Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

94. Η κτηνώδης ανάγκη των ανθρώπων.

Όταν οι άνθρωποι πρωτοπερπάτησαν σε τούτον εδώ τον κόσμο και άπλωσαν τα βήματα τους στους κάμπους, τα βουνά, ανάμεσα στα δέντρα και πάνω στα χορτάρια, στις ακρογιαλιές αισθανόμενοι ανάμεσα στα δάχτυλα τους τους αφρούς της θάλασσας και το καρδιοχτύπι της γης όλα τα άλλα πλάσματα εντυπωσιάστηκαν. Ξωτικά, νύμφες, νεράιδες, και άλλα στοιχεία του φανταστικού κρυφοκοίταζαν πίσω από δέντρα, βράχια, και τις ηλιαχτίδες του ήλιου την γύμνια των ανθρώπων, και καθώς η ματιά τους είναι διαπεραστική έβλεπαν μέσα στα στήθη τους πόσο άδεια ήταν. Από καθαρή καλοσύνη και με κίνητρα πατρικά ενός καλού παιδιού στα μικρότερα αδέρφια τους πρόστρεξαν να γεμίσουν τα άδεια στήθη των ανθρώπων ενώσω εκείνοι περιεργάζονταν τον κόσμο που πρωτοαντίκριζαν.
Έσκυβαν και μάζευαν λουλούδια και τα έβαζαν δίπλα στις καρδιές τους. Σιγοτραγουδούσαν και άφηναν μελωδίες μπροστά από τα πνευμόνια τους. Έπαιρναν ευωδιές και τις απλώνανε κάτω από το δέρμα τους. Έβρισκαν ζεστασιά και την βάζανε πάνω από το στομάχι τους. Ξεκρεμούσαν τα στολίδια από πάνω τους και από τα σπίτια τους και τα κρεμούσαν στο λαρύγγι τους. Γέμιζαν το άδειο μέσα των ανθρώπων με ομορφιές και χαίρονταν, γιατί οι άνθρωποι χαμογελούσαν και ήσαν ευτυχισμένοι, και αυτό σήμαινε καλό για τον κόσμο.
 Αχ και να ήξεραν τα ξωτικά και όλα τα άλλα στοιχειά του φανταστικού το λάθος τους. Βιασύνη πάρα πονηρή! Η αιωνιότητα περιμένει τους ανθρώπους μετά τον θάνατο, πριν έχουν μόνο ζωή. Γρήγορα τα λουλούδια μαράθηκαν, οι μελωδίες σίγασαν, οι ευωδιές χαθήκανε, η ζεστασιά κρύωσε, τα στολίδια χάλασαν και οι άνθρωποι που είχαν γνωρίσει πρωτανασαίνοντας τόση ομορφιά αισθάνθηκαν μέσα τους την ασχήμια.
Αυτό τους γέννησε την μεγάλη ανάγκη για ομορφιά και ευτυχία, αλλά και το να μην βαστάνε την απουσία τους. Σαν τα γνώρισαν δεν μπορούσαν να τα αποχωριστούν, και τα είχαν γνωρίσει από την πρωταρχή τους. Ευθύς οι άνθρωποι άρχισαν να ψάχνουν τριγύρω τους να βρουν ότι μέσα τους χάθηκε. Πρώτα στράφηκαν ο ένας ενάντια στον άλλο, πιστεύοντας πως μέσα στα στήθη τους θα έβρισκαν ότι στα δικά τους είχε χαλάσει. Έτσι ξεκίνησαν οι πρώτοι θάνατοι, οι πρώτοι πόλεμοι. Ύστερα άρχισαν να ψάχνουν τριγύρω. Έτσι άρχισαν να ρημάζουν και να αλλάζουν το περιβάλλον γύρω τους.
Η κτηνωδία των ανθρώπινων πράξεων είναι γνωστή και δεν χρειάζεται περιγραφές. Από αυτή φοβήθηκαν όλα τα στοιχειά του φανταστικού και κρύφτηκαν έκτοτε μακριά από τους ανθρώπους, αφού πρώτα έσπειραν άθελα τους την κτηνώδη ανάγκη μέσα στο ανθρώπινο είδος.

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

93. Η μαζική διάλυση των μετρητών γυναικείου πάθους.

     Στο παζάρι της κόκκινης άμμου και στα καταστήματα περίεργων αντικειμένων κανείς μπορεί να βρει λογιών μεζούρες, ζυγαριές, βαθύμετρα, αστρολάβους, χαράκια και άλλα εργαλεία που μετράνε άλλα τον έρωτα, άλλα την αγάπη, αλλά τον πόθο, άλλα το μίσος, άλλα την οργή των γυναικών. Πουθενά όμως δεν μπορεί να βρει ένα που να μετράει το πάθος τους. Μπορούν να βρεθούν μονάχα συντρίμμια τέτοιων αντικειμένων, καθώς όλα τους έσπασαν με μιας και ταυτόχρονα μια μέρα. Αιτία φυσικά υπήρξε μία γυναίκα. Ή ένας τυχερός άντρας, που στάθηκε τυχερός από την άποψη ότι τον θέλησε τόσο μία γυναίκα. Ελάχιστοι άνθρωποι θα σκότωναν όπως εκείνη για να είναι με τον άνθρωπο που θέλουν.
     Η ιστορία αποτελείται από μία σειρά στυγερών εγκλημάτων, άλλοτε ψυχρών και άλλοτε θερμών, που ο αφηγητής της αποφεύγει – ή βαριέται – να αποκαλύψει. Θα προτιμούσε να περιγράψει τα κάλλη της γυναίκας, μα και αυτά τα κρίνει κάπως ανάξια αναφοράς. Βέβαια ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την γοητεία μίας παθιασμένης γυναίκας, που τάιζε τον Θάνατο θανάτους για να έχει αυτόν που ήθελε; Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται έντονα, πως οποιαδήποτε πληροφορία ή λεπτομέρεια της ιστορίας θα δημιουργούσε αχρείαστες εντυπώσεις, συμπάθειες ή αντιπάθειες στον αναγνώστη. Για αυτό και παραλείπονται. Η ουσία της ιστορίας κρύβεται στην όρεξη του Θανάτου, που όσο τρώει όλο και μεγαλώνει και ζητά νεκρούς.
     Έτσι μια μέρα ο Θάνατος νηστικός και πεινασμένος, συνηθισμένος να βρίσκει τροφή κοντά στην γυναίκα της ιστορίας, βρήκε τον αγαπημένο της πλάι της και τον πήρε μονάχος του. Ήταν όταν μάλιστα η γυναίκα ήταν πιο ευτυχισμένη δίπλα του παρά ποτέ.
     Όσοι ρομαντικοί δεν ξέρουν να ξεχωρίζουν το πάθος από την αγάπη και τον έρωτα αρέσκονται να πιστεύουν ότι η θλίψη της κατέκλυσε τον κόσμο και έκανε θρύψαλα τα αντικείμενα παντού. Οι παραμυθόφιλοι από την άλλη ισχυρίζονται πως ήταν το μίσος και η οργή της. Ούτε του έρωτα ή της αγάπης, ούτε του μίσους ή της οργής σπάσανε τα εργαλεία μετρήματος όμως. Ήταν αυτά που μετρούσαν το πάθος που γίνηκαν κομμάτια.
   Και αυτό και για μας φαντάζει κάπως περίεργο. Τι άραγε είναι το πάθος μίας γυναίκας; Θα απαντούσαμε αλλά δυστυχώς δεν υπάρχουν εργαλεία να το μετρήσουμε και να μάθουμε.

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

92. Δύο πάπιες σε έναν ανθρώπινο μόλο.

     Σε έναν μόλο, ερημωμένο εδώ και χρόνια από κάθε παρουσία ανθρώπινη, βρήκαν να ζήσουν δύο πάπιες.
     Το θαλασσινό νερό τους άρεσε. Κολυμπούσαν, έβρεχαν τα φτερά τους και έβρισκαν ψάρια που την νοστιμιά τους δεν την είχαν γνωρίσει ως τότε. Ο καιρός στο μόλο ήταν πάντα καλός και ποτέ δεν κρύωναν, παρά κάπου κάπου τα βράδια έπιανε μία ψύχρα που όμως δεν ήταν κρύο. Μονάχα δύο πράγματα δεν τους άρεσαν στο μόλο. Η απέραντη θάλασσα, που το μέγεθος της έμοιαζε μεγάλο άδικο για τον κόσμο, και το αλμυρό νερό που δεν πινόταν.
     Μπορούσαν να ξεδιψάσουν μόνο όταν έβρεχε. Έπιναν το νερό της βροχής που μαζευόταν σε μικρές ρηχές λακκούβες στο τσιμέντο και σε μία τρύπα στο κέντρο του, όπου παλιά οι άνθρωποι στερέωναν ένα κοντάρι σημαίας να κυματίζει η γενιά τους με τον άνεμο και να δείχνει ποιοι ήταν.
     Κάποτε έκανε καιρό να βρέξει. Οι δύο πάπιες κόντεψαν να πεθάνουν από τη δίψα. Όταν ο ουρανός κάποια στιγμή τις σπλαχνίστηκε με μια γρήγορη νεροποντή, μετά την μπόρα βγήκαν να πιουν νερό. Η μία από τις δύο όμως δεν άφηνε την άλλη να πιει. Την τσιμπούσε όταν πλησίαζε την τρύπα του κονταριού, που ήταν το μόνο μέρος που είχε μαζευτεί λίγο νερό να πιουν. Η άλλη με απελπισία χάιδευε το ράμφος της στα αναμμένα τσιμέντα, που μόλις και είχαν δροσίσει από την σύντομη βροχή, για λίγες σταγόνες. Όταν πάλι επιχειρούσε να πλησιάσει στην τρύπα του κονταριού με το νερό δεχόταν ένα άσπλαχνο τσίμπημα από την πρώτη που την έδιωχνε και ως το βράδυ είχε πιει όλο το νερό μόνης της αφήνοντας την διψασμένη.
     Η νύχτα έπεσε δροσερή μα η κάψα της δίψας δεν άφηνε την πάπια να ησυχάσει. Το ράμφος της ήταν στεγνό, το λαρύγγι της το ίδιο. Δεν είχε πιει καθόλου νερό. Έπρεπε να βρει νερό. Μα που υπήρχε πόσιμο νερό που το είχε πιει όλο η άλλη; Άρα το νερό υπήρχε στο στομάχι της.
     Καθώς κοιμόταν λοιπόν ξεδιψασμένη ήταν πολύ εύκολο με το ράμφος της να τρυπήσει το στομάχι της και να το πιει. Η διψασμένη πάπια ξεδίψασε με ένα νερό, που όπως με τα θαλασσινά ψάρια, που την γεύση του δεν είχε γνωρίσει ως τότε και μέσα στο σκοτάδι δεν φαινόταν πως είχε άλλο χρώμα.

     Άραγε το ίδιο συνέβη κάποτε και με τους ανθρώπους του μόλου;

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

91. Το πείσμα του Γιαράμ.

     
     Το πείσμα του Γιαράμ ήταν πιο μεγάλο από το κεφάλι του. Σύμφωνα τουλάχιστον με τους δεκάδες φίλους του που μαζεύτηκαν να οργανώσουν την κηδεία του. Αν άκουγε πως πέθανε ήταν ικανός να αναστηθεί συμφώνησαν όλοι και αποφάσισαν πριν και κατά την διάρκεια της τελετής να ψιθυρίζουν.

     Ο Γιαράμ δεν είχε μόνο πείσμα, είχε αγάπη για όλους και διάθεση να βοηθά και να συμπαραστέκεται. Απόδειξη ο αριθμός των φίλων του που συγκεντρώθηκαν για να τον αποχαιρετίσουν έστω και ψιθυριστά. Θα νεκρανασταινόταν μόνο και μόνο για αυτούς.

     Ακόμα και νεκρός ο Γιαράμ είχε πολύ καλή ακοή. Άκουσε τα σχόλια των φίλων του για το πείσμα του και πως συνεννοήθηκαν να ψιθυρίζουν για να μην αναστηθεί. Πείσμωσε και δεν αναστήθηκε.

     Στο τέλος της κηδείας οι φίλοι του αναστέναξαν φωναχτά (χωρίς ένα δάκρυ). Ήταν λες και κατά βάθος μέσα τους περίμεναν τον Γιαράμ να αναστηθεί και απογοητεύτηκαν που δεν το έκανε. Επέστρεψαν στις ζωές τους περίλυποι.

     Όσο για τον Γιαράμ;
     Εκείνος πέθανε.

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

90. Το manodasha που δεν έλεγε να μαραθεί.

Τα άνθη manodasha συναντώνται σε τρία μέρη της γης. Σε μία βραχώδη περιοχή του Περού, σε μία ορεινή περιοχή της Αργεντινής, και σε κάποια απόκρημνα οροπέδια του Θιβέτ. Διακρίνονται από τα μεγάλα πλατιά και σγουρά φύλλα και την μεγάλη ποικιλία χρωμάτων. Οι ντόπιοι – και των τριών χωρών – μιλάνε για λουλούδια που έχουν διάθεση, και μάλιστα την δείχνουν. Ένα manodasha μπορεί να ανθίσει και να μαραθεί μέσα στην ίδια μέρα πάνω από δέκα φορές ανάλογα με την διακύμανση της διάθεση του. Στο Περού οι γυναίκες τα φορούν σαν στολίδι στο κεφάλι, οι Αργεντινοί τα κάνουν τσάι, και στο Θιβέτ τα προσφέρουν στον Βούδα.
Κάποτε ένα manodasha, ίσως γιατί ήθελε πολύ να το θαυμάσουν, ίσως από πείσμα ή αναποδιά απέναντι στη φύση του, ίσως για κάποιο λόγο των ανθών που εμείς οι άνθρωποι δεν μπορούμε να καταλάβουμε, επέμενε να αντιστέκεται στις κακές του διαθέσεις και να μην μαραίνεται ποτέ. Έμενε πάντα να ανθεί και να μοσχομυρίζει. Τα άλλα manodasha τριγύρω του, αισθάνονταν πολύ αμήχανα με την συνεχή καλή του διάθεση, και ίσως κάπου παραξενεύονταν, και ίσως κάπου ζήλευαν. Είναι απορίας άξιο που έβρισκε αυτό το λουλούδι το χρώμα να μένει συνεχώς αμάραντο, και από πού στάλαζε το γιόμα να μένει ολάνθιστο.
Ο αναγνώστης ας μην ξεγελαστεί, το εν λόγω manodasha δεν ήταν ούτε ιδιαίτερα ωραίο και ίσως καθόλου δεν ξεχώριζε από τα υπόλοιπα. Κανείς δεν έτυχε να προσέξει το πείσμα του. Το μυστικό του ανακαλύφθηκε όταν κάποιος Αργεντίνος πήγε και το έκοψε για το τσάι του. Αφού το αποξήρανε, έβρασε τα σγουρά του φύλλα και ύστερα το σέρβιρε σε ένα ειδικό σκεύος φτιαγμένο από κολοκύθα. Τότε ανακάλυψε την πικρή γεύση του. Τα φύλλα του manodasha έμεναν ανοιχτά και ζωηρά εξαντλώντας κάθε νοστιμιά από τους χυμούς τους.
Δεν ξέρουμε ποιο θλιβερό νόημα ζητά να περάσει ο αφηγητής της ιστορίας παραδίδοντας την στην συλλογή αυτή. Ή αν θέλει να υπονοήσει για το τίμημα να επιμένει κανείς σε κάποια καλή διάθεση και να μην λυγάει στον πόνο. Εμείς καταλαβαίνουμε ότι αν το manadosha είχε φυτρώσει στο Περού θα στόλιζε πολύ όμορφα τα μαλλιά μιας γυναίκας, ή αν βλάσταινε στο Θιβέτ θα άγιαζε στα πόδια ενός Βούδα. Δυστυχώς για εκείνο ο σπόρος του έσκασε στη γη της Αργεντινής.

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

89. Ένα από όσα δεν βαστάει ο κόσμος.


Κάποτε ένας κυνηγός περπατούσε μόνος στο δάσος των Περιμυθιασμάτων, γοητευμένος από το φτερούγισμα ενός κύκνου. Μία νεράιδα κρυφοκοιτάζοντας ανάμεσα από τα φυλλώματα, είδε τον κυνηγό και τον πλησίασε. Καθώς τον έφτασε από πίσω άπλωσε τα καλεργασμένα δάχτυλα της στα μάτια του και τα έκλεισε.
«Αν με ακολουθήσεις, θα σε πάω στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου.» του είπε και τον έπιασε από το χέρι. Εκείνος βρίσκοντας την χροιά της φωνής της πιο όμορφη από τον ήχο των φτερών ενός κύκνου που ριγά στο άγγιγμα ενός αγγέλου, αφέθηκε να τον οδηγήσει με προθυμία.
Το μέρος που τον οδήγησε η νεράιδα, ήταν η καρδιά της. Όμως καθώς συνέχισε να του κρατά τα μάτια κλειστά, ο κυνηγός δεν μπορούσε να το ξέρει. Ένιωθε την ζεστασιά της, και αυτό το δίχως άλλο του χάριζε ένα ωραίο συναίσθημα, μα δεν ήταν αρκετό για να ξεπεράσει την αγωνία του για το που ήταν. Ζήτησε επανειλημμένα από τη νεράιδα να πάρει τα χέρια της από τα μάτια του, ή να του πει που ήταν. Εκείνη, σχεδόν διασκεδάζοντας, δεν του απαντούσε και γελούσε. Το γέλιο της αντηχούσε πολύ όμορφα μέσα στην καρδιά της, μα δεν ήταν αρκετό να καθησυχάσει ο κυνηγός. Είχε κυριευθεί από το άγχος, και κάθε ομορφιά που δέχονταν από τις άλλες του αισθήσεις χανόταν μέσα σε αυτό. Ούτε η ζεστασιά της καρδιάς της νεράιδας, ούτε το ωραίο της άγγιγμα, ούτε το άκουσμα της φωνής της και του γέλιου της, ή η μυρωδιά της... Τίποτε δεν ήταν αρκετό για να τον ηρεμήσει. Είχε ακούσει ιστορίες για επικίνδυνα δέντρα στο δάσος των Περιμυθιασμάτων, και κουφάλες που έκρυβαν το θάνατο.
Εντελώς φοβισμένος έβγαλε ένα κοντό τσεκούρι που είχε για να ανοίγει δρόμο μέσα στο δάσος κόβοντας κλαδιά που έκλειναν τα μονοπάτια, και άρχισε να χτυπά τα τοιχώματα της καρδιάς της νεράιδας, νομίζοντας πως βρισκόταν μέσα στον κορμό ενός τέτοιου δέντρου. Πριν καλά καλά η νεράιδα αποφασίσει να εγκαταλείψει το πείσμα της και να ελευθερώσει τα μάτια του κυνηγού, εκείνος είχε προλάβει να τσακίσει την καρδιά της.
Η νεράιδα έπεσε νεκρή. Τα χέρια της χύθηκαν από το πρόσωπο του κυνηγού και το σώμα της σωριάστηκε στο χώμα. Δεν έμεινε εκεί για πολύ. Το σώμα ενός τόσο όμορφου πλάσματος χάνεται μόλις ξεψυχήσει. Σκορπά σαν σκόνη, γιατί είναι ένα τόσο θλιβερό θέαμα που ο κόσμος δεν μπορεί να το βαστήξει (κι ας βαστάει τόσες πολλές άλλες άσχημες εικόνες). Ωστόσο ο κυνηγός πρόλαβε να δει για μια στιγμή την νεκρή νεράιδα να χάνεται, και μαζί με την θλίψη τον κυρίευσε και η αλήθεια. Ήταν η καρδιά της που είχε πελεκήσει και τσακίσει.

Δυστυχισμένος ο κυνηγός, με το μυαλό του να έχει αδειάσει, έμεινε εκεί χωρίς να μπορεί να σκεφτεί τίποτε. Ίσως να έγινε δέντρο. Μάλλον έγινε βράχος. Μπορεί όμως και να επέστρεψε στην αναζήτηση του φτερουγίσματος που κάποτε τον είχε γοητεύσει. Εμείς που μπορούμε να σκεφτούμε κομμάτι παραπάνω πάνω σε αυτή την ιστορία, ίσως μένουμε εδώ αναρωτώμενοι αν όλα ήταν λάθος της νεράιδας.

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

88. Οι λεπτοσκαντζοχοιροβελόνες & Η ιστορία μίας θλιμμένης μάγισσας.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία μάγισσα που κοιτώντας στο μαγικό της γυαλί προέβλεψε ότι ένας άντρας θα την αγαπούσε και έτσι θα έχανε όλες της τις δυνάμεις. Φοβήθηκε πολύ για αυτό, γιατί ισχυριζόταν πως αγαπούσε τις δυνάμεις της, χωρίς όμως στα αλήθεια να ξέρει τι θα πει αγάπη, και αποφάσισε να βρει ένα ξόρκι για να εμποδίσει τα προκαθορισμένα. Όντας μάγισσα, και όχι θνητή, ήξερε πως μπορούσε να επέμβει και να αλλάξει την αμετάκλητη μοίρα. Κάτι αδύνατο για εμάς τους ανθρώπους.
Ψάχνοντας στα κιτάπια της βρήκε ένα ξόρκι που έκρινε αρκετά κατάλληλο για να πετύχει αυτό που ήθελε, και χρειαζόταν πολλές *πάρα πολλές) βελόνες λεπτοσκαντζόχοιρων. Λίγο από την βιασύνη της να προλάβει, λίγο που συνέβη να έχει τρία τσουβάλια βελόνες λεπτοσκαντζόχοιρου στην αποθήκη της, δεν συνέχισε να ψάξει κάποιο άλλο ξόρκι, ίσως πιο κατάλληλο. Έτσι έπιασε δουλειά.
Οι βελόνες από λεπτοσκαντζόχοιρο δεν διαφέρουν πολύ από του κανονικού σκαντζόχοιρου, παρά μόνο είναι πιο λεπτές και λίγο πιο εύκαμπτες. Μοιάζουν πολύ με ανθρώπινες τρίχες. Η μάγισσα είχε εκατομμύριά από δαύτες. Αν ήξερε ποιος ήταν αυτός ο άντρας θα χρειαζόταν μόνο μία, αλλά αν περίμενε να τον συναντήσει φοβόταν θα ήταν αργά. Έτσι τις μάγεψε όλες και τις έδωσε σε έναν μαγεμένο άνεμο να τις σκορπίσει σε κάθε πόλη και χωριό. Φύλαξε μόνο μία, μήπως και ο μαγεμένος άνεμος δεν έβρισκε τον άντρα που επρόκειτο να την αγαπήσει.
Το ξόρκι που είχε διαλέξει ήταν άκρως θανατηφόρο. Αν μία βελόνα τσιμπούσε κάποιον, έμπαινε κάτω από το δέρμα του και ύστερα με τρόπο μαγικό έφτανε στην καρδιά του. Εκεί, καθώς η καρδιά παλλόταν, η βελόνα θα αγκυλωνόταν και θα τρύπαγε την καρδιά σκοτώνοντας τον. Δεν την ένοιαζε πόσοι άνθρωποι θα πέθαιναν από το ξόρκι της, αρκεί ανάμεσα τους να ήταν ο άντρας που είχε δει στο μαγικό γυαλί της.
Η μάγισσα όμως είχε κάνει ένα λάθος. Οι βελόνες που είχε στείλει ήταν λεπτές και εύκαμπτες. Δεν μπορούσαν να τρυπήσουν ούτε τις μαλακές και καλοσυνάτες καρδιές των ανθρώπων, ούτε τις τραχιές και κάπως σκληρότερες. Μονάχα αν μία καρδιά σκλήραινε πάρα πολύ (γινόταν όσο σκληρή η καρδιά της μάγισσας) τότε η παρουσία της βελόνας την έκανε να σπάσει.

Με την ιστορία αυτή ο αφηγητής της μας προειδοποιεί και μας προτρέπει να προσπαθούμε να κρατάμε μαλακές τις καρδιές μας, γιατί ειδάλλως – βέβαιος πως και εμείς έχουμε μία από τις βελόνες – θα σπάσουν.
Για όσους αναγνώστες ενδιαφέρονται για το τι απέγινε η μάγισσα και ο άντρας της ιστορίας η συνέχεια της μας δίνεται από έναν δεύτερο αφηγητή.

Όταν η μάγισσα συνάντησε τον άντρα που την αγάπησε και αυτός άρχισε να την ζητά, προσπάθησε να τον αποθαρρύνει, και με διάφορους τρόπους και τεχνάσματα να σκληρύνει την καρδιά του για να απαλλαγεί από τον κίνδυνο να χάσει τις δυνάμεις της. Δεν ήταν εύκολο καθώς ο άντρας είχε από γεννησιμιού του μαλακή καρδιά και η αγάπη του για εκείνη την είχε μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Παρόλα αυτά η μάγισσα σιγά σιγά τα κατάφερνε. Μόνο που όσο η καρδιά του άντρα σκλήραινε από τα καμώματα της, τόσο η δική της σκληρή καρδιά μαλάκωνε από την επιμονή της αγάπης του.
Θα ήταν ωραίο στο τέλος της ιστορίας οι δύο καρδιές να συναντιόντουσαν κάπου στην μέση καθώς η μία μαλάκωνε και η άλλη σκλήραινε και το φινάλε να ήταν αίσιο. Μα αυτό δεν έγινε. Ο δεύτερος αφηγητής διαφωνεί με την μετριοπάθεια ενός τέτοιου τέλους, κι ακόμα δεν πιστεύει πως οι μάγισσες διαφέρουν από τους θνητούς.
Λίγο πριν το τέλος, η μάγισσα προειδοποίησε τον άντρα πως η καρδιά του έχει αρχίσει να γίνεται σκληραίνει επικίνδυνα και πως αν συνέχιζε να την ζητά, θα έσπαγε. Εκείνος - αποδεικνύοντας ότι μία σκληρή καρδιά μπορεί να αγαπήσει το ίδιο δυνατά με μία μαλακή – αντέτεινε πως δεν τον ένοιαζε. Ήταν ένα ρίσκο που επροτίθετο να πάρει. Ήλπιζε πως η μάγισσα θα ενέδιδε στην αγάπη τους πριν γίνει αυτό. Η μάγισσα με όση σκληρότητα είχε απομείνει στην καρδιά της διέτεινε πως δεν την ένοιαζε καθόλου αν θα πέθαινε, και δεν ήξερε γιατί του είχε δείξει ευσπλαχνία προειδοποιώντας τον.
Λίγο καιρό μετά η καρδιά του άντρα σκλήραινε απότομα και εντελώς, σπάζοντας σε χίλια δυο κομμάτια. Ο μαγεμένος άνεμος διάλεξε εκείνη την στιγμή να επιστρέψει και να πληρωθεί για τις υπηρεσίες του, φέρνοντας μαζί του τον ήχο της σπασμένης καρδιάς του άντρα και τον τελευταίο της χτύπο. Στο άκουσμα τους η καρδιά της μάγισσας μαλάκωσε. Μαζί οι δυνάμεις της σκόρπισαν  και ο μαγεμένος άνεμος της πήρε μαζί του ως την Πράγα. Η μάγισσα δεν νοιάστηκε καθόλου για τις δυνάμεις της. Θλιμμένη, συνειδητοποιώντας πως πια ήξερε τι θα πει αγάπη, σκέφτηκε πως ο μόνος άντρας που θα άξιζε να αγαπήσει ήταν νεκρός.
Είχε φυλαγμένη μία βελόνα που θα μπορούσε να την χρησιμοποιήσει για να πεθάνει, αλλά η καρδιά της ήταν ήδη μαλακωμένη.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

87. Ανάμνηση σε λα μείζονα.

Κάποτε ένας άντρας σε ένα κέντρο – ας δανειστούμε για χάρη συντομίας την εικόνα εκείνου που διηύθυνε ο Μπόγκαρτ στην ταινία Καζαμπλάνκα - πλησίασε τον πιανίστα και βάζοντας ένα χαρτονόμισμα στην τσέπη στο πέτο του, του είπε:
«Μπορείς να μου παίξεις μία ανάμνηση;»
Ο πιανίστας χαμογέλασε και έριξε μία ματιά ολόγυρα. Από ώρα είχε προσέξει μία γυναίκα που καθόταν μόνη στο μπαρ. Επίτηδες κράτησε το βλέμμα του πάνω της, μέχρι και ο άντρας να κοιτάξει προς το μέρος της.
«Ξέρετε να χορεύετε;», ρώτησε ο πιανίστας τον άντρα.
Και είναι περιττό να πούμε πως δεν περίμενε απάντηση. Άρχισε να παίζει κατευθείαν, μία μουσική που είχε συνθέσει ο ίδιος και είχε σκοπό να παίξει για πρώτη φορά στην επέτειο του κέντρου για τα τρία χρόνια λειτουργίας του, σε δέκα μέρες από τότε. Ήταν μία ζωηρή μουσική που σε προδιάθετε για χορό. Ο άντρας κάπως ξαφνιασμένος, κοίταξε πολύ γρήγορα τα δάχτυλα του πιανίστα να εναλλάσσονται πάνω στα άσπρα και μαύρα πλήκτρα και ύστερα γύρισε το κεφάλι του προς το μπαρ. Ξανακοίταξε την γυναίκα. Πλέον και εκείνη κοιτούσε προς το μέρος του. Αναρωτήθηκε για λίγο αν κοιτούσε εκείνον, ή είχε τραβήξει την προσοχή της η μουσική του πιάνου. Δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιες σκέψεις. Ούτε χώρος καθώς έβρισκε την γυναίκα πολύ όμορφη.

Ο αναγνώστης καταλαβαίνει - καλύτερα από τον αφηγητή και τον άντρα της ιστορίας – πως η αφήγηση πρέπει να τελειώσει σε αυτό το σημείο, και κάθε άλλη φλυαρία ή περιγραφή είναι περιττή και αλλοιώνει το νόημα της ιστορίας.

Ο άντρας πλησίασε την γυναίκα και της ζήτησε να χορέψουν. Έτσι ο πιανίστας έπαιξε μία ανάμνηση όπως του ζήτησε ο πελάτης.

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

86. Η Αποκάλυψη των βροντών.

     Κάποτε ένας θεός που ήθελε τους ανθρώπους του ευτυχισμένους, αλλά δεν ήξερε πως να καταλάβει αν ήταν ή όχι στα αλήθεια ευτυχισμένοι, αποφάσισε να τους πει ένα ψέμα. Διάλεξε έναν από αυτούς για προφήτη του, και μέσω αυτού τους είπε:
     Από εδώ και πέρα θα ξέρετε, πως σαν θα ακούτε βροντές δεν θα είναι τα σύννεφα. Όταν ακούτε βροντές θα είμαι εγώ. Από τον ίδιο πηλό που σας έπλασα, έφτιαξα και την μοίρα σας. Πάνε αιώνες και αυτή έχει πετρώσει όπως τα πήλινα σκεύη και ψηφιδωτά σας. Κάθε φορά που θα ακούτε βροντές, θα είμαι εγώ που θα σπάω την μοίρα σε κομμάτια για να την βάλω σε άλλη σειρά.
     Οι άνθρωποι πίστεψαν τα λόγια αυτά του θεού τους στα λεγόμενα του προφήτη και κάθε φορά που άκουγαν βροντές από τον ουρανό, έλεγαν πως ο θεός άλλαζε την μοίρα. Οι δυστυχισμένοι χαίρονταν, οι ανικανοποίητοι ήλπιζαν για καλύτερα, ενώ η οι ευτυχισμένοι ευλαβικά ανησυχούσαν. Κάπως έτσι ο θεός, μέσα από τις προσευχές των ανθρώπων καταλάβαινε αν οι άνθρωποι του ευτυχισμένοι ή όχι. Πιο καλά με αυτό του το τέχνασμα όμως καταλάβαινε τους αχάριστους.
    Μια μέρα, ένας άντρας που στη ζωή του είχε υπομείνει πολλές ελπίδες και βάσανα, και πολύ μεγάλη πίστη είχε δείξει στις βροντές πως ήταν για καλό και για καλύτερο, έφτασε σε σημείο τέτοιο στη ζωή του που ένιωθε ένα βήμα και μία μοιρασμένη ανάσα μακριά από την ευτυχία. Οι μέρες του ήταν γαλήνιες και χαμογελούσε. Εκείνη τη μέρα όμως έμελλε να βρέξει. Μία δυνατή μπόρα έφτασε στην πόλη συνοδευόμενη από δυνατές, πολύ δυνατές, βροντές. Αυτό σήμαινε το δίχως άλλο πως η μοίρα θα άλλαζε. Τη άδικη αλλαγή!
     Τόσο τον έπνιξε το παράπονο και το άδικο που εκεί που στεκόταν, άρχισε να ξεστομίζει τέτοιες ύβρεις προς τον θεό, που οι γύρω του τρόμαξαν και ο θεός ντράπηκε. Έκλεισε τα μάτια του και απομακρύνθηκε από τον κόσμο που είχε φτιάξει.


     Ο δημιουργός του παρόντος θέλει, όπως ο θεός στο παρόν, να καταλάβει τους αναγνώστες του με αυτή την ιστορία. Θα βρει τρόπο και θα μετρήσει ποιοι από όσους διάβασαν τα παραπάνω αναρωτήθηκαν για τη συνέχεια μιας κοινωνίας ανθρώπων χωρίς θεό, και ποιοι ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για το αν ο άντρας, του οποίου η έκρηξη του έκανε τον θεό να απομακρυνθεί, ευτύχισε ή όχι.
     Εμείς – που μονάχα μπορούμε να διαβάζουμε την μοίρα – δεν έχουμε καμία από τις δύο απαντήσεις να παραθέσουμε.

Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

85. Η θλιβερή ιστορία μιας πεταλούδας και ενός σκαθαριού.*

Κάποτε μία πεταλούδα αγαπούσε ένα σκαθάρι. Ήξερε πως και εκείνο την αγαπούσε αλλά της το κρατούσε κρυφό. Έτσι μια μέρα το πλησίασε και του ζήτησε να της πει ένα μυστικό. Το σκαθάρι δεν αρνήθηκε και της εκμυστηρεύθηκε ένα κρίμα του, που είχε κάνει πριν πολύ καιρό και δεν το είχε πει σε κανέναν ως τότε.
«Όχι, θέλω να μου πεις ένα μυστικό που αφορά εμένα.», του ζήτησε επιτακτικά η πεταλούδα. Το σκαθάρι μαζεύτηκε και δείλιασε. Πώς μπορούσε να παραδεχτεί την αγάπη που είχε στην πεταλούδα κι ως τώρα την κρατούσε κρυφή;
«Μου οφείλεις ένα μυστικό.», επέμεινε η πεταλούδα.
«Ναι.» απάντησε το σκαθάρι προκλητικά ετοιμόλογο αυτή τη φορά παρά την πρόσφατη δειλία του. «Και αν δεν θέλω να στο δώσω υποχρεούμαι να μοιραστώ μαζί σου όλα τα άλλα.». Ο κανόνας αυτός ήταν κάτι που είχε διαβάσει κάποτε το σκαθάρι κάπου στα έγκατα της γης.
«Ωραία λοιπόν, ακούω.» αποκρίθηκε με πείσμα και θάρρος η πεταλούδα.
Το σκαθάρι άρχισε να λέει όλα του τα μυστικά. Μερικά ασήμαντα που έκρυβαν ανόητες ενοχές και μηδαμινά λάθη, και άλλα άσχημα και σοβαρά. Αυτή η εξομολόγηση κράτησε ως το βράδυ και ως την επόμενη αυγή.
Η επόμενη αυγή, οπότε και η πεταλούδα έμαθε και το τελευταίο μυστικό του σκαθαριού (εκτός από εκείνο που της κρατούσε κρυφό), βρήκε την πεταλούδα να αγαπά ακόμα πιο πολύ το σκαθάρι, για λόγους που μόνο ο έρωτας μπορεί να εξηγήσει.
«Δεν θα φύγεις;», ρώτησε το σκαθάρι την πεταλούδα, και η καρδιά του φυλλότρεμε πως την έβλεπε για τελευταία φορά.
«Όχι.», απάντησε η πεταλούδα. «Κι εγώ σου χρωστάω ένα μυστικό και σύμφωνα με τον κανόνα που έχεις διαβάσει στα έγκατα της γης πρέπει να σου πω όλα τα άλλα.» είπε η πεταλούδα με περίσσια δύναμη ψυχής. Και κάπως δειλά ρώτησε το σκαθάρι αν ήθελε να τα ακούσει. Το σκαθάρι χωρίς δεύτερη σκέψη δέχτηκε.
Η εξομολόγηση των μυστικών της πεταλούδας κράτησε κι εκείνη ως το βράδυ και ως την επόμενη αυγή. Από κάποια άποψη τα μυστικά της ήταν χειρότερα στο σύνολο. Πράγματα που είχε κάνει όταν ήταν κάποια, και σκέψεις από όταν ήταν μέσα στο κουκούλι. Όταν τελείωσε, ρώτησε το σκαθάρι αν ήθελε να φύγει. Το σκαθάρι απάντησε πως δεν είχε να πάει πουθενά. Μέσα του αγαπούσε ακόμα πιο πολύ την πεταλούδα από πριν.

Αυτή είναι η θλιβερή ιστορία μίας πεταλούδας και ενός σκαθαριού που αγαπιόντουσαν πολύ και δεν έφυγαν ποτέ μακριά ο ένας από την άλλη. Δεν υπάρχει τίποτα θλιβερό σε αυτήν εκτός από το ότι δεν αντάλλαξαν ποτέ στα λόγια το μυστικό της αγάπης τους, κι αυτό δικαιώνει τον αρχικό τίτλο που δόθηκε στην ιστορία από τον αφηγητή που την παρέδωσε σε αυτή τη συλλογή.

* αρχικός τίτλος: Η υπέροχη αγάπη μίας πεταλούδας και ενός σκαθαριού.

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

84 Το μαύρο πίνκου.

«Όταν το μαύρο πίνκου ξυπνάει ο ήλιος ανατέλλει. Όταν το μαύρο πίνκου κοιμάται ο ήλιος δύει.»

Το μαύρο πίνκου εδώ και μερικούς αιώνες έχει φτιάξει την φωλιά του στην πλατεία ενός χωριού των Ιμαλαΐων. Για όσους αναγνώστες δεν το κατάλαβαν, το μαύρο πίνκου είναι ένα κίτρινο πουλί.
Οι δυστυχισμένοι κάτοικοι του χωριού όπου εγκαταστάθηκε το μαύρο πίνκου, όλους αυτούς τους αιώνες ζούσαν με την ανησυχία μήπως το μαύρο πίνκου αποκοιμηθεί μέσα στη μέρα ή ξυπνήσει κατά μεσοίς της νύχτας. Πιστεύαν, σχεδόν θρησκευτικά, στην άμεση σχέση του ύπνου του πουλιού και των κινήσεων του ήλιου. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που είχαν αιώνες να ασχοληθούν με κάτι άλλο εκτός από το μαύρο πίνκου και το πότε κοιμάται. Έτσι και απομονώθηκαν από τον υπόλοιπο κόσμο και την μοντέρνα γνώση. Όλη την μέρα φρόντιζαν να κρατάνε το μαύρο πίνκου απασχολημένο για να μην αποκοιμηθεί, και όλη την νύχτα πρόσεχαν μη τίποτα ενοχλήσει τον ύπνο του και ξυπνήσει απότομα. Είναι περιττό να περιγράψουμε την αγωνία τους όταν τύχαινε και ο ύπνος του κίτρινου πουλιού ήταν ανήσυχος. Φοβόντουσαν για τα ύστερα του κόσμου!
Ένας ορνιθολόγος – όχι πολύ καιρό πριν – ιδιαίτερα φιλόζωος θέλησε να λυτρώσει το πουλί από την καταπίεση που δεχόταν, εξαιτίας των προκαταλήψεων των κατοίκων του χωριού. Αποφάσισε να επισκεφτεί το χωριό και να πείσει τους κατοίκους του πώς το μαύρο πίνκου  (ή ο ύπνος του) καμία σχέση δεν είχαν με την ανατολή και τη δύση του ήλιου. Στην αρχή αντιμετώπισε πολλές αντιδράσεις και τον χλευασμό των πολλών, μία ή δύο φορές κόντεψε να κινδυνέψει η σωματική του ακεραιότητα, όμως οι λιγοστοί ανοιχτόμυαλοι στα λόγια του άρχισαν να πληθαίνουν, αποτέλεσμα της υπομονής και της επιμονής του.
«Αφήστε το καημένο το πουλί να κλείσει για λίγο τα μάτια του», είπε ένα μεσημέρι όταν το μαύρο πίνκου άρχισε να γλαρώνει. Στεκόταν ακριβώς κάτω από την φωλιά του μαύρου πίνκου και άπλωνε τα χέρια του προς τον κόσμο που το πρόσεχε αποτρέποντας τους κατοίκους προτού πετάξουν κάποια πέτρα στο πουλί για να το ταράξουν και να χάσει τον ύπνο του. Την πρώτη μέρα κατάφερε να μην πετάξουν πέτρα ίσα ίσα όσο το μαύρο πίνκου πάρει μία ανάσα με κλειστά τα μάτια. Την άλλη, λίγο παραπάνω. Την επόμενη κάτι τις περισσότερο.
Οι κάτοικοι δεν ήθελαν και πολύ να πειστούν. Κι εκείνους τους βασάνιζε η ίδια αυπνία και κούραση. Τουλάχιστον το μαύρο πίνκου κοιμόταν ολόκληρο το βράδυ. Το μόνο που στερούταν ήταν η μεσημεριανή του ανάπαυση. Αλλά κατά τον ορνιθολόγο αυτή ήταν και η πιο σημαντική λειτουργία για το είδος του.
Κάποτε έφτασε το μεσημέρι που το πουλί κοιμήθηκε, και οι κάτοικοι είδαν ότι ο ήλιος δεν έδυσε το μεσημέρι. Ούτε ένας δεύτερος ήλιος ανέτελλε όταν το μαύρο πίνκου ξύπνησε μία ώρα αργότερα. Ο ορνιθολόγος είχε καταφέρει την αποστολή του, και οι κάτοικοι του χωριού μετά από αιώνες κατάφεραν να επιστρέψουν στις δουλειές τους και τις ασχολίες τους απερίσπαστοι και απαλλαγμένοι από τον φόβο μίας ξαφνικής δύσης ή μίας ανατολής. Ευγνώμονες ζήτησαν από τον ορνιθολόγο να μείνει μαζί τους για πάντα, και εκείνος ευχαριστημένος με τον εαυτό του δέχτηκε να μείνει για να μελετήσει περεταίρω το σπάνιο μαύρο πίνκου.

Σε όσους αναρωτήθηκαν από την αρχή γιατί ένα κίτρινο πουλί ονομάζεται «μαύρο πίνκου», αξίζει να μάθουν το εξής:
«Όταν το μαύρο πίνκου κοιμάται ο ήλιος δύει. Και όταν το μαύρο πίνκου ξυπνά ο ήλιος ανατέλλει.». Ο κανόνας αυτός ισχύει μόνο με αυτή τη σειρά και μόνο για το βράδυ. Αλίμονο μας αν το μαύρο πίνκου ξυπνήσει κάποια νύχτα, ειδικά τώρα που οι φύλακες του δεν το προσέχουν.
Καλό θα ήταν, όποιος αναγνώστης βρεθεί σε ένα χωριό των Ιμαλαΐων που στην πλατεία του φωλιάζει ένα κίτρινο πουλί, να προειδοποιήσει τους κατοίκους του για το ολέθριο λάθος του ορνιθολόγου, αλλιώς δεν ξέρουμε τι μπορεί να συμβεί. Όχι κάτι χειρότερο πάντως από το τέλος του κόσμου.