Κάποτε τα πολύ παλιά χρόνια σε ένα χωριό στις παρυφές ενός ηφαιστείου, οι κάτοικοι του ζούσαν εύρωστα, ανέμελα και φιλήσυχα την καθημερινή καθημερινότητα τους για πολλά χρόνια αγνοώντας τους κινδύνους που διέτρεχαν από την θέση των σπιτιών τους. Όταν ήρθε λοιπόν η μέρα και το ηφαίστειο εξερράγη για πρώτη φορά. Όσοι σώθηκαν από τον καυτό θάνατο συγκεντρώθηκαν και απεφάνθησαν πως το ηφαίστειο εξερράγη γιατί δεν θυσίαζαν σε αυτό κάποιο ζώο, και αποφάσισαν πως από εδώ και πέρα θα έριχναν μέσα στον κρατήρα ένα σφαχτό κάθε τόσο.
Έτσι και έκαναν.
Έτσι και έκαναν.
Τα χρόνια πέρασαν και οι κάτοικοι συνέχισαν να ζουν φιλήσυχα με τα βάσανα και τις δεισιδαιμονίες τους τιμώντας τους αδικοχαμένους συγχωριανούς τους. Και πάλι όμως ήρθε ο καιρός το ηφαίστειο να εκρηχθεί φέρνοντας τον καυτό θάνατο και πάλι στο χωριό. Όσοι διεσώθησαν συγκεντρώθηκαν και απεφάνθησαν πως κάποιο από τα σφαχτά που θυσίασαν ήταν κακό, άνοστο και πως ήταν λάθος τους που το προσέφεραν θυσία στο ηφαίστειο χωρίς να το δοκιμάσουν. Έτσι αποφάσισαν να τρώνε λίγο από τα σφαχτά πριν τα ρίξουν στον κρατήρα.
Τα επόμενα χρόνια πέρασαν και πάλι εύρωστα για τους κατοίκους του χωριού αν και μάλωναν κάθε τόσο για το πόσο έτρωγε ο καθένας τους από το σφαχτό της θυσίας. Κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες τους με τον φόβο κάποιας έκρηξης, τον οποίο η αλήθεια είναι πως δεν μπορούσαν πια να ξορκίσουν με δεισιδαιμονίες. Και πάλι κάποτε, για τρίτη φορά, το ηφαίστειο εξερράγη. Ήταν η φορά που όλοι οι κάτοικοι του χωριού βρήκαν καυτό θάνατο, και δεν επέζησε κανείς.
Αυτή είναι μία ιστορία που λένε σε κάποιο άλλο χωριό κάποιοι κάτοικοι που υποστηρίζουν πως αν κάποιος για πολύ καιρό βρίσκει λάθος λύσεις σε ένα πρόβλημα το πρόβλημα σταματά να υπάρχει, γιατί το ίδιο συμβαίνει και σε αυτόν που το έχει.