Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

59. Τα σκαθάρια της Σιάμ


Κάποτε σε κάποια πόλη που χτίστηκε σε μια χερσόνησο κοντά στα σύνορα της γης του κόσμου των ονείρων, αλλά για κάποιο λόγο ερήμωσε και ξεχάστηκε, υπήρχαν οι έμποροι των ονείρων. Οι άνθρωποι αυτοί, που αργότερα κατηγορήθηκαν για ανείπωτη ανηθικότητα, πουλούσαν όνειρα στους ανθρώπους. Κάποιοι από αυτούς πουλούσαν και εφιάλτες χρησιμοποιώντας τα σκαθάρια της Σιάμ.

Αυτά τα έντομα από τον κόσμο των ονείρων, μαύρα σαν το έρεβος και με σκληρές αρθρώσεις σαν δόντια που τρίζουν, έρχονται και χώνονται στα σκεπάσματα όσων κοιμούνται την στιγμή που ονειρεύονται. Αφού περπατήσουν σε όλο το σώμα με τρόπο που είναι σαν να μετράνε την μάζα του καταλήγουν στο λαιμό ή στον ώμο. Εκεί τσιμπάνε τον ονειρευόμενο. Το τσίμπημα είναι τόσο δυνατό που ο ονειρευόμενος ξυπνάει. Ένα κόκκινο σημάδι μένει στο δέρμα του σαν έκζεμα, και μια αναστάτωση μένει μέσα του σαν ταραχή προμήνυας.

Η συνέχεια του ύπνου είναι άσχημη και ανήσυχη, συνοδευόμενοι από σύντομες εικόνες σαν κοφτούς εφιάλτες. Κάθε τέτοια εικόνα γίνεται ένα νέο σκαθάρι της Σιάμ λένε, και το πλάσμα αυτό απαλλάσσεται από κάθε κακοβουλία για τις πράξεις του μιας και ότι κάνει το κάνει για να αναπαραχθεί.

Όταν το εμπόριο των ονείρων καταργήθηκε με την βία, όσοι εμπορεύονταν εφιάλτες είχαν την ίδια τύχη με τους εμπόρους των ονείρων. Οι πράξεις τους αν και διαφορετικές ζυγίστηκαν το ίδιο. Από κάποιους θεωρήθηκαν ελαφρύτερες. Οι βαρύτερες τιμωρίες αποδόθηκαν σε αυτούς που καλλιεργούσαν σε υπόγειες πέτρινες αίθουσες με άνετα και μαλακά κρεβάτια τα σκαθάρια της Σιάμ και τα έδιναν στο εμπόριο.

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

58. "Οι κόκκινες Πορφύρες"

    Μια μέρα οι αφεντάδες συναντήθηκαν όλοι στο ποτάμι. Ο καθένας είναι από μαζί του από δύο σκλάβους για να του πλύνουν και να του κουβαλήσουν τα πλουμιστά του ρούχα.

    Γυμνοί στάθηκαν κάτω από τις μυρτιές και άρχισαν να συζητούν, ενώ οι σκλάβοι τους μούσκευαν και έτριβαν τα ρούχα των αφεντών τους. Κεντρικό θέμα συζήτησης ήταν η όλο και πιο συχνή ανυπακοή των υπηκόων τους που παρά τον βούρδουλα, την πείνα και την αγχόνη δεν το έπαιρναν απόφαση να συνετιστούν. Ο λόγος που είχαν βρεθεί όλοι στο ποτάμι άλλωστε ήταν γιατί όλα τους τα ρούχα είχαν λερωθεί από τομάτες και λοιπά οπωροκηπευτικά που τους είχαν πετάξει ενώ έβγαιναν στο δρόμο.

    «Ανυπόφορο!» ξεστόμισε με κατακριτικό ύφος μία πλαδαρή ηλικιωμένη που ο άντρας της εμπορευόταν αλάτι και πιπέρι.

    Ξαφνικά κάποια άλλη, που κατείχε τεσσαράκοντα εκτάρια γης, σηκώθηκε από την πέτρα που καθόταν. Στάθηκε όρθια, με το ένα χέρι να καλύπτει το γυμνό της στήθος και με το άλλος να πιάνει το μάγουλο της, και κοιτάζοντας τους υπόλοιπους αφεντάδες μοιράστηκε την διαπίστωση της. Όλοι τους εκεί!

    «Αλίμονο!» αναφώνησε κάποιος και η στρογγυλή του κοιλιά ταράχτηκε. Όλοι έκαναν την ίδια σκέψη με εκείνη. Ποιος ήταν στην πόλη να φυλάει την αρχοντιά τους;

    «Τι κι αν ενώ είμαστε όλοι μαζεμένοι εδώ, αυτοί επαναστατήσουν και χάσουμε όσα με κόπο κατέκτησαν οι παππούδες μας και με περισσή γενναιοδωρία μας τα κληροδότησαν;»

    «Ηρεμήστε.» αποκρίθηκε κάποιος πιο ψύχραιμος και πονηρός «Αν είναι να το επαναστατήσουν τελικά, δεν θα το κάνουν όσο είμαστε στο ποτάμι, εκτεθειμένοι από όλες τις απόψεις. Το θέμα είναι να τους ξεγελάσουμε.» 

    Έκατσαν τότε όλοι και σκαρφίστηκαν την εξής πανουργία. Αποφάσισαν να δώσουν την ελευθερία σε όλους τους σκλάβους τους και να αρχίζουν να τους πληρώνουν για τις δουλειές τους. Θα φρόντιζαν βέβαια όλα τα χρήματα που θα τους έδιναν να τα παίρνουν πίσω, πουλώντας τους τρόφιμα και πράγματα, νοικιάζοντας τους τα χαμόσπιτα που έμεναν, και βάζοντας τους να πληρώνουν φόρους πως σαν σκλάβοι πια δεν πλήρωναν. Τίποτα για τους αφέντες δεν θα άλλαζε. Μονάχα οι σκλάβοι πια δεν θα ήταν χρεωμένοι στα οικόσημα τους με τις ζωές τους, αλλά με τα χρήματα τους.

    Μόνο ένα σφάλμα είχε το τέλειο σχέδιο των αφεντάδων. Όλα αυτά τα είχαν συζητήσει μπροστά στους σκλάβους ενώ τους έπλεναν τα ρούχα. Γυμνοί άρπαξαν τα όπλα τους και ξεχύθηκαν στο ποτάμι. Το νερό έγινε κόκκινο.

    Ύστερα οι αφεντάδες φορώντας κόκκινες πορφύρες γύρισαν πίσω και ανακοίνωσαν με περισσή γενναιοδωρία πώς χαρίζουν σε όλους την ελευθερία τους.





Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

57. Ένας άλλος κόσμος αδικίας

     Όταν ο κόσμος ενός άλλου θεού ωρίμασε, και καρποφόρησε την αδικία του και αυτός σαν τον δικό μας, εκείνος κοιτώντας τους πεινασμένους και τους χορτάτους αποφάσισε να διορθώσει το λάθος που έβλεπε. Φύτεψε ένα σπόρο και τον άφησε να φυτρώσει, να βλαστήσει και να καρπίσει.
     Ο καρπός του φυτού αυτού είχε δύο μέρη, το ένα μέσα στο άλλο. Τα δύο αυτά μέρη χωρίζονταν από ένα σκληρό κέλυφος. Το μέσα μέρος του που ήταν πολύ νόστιμο ήταν το μικρότερο και δεν έφτανε να χορτάσει ένα μικρό κλωσόπουλο, ενώ το απέξω είχε αρκετή σάρκα για να ξεγελάσει ένα αγρίμι.
     Είχε στο νου του ο θεός με αυτό τον καρπό, οι χορτάτοι τόσο πολύ να ορέγονται το μέσα μέρος που να βάζουν τους φτωχούς πεινασμένους να καλλιεργούν το φυτό και να τους το δίνουν, διαχωρίζοντας το από το απέξω. Έτσι το απέξω που δεν θα το νοστιμεύονταν οι χορτασμένοι χορτάτοι θα έμενε να τρέφονται οι ως τότε πεινασμένοι. Μα η αδικία – και η ανοησία - στον κόσμο ήταν τέτοια που το απέξω πετιόταν και αφήνονταν να σαπίσει. Δεν δινόταν στους πεινασμένους για να χορτάσουν.
     Ο θεός απογοητεύτηκε. Με λύπη έκτοτε κοιτάει εκείνο τον κόσμο και απορεί. Μένει έτσι γιατί μέσα στην δική του σοφία δεν μπόρεσε α κατανοήσει την σοφία των χορτασμένων, αλλά ούτε και μπορεί να αναγνωρίσει στο δικό του λάθος τα λάθη των πεινασμένων.
     Όλα αυτά γιατί η αβάσταχτη αδικία δεν είναι κομμάτι του κόσμου αλλά κομμάτι του ανθρώπου.

 

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

56. Ο υφαντουργός του Κάιρου


     Στο Κάιρο της Αιγύπτου ζούσε κάποτε ένα σπουδαίος υφαντουργός. Γεννημένος από πλούσια οικογένεια, όταν οι γονείς του πεθάνανε είχε δεχτεί από την κληρονομιά να κρατήσει μόνο το πατρικό σπίτι, και τα υπόλοιπα τα άφησε να τα πάρουν τα αδέρφια του. Όλη η υπόλοιπη περιουσία του ήταν φτιαγμένη από τη δουλειά του. Δεν ήταν πλούσιος, μα είχε χρήματα να ζει και να δουλεύει όπως ήθελε και όπως ήξερε.     

     Ήταν φημισμένος για τα βαμβακερά σεντόνια που ύφαινε. Όλη η καλή κοινωνία κοιμόταν σε αυτά. Κάθε χρόνο με το πορτοφόλι γεμάτο, λίγες μέρες πριν την συγκομιδή πήγαινε στην κοιλάδα του Νείλου και διάλεγε τα χωράφια από τα οποία θα αγόραζε το βαρβαδεινό βαμβάκι που θα χρησιμοποιούσε για την ύφανση. Έδινε το καπάρο και ύστερα έστελνε δικούς του εργάτες να κάνουν τη συγκομιδή. Τις μονές μέρες τους έβαζε να τραγουδούν και τις ζυγές τους πλήρωνε διπλά.

      Ήταν γνωστός ο έρωτας του με μία αρωματοποιό που ζούσε στην Αλεξάνδρεια. Ο κόσμος σχολίαζε που δεν είχαν παντρευτεί. Ταξίδευαν, πότε εκείνος και κάποτε εκείνη, για να βλέπονται και να κοιμούνται μαζί. Την αγαπούσε τόσο λένε που κάποτε για χάρη της έβαλε σε εφαρμογή ένα από τα πιο πρόσφατα σχέδια των μάγων-τεχνητών. Για να την βοηθήσει στις δουλείες της άρχισε να φτιάχνει σεντόνια που μάθαιναν και αναγνώριζαν τον ιδιοκτήτη τους από την μυρωδιά.

      Τα σεντόνια αυτά όταν αναγνώριζαν την μυρωδιά αυτού που ξάπλωνε πάνω τους γινόντουσαν μαλακά και δρόσιζαν. Σαν όμως δεν αναγνώριζαν την μυρωδιά του, τσιμπούσαν, ίδρωναν και κολλούσαν πάνω στο δέρμα, μπλέκονταν στα άκρα και στο λαιμό του προκαλώντας του ύπνο ανήσυχο και ανυπόφορο.

      Με αυτό τον τρόπο ο υφαντουργός πίστευε πως όσοι αγόραζαν το άρωμα της αγαπημένης του θα αναγκάζονταν να το ξανά-αγοράσουν και έτσι εκείνη θα γινόταν ευτυχισμένη από την ξενοιασιά του πλούτου της. Ενώ ήλπιζε να συναντιούνται συχνότερα.

      Πολλά είναι τα σημεία που μπορούμε να σκεφτούμε πως είχε υπολογίσει λάθος ο υφαντουργός και που θα έκαναν το σχέδιο του να καταρρεύσει, όμως καθώς ήταν μύστης της μαγικής υφαντουργίας όλα λειτούργησαν όπως τα ήθελε. Μονάχα ένα φάνηκε να του ξέφυγε, πώς οι μόδες στα αρώματα ξεθυμαίνουν όπως οι μυρωδιές τους, και - μα τον δύστυχο - όπως οι αγάπες στις καρδιές ορισμένων γυναικών.

          Η ερωμένη του τον εγκατέλειψε στη βαθιά της απουσίας της την απελπισία, και λάνσαρε ένα καινούριο άρωμα για τους πελάτες της που την νύχτα καθώς τα σεντόνια όσων το φορούσαν δεν το αναγνώρισαν, από το Κάιρο μέχρι την Αλεξάνδρεια ο κόσμος έμεινε ξάγρυπνος, από τις φωνές όσων στριφογύριζαν στο άβολο τους κρεβάτι, όσων ξυπνούσαν από εφιάλτες κολασμένους και όσων έβρισκαν στραγγαλισμένους με τα σεντόνια τους ορισμένους.

 

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

55. Το Γκόαν


                Μια φορά και έναν καιρό λένε, άνθρωποι αποίκησαν στη χερσόνησο εκείνη της γης που οι ακτές της συνορεύουν με την Σιάμ, την χώρα του μυθικών πλασμάτων του ύπνου. Οι νέοι άποικοι έγιναν ψαράδες, κτηνοτρόφοι και εργάτες της γης. Έφτιαξαν μία όμορφη πέτρινη πόλη, με πέτρινους δρόμους και πέτρινα σπίτια. Ζούσαν ήρεμα και ευτυχισμένα και κοιμόντουσαν ύπνο πλούσιο και βαθύ.
                Κάποτε ανέπτυξαν τόσο την γνώση των θαυμάτων της Σιάμ και την τέχνη του ύπνου τόσο, που ορισμένοι άφησαν τα δίχτυα τους, τις ταΐστρες τους και τα δρεπάνια τους και έγιναν έμποροι ονείρων. Επάγγελμα προσοδοφόρο, αλλά ανήθικο. Εκείνη την εποχή δε, χαρακτηρίστηκε τόσο πολύ ανήθικο, τόσο για το περιεχόμενο του όσο και για την απληστία που συνόδευε τους εμπόρους των ονείρων, που απαγορεύτηκε διά ροπάλου και οι έμποροι τιμωρήθηκαν με εφιαλτικό θάνατο.
                Το μίσος και η προκατάληψη των κατοίκων μάλιστα για τους εμπόρους των ονείρων ήταν τόσο μεγάλο που διήρκησε χρόνια. Ακόμα και πολύ αργότερα της εξάλειψης τους, κάποιοι τους θεωρούσαν υπεύθυνους για την εμφάνιση του Γκόαν που λυμαινόταν την πόλη δεκαετίες αργότερα.
Το Γκόαν που το μέγεθος του ήταν τέτοιο ώστε βασάνιζε ολόκληρη την πόλη, πήγαινε την τρίτη φορά που κάποιος κοιμόταν και αποφάσιζε να μην σηκωθεί αλλά να συνεχίσει τον πρωινό του ύπνο για λίγο ακόμα, και του επέβαλε να σηκωθεί. Οι κάτοικοι της πόλης σηκώνονταν με κεφάλι βαρύ, αχόρταγο από την ομορφιά του όμορφου ύπνου που είχαν συνηθίσει ως τότε.
Απελπισμένοι από την παρατεταμένη κατάσταση στην οποία τους είχε υποβάλει το Γκόαν έψαχναν λύση. Κάποιος έπρεπε να σκότωνε το Γκόαν. Κάποιος ξένος όμως, καθώς φοβόντουσαν να το κάνουν οι ίδιοι μήπως και προκαλέσουν το μένος των πλασμάτων της Σιάμ.
Με την εξαφάνιση των εμπόρων των ονείρων η πόλη δεν είχε αρκετό πλούτο για να δώσει αρκετή αμοιβή σε όποιον το έκανε. Οι κάτοικοι της πια ήταν όλοι φτωχοί βιοπαλεστές. Έτσι σκαρφίστηκαν να σπείρουν μία φήμη. Διέδωσαν στις ξένες χώρες πως στην πόλη τους  μία βασιλοπούλα βασανίζεται από το φρικτό τέρας Γκόαν, που την ξυπνά πριν χορτάσει τον ύπνο της. Μια γυναίκα τόσο όμορφη που κανείς αν την έβλεπε θα έχανε τον ύπνο του. Αυτή τη φήμη διέρρευσαν και περίμεναν έναν γενναίο πολεμιστή να φτάσει στη χερσόνησο και να σφάξει το Γκόαν, ελπίζοντας πως θα κερδίσει την αγάπη της πανωραίας πριγκίπισσας.
Έτσι και έγινε. Μάλιστα όλα ήρθαν ιδιαίτερα καλά για τους κατοίκους της χερσονήσου. Ο γενναίος άντρας πληγώθηκε θανάσιμα στη μάχη με το Γκόαν, και δεν πρόλαβε να αναζητήσει το έπαθλο του. Ήσυχοι και απαλλαγμένοι οι κάτοικοι της πόλης έπεσαν να κοιμηθούν ανενόχλητοι. Δεν ξύπνησαν ποτέ. Η πόλη ρήμαξε και χάθηκε.


Ο αφηγητής αυτής της ιστορίας ισχυρίζεται πως άντλησε την παρούσα ιστορία από μία αντίστροφη εκδοχή της «ωραίας κοιμωμένης». Έχουμε λόγους να πιστεύουμε πως απλά στην κρεβατοκάμαρα του, στην δεξιά γωνία του ταβανιού του προσκέφαλου του, ζει ένα μικρό Γκόαν που τον βασανίζει.

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

54. Το πρόβλημα του Ερμέναου

                
     Όταν ο Βλαντιμίρ Βερνάντσκι (Vladimir Vernadsky) μίλησε για τη νοόσφαιρα, κάποιοι αναλύτες έσπευσαν να βρουν την λύση στο πρόβλημα που έθεσε ο Ερμέναος τον 2ο αιώνα προ χριστού.
     Ο Ερμέναος, συνταξιδιώτης του Αντίπατρου του Σιδώνιου, μέσα στις πολλές εντυπώσεις των ταξιδιών του συμπεριέλαβε και τους σκάλιθους.
     Τα ζώα αυτά ανήκουν στην μεγάλη οικογένεια των φανταστικών όντων των κυναίλουρων. Των ζώων δηλαδή που είναι αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς αν είναι σκύλοι ή γάτες ή και τα δύο. Ο Ερμέναος πέρα των άλλων αναφέρει πως το μέγεθος των σκάλιθων κατά κύριο λόγο δεν είναι μικρότερο από αυτό μίας γάτας και δεν ξεπερνά αυτό δύο σκύλων. Σημειώνει ωστόσο πως υπάρχουν μαρτυρίες Αιγυπτίων και άλλων φυλών της Αφρικής που μιλάνε για σκάλιθους μεγάλους όσο ένας νεαρός ελέφαντας.
    Οι σκάλιθοι, παρότι ακίνδυνοι για τον άνθρωπο - ποτέ δεν α επιτεθούν σε κάποιον - δείχνουν μεγάλη εχθρότητα για τα κατασκευάσματα του. Όποτε μπορούν ορμούν και με τα νύχια τους γδέρνουν και ζητούν να διαλύσουν τοίχους κτιρίων, μέρη μηχανημάτων και άλλα δημιουργήματα ανθρώπων.
     Τη βλαβερή αυτή συμπεριφορά αυτών των ζώων κατέγραψε ο Ερμέναος στα γραπτά του, σχολιάζοντας πως τα πλάσματα αυτά προκαλούν περισσότερη ζημία στα επιτεύγματα του ανθρώπου από την ίδια την πάροδο του χρόνου.
    Πιστεύοντας πολύ σε αυτή την άποψη του Ερμέναου ορισμένοι αναλύτες, αψηφώντας την αρχή της νοόσφαιρας, πως δηλαδή συνεχώς αυξάνεται και δεν είναι δυνατό κάποιο μέρος της να χαθεί, θεώρησαν πως οι σκάλιθοι προέρχονται από ένα μέρος της το οποίο όχι μονάχα μικραίνει, αλλά κινδυνεύει να εξαφανιστεί υπό την πίεση ενός άλλου ολοένα αυξανόμενου μέρους της νοόσφαιρας, αυτό των ιδεών των κατασκευών του ανθρώπου.
      Έτσι και τα ζώα αυτά αναγκάστηκαν να αφήσουν το φυσικό τους περιβάλλον και να περάσουν στον πραγματικό κόσμο, και για αυτό νιώθουν μίσος για τα όσα φτιάχνει ο άνθρωπος, και τους επιτίθενται να τα καταστρέψουν.
      Ως λύση προτείνουν την αύξηση του μέρους εκείνου της νοόσφαιρας στο οποίο ανήκουν οι σκάλιθοι, ώστε να επιστρέψουν και να πάψει η επιζήμια παραμονή τους στον κόσμο μας.
     Για να γίνει αυτό οι αναλύτες υποστηρίζουν πως όλοι πρέπει να γνωρίζουμε για αυτά τα φανταστικά πλάσματα, να σκεφτόμαστε και να διαδίδουμε την ύπαρξη τους.

Καθώς λοιπόν και εμείς πολύ τους πιστεύουμε περιλαμβάνουμε στην παρούσα συλλογή το παρόν, συμβάλλοντας έτσι στην λύση του προβλήματος του Ερμέναου.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

53. "Τα καλοτάξιδα"


Κάποτε ένας δημιουργός χωρίς τσιγγάνικο αίμα έδωσε σε μυστουργό χωρίς τσιγγάνικη καρδιά ένα δώρο. Αυτό δεν ήταν τίποτα παραπάνω - ή κάτι πιο λίγο - από ένα αλευροζημωτό χειροτέχνημα μιας απλής και ευρέως γνωστής συνταγής: 2 μέρη αλεύρι, 1 αλλάτι, 1 μέρος νερό.
Καθώς τίποτα δεν είναι τυχαίο και τίποτα δεν είναι απλό, και κανείς άλλος δεν ήταν παρόν στη δοσοληψία αυτή, και ο μυστουργός αρεσκόταν μόνο να δέχεται μοναδικά δώρα, και ο δημιουργός ήταν άξιος με τις τέχνες που καταπιανόταν, και μια γυναίκα είχε ονομάσει το χειροτέχνημα "καλοτάξιδο", και το όνομα αυτό ειπώθηκε και ακούστηκε με τρόπο βραχμανικό, γεννήθηκε μία τέχνη τσιγγάνικη. Η τέχνη των "καλοτάξιδων".
Τα φιλευχητήρια αυτά αν τα φτιάξει και τα δώσει κάποιος σε άνθρωπο τον οποίο συμπαθεί και που δεν γνωρίζει τις βαθύτερες του έννοιες, επιθυμίες, αγωνίες και προσευχές, που όμως με τρόπο ανθρώπινο και φιλικό τις συμμερίζεται και τις συμπάσχει και ας μην τις ξέρει, μία από αυτές θα συνδεθεί με το "καλοτάξιδο" και θα μείνει με αυτό μέχρι να χαλάσει.
Κανείς δεν ξέρει ποιο καλό ή ποιο κακό που απασχολεί τον παραλήπτη, και του συμβαίνει ή έτσι νομίζει, ή που εύχεται ή που φοβάται πως θα του συμβεί έχει συνδεθεί με το "καλοτάξιδο". Ούτε μπορεί να ξέρει αν αυτό πρόκειται να ξεκινήσει ή να σταματήσει όταν αυτό χαλάσει. Μπορεί κάτι ευτυχές να σταματήσει ή κάτι δυστυχές να τελειώσει, ή μπορεί μία ελπίδα ή κάποια απελπισία να εμφανιστεί όταν αυτό φθαρεί, θρυμματιστεί, ή σπάσει. Τα "καλοτάξιδα" έχουν την δύναμη να διατηρούν κάτι (καλό ή κακό) από το παρόν ή να συγκρατούν κάτι από το μέλλον. Μόνο αν αυτό χαλάσει ο κάτοχος του καταλαβαίνει ανάλογα με το τι θα πάψει ή θα συμβεί το φορτίο του "καλοτάξιδου". Έτσι τα "καλοτάξιδα" στην διπλή διττή τους φύση είναι ταυτόχρονα και φιλευχητήρια και φυλαχτά.
Σε κάθε περίπτωση είναι καλό ο παρασκευαστής τους να μην προσπαθήσει να τα κάνει περισσότερο γερά ή λιγότερο ανθεκτικά γιατί δεν ξέρει ποτέ για το τι θα είναι υπεύθυνος να παραμείνει ή να χαθεί, ή να έρθει. Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί άλλωστε να ισχυριστεί πως γνωρίζει το πλήρωμα του χρόνου του οτιδήποτε. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο και ο παραλήπτης δεν πρέπει να το βάλει σε μέρος τέτοιο ή να το μεταχειριστεί με τρόπο που το "καλοτάξιδο" του θα χαλάσει γρηγορότερα ή θα διατηρηθεί πιο πολύ.
Τα "καλοτάξιδα" - αν μπορεί κανείς διαβάζοντας τα παραπάνω να μάθει την τέχνη τους και να τα φτιάξει - καλό είναι να φτιάχνονται και να δίνονται με καλές προθέσεις και με πολλή άγνοια.
Αυτό τουλάχιστον συμβουλεύει ένας μυστουργός χωρίς τσιγγάνικη καρδιά που περηφανεύεται πως του δώσαν δώρο το πρώτο "καλοτάξιδο" που φτιάχτηκε ποτέ, ενώ σημειώνει πως κανείς δεν μπορεί να τα εμπορευτεί, καθώς "μόλις ο ήχος του νομίσματος ακουστεί αδυνατίζει η φρενική δύναμη τους".