Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

23. "Ένα χαμένο στο δάσος παιδί."

    Ένα μικρό αγόρι που είχε χαθεί μέσα στο δάσος των περιμυθιασμάτων, αφού περιπλανήθηκε ώρες και μέρες και βδομάδες μέσα σε αυτό χωρίς ελπίδα και νου πια, βρέθηκε μπροστά σε ένα πελώριο δέντρο, ο κορμός του οποίου είχε περίμετρο πάνω από δέκα μέτρα. Τα κλαδιά του ήταν γεμάτα πολύχρωμα φύλλα' πράσινα, κίτρινα και κόκκινα. Από τις φυλλωσιές ακούγονταν δεκάδες τιτιβίσματα πουλιών που πήδαγαν από κλαδί σε κλαδί και φανέρωναν το μπλε χρώμα των φτερών τους. Κάποια στιγμή μια μεγάλη κουφάλα ανοίχτηκε στο κορμό του δέντρου ακριβώς μπροστά από εκεί που στεκόταν ο μικρός, προσκαλώντας το μικρό παιδί να μπει μέσα. Το αγόρι μέσα στο δέντρο έβλεπε το σπίτι του. Η νοσταλγία και ο φόβος εμπόδισαν το άμοιρο αγόρι να καταλάβει την ψευδαίσθηση, που αλίμονο είχε αρχίσει πολύ πριν, και διστακτικά μπήκε μέσα.
    Κι όμως μέσα στον κορμό βρισκόταν το στρωμένο τραπέζι του πρωινού, το παράθυρο της κουζίνας με την δαντελένια κουρτίνα, το μπρίκι με το αυγό που έβραζε, το κουνιστό αλογάκι που είχε στο δωμάτιο του, το κόκκινο σκαμνί που καθόταν στον κήπο, ο καναπές του σαλονιού με τα περίεργα λαβυρινθώδη σχήματα που έξηπταν την φαντασία του στο παιχνίδι, το κρεβάτι των γονιών του με τα λευκά σεντόνια, και το ντουλάπι του μπάνιου με τους αντικριστούς καθρέφτες που πολλαπλασίαζαν ο ένας τον άλλον όταν αντικρίζονταν.
    Όσο η ώρα περνούσε τόσο το μικρό αγόρι πειθόταν πως είχε επιστρέψει σπίτι του. Ένιωθε ζεστασιά στο σώμα και την καρδιά του και σιγά σιγά οι εικόνες των αντικειμένων του σπιτιού συμπληρώνονταν με γνώριμους ήχους και οικείες μυρωδιές. Ήταν έτοιμο να γελάσει δυνατά και να ορμήσει στο τραπέζι να φάει από το ζεστό ψωμί και το φρέσκο βούτυρο, να φωνάξει στη μαμά του ότι γύρισε και εκείνη να εμφανιστεί. Μα στο πρώτο θαρρετό του βήμα, όταν πια είχε παραδοθεί ολότελα στην παραίσθηση του δέντρου, κατάλαβε πως όλα όσα υπήρχαν μέσα στο δέντρο δεν ήταν παρά μόνο αναμνήσεις. Το ίδιο ανάμνηση ήταν και η συνείδηση του είναι του, αφού ταυτόχρονα κατάλαβε πως ούτε παιδί ήταν εδώ και καιρό. Το σώμα του και εκείνο μία ανάμνηση ήταν. Όλες οι αναμνήσεις τότε ενώθηκαν και έγιναν ένα, τελειώνοντας την ύπαρξη του μέσα σε εκείνο το δέντρο που δεν είχε πια κουφάλα.
    Τα μπλε πουλιά σταμάτησαν να τραγουδούν τότε. Περιστράφηκαν μία φορά γύρω από τον εαυτό τους, αντίστροφα από τους δείκτες του ρολογιού και στάθηκαν πια ακίνητα, κούκοι ενός σταματημένου ρολογιού. Κάποτε τα πουλιά αυτά θα μιλήσουν με ανθρώπινη φωνή και τα λόγια τους θα δώσουν την λύτρωση λένε. Πολύ πριν συμβεί αυτό όμως πολλά ακόμα από αυτά τα παιδιά θα χαθούν, θα βρουν το δέντρο, θα μπουν μέσα σε αυτό, και θα επαναληφθεί ότι περιγράφτηκε.

Όλα τα ζώα του δάσους συμφωνούν: "Αυτό ας μην χρειαζόταν να συμβαίνει."

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

22. "Το μυστικό της λίμνης των εκατομμυρίων ψαριών"

      Στα δυτικά της λίμνης των εκατομμυρίων ψαριών υπήρχε ένα μεγάλο χωριό με πολλούς κατοίκους από τα πολύ παλιά τα χρόνια. Ήρθε όμως κάποτε η εποχή που και αυτό κινδύνεψε να χαθεί, αλλά που ευτυχώς ο αρχηγός του το κατάλαβε έγκαιρα και απέτρεψε την καταστροφή.
    Ο σπουδαίος άντρας διαπίστωσε εγκαίρως πως οι συγχωριανοί του κινδύνευαν να πεθάνουν από ασιτία, αφού έπαψαν να ενδιαφέρονται για τα του στομάχου τους και νοιάζονταν μόνο για τα του πνεύματος. Είχαν εγκαταλείψει κάθε εργασία και κάθονταν στα παράλια της λίμνης ξαπλωτοί στο χορτάρι και στο μαλακό χώμα φιλοσοφώντας, αναζητώντας την γνώση και προσδιορίζοντας τις αλήθειες της ζωής. Συντηρούνταν με ελάχιστους άγριους καρπούς που έβρισκαν, μα πιο πολύ τρώγοντας τα έντομα που τους τριγυρνούσαν από την βρώμα που σερνόταν πάνω τους αφού ούτε για αυτό νοιάζονταν. Κάποιες φορές ήταν τυχεροί αν το κύμα ξέβραζε κάποιο ψάρι δίπλα τους, μα ούτε και τότε έμπαιναν πάντα στον κόπο να το καθαρίσουν ή να το μαγειρέψουν, παρά το έτρωγαν ωμό.
     Για τον αρχηγό του χωριού ήταν παράλογο να ζουν στις όχθες μίας τόσο πλούσιας σε ψάρια λίμνης και να λιμοκτονούν. Έτσι σκαρφίστηκε να διαδώσει μία φήμη, ένα ψέμα πέρα για πέρα ψεύτικο, που θα έλυνε το πρόβλημα. Διέδωσε με τρόπο μυστικό και κατεργάρικο πως κάποιο από τα ψάρια της λίμνης μιλούσε την γλώσσα των ανθρώπων και πως ακόμα ήξερε μία μεγάλη αλήθεια και πώς αν κάποιος το έπιανε εκείνο θα την μοιραζόταν μαζί του.
      Οι διψασμένοι για αλήθειες χωριανοί με το που άκουσαν την φήμη ξεχύθηκαν στην λίμνη και άρχισαν να ψαρεύουν αναζητώντας το εξαιρετικό αυτό ψάρι. Επιδόθηκαν με τόσο ζήλο δε που με τα ψάρια που έβγαζαν από τα νερά της λίμνης χόρταιναν αλλά και προμήθευαν όλες τις κοντινές περιοχές, που ανταπέδιδαν με δώρα και κάθε λογής πλούτο.
      Το χωρίο όχι μόνο είχε σωθεί από το ψέμα του αρχηγού αλλά γνώρισε έκτοτε μέρες ευημερίας και μακροημέρευσης. Και ο σωτήρας του να κοιμόταν ήσυχος ύπνο γαλήνιο τα βράδια πια.
      Μόνο εμείς ξέρουμε πως ένα από εκείνα τα βράδια που κοιμόταν ήσυχος και ζεστός στο κρεβάτι του, ένας ψαράς έπιασε το ψάρι και πως η αλήθεια που μοιράστηκε με τον ψαρά ήταν πως ο αρχηγός του χωριού είχε πει ψέματα σε όλους.

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

21. "Η Μούσα του Μπρονσκ"

    Η μούσα του Μπρονσκ, του συγγραφέα των παραδεισένιων αφηγήσεων, αποτελεί την ασχημότερη γυναικεία φιγούρα από τα πλάσματα των εμπνεύσεων. Ο ίδιος την περιγράφει ως μία γυναίκα με μακρόστενο πρόσωπο, πλατύ μέτωπο, έντονα ζυγωματικά, εξωπραγματικά μακρυά και πλατιά δόντια - “λες και όλα τους ήταν κοπτήρες” - και ένα στόμα σχηματισμένο από δύο κάτω χείλη. Το σώμα της σχεδόν άσαρκο ταίριαζε με την γυναικεία αντιστοίχηση μίας αποστεωμένης αγελάδας από τα εφτά ισχνά έτη της Αιγύπτου.
    Το πλάσμα αυτό επισκεπτόταν τον Μπρονσκ, συνήθως όταν κοιμόταν, και του ψιθύριζε μέσα στο κεφάλι του χιλιάδες τρομερές ιδέες τις οποίες προσπαθούσε να ξορκίσει και να ξεχάσει γράφοντας τα αριστουργηματικά γραπτά του γεμάτα όμορφες περιγραφές γαλήνιων και αγαθών πραγμάτων, τα οποία και τον έκαναν διάσημο.
    Αλίμονο όμως όσο ο Μπρονσκ και αν νικούσε τις εμπνεύσεις με τις οποίες του εμπότιζε τον νου η μούσα του, δεν κατάφερνε να απαλλαγεί από αυτή καθεαυτή την εικόνα αυτού του τρομερού πλάσματος που τον επισκεπτόταν.
    Εν τέλει ο Μπρονσκ αποφάσισε να συγγράψει ένα από τα πιο μεγάλα ανοσιουργήματα που θα μπορούσαν να γραφτούν ποτέ και -ας να είναι καλά όπου είναι -  το κατέστρεψε και δεν το διάβασε ποτέ άλλος. Ο ίδιος όμως το διάβασε πολλές και πολλές φορές ώστε κάθε φρικτή και αρρωστημένη εικόνα να εντυπωθεί καλά μέσα στο μυαλό του, και με αυτό τον τρόπο κατάφερε να δημιουργήσει ένα ακόμα τρομερότερο πλάσμα μέσα στο κεφάλι του από την μούσα του, ελπίζοντας πως την επόμενη φορά που αυτή θα τον επισκεπτόταν, εκείνη θα τρόμαζε και δεν θα του ξαναπαρουσιαζόταν ποτέ.
    Η τύχη του Μπρονσκ όμως ήταν κακή από την αρχή. Όταν η μούσα συνάντησε το απονόημα που δημιούργησε ο Μπρονσκ, τα δύο πλάσμα ερωτεύτηκαν και ζευγάρωσαν μέσα στο κεφάλι του γεννώντας εκατομμύρια εκτρώματα που τον οδήγησαν στην τρέλα και αργότερα στην αυτοκτονία.
    Λέγεται μάλιστα πως το κρανίο του Μπρονσκ ακόμα φιλοξενεί τους δύο γονείς και τις γενιές τους. Βρίσκεται σε ένα σκονισμένο ράφι ενός αυταπατώμενου αλχημιστή.
    Αλλά αυτό ίσως είναι κάποια άλλη ιστορία που δεν μας την έχουν πει ακόμα.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

20. "Οι διακόσιες και η μία αλήθειες"


    Όταν ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας γονάτισε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Χαλίφη και του ζήτησε ταπεινά χρυσό να αγοράσει μάρμαρα και μαλάματα για να αποτελειώσει τον πύργο που του είχε παραγγείλει στην δυτική πλευρά του παλατιού του και εκείνος αρνήθηκε, τότε έξαλλος έβαλε τους εκατό μαστόρους του και τους άλλους τόσους μαθητές του να σφραγίσουν τις πόρτες και τα παράθυρα του πύργου και να στήσουν σκαλωσιές στο έξω μέρους του και να φτιάξουν μια φιδωτή σκάλα με διακόσια και ένα σκαλοπάτια που να φτάνει ως την στέγη.
    Σαν εκείνοι του αποκριθήκαν πως ο πύργος ήταν πολύ ψηλός για να φτιάξουν μόνο διακόσια και ένα σκαλοπάτια και πως αν το έκαναν τα σκαλοπάτια θα ήταν πολύ κουραστικά στο ανέβασμα και πολύ επικίνδυνα στο κατέβασμα εκείνος τους απάντησε πως η κούραση θα είναι το λιγότερο για όποιον τολμήσει να τα ανέβει και ο κίνδυνος σαν φτάσει στην κορυφή δεν θα τον νοιάζει πια.
    Με τρόπους ξεχασμένους στην τέχνη της οικοδόμησης και της μαγείας πια η σκάλα τέλειωσε με τον αρχιμάγιστρο και αρχιμάστορα να φτιάχνει το τελευταίο σκαλί.
Κατεβαίνοντας από τον πύργο οι μάστορες και μαθητές του του έδωσαν στα χέρια έναν κόκορα για να τον σφάξει στο κεφαλόσκαλο μα εκείνος που είχε ξεχάσει το μαχαίρι του στην κορυφή του πύργου αντί να τον σφάξει τον έπνιξε, στρίβοντας του το λαρύγγι -λένε- στην φορά της σκάλας. Ύστερα παρουσιάστηκε μπροστά στο θρόνο του Χαλίφη και ολόρθος του ανακοίνωσε πως δεν ζητά αμοιβή για το θαύμα που είχε φτιάξει. Ένα που έκρυβε τα μαρτύρια της κόλασης αλλά και την σοφία του Αλλάχ.
    Πράγματι αν κάποιος επιχειρούσε να ανέβει στην κορυφή του θεόρατου πύργου θα αντιμετώπιζε πέρα από την δυσκολία των απότομων σκαλοπατιών και το μαρτύριο από τα μάγια που είχαν φτιαχτεί. Για κάθε σκαλοπάτι που κάποιος ανέβαινε μάθαινε και μία αλήθεια για τον κόσμο, όμως υπέφερε και απερίγραπτα μαρτύρια (που δεν μπορούν να περιγραφούν). Κάθε φορά το επόμενο σκαλοπάτι ήταν όλο και πιο μαρτυρικό μα η αλήθεια που χάριζε ακόμα πιο μεγάλη και πολύτιμη.
    Αν κάποιος υπέφερε και ανέβαινε όλα τα σκαλιά ως και το τελευταίο θα μάθαινε τις διακόσιες και την μία αλήθεια του κόσμου. Καθώς όμως κανέναν δεν τα κατάφερνε, και πολλοί γκρεμνίζονταν σαν αποφάσιζαν να κατεβούν πριν φτάσουν στο τέλος, φήμες άρχιζαν να ακούγονται για την τελευταία αλήθεια που ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας είχε κρύψει στο τελευταίο σκαλοπάτι και πολλοί ψίθυροι μιλούσαν για το μαχαίρι που είχε ξεχαστεί εκεί πάνω.
    Άλλοι λέγαν πως ο σοφός πια αναβάτης θα σκότωνε τον εαυτό του, και άλλοι έλεγαν πως θα κατέβαινε και θα σκότωνε τον Χαλίφη. Μα αν ο Χαλίφης ανέβαινε πάνω και οι δύο εκδοχές θα επαληθεύονταν και όλοι θα ήταν ικανοποιημένοι. Έτσι μια μέρα όλοι ζήτησαν να ανέβει ο Χαλίφης τα σκαλοπάτια του πύργου και εκείνος σε απάντηση τον γκρέμισε. Και έτσι λένε οι ιστορικοί και ιστορήτες πως ποτέ το Χαλιφάτο δεν απέκτησε έναν Χαλίφη με την σοφία του Αλλάχ.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

19. “Ο χορός του τρελού Ιώκ.”

Σε ένα μέρος του Λονδίνου, που το αποκαλούν ο λαβύρινθος του λαβυρίνθου, μεθυσμένοι απόκληροι τραγουδάνε ζωηρά μία στιχομυθία που περισσότερο μοιάζει με προσευχή. Τρεκλίζοντας έναν χορό, κάνοντας κύκλο, ο ένας έχοντας το ένα χέρι στον ώμο του άλλου όπως η σκηνή της ταινίας το εξπρές του μεσονυκτίου, καλούν τον τρελό Ιώκ στο ξεφάντωμα τους.

Crazy Jok! Crazy Jok!”
Ο τρελός Ιώκ δεν είναι παρά ένα φάντασμα που στα μεθυσμένα μυαλά τους πλησιάζει στη γοτθική εκδοχή της γάτας του Τσεσίρ. Τουλάχιστον στο χαμόγελο και στον τρόπο που εμφανίζεται και εξαφανίζεται.

He can kill you if you want.”
Το φάντασμα αυτό λέγεται πως έρχεται και σκοτώνει κάθε αυτόχειρα που δεν τολμά να βάλει ο ίδιος τέλος στην ζωή του.

You can ask him if you dare.”
Αρκεί αυτός να το καλέσει και εκείνο θα έρθει.

If you die we don't care.”
Με βροντερά γέλια οι μεθυσμένοι τελειώνουν το πρώτο μέρος από το τραγουδάκι τους και συνεχίζουν να χορεύουν χτυπώντας παλαμάκια και σηκώνοντας τα γόνατα τους ψηλά καθώς περπατυάνε μέχρι κάποιος θαμών να πεθάνει.

Crazy Jok? Crazy Jok?”
Συνεχίζουν, τότε, χωρίς να νοιάζονται για τον πτώμα που υπάρχει ανάμεσα τους και που η παρουσία του τους ενοχλεί μόνο στα βήματα του χορού. Κάπου κάπου σηκώνουν τα πόδια τους πιο ψηλά για να μην σκοντάψουν πάνω του και αυτό είναι όλο.

Is that me you are looking for?”
Ο τρελός Ιώκ όμως δεν αναζητεί να σκοτώσει τον οποιονδήποτε αλλά κάποιον συγκεκριμένο, που κανείς δεν ξέρει ποιος είναι.

So you missed me crazy Jok,”
Οι μεθυσμένοι σίγουροι πως το φάντασμα δεν τα έχει καταφέρει τραγουδούν χλευάζοντας το

Cause you killed some other guy...”
για το λάθος που έκανε να σκοτώσει κάποιον άλλο.

Try tomorrow crazy Jok”
και το καλούν με θράσος να ξαναδοκιμάσει την επομένη.

You might find who you want.”
Με αυτό το στίχο τελειώνουν τον ξέφρενο χορό τους και μιας και έχουν ξεγέλασει για άλλη μια φορά τον τρελό Ιώκ ξεσπούν σε γέλια και χειροκροτήματα χαρούμενοι που έζησαν και που θα έχουν τον τρελό Ιώκ και την επομένη στην παρέα τους να χορέψουν και να τραγουδήσουν το τραγούδι του.

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

18. “Η μαρτυρία του σκίουρου.”

    Υπάρχει ένα σημείο στο δάσος των περιμυθιασμάτων που οι ακάνθινοι θάμνοι δεν αφήνουν χώρο να περπατήσουν τα ζώα και να καταφάνε την βλάστηση εκεί. Με τα χρόνια σπόροι δέντρων βλασταίνουν σε αυτό το χώρο και κανένα ζώο δεν καταφέρνει να πάει εκεί για να διακόψει την θεριά τους με την πείνα του. Τα δέντρα θεριεύουν λοιπόν εκεί τόσο κοντά το ένα στ’ άλλο που η βλάστηση πυκνώνει και πυκνώνει μέχρι που τα κλαδιά και τα φύλλα μπλέκονται σε ένα σώμα μέσα στο οποίο κανένα ζώο δεν τολμά να μπει από το φόβο μη χαθεί ή μην λαχταρίσουν την σάρκα τους τα εκατοντάδες ζωύφια που κατοικούν μέσα εκεί. Μόνο η μαϊμού κάθε τόσο λένε πως πηγαίνει εκεί. Χάνεται μέσα στις φυλλωσιές. Μα ποιος τολμά να πάει να την ακολουθήσει;
    Ένας σκίουρος μόνο την ακολούθησε κάποτε και διηγήθηκε το εξής όταν επέστρεψε.
   "Σαν είδα την μαϊμού να φεύγει από την λίμνη κατάλαβα που θα πήγαινε και την ακολούθησα, εγώ ο τολμηρός! Την ακολούθησα χωρίς να με δει ή να με καταλάβει ή να με υποψιαστεί ή οτιδήποτε τέτοιο. Όπου πατούσε πάταγα και όπου στεκόταν στεκόμουν. Έτσι δεν αγκυλώθηκα σε κανένα αγκάθι και τίποτα κακό δεν έπαθα. Σας το λέω τώρα για ένα ζώο στο μέγεθος μου δεν είναι δύσκολο να πάει στις πυκνές φυλλωσιές. Όμως ποτέ δεν θα ξαναπήγαινα σε εκείνο το μέρος. Και ούτε εσείς να πάτε.
  
Η μαϊμού κινούταν γρήγορα μα την πρόφταινα. Γιατί εκείνη πρόσεχε πολύ τα βήματα της επειδή είναι μεγαλύτερη και επειδή προπορευόταν, αλλά επίσης δεν φαινόταν πως πήγαινε κάπου. Έψαχνε και για αυτό καθυστερούσε. Τι έψαχνε; Μία κουφάλα από ότι φάνηκε. Ανάμεσα στις φυλλωσιές υπάρχουν πολλοί κορμοί και όλοι έχουν κουφάλες. Κάθε κορμός! Δεν τις έφτιαξε κανένα ζώο, αλλά μάλλον τα ζωύφια που κατοικούν στις φυλλωσιές και πρέπει να είναι τεράστια για να κάνουν τέτοιες κουφάλες. Ευτυχώς που δεν είδα κανένα τους αλλιώς δεν θα ζούσα, σας λέω.
    Είδα -που σας λέω- την μαϊμού κάποια στιγμή, να στέκεται μπροστά σε μία από αυτές τις κουφάλες, να χώνει το ένα της χέρι βαθιά στο αυτί της και να βγάζει από μέσα μία σκέψη. Ένα μικρό άμορφο πράγμα σαν το ρετσίνι των δέντρων. Με το άλλο χέρι ψαχούλευε την κουφάλα του δέντρου. Από εκεί έβγαλε μία άλλη σκέψη βρωμερή και σάπια αλλά πιο συμπαγή από αυτή που μόλις είχε βγάλει από το αυτί της. Την έβαλε στο στόμα της και την πιπίλησε. Όταν την έβγαλε ήταν καθαρή και έμοιαζε με μπλεγμένες βελόνες, την δοκίμασε αν στέκεται κάπου ίσα, και σαν είδε πως στεκόταν, έφτυσε με δύναμη την βρωμιά που δεν είχε καταπιεί ως φαίνεται και μετά έβαλε την σκέψη στο στόμα της και την μασούλαγε. Την άλλη δε σκέψη, που είχε βγάλει από το αυτή της, την πέταξε μέσα στην κουφάλα και έφυγε. Και έφυγα και εγώ.
    Δεν ξέρω για εσάς, και πως το ερμηνεύετε όλο αυτό αλλά εγώ δεν πρόκειται να ξαναμπώ στην κουφάλα του δέντρου μου και σε καμία άλλη κουφάλα.”
    Αυτά είπε ο σκίουρος στα ζώα και πολλά πολύ (ή πολύ πολλά) γέλασαν μαζί του.

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

17. “Η Λιτή Εκδοχή”


    Η ιστορία αποτελεί μία λιτή και σαφώς σκοτεινότερη εκδοχή της ιστορίας των πρωτόπλαστων. Λιτότερη καθώς από αυτή απουσιάζουν παντελώς τα βασικά πρόσωπα το Θεού και του όφη. Σκοτεινότερη καθώς αυτό εξιστορείται παρακάτω.
    Η αφήγηση θέλει τον Αδάμ να πλάθει εκείνος την Εύα. Από χώμα και νερό αρχικά, φτιάχνει έναν “άμορφο ή άψυχο σβώλο χώματος” και σιγά σιγά του δίνει την μορφή του ανθρώπου και αργότερα της γυναίκας. Παράλληλα με την τελειοποίηση της μορφής, ο Αδάμ εξανθρωπίζει το δημιούργημα του διδάσκοντας το να συμπεριφέρεται όπως εκείνος και όχι ωσάν τα ζώα του κήπου της Εδέμ.
    Το δημιούργημα όμως, κατά την διάρκεια της μαθητεία του, μισεί τον δημιουργό και δάσκαλο του αλλά και την ανθρωπιά που σιγά σιγά το κατακλύει και το παραλλάσει σε άνθρωπο, κάτι που δεν ήταν εξ αρχής.
    Στο τέλος της ιστορίας ο Αδαμ πετυχαίνει και δημιουργεί άνθρωπο ίσο και ικανό όπως εκείνος. Η Έυα δημιουργείται και υπάρχει αλλά μαζί με αυτή έχει γεννηθεί και υπάρχει το μίσος κατά του ανθρώπου.
    Έτσι κατά την πρώτη ένωση των δύο πρωτόπλαστων που το σώμα της Έυας αφηγηματικά επανέρχεται στην λασπερή μορφή του και τυλίγει τον Αδάμ, περιγραφή χωρίς ουσία αλλά με σκοπό να αποφευχθεί αφηγηματικά η ακριβής περιγραφή της γενετήσιας πράξης, το μίσος παρίσταται αλλά δεν εκδηλώνεται παρά κληροδοτείται στους απογόνους των πρωτόπλαστων. Οι απόγονοι από τότε μισούν αδερφούς και εαυτούς εις τους αιώνες των αιώνων, όπως το δημιούργημα του Αδάμ μίσησε τον άνθρωπο πριν το ίδιο τελειοποιηθεί και γίνει η Εύα.
    Με αυτό τον τρόπο η ιστορία αυτή αποδίδει και εξηγεί την έξοδο του ανθρώπου από τον παράδεισο και την αρχή των δεινών της ζωής που γνωρίζουμε και ζούμε.