Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

85. Η θλιβερή ιστορία μιας πεταλούδας και ενός σκαθαριού.*

Κάποτε μία πεταλούδα αγαπούσε ένα σκαθάρι. Ήξερε πως και εκείνο την αγαπούσε αλλά της το κρατούσε κρυφό. Έτσι μια μέρα το πλησίασε και του ζήτησε να της πει ένα μυστικό. Το σκαθάρι δεν αρνήθηκε και της εκμυστηρεύθηκε ένα κρίμα του, που είχε κάνει πριν πολύ καιρό και δεν το είχε πει σε κανέναν ως τότε.
«Όχι, θέλω να μου πεις ένα μυστικό που αφορά εμένα.», του ζήτησε επιτακτικά η πεταλούδα. Το σκαθάρι μαζεύτηκε και δείλιασε. Πώς μπορούσε να παραδεχτεί την αγάπη που είχε στην πεταλούδα κι ως τώρα την κρατούσε κρυφή;
«Μου οφείλεις ένα μυστικό.», επέμεινε η πεταλούδα.
«Ναι.» απάντησε το σκαθάρι προκλητικά ετοιμόλογο αυτή τη φορά παρά την πρόσφατη δειλία του. «Και αν δεν θέλω να στο δώσω υποχρεούμαι να μοιραστώ μαζί σου όλα τα άλλα.». Ο κανόνας αυτός ήταν κάτι που είχε διαβάσει κάποτε το σκαθάρι κάπου στα έγκατα της γης.
«Ωραία λοιπόν, ακούω.» αποκρίθηκε με πείσμα και θάρρος η πεταλούδα.
Το σκαθάρι άρχισε να λέει όλα του τα μυστικά. Μερικά ασήμαντα που έκρυβαν ανόητες ενοχές και μηδαμινά λάθη, και άλλα άσχημα και σοβαρά. Αυτή η εξομολόγηση κράτησε ως το βράδυ και ως την επόμενη αυγή.
Η επόμενη αυγή, οπότε και η πεταλούδα έμαθε και το τελευταίο μυστικό του σκαθαριού (εκτός από εκείνο που της κρατούσε κρυφό), βρήκε την πεταλούδα να αγαπά ακόμα πιο πολύ το σκαθάρι, για λόγους που μόνο ο έρωτας μπορεί να εξηγήσει.
«Δεν θα φύγεις;», ρώτησε το σκαθάρι την πεταλούδα, και η καρδιά του φυλλότρεμε πως την έβλεπε για τελευταία φορά.
«Όχι.», απάντησε η πεταλούδα. «Κι εγώ σου χρωστάω ένα μυστικό και σύμφωνα με τον κανόνα που έχεις διαβάσει στα έγκατα της γης πρέπει να σου πω όλα τα άλλα.» είπε η πεταλούδα με περίσσια δύναμη ψυχής. Και κάπως δειλά ρώτησε το σκαθάρι αν ήθελε να τα ακούσει. Το σκαθάρι χωρίς δεύτερη σκέψη δέχτηκε.
Η εξομολόγηση των μυστικών της πεταλούδας κράτησε κι εκείνη ως το βράδυ και ως την επόμενη αυγή. Από κάποια άποψη τα μυστικά της ήταν χειρότερα στο σύνολο. Πράγματα που είχε κάνει όταν ήταν κάποια, και σκέψεις από όταν ήταν μέσα στο κουκούλι. Όταν τελείωσε, ρώτησε το σκαθάρι αν ήθελε να φύγει. Το σκαθάρι απάντησε πως δεν είχε να πάει πουθενά. Μέσα του αγαπούσε ακόμα πιο πολύ την πεταλούδα από πριν.

Αυτή είναι η θλιβερή ιστορία μίας πεταλούδας και ενός σκαθαριού που αγαπιόντουσαν πολύ και δεν έφυγαν ποτέ μακριά ο ένας από την άλλη. Δεν υπάρχει τίποτα θλιβερό σε αυτήν εκτός από το ότι δεν αντάλλαξαν ποτέ στα λόγια το μυστικό της αγάπης τους, κι αυτό δικαιώνει τον αρχικό τίτλο που δόθηκε στην ιστορία από τον αφηγητή που την παρέδωσε σε αυτή τη συλλογή.

* αρχικός τίτλος: Η υπέροχη αγάπη μίας πεταλούδας και ενός σκαθαριού.

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

84 Το μαύρο πίνκου.

«Όταν το μαύρο πίνκου ξυπνάει ο ήλιος ανατέλλει. Όταν το μαύρο πίνκου κοιμάται ο ήλιος δύει.»

Το μαύρο πίνκου εδώ και μερικούς αιώνες έχει φτιάξει την φωλιά του στην πλατεία ενός χωριού των Ιμαλαΐων. Για όσους αναγνώστες δεν το κατάλαβαν, το μαύρο πίνκου είναι ένα κίτρινο πουλί.
Οι δυστυχισμένοι κάτοικοι του χωριού όπου εγκαταστάθηκε το μαύρο πίνκου, όλους αυτούς τους αιώνες ζούσαν με την ανησυχία μήπως το μαύρο πίνκου αποκοιμηθεί μέσα στη μέρα ή ξυπνήσει κατά μεσοίς της νύχτας. Πιστεύαν, σχεδόν θρησκευτικά, στην άμεση σχέση του ύπνου του πουλιού και των κινήσεων του ήλιου. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που είχαν αιώνες να ασχοληθούν με κάτι άλλο εκτός από το μαύρο πίνκου και το πότε κοιμάται. Έτσι και απομονώθηκαν από τον υπόλοιπο κόσμο και την μοντέρνα γνώση. Όλη την μέρα φρόντιζαν να κρατάνε το μαύρο πίνκου απασχολημένο για να μην αποκοιμηθεί, και όλη την νύχτα πρόσεχαν μη τίποτα ενοχλήσει τον ύπνο του και ξυπνήσει απότομα. Είναι περιττό να περιγράψουμε την αγωνία τους όταν τύχαινε και ο ύπνος του κίτρινου πουλιού ήταν ανήσυχος. Φοβόντουσαν για τα ύστερα του κόσμου!
Ένας ορνιθολόγος – όχι πολύ καιρό πριν – ιδιαίτερα φιλόζωος θέλησε να λυτρώσει το πουλί από την καταπίεση που δεχόταν, εξαιτίας των προκαταλήψεων των κατοίκων του χωριού. Αποφάσισε να επισκεφτεί το χωριό και να πείσει τους κατοίκους του πώς το μαύρο πίνκου  (ή ο ύπνος του) καμία σχέση δεν είχαν με την ανατολή και τη δύση του ήλιου. Στην αρχή αντιμετώπισε πολλές αντιδράσεις και τον χλευασμό των πολλών, μία ή δύο φορές κόντεψε να κινδυνέψει η σωματική του ακεραιότητα, όμως οι λιγοστοί ανοιχτόμυαλοι στα λόγια του άρχισαν να πληθαίνουν, αποτέλεσμα της υπομονής και της επιμονής του.
«Αφήστε το καημένο το πουλί να κλείσει για λίγο τα μάτια του», είπε ένα μεσημέρι όταν το μαύρο πίνκου άρχισε να γλαρώνει. Στεκόταν ακριβώς κάτω από την φωλιά του μαύρου πίνκου και άπλωνε τα χέρια του προς τον κόσμο που το πρόσεχε αποτρέποντας τους κατοίκους προτού πετάξουν κάποια πέτρα στο πουλί για να το ταράξουν και να χάσει τον ύπνο του. Την πρώτη μέρα κατάφερε να μην πετάξουν πέτρα ίσα ίσα όσο το μαύρο πίνκου πάρει μία ανάσα με κλειστά τα μάτια. Την άλλη, λίγο παραπάνω. Την επόμενη κάτι τις περισσότερο.
Οι κάτοικοι δεν ήθελαν και πολύ να πειστούν. Κι εκείνους τους βασάνιζε η ίδια αυπνία και κούραση. Τουλάχιστον το μαύρο πίνκου κοιμόταν ολόκληρο το βράδυ. Το μόνο που στερούταν ήταν η μεσημεριανή του ανάπαυση. Αλλά κατά τον ορνιθολόγο αυτή ήταν και η πιο σημαντική λειτουργία για το είδος του.
Κάποτε έφτασε το μεσημέρι που το πουλί κοιμήθηκε, και οι κάτοικοι είδαν ότι ο ήλιος δεν έδυσε το μεσημέρι. Ούτε ένας δεύτερος ήλιος ανέτελλε όταν το μαύρο πίνκου ξύπνησε μία ώρα αργότερα. Ο ορνιθολόγος είχε καταφέρει την αποστολή του, και οι κάτοικοι του χωριού μετά από αιώνες κατάφεραν να επιστρέψουν στις δουλειές τους και τις ασχολίες τους απερίσπαστοι και απαλλαγμένοι από τον φόβο μίας ξαφνικής δύσης ή μίας ανατολής. Ευγνώμονες ζήτησαν από τον ορνιθολόγο να μείνει μαζί τους για πάντα, και εκείνος ευχαριστημένος με τον εαυτό του δέχτηκε να μείνει για να μελετήσει περεταίρω το σπάνιο μαύρο πίνκου.

Σε όσους αναρωτήθηκαν από την αρχή γιατί ένα κίτρινο πουλί ονομάζεται «μαύρο πίνκου», αξίζει να μάθουν το εξής:
«Όταν το μαύρο πίνκου κοιμάται ο ήλιος δύει. Και όταν το μαύρο πίνκου ξυπνά ο ήλιος ανατέλλει.». Ο κανόνας αυτός ισχύει μόνο με αυτή τη σειρά και μόνο για το βράδυ. Αλίμονο μας αν το μαύρο πίνκου ξυπνήσει κάποια νύχτα, ειδικά τώρα που οι φύλακες του δεν το προσέχουν.
Καλό θα ήταν, όποιος αναγνώστης βρεθεί σε ένα χωριό των Ιμαλαΐων που στην πλατεία του φωλιάζει ένα κίτρινο πουλί, να προειδοποιήσει τους κατοίκους του για το ολέθριο λάθος του ορνιθολόγου, αλλιώς δεν ξέρουμε τι μπορεί να συμβεί. Όχι κάτι χειρότερο πάντως από το τέλος του κόσμου.

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

83. Ο χορός των άχαρων ερωτευμένων.

Ο χορευτής έκανε μία βαθιά υπόκλιση με διατεταγμένα τα χέρια και τα πόδια και ζήτησε το όνομα της ντάμας του. Εκείνη του συστήθηκε.
«Εγώ είμαι ο σπουδαιότερος των άχαρων χορευτών της χώρας.» απάντησε και με το ένα χέρι κράτησε το δικό της και πέρασε το άλλο στη μέση της, παίρνοντας θέση για χορό.
«Ξέρετε να χορεύετε;» τη ρώτησε.
«Αρκετά καλά.» απάντησε εκείνη, και άρχισαν να κάνουν τα πρώτα τους βήματα.
«Χμ.» προβληματίστηκε ο χορευτής. «Αυτό μπορεί να μην είναι καλό. Μπορεί να σας στοιχίσει το κεφάλι.» είπε. «Η βασίλισσά δεν συμπαθεί όσους χορεύουν καλύτερα από εκείνη. Και ξέρετε είναι κρίμα, γιατί δεν είναι πολύ καλή χορεύτρια η ίδια.»
Η κοπέλα ανησύχησε. Στα αλήθεια δεν είχε να πει κάτι. Η ανησυχία της όμως βρήκε τρόπο να φανεί στον χορευτή. Σχηματίστηκε στο πρόσωπο της.
«Μην ανησυχείτε.» είπε ο χορευτής. «Θα σας μάθω εγώ να χορέψετε όπως πρέπει απόψε. Κάντε μία άχαρη φιγούρα εδώ.» της είπε και πήρε το χέρι της από την μέση της. Εκείνη απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του καβαλιέρου της με έναν πολύ αδέξιο στροβιλισμό κρατώντας σφιχτά το άλλο του χέρι.
«Εξαιρετικά!» αναφώνησε ο χορευτής. «Είστε πολύ καλή, αλλά μπορείτε να γίνετε χειρότερη.»
Συνέχισαν να χορεύουν και πότε ο χορευτής της παρήγγελλε να παραπατήσει, να στραβοπατήσει, ακόμα και να τον πατήσει.
«Τα πάτε πολύ καλά.» παρατήρησε και συνέχισε εξηγώντας τι ήταν ο χορός που χόρευαν, ενώ χόρευαν σε κύκλους.
«Ο χορός αυτός λέγεται ο χορός των άχαρων ερωτευμένων. Παρατηρήσατε όλη αυτή την ώρα που κινούμαστε κυκλικά;». Η κοπέλα έγνεψε θετικά.
«Έτσι ακριβώς θα χορέψουμε και το βράδυ μπροστά στη βασίλισσα, στη μεγάλη αίθουσα των χορών. Θα χορεύουμε εξήντα τέσσερα ζευγάρια ταυτόχρονα. Κάθε τετράγωνο έχει περίπου τέτοιο μέγεθος.» είπε και έδειξε την διάμετρο του νοητού κύκλου μέσα στον οποίο χόρευαν τόση ώρα. «Στο κέντρο κάθε τετραγώνου είναι ζωγραφισμένη μία καρδιά. Ο σκοπός του χορού είναι χορεύουμε σε αυτή. Εμείς θα χορεύουμε στο Γ4.»
«Μα τόση ώρα, ελάχιστα έχουμε σταθεί στο κέντρο!» παρατήρησε παραξενευμένη η κοπέλα.
Ο καβαλιέρος της έκανε μία πολύ απότομη κίνηση και εκείνη παραπάτησε τόσο που κόντεψε να πέσει. Την κρατούσε καλά όμως και δεν την άφησε. «Ξεχνάτε ότι δεν πρέπει να χορέψουμε καλά απόψε;» της θύμισε. «Ότι κινδυνεύουν τα κεφάλια μας.» είπε και η φωνή του έγινε κάπως φοβιστική.
«Εξάλλου ο χορός λέγεται χορός των άχαρων ερωτευμένων. Ελάτε να σας δείξω.» συνέχισε πιο γλυκά. «Τι θέλουν οι ερωτευμένοι; Να βρίσκονται μέσα στην καρδιά ο ένας του άλλου. Ας πούμε ότι είστε ερωτευμένοι μαζί μου. Κάνετε ένα δύο βήματα μπροστά για μπούμε μέσα στη καρδιά.» σχεδόν την διέταξε.
Η κοπέλα υπάκουσε στις οδηγίες του δασκάλου της και περπάτησε ένα δύο χορευτικά βήματα. Ο χορευτής υπάκουσε στην χορευτική έφοδο της. Οι δυο τους βρέθηκαν μέσα στον κύκλο. Δεν ξέχασαν να συμπληρώσουν με μία άτσαλη φιγούρα την κίνηση τους.
«Εξαιρετικά!» αναφώνησε ο χορευτής. «Μα ο έρωτας σας είναι σφοδρός. Και εγώ δεν τον περίμενα. Ξαφνιάστηκα κάπως. Έτσι και εγώ υποχωρώ παραπάνω από όσο έπρεπε.» είπε ο χορευτής και έκανε μερικά βήματα πιο πίσω, τραβώντας και τους δύο έξω από τον κύκλο. «Έτσι κάνουν οι ερωτευμένοι.» συμπλήρωσε και συνέχισαν να χορεύουν κυκλικά κινούμενοι, γύρω από την υποτιθέμενη καρδιά.
«Όμως και εγώ είμαι ερωτευμένος μαζί σας. Και τώρα που μου έφυγε το πρώτο ξάφνιασμα, θέλω να μπούμε μέσα στην καρδιά. Απαντώ λοιπόν και κάνω δύο βήματα μπροστά.» είπε και οι δυο τους χόρεψαν προς το κέντρο. «Μα για να δειχτώ και εγώ αντάξιος των συναισθημάτων σας, και εγώ κινούμαι με τέτοια φόρα όπως εσείς που μας φέρνει πάλι έξω από τον κύκλο. Και ύστερα θα απαντήσετε και εσείς το ίδιο. Έτσι κάνουν οι άχαροι ερωτευμένοι.»
«Αυτό είναι ανόητο.» παρατήρησε η κοπέλα.
«Είναι. Και ακόμα οι άχαροι ερωτευμένοι αν ποτέ καταφέρουν και βρεθούν καμιά φορά μέσα στη καρδιά, αρέσκονται να δοκιμάζουν να βγουν με το ταίρι τους έξω από αυτό, για να δοκιμάσουν τον άλλο πόσο θα παλέψει να μείνουν εκεί, ή αν θα επιχειρήσει να ξαναμπούν μέσα. Και ακόμα αν βγουν έξω και αργήσει το ταίρι τους να αντιδράσει, προσπαθούν εκείνοι να ξαναμπούν μέσα μαζί στην καρδιά. Πολλά τέτοια κάνουν οι ερωτευμένοι και όλα αυτά τα αναπαριστά αυτός ο χορός.»
Οι δυο τους έμειναν λίγο σιωπηλοί εξασκούμενοι τις διάφορες κινήσεις και φιγούρες του χορού των άχαρων ερωτευμένων, πάντα φροντίζοντας να παραπατάνε, να σκοντάφτουν και να χάνουν τον ρυθμό.
«Είναι στα αλήθεια τόσο επικίνδυνος αυτός ο χορός;» έσπασε τη σιωπή ανάμεσα τους η κοπέλα με πραγματική απορία. Φαινόταν αρκετά παραξενευμένη και προβληματισμένη.
«Ναι. Πολλοί ερωτεύτηκαν στα αλήθεια χορεύοντας αυτόν τον χορό. Τόσο που ξεχάστηκαν και χόρεψαν όχι μόνο πάνω στην καρδιά, αλλά και χορεύοντας καλά. Η βασίλισσα δεν τους χαρίστηκε. Τους έκοψε το κεφάλι. Είναι πολύ ζηλιάρα.»
«Αναρωτιέμαι τι ζηλεύει περισσότερο.» είπε στωικά η κοπέλα. Ο χορευτής την ρώτησε αν φοβάται. Εκείνη απάντησε πως όχι και ανταπέδωσε την ερώτηση. Στο κάτω κάτω εκείνη θα χόρευε μπροστά στη βασίλισσα μόνο εκείνο το βράδυ, εκείνος ήταν ένας από τους σπουδαιότερος των άχαρων χορευτών της χώρας και χόρευε σχεδόν κάθε φορά. «Εσείς δεν ανησυχείτε για το κεφάλι σας.» ρώτησε τον καβαλιέρο της.
«Δεν βαριέστε. Θα το χάσω και εγώ κάποια μέρα. Για όλους έρχεται η ώρα. Είτε να πεθάνουμε, είτε να ερωτευτούμε.» είπε ο χορευτής μειλίχια. Ύστερα ξεροκατάπιε. Ένιωσε μία ενόχληση ανάμεσα στο κεφάλι και τους ώμους του. 

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

82. Οι γονδολιέρηδες των ονείρων.

Είναι, λένε, και ταξιδεύουν πάνω στα σύννεφα της νύχτας και κάτω από τα άστρα του ουράνιου θόλου οι γονδολιέρηδες των ονείρων.
Κάθε φορά που κοιμόμαστε, η ψυχή μας αφήνει το σώμα και την καρδιά μας και ανεβαίνει ψηλά στον νυχτερινό ουρανό. Εκεί οι γονδολιέρηδες των ονείρων απλώνουν το χέρι τους σε μία ψυχή και την βάζουν στη μακρόστενη βάρκα τους για να την ταξιδέψουν. Όπως οι γονδολιέρηδες στη Βενετία έχουν υπέροχη φωνή και τραγουδάνε. Τα τραγούδια τους είναι τα όνειρα που βλέπουμε όσο κοιμόμαστε και εκείνη βολτάρουν την ψυχή μας πάνω από τον κόσμο. Όσο πιο γλυκιά είναι η φωνή τους τόσο πιο όμορφο είναι και το όνειρο που βλέπουμε.
Σαν ξημερώσει και το μαύρο του ουρανού γλυκάνει στο γαλάζιο χρώμα της χαραυγής, οι ψυχές επιστρέφουν και οι γονδολιέρηδες φεύγουν. Ακολουθούν πάντα την νύχτα.
Ένα βράδυ, όχι πολύ παλιά, ένας γονδολιέρης τράβηξε στη βάρκα του την ψυχή μίας γυναίκας. Ήταν τόσο καλή που ο γονδολιέρης την ερωτεύτηκε. Εκείνη τη νύχτα είπε τα πιο όμορφα τραγούδια που ήξερε για να την εντυπωσιάσει και να την ευφράνει. Τραγούδησε με την πιο ωραία φωνή. Ακόμα και όσων οι ψυχές βολτάραν σε διπλανές γόνδολες είδαν όνειρα από τα δικά του τραγούδια, αφού και όλοι οι άλλοι γονδολιέρηδες σταμάτησαν να τραγουδούν για να τον ακούσουν. Μονάχα το φεγγάρι δεν απόρησε με το πόσο όμορφα τραγουδούσε. Ήταν το μόνο που μπορούσε να φανταστεί πόσο όμορφα μπορούσε να τραγουδήσει κάποιος από έρωτα, όταν τα τραγούδια του είναι όνειρα.
Λίγο πριν την αυγή ο γονδολιέρης κουρασμένος, σιώπησε και πλησίασε την καλή ψυχή που είχε πάρει στη βάρκα του. Έσκυψε να την φιλήσει μα δίστασε. Οι υπόλοιποι γονδολιέρηδες που είδαν την αυγή να έρχεται ξεκίνησαν να την ακολουθήσουν. Οι ψυχές που είχαν πάρει στη βάρκα τους μία σιγά μία γρήγορα επέστρεφαν στη γη. Το φεγγάρι άρχισε να χάνεται και αυτό. Ψιθύρισε λένε με παράπονο: «Πάντα η ίδια ιστορία». Η ψυχή που ερωτεύτηκε ο γονδολιέρης κατέβηκε και αυτή από τη βάρκα του. Μόνο ο γονδολιέρης δεν πήγε πουθενά. Δεν ακολούθησε την νύχτα. Έμεινε να περιμένει το επόμενο βράδυ να τραβήξει πάλι στην βάρκα του την ψυχή που ερωτεύτηκε και να της τραγουδήσει.
Λυπούμαστε που η ιστορία ίσως φανεί πως δεν έχει καλό τέλος, αλλά το επόμενο βράδυ η ψυχή εκείνης της γυναίκας δεν επέστρεψε στον ουρανό για να βολτάρει με τις γόνδολες των ονείρων. Τα όνειρα που είχε δει η γυναίκα ήταν τόσο όμορφα που η ψυχή της γυρνώντας βρήκε το δρόμο για τον παράδεισο και όχι για το σώμα της. Η γυναίκα δεν ξύπνησε ποτέ.
Ο γονδολιέρης συνεχίζει τώρα πια το ταξίδι του στη νύχτα θλιμμένος. Συνεχίζει να παίρνει ψυχές στη βάρκα του και να τις βολτάρει. Τα τραγούδια του είναι λυπημένα. Αν ποτέ κάποιος από τους αναγνώστες δει ένα όνειρο που θα τον κάνει να κλάψει μέσα στον ύπνο του, ένα όνειρο που θα κρύβει την ομορφιά και τον πόνο ενός έρωτα, ας ξέρει πως η ψυχή του πήγε βαρκάδα με τον γονδολιέρη της ιστορίας αυτής, και ας είναι τυχερός από εδώ και πέρα στον έρωτα.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

81. Τα δέντρα στο δάσος των Περιμυθιασμάτων.

Λένε, αυτοί που ξέρουν για εμάς όσα καλό είναι να μην ξέρουμε, πως υπήρχε η εποχή που τα δέντρα στο δάσος των Περιμυθιασμάτων ήταν όλα άνθρωποι. Περπατούσαν πάνω στο πράσινο γρασίδι της άνοιξης ή στο ξερό χορτάρι του καλοκαιριού, στο βρεγμένο χώμα του φθινοπώρου και στο χιόνι του χειμώνα. Αντάλλασσαν περιπάτους δίπλα στη λίμνη μιλώντας μεταξύ τους. Μοιράζονταν ότι σκέφτονταν και δεν υπήρχαν μυστικά μεταξύ τους. Όλες οι σκέψεις τους γίνονταν λόγια και κουβέντες.
Υπάρχουν πολλές εκδοχές για το τι έγινε και κάποτε έπαψαν να μιλάνε αβίαστα ο ένας με τον άλλο. Άρχισαν να φοβούνται τις παρεξηγήσεις. Ξεκίνησαν να δειλιάζουν να πουν αυτό που αισθάνονται. Βάλθηκαν να μετράνε τα λόγια τους και να κρατάνε τις σκέψεις τους για δικές τους. Η παρούσα αφήγηση κρατά κρυφή κάθε μία εκτός από μία, που είναι χρέος των αναγνωστών να την κρατήσουν κρυφή.
 Έχοντας πια τις σκέψεις τους κρυφές οι άνθρωποι, και αποφεύγοντα ο ένας τον άλλο, τα σώματα τους άρχισαν να γίνονται κορμοί και οι σκέψεις τους φύλλα. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να βγουν από τα κεφάλια και τα στήθη τους. Γίνονταν σιγά σιγά δέντρα χωρίς να το θέλουν. Φοβήθηκαν. Ανησύχησαν πως θα χάσουν την ανθρώπινη φύση τους, και δεν την βρούνε ποτέ. Όσα όμως τους κρατούσαν σε απόσταση και επιφυλακτικούς απέναντι στους άλλους, φαίνεται ήταν ισχυρότερα από την ανησυχία τους αυτή. Ίσως πάλι ήταν λίγο το θάρρος τους και βαστούσε λίγο η καρδιά τους.
Κάποιοι πλανευτήκαν από το πρώτο ζώο που έφτασε στο δάσος των περιμυθιασμάτων, όταν το είδε να σχηματίζεται και αποφάσισε πως του αρέσει για σπίτι. Ήταν ένα ωδικό πτηνό του γένους serinus, του είδους serinus, του υποείδους serinus syriacu. Κελάηδησε με στίχους χαϊκού χίλια και δύο πράγματα στους ανθρώπους που γίνονταν δέντρα για να τους κάνει να μην συντρέξουν στη βοήθεια ο ένας του άλλου και σωθούν.
Έτσι και έγιναν δέντρα. Δέντρα που τα φύλλα τους είναι σκέψεις και ιδρώνουν κάθε τόσο ανάλογα με τον καιρό και όσα αυτός φέρνει. Οι δροσοσταλιές που σχηματίζονται πάνω στα φύλλα εξατμίζονται και συγκεντρώνονται πέρα στο βουνό των κορών και από εκεί ρέουν και γεμίζουν μαζί με άλλα νερά τη λίμνη των σκέψεων. Από τότε πολλά άλλα φυτά έχουν φυτρώσει στο δάσος, που έχουν τις δικές τους χάρες και κινδύνους. Αργότερα ήρθαν και ζώα να κατοίκησαν στο δάσος. Κάπου κάπου εμφανίζονται ανθρώπινα πλάσματα. Περνάνε για λίγο ή χάνονται μέσα σε αυτό.   
Ποτέ δεν θα μάθουμε τα πάντα για το δάσος των Περιμυθιασμάτων. Πώς θα μπορέσουμε άλλωστε αφου σχηματίστηκε από ανθρώπους που σταμάτησαν να μοιράζονται τις σκέψεις τους με τους γύρω τους, και έγιναν δέντρα; Σε όσους αρέσει να μαντεύουν τι θέλουν να πουν τα περιμυθιάσματα και οι ιστορίες αυτής της συλλογής, τους συμβουλεύουμε να προσπαθήσουν να μαντέψουν τι σκέφτονται και οι άνθρωποι κοντά τους. Ίσως και να είναι το ίδιο.
      Ίσως πάλι αύριο, ένα μετανοιωμένο ωδικό πτηνό του γένους serinus, του είδους serinus, του υποείδους serinus syriacu να τους τραγουδήσει σε στίχους χαϊκού ένα δυο πράγματα για να τους πείσει.

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

80. Ο δημόσιος ξυλοδαρμός ενός βιβλίου.

     Κάθε φορά και έναν καιρό, τρεις με κράνη, ρόπαλα και στολές χτυπούσαν ένα βιβλίο κατά μεσοίς μιας δημόσιας πλατείας. Το βαρούσαν με τα ρόπαλα, τους έριχναν κλοτσιές, όπως όπως. Τα εξώφυλλο του βιβλίου άρχιζε να φθείρεται. Το δέσιμο της ράχης του άρχισε να χαλά. Το βιβλίο σιγά σιγά έμοιαζε να διαλυόταν, όμως φαινόταν πως τελικά θα αντέξει.
     Με τα χτυπήματα, τα πιο δυνατά, ορισμένα γράμματα άρχισαν να βγαίνουν έξω από το βιβλίο. Ήταν τσακισμένα, διπλωμένα από τον πόνο, κακοτράχαλα και στρεβλά. Ο κόσμος, που παρατηρούσε μουδιασμένος τα γεγονότα, δεν τα αναγνώριζε και δεν μπορούσε να τα διαβάσει. Τι να έλεγαν άραγε, και γιατί να χτυπούσαν οι τρεις το βιβλίο;
     Ένα παιδί που ήξερε καλή ανάγνωση – και δεν είναι κακό να μαρτυρήσουμε ότι δεν ήταν πολύ καλό στην καλλιγραφία – μπόρεσε να διαβάσει τα γράμματα και κατάλαβε. Η στενοχώρια έσφιξε την καρδιά του και ακόμα… φοβήθηκε.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

79. Το δώρο της ομορφολαλιάς και της γλυκομιλιάς.

Μια φορά στα τόσα χρόνια, τα καλά πνεύματα είχανε κέφια και είπαν να δώσουν σε ένα νεογέννητο μωρό, τη νύχτα που θα το μοίραιναν οι μοίρες, ένα σπάνιο χάρισμα. Το χάρισμα να μιλά όμορφα και γλυκά στους ανθρώπους, έτσι που αυτοί να χαίρονται και να παρηγορούνται με τα λόγια του. Θα ήταν ρήτορας και παραμυθάς. Θα γέμιζε το νου και την καρδιά όσων τον άκουγαν με ομορφιά και αισιοδοξία. Ο κόσμος θα ξεχνούσε τις έννοιες και ότι με άσχημο τρόπο τον απασχολούσε. Αυτό θα ήταν ένα δώρο για όλο τον κόσμο. Τα καλά πνεύματα είχαν πράγματι κέφια.
Πριν χαρούν όμως τα πνεύματα για το καλό που σχεδίαζαν συννέφιασαν.
«Αυτό το χάρισμα θα είναι μεγάλη δύναμη.», είπαν αναμετάξυ τους. Τι θα γινόταν αν τα κακά πνεύματα που ξέρουν καλά να γυρίζουν το καλό σε κακό έδιναν στο μωρό ένα ελάττωμα ή μια κακία τέτοια που το δώρο τους θα έβλαπτε τον κόσμο αντί να τον βοηθήσει;
«Μην ανησυχείτε.», είπαν τα κακά πνεύματα. «Το λαμπρό σας δώρο δεν θα το μιάνουμε με κανένα ελάττωμα ή κακία που μπορούμε να δώσουμε. Μάλιστα από τα δικά σας τα δώρα, προτέρημα θα διαλέξουμε και θα δωρίσουμε στο βρέφος.»
Τα καλά πνεύματα δεν καθησύχασαν. Δεν πίστευαν καθόλου στην μεγαλοκαρδία των άλλων πνευμάτων. Αναστατώθηκαν και μάλιστα πολύ. Υποψιάζονταν άσχημη δουλειά, κακό στη συμφωνία.
«Γαληνέψτε καλά πνεύματα, σαν είναι δικό σας δώρο και η γαλήνη. Εμείς για να σας ησυχάσουμε πιότερο, δίνουμε βαριά βαθιά βραδεία υπόσχεση πως με κανέναν τρόπο το καλό που ετοιμάζετε για τους ανθρώπους δεν θα το γυρίσουμε κακό να γίνει», είπαν τα κακά πνεύματα και δώσανε την υπόσχεση. Μία τέτοια υπόσχεση δεν θα μπορούσαν να την σπάσουν κι αυτό το δίχως άλλο ηρέμησε τα καλά πνεύματα. Έτσι και με το λοιπόν συμφώνησαν. Έδωσαν το δώρο της ομορφολαλιάς και της γλυκομιλιάς στο παιδί και το ευλόγησαν με τον τρόπο τους να ευλογεί με το δικό του τρόπο. Κι ύστερα, με τη σειρά τους τα κακά πνεύματα του έδωσαν την ειλικρίνεια για δώρο, κρατώντας την υπόσχεση τους.
Η ειλικρίνεια έκανε το παιδί να μιλά την αλήθεια πιο πολύ από ότι μιλούσε την ομορφιά ή την παρηγοριά. Την κολακεία, που με την τέχνη της το χάρισμα του θα έλαμπε, δεν την μπορούσε. Τα κακά πνεύματα γύρισαν το καλό χάρισμα των καλών σε χαράμι, μα όχι σε κακό και κανέναν δεν έβλαψαν έτσι. Μονάχα ίσως λίγο το παιδί, γιατί κανείς δεν αγαπά την ειλικρίνεια όσο γλυκά και αν λέγεται. Προτιμάει ο κόσμος την παρηγοριά να βαυκαλίζεται πως είναι τάχα καλός, παρά την συνείδηση πως πρέπει να μοχθεί να γίνεται όλο και καλύτερος.

Καημένο παιδί. Μα πάλι, γιατί καημένο; Η ειλικρίνεια που του έδωσαν τα κακά πνεύματα, θα του έδινε φιλίες δυνατές και αληθινές. Και αν εκείνο λέει (με την περίσσια ειλικρίνεια του) πως του κάνανε το καλύτερο δώρο, εμείς γιατί να το αμφισβητήσουμε;