυνάτων στο πρόσωπο του, θα αντικαθιστούσε την προηγούμενη, που είχε να κάνει με ένα θηλυκό ομόηχο όνομα. Ο Αννής ήταν άνθρωπος έξυπνος, καλός, μεγαλόκαρδος, με εμπιστοσύνη στον ίδιο, στο Θεό και στους ανθρώπους.
Στην τιμή που του δόθηκε φέρθηκε άξιος. Διοικούσε σωστά, έπαιρνε σωστές αποφάσεις και ήταν δίκαιος. Όλα για το καλό του τόπου του και του βασιλιά. Στο όνομα του οποίου χάρισε πολλές νίκες στα πεδία της μάχης.
Στη υπέρμετρη αγαθότητα του και πλάι στα τόσα προτερήματα του Αννή όμως, αντέταξε η μοίρα την κακοτυχία να περιτριγυρίζεται από συμβούλους και φίλους ανάξιους. Εγωιστές, φιλόδοξους, εκδικητικούς και άπληστους που εποφθαλμιούσαν τη θέση του. Με τον καιρό ένας ένας, ή και σε συνεργασία ο ένας με τον άλλο, επιχείρησαν να σκοτώσουν τον Θάνη τους και να αρπάξουν ο καθένας για τον εαυτό του τον τίτλο και την εξουσία.
Όλοι τους απέτυχαν. Και όλους τους καταδίκασε σε θάνατο ο Αννής, δίκαιος καθώς ήταν και πιστός  στους νόμους του βασιλιά. Ο Αννής έμεινε να κυβερνά μόνος την επικράτεια του. Κάτι που ούτε του άρεσε, ούτε ήταν επιτυχές. Δεν άντεχε την μοναξιά και πάνω στο χρόνο άρχισε να σκέφτεται πώς θέλει πίσω τους προδοτικούς του φίλους. Τις νύχτες που η μοναξιά τον έπνιγε προσευχόταν να μπορούσε να τους αναστήσει.
Ο Αννής εμπιστευόταν τον εαυτό του, τον Θεό και τους ανθρώπους. Και ο Θεός – που δεν είναι σαν τους ανθρώπους – αγαπά όσους τον εμπιστεύονται και δεν τους χαλά τις προσευχές. Ο Θεός ανέστησε τους προδότες φίλους του Αννή ανοίγοντας τους τάφους τους, και ο Αννής άνοιξε την αγκαλιά του σε αυτούς. Πόσο του είχαν λείψει. Αφού δεν μπορούσε να έχει φίλους και καλούς συμβούλους προτιμούσε να έχει αυτούς. Λάθος σκέψη για έναν τέτοιο άντρα.
Οι άνθρωποι δεν αγαπούν πάντα όσους τους εμπιστεύονται. Οι αναστημένοι φίλοι και σύμβουλοι του Αννή τον σκότωσαν όταν μπόρεσαν, παρά το γεγονός πως του χρωστούσαν την σωτηρία τους από την τιμωρία της κόλασης που άξιζε στις αμαρτίες τους. Αμαρτίες που τους ακολούθησαν στη δεύτερη ζωή τους, καθώς οι αμαρτίες δεν κατοικούν στην κόλαση μα στους ανθρώπους.
Έτσι οι φίλοι του Αννή,
όταν τον πρόδωσαν,
έμειναν μόνοι χωρίς τον καλό τους το Θάνη.
Παρέα με τις αμαρτίες τους δεν άντεξαν, και πάνω στο χρόνο άρχισαν να προσεύχονται την ανάσταση του Θάνη τους. Όμως σε αυτούς ο Θεός δεν έκανε της προσευχή τους το χατίρι. Μείναν μόνοι να βουρλίζονται απέλπιδοί.


Αυτή είναι η ιστορία των προδοτών φίλων του Αννή. Μας δείχνει λένε πως κάποιοι έχουν ελπίδες, κάποιοι σκάρτες ελπίδες και κάποιοι καθόλου.

Αλήθεια εμείς δεν ξέρουμε ποιους να λυπηθούμε περισσότερο.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

67. Τα μπακιρένια πνευμόνια.

Οι αρχιμάστοροι και αρχιμάγιστροι αρνιούνται πεισματικά να ομολογήσουν πως έχουν προσπαθήσει να φτιάξουν τα αθέατα και αύλα αντικείμενα που συνοδεύουν την ζωή του ανθρώπου. Ωστόσο κάποιοι υποστηρίζουν πως όλες οι θαυμαστές τους τέχνες ξεκίνησαν από μία τέτοια προσπάθεια, ή πώς πηγάζουν από την μίμηση μίας τέχνης που τα δημιούργησε. Σίγουρο είναι πως τα αντικείμενα αυτά έχουν φτιαχτεί και υπάρχουν, αλλιώς δεν θα είχαμε την παρακάτω ιστορία.
           
Κάποτε ένας δημοσιογράφος συνόδευε μία αποστολή σε κάποιο χωριό της Αφρικής. Μετέφεραν φάρμακα και εμβόλια. Είχαν στην διάθεση τους δύο τσιπ και ένα μικρό φορτηγό για την μετακίνηση τους. Η διαδρομή ήταν εύκολη και καθόλου επικίνδυνη. Κάθε μερικές ώρες θα περνούσαν από οικισμούς, και τα μόνα εμπόδια που συναντούσαν ήταν κάποια φουσκωμένα σημεία μικρών παραποτάμων.
Συνοδεία τους υπήρχαν και μερικοί ιθαγενείς, να κουβαλήσουν και να βοηθήσουν στο δρόμο. Ανάμεσα τους ο δημοσιογράφος ξεχώρισε ένα ζευγάρι. Την προσοχή του δεν τράβηξαν τα νιάτα τους, η προσοχή που έδειχναν ο ένας στην άλλη, ή η μαύρη τους γύμνια που δεν καλυπτόταν από τα λιγοστά τους ρούχα, αλλά κάποια σφαιρικά μεταλλικά δοχεία που κρέμονταν ανάμεσα στα διάφορα χαϊμαλιά τους.
Φορούσαν ένα ο καθένας. Το μέγεθος τους ήταν λίγο μεγαλύτερο από μία ανοιχτή γροθιά. Σε όλη την επιφάνεια τους, από το κάτω μέρος τους μέχρι το στόμιο τους ο δημοσιογράφος μπορούσε να διακρίνει σκαλίσματα που έμοιαζαν να ακολουθούν μία κυκλική μπροσούρα αλλά από απόσταση δεν μπορούσε να είναι σίγουρος τι απεικόνιζαν. Σε κάθε περίπτωση τα δύο δοχεία δεν έμοιαζαν ίδια.
Γρήγορα ο δημοσιογράφος κατάλαβε πως τα δοχεία δεν χρησίμευαν για να νερό. Εκτός που το στόμιο τους δεν σφάλιζε, κάθε τόσο μία ο νεαρός και μία η κοπέλα πλησίαζε η μία τον άλλο, έπαιρνε τη μεταλλική σφαίρα του και φυσούσε μέσα. Από ένα σημείο και μετά ο δημοσιογράφος ορκιζόταν προς πριν γίνει αυτό εκείνος που μέσα στη σφαίρα του φυσούσε έδειχνε να περπατά σαν να η σφαίρα να έχει αρχίσει να τον βαραίνει.
Τόλμησε και ρώτησε έναν άλλο ιθαγενή που ήξερε να μιλά την γλώσσα και χρησίμευε σαν διερμηνέας. Ήταν μάλιστα από το ίδιο χωριό των δύο νέων. Ο διερμηνέας του απάντησε πως τα δύο δοχεία ήταν δύο μπακιρένια πνευμόνια. Ήταν υλοποιήσεις των πνευμόνων του Μπαχίρ που όλοι οι άνθρωποι έχουμε πάνω στο σώμα μας. Βρίσκονται αθέατα κάπου στην πλάτη, στους ώμους, ή στο στήθος και στη κοιλιά μας και γεμίζουν με την ικανοποίηση των σπουδαιότερων επιθυμιών μας. Αν μένουν άδεια τότε ο άνθρωπος νιώθει ασφυξία, ακριβώς όπως όταν δεν μπαίνει αέρας στα πνευμόνια. Στην περίπτωση των μπακιρένιων πνευμόνων αυτά βαραίνουν.
Ο δημοσιογράφος προσποιήθηκε, ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό, πώς δεν πίστεψε την ιστορία του διερμηνέα. Το λίγο όμως που την πίστεψε, μεγάλωνε μέσα του όσο έβλεπε το ζευγάρι των ιθαγενών να συνεχίζει πιστά την ανταλλαγή αναπνοών μέσα στα δοχεία που κουβαλούσαν. Μαζί μεγάλωνε και η ιδέα να αποκτήσει αυτά τα δύο σπάνια αντικείμενα.
Άντεξε μέχρι το μεσημέρι της επόμενης, όπου έκαναν μία σύντομη στάση και οι περισσότεροι έπεσαν για ύπνο. Πλησίασε πολύ προσεκτικά και τα πήρε. Από κοντά είδε κάποια από τα σκαλίσματα. Κρέμασε τα δύο μπακιρένια πνευμόνια σταυρωτά στο στήθος του και έφυγε γρήγορα. Το σχέδιο του ήταν απλό. Δεν βρίσκονταν μακριά από το τελευταίο χωριό. Ακόμα και με τα πόδια δεν θα του έπαιρνε πάνω από τρεις ώρες να φτάσει, από εκεί τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο εύκολα. Έφυγε κλέφτης.
Η διαδρομή ήταν εύκολη. Το μόνο εμπόδιο ήταν ένας μικρό κομμάτι νερού. Ούτε μέχρι τη μέση βαθύ. Δεν ήταν τίποτα. Ο δημοσιογράφος όμως φορούσε δύο μπακιρένια πνευμόνια, που είχαν αρχίσει να βαραίνουν. Ήθελε να σταθεί να απολαύσει τα κλοπιμαία του, αλλά βιαζόταν. Έτρεχε να ξεφύγει. Από το βάρος και την βιασύνη παραπάτησε μέσα στο νερό και έπεσε μέσα.
Δεν ήταν ούτε μέχρι τη μέση βαθύ αλλά δεν μπορούσε να σηκωθεί. Πνίγηκε.
Η αποστολή αναζήτησε με αγωνία τον δημοσιογράφο όταν διαπίστωσε πως έλειπε. Δεν τον βρήκαν. Ούτε βρήκαν τα δύο μπακιρένια πνευμόνια. Το νεαρό ζευγάρι δεν νοιάστηκε, ούτε λυπήθηκε. Δεν ενδιαφέρθηκαν καθόλου. Είχαν αυτό που επιθυμούσαν πιο πολύ. Και ακόμα είχαν τα στόματα τους να ανταλλάσσουν ανάσες μέσα σε αυτά, να αλαφραίνουν το βάρη των αισθημάτων τους.

Άλλωστε οι ρομαντικοί ονομάζουν τα μπακιρένια πνευμόνια, μπακιρένια στόματα.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

66. Μία γάτα και ένας ποντικός

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία γάτα. Η γενιά της κρατούσε από τα αρχαία χρόνια. Από γάτες που λατρεύονταν πλάι στα παράνερα του Νείλου.
Στο σπίτι που βρισκόταν, ένα λιαστό απόγευμα που θύμιζε συννεφιασμένο πρωινό, πίσω από τη γυάλινη βιτρίνα της πόρτας είδε έναν ποντικό απάνω στο τραπέζι της κουζίνας να παραπατάει το αλεύρι και να νοστιμεύεται τα αποζύμαρα. Τον κοίταξε καλά καλά – ήταν καλοθρεμμένος – και έβαλε εμπρός το κυνήγι της.
Χώρεσε το κεφάλι της από τη χαραμάδα της πόρτας και πέρασε στο χώρο της κουζίνας. Ο ποντικός που την είχε δει από πριν από πριν, ταράχτηκε. Κουνήθηκε δεξιά, έκανε δύο μικρά δικά του βήματα αριστερά, ψάχνοντας να βρει από ποια μεριά θα κατέβει από το τραπέζι, και να ξεφύγει τρέχοντας.
Όταν η γάτα πλησίασε, μια σπασμωδική κίνηση τον έκανε να ρίξει το σώμα του στα δεξιά και πάνω σε ένα σκουπόξυλο που ήταν ακουμπισμένο στο τραπέζι. Δεν το έκανε εσκεμμένα, θα το ορκιζόμουν αν είχε θεό να πιστεύει. Το ξύλο της σκούπας είχε πέσει ευθέως στο κεφάλι της γάτας, αφήνοντας την στον τόπο.
Χωρίς θεό πώς να νιώσει και τύψεις όμως ο ποντικός; Ωστόσο ευχαρίστησε την καλή του τύχη.
Ελευθερία! Μπορούσε να κάνει πια ότι ήθελε μακριά από το φόβο της γάτας, να προσέχει και να έχει το νου του συνέχεια μη χάσει τη ζωή του. Τέτοια ευτυχία, το δίχως άλλο, ήθελε συντροφιά. Ευθύς πήγε κι έριξε το κλουβί του καναρινιού για να το ελευθερώσει, κι ύστερα έσπευσε να κάνει ειρήνη με όλα τα ζωύφια του σπιτιού. Τι όρεξη τα είχε πια, με τραπέζι και ντουλάπια γεμάτα και ακίνδυνα στο πλησίασμα. Το καναρίνι φτερούγησε ως το παράθυρο και φώναξε τα σπουργίτια, που μια και δυο αποδέχτηκαν την πρόσκληση να μπουν μέσα.
Γλέντι μεγάλο ξεκίνησε. Ένα οργιώδες φαγοπότι. Στην κουζίνα επικρατούσε ένας μικρός χαμός. Ντουλάπια ορθάνοιχτα, πεσμένα φαγητά κάτω, φασαρία και κακό! Μέσα σε αυτό το χάος εμφανίστηκε κάπως – άγνωστο πώς - και ένας κούνελος, που στα αλήθεια δεν πρέπει να λείπει από μία τέτοια παράξενη ιστορία.
Η κατάσταση αίφνης αναστάτωσε τον ποντικό. Αλίμονο, αυτή η φρένη θα γινόταν σίγουρα αντιληπτή από τους ανθρώπους. Όλα ήταν άνω κάτω. Πώς είχε ξεχάσει τους ανθρώπους; Ξάφνου απελπίστηκε.
Με έναν πήδο κατέβηκε από το μεγάλο κεφάλι του τυριού που είχε σπρώξει έξω από το ντουλάπι του και πλησίασε το άψυχο πτώμα της γάτας.
«Αχ και να ζούσε.» ευχήθηκε από μέσα του ο ποντικός.
Το άγρυπνο βλέμμα της, ο κίνδυνος της παρουσίας της, η υπόσχεση στην απουσία της πως θα εμφανιστεί, τους έκανε όλους – και πιο πολύ εκείνον – τόσο προσεκτικούς που έκρυβαν χωρίς να θέλουν τις πράξεις τους από τους ανθρώπους. Τώρα, ποια θα ήταν η τύχη του; Φάκες και φαρμάκι.
«Αχ και να μη σκότωνα τη γάτα. Δεν θα γίνονταν όλα αυτά» ευχήθηκε με φωνή αυτή τη φορά.
Στη δεύτερη ευχή. Την πιο απελπισμένη. Παραδομένος απόλυτα όπως ήταν στην άσχημη του θέση, η γάτα άρπαξε με τα νύχια της τον ποντικό πιάνοντας τον στον ύπνο. Και σκότωσε αυτόν.
Δεν είναι που έπιασε η ευχή του ποντικού. Ούτε πως η γάτα προσποιούταν την νεκρή και τον ξεγέλασε. Η γάτα από αρχαία γενιά, ήξερε και έστειλε όνειρο στον ποντικό όλη αυτή την ιστορία.
Αυτό ήταν το κυνήγι της. Έτσι τον έπιασε.
Σαν όνειρο ήρθε και στον αφηγητή, που λίγο αφότου ξύπνησε βάλθηκε να την γράψει και να την παραδώσει σε τούτη αυτή τη συλλογή.

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

65. Η λάθος σειρά των λογικών.

Μια φορά και έναν καιρό σε έναν κόσμο πολύ κοινό με αυτόν που γνωρίζουμε και ζούμε υπήρξε ένας άνθρωπος λογικός. Αναγνώριζε με τον νου του το αληθινό και το ψεύτικο μέρος όσων άκουγε, διέκρινε το ωφέλιμο και το επιζήμιο των πράξεων και των γεγονότων και το έκρινε με την ηθική, κατανοούσε το καλό και το κακό των σκοπών και έτσι ζύγιζε το δίκαιο και το άδικο. Τον χαρακτήριζαν οι αρετές του Αριστοτέλη και του Θεού και είχε κάθε προσόν για να είναι ευτυχισμένος. Όπως και ήταν, και εμείς χαιρόμαστε για αυτό.
Παρά την ευτυχία του όμως υπήρχε κάτι που τον βασάνιζε και δεν τον άφηνε να απολαύσει την ευτυχία εφήσυχος και εφησυχασμένος. Οι άνθρωποι τριγύρω του ήταν παράλογοι. Αναγνώριζαν την αλήθεια στο ψέμα άλλοτε επειδή ήταν όμορφο και άλλοτε επειδή τους τρόμαζε, ενώ απέρριπταν την αλήθεια σαν ψέμα από συνήθεια ή ανάλογα με τις διαθέσεις τους. Στο μυαλό τους είχαν συγκεχυμένα το καλό με το καλό το δικό τους, και δεν τα διαχώριζαν αντί να τα έχουν σαν ένα, με τρόπο τέτοιο που έκριναν και έπρατταν λάθος. Ομοίως κτητικοί ήταν και με το δίκιο. Άλλοτε ήταν δικό τους και ήταν πολύ βαρύ και ιερό και άλλοτε ήταν των άλλων και τους ήταν αδιάφορο.
Ο λογικός άνθρωπος δεν άντεχε στην ιδέα ενός παράλογου κόσμου. Κάπως έπρεπε να αποδείξει στον εαυτό του πως ο κόσμος δεν ήταν παράλογος. Ότι τον διέπε κάποια λογική. Και μα τον Αριστοτέλη προσπάθησε να την βρει. Προσπάθησε αν δικαιολογήσει όλα τα παράλογα γύρω του, αλλά και όλα τα παράλογα των γύρω του. Όπως και το κατάφερε. Έγινε παράλογος όπως όλοι οι άλλοι, και εμείς λυπόμαστε για αυτόν.
Λυπόμαστε ακόμα πιο πολύ γιατί λίγο καιρό αργότερα συνέβη να εμφανιστεί ένας ακόμα λογικός άνθρωπος. Και εκείνος όπως ο προηγούμενος δεν άντεχε να περιβάλλεται από παραλογία. Ούτε μία στιγμή όμως δεν προσπάθησε να δικαιολογήσει το οτιδήποτε εναντιωνόταν στην λογική. Η δική του μέθοδος ήταν ο θάνατος του παράλογου. Έτσι ο πρώτος λογικός της σύντομης ιστορίας μας, όντας παράλογος, σκοτώθηκε από τον επόμενο, κι εμείς λέμε πως ήταν κρίμα.
Είναι κρίμα γιατί ο λογικός που επέλεξε τη θανάτωση του παράλογου εμφανίστηκε πριν τον λογικό εκείνον που θα ερχόταν που με υπομονή θα δίδασκε την λογική στους παράλογους.
Μένουμε έτσι με το δίδαγμα να βάζουμε πάντα την λογική μας σε σωστή σειρά.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

64.Ένα χριστουγεννιάτικο «outdoor installation» που εξελίχθηκε κάπως καλύτερα.

Μια φορά και τούτον τον καιρό, μέρες γιορτινές, των Χριστουγέννων εορτές, ένας αναγνωρισμένος εικαστικών που από καιρό ζούσε στην Νέα Υόρκη βάλθηκε να στήσει ένα «outdoor installation» σε όλη την πόλη. Η ιδέα του ήταν η παρακάτω.
Ήθελε να ντύσει όλους τους άστεγους και ζητιάνους της πόλης με ρούχα ακριβά και γιορτινά, όπως αυτά που θα φορούσαν οι πλούσιοι στα διάφορα ρεβεγιόν και τις δεξιώσεις. Σκοπός του ήταν να θίξει το θέμα της φτώχειας και της ανέχειας. Η ενδυματολογική εξίσωση της πλέον κατώτερης τάξης με εκείνης που λέγεται ανώτερη, θα συμβόλιζε την πραγματική εξίσωση πώς όλοι είναι άνθρωποι. Αυτό θα ήταν το σχόλιο του για την αδικία και την υποκρισία των ημερών.
Ο καλλιτέχνης της χριστουγεννιάτικης αυτής ιστορίας, ξόδεψε πολλά χρήματα (δικά του, φίλων του, του δήμου του μεγάλου μήλου, και διάφορων άλλων πρόθυμων χορηγών με γεμάτα πορτοφόλια) και αγόρασε επώνυμα και ακριβά ρούχα, τα οποία και μοιράστηκαν με εντολή του στους επαίτες της πόλης. Σε μερικούς, παρουσία τηλεοπτικής κάλυψης, τα μοίρασε ο ίδιος.
Ενημέρωσε όλα τα μέσα - δικτυακά και παλαιότερα- για το εγχείρημα του και όταν έκλεισαν κάμερες και μικρόφωνα, και έμεινε μόνος με το εγώ του, ευχαριστήθηκε πολύ για την προβολή της ιδέας του, σίγουρος πως είχε πετύχει ότι είχε σχεδιάσει. Κοιμήθηκε ικανοποιημένος.
Όπως συμβαίνει όμως συνήθως η μέρα φέρνει άλλα από ότι η νύχτα πριν τον ύπνο υπόσχεται. Οι φτωχοί της πόλης είχαν άλλα σχέδια. Πεινούσαν και κρύωναν. Πρώτα πεινούσαν και μετά κρύωναν. Τα ακριβά ρούχα που τους είχαν δοθεί τους ζέσταιναν και αυτό ήταν κάτι. Πώς όμως μπορούσαν να τους χορτάσουν; Μονάχα αν τα αντάλλασσαν με φτηνά ρούχα και χρήματα θα χόρταιναν. Μιας και τα φτηνά ρούχα ζεσταίνουν το ίδιο με τα ακριβά - ίσως και περισσότερο - ήξεραν τι να κάνουν.
Εκείνες τις Χριστουγεννιάτικες μέρες, και μέχρι και τις πρώτες μέρες του νέου χρόνου οι φτωχοί της Νέας Υόρκης ήταν ντυμένοι ζεστά και με γεμάτα στομάχια, έστω και αν γυρνούσαν από εδώ και από εκεί στους κρύους δρόμους της πόλης. Πολλοί μόνοι και άλλοι πολύ μόνοι.
Τα ακριβά ρούχα είχαν πουληθεί από τους άστεγους σε μαγαζιά που ήξεραν τι να τα κάνουν. Τα έσπρωξαν σε μία εμπορική διαδρομή που μόνο οι έμποροι αυτού του είδους ξέρουν την αρχή της, και έτσι τα ρούχα έφτασαν στις γκαρνταρόμπες των διάφορων πλούσιων ρεβεγιόν και δεξιώσεων.
Οι πλούσιοι ήταν ντυμένοι μετά ρούχα των φτωχών!

«Τι επιτυχία!» λέμε εμείς που ξέρουμε όλη την ιστορία.
Και μακάρι να την ήξερε και ο καλλιτέχνης, που ευθύνεται για αυτό το εμπνευσμένο «outdoor installation», που κατέληξε ακόμα πιο επιτυχημένο από ότι το είχε σχεδιάσει.
Ο ίδιος όμως είχε μείνει με την εντύπωση πως είχε αποτύχει. Σε όλη τη διαδρομή από το σπίτι του μέχρι την αίθουσα δεξιώσεων του ξενοδοχείου που ήταν καλεσμένος, δεν είχε δει ούτε έναν άστεγο με ρούχα το ίδιο καλά σαν τα δικά του. Ήταν απογοητευμένος.
Μακάρι να ήξερε τι είχε συμβεί, όταν έδινε το μπλε του μοντγκόμερι στην υπάλληλο της γκαρνταρόμπας στην είσοδο. Το ίδιο εκείνο μοντγκόμερι που τον είχαν φωτογραφίσει να δίνει σε εκείνον τον φαλακρό γέρο με τα λιγδιασμένα μούσια που διασχίζει καθημερινά την Allen Street από το πρώτο νούμερο μέχρι το τελευταίο και πάλι πίσω. Μόνο και μόνο γιατί δεν έχει κάτι άλλο να κάνει ή κάπου αλλού να πάει. Δεν το αναγνώρισε όταν το αγόρασε μερικές μέρες μετά από ένα μαγαζί σε κεντρική οδό. Ούτε αυτό ούτε τα υπόλοιπα ρούχα του.
Αν ήξερε ίσως αισθανόταν καλύτερα. Ίσως πάλι να αισθανόταν ηλίθιος. Ίσως ακόμα να μην του ήταν αρκετό αν οι υπόλοιποι δεν ήξεραν.
Αυτή είναι η καλή χριστουγεννιάτικη πράξη του αφηγητή για φέτος. Να μαθευτεί αυτή η ιστορία.