Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

58. "Οι κόκκινες Πορφύρες"

    Μια μέρα οι αφεντάδες συναντήθηκαν όλοι στο ποτάμι. Ο καθένας είναι από μαζί του από δύο σκλάβους για να του πλύνουν και να του κουβαλήσουν τα πλουμιστά του ρούχα.

    Γυμνοί στάθηκαν κάτω από τις μυρτιές και άρχισαν να συζητούν, ενώ οι σκλάβοι τους μούσκευαν και έτριβαν τα ρούχα των αφεντών τους. Κεντρικό θέμα συζήτησης ήταν η όλο και πιο συχνή ανυπακοή των υπηκόων τους που παρά τον βούρδουλα, την πείνα και την αγχόνη δεν το έπαιρναν απόφαση να συνετιστούν. Ο λόγος που είχαν βρεθεί όλοι στο ποτάμι άλλωστε ήταν γιατί όλα τους τα ρούχα είχαν λερωθεί από τομάτες και λοιπά οπωροκηπευτικά που τους είχαν πετάξει ενώ έβγαιναν στο δρόμο.

    «Ανυπόφορο!» ξεστόμισε με κατακριτικό ύφος μία πλαδαρή ηλικιωμένη που ο άντρας της εμπορευόταν αλάτι και πιπέρι.

    Ξαφνικά κάποια άλλη, που κατείχε τεσσαράκοντα εκτάρια γης, σηκώθηκε από την πέτρα που καθόταν. Στάθηκε όρθια, με το ένα χέρι να καλύπτει το γυμνό της στήθος και με το άλλος να πιάνει το μάγουλο της, και κοιτάζοντας τους υπόλοιπους αφεντάδες μοιράστηκε την διαπίστωση της. Όλοι τους εκεί!

    «Αλίμονο!» αναφώνησε κάποιος και η στρογγυλή του κοιλιά ταράχτηκε. Όλοι έκαναν την ίδια σκέψη με εκείνη. Ποιος ήταν στην πόλη να φυλάει την αρχοντιά τους;

    «Τι κι αν ενώ είμαστε όλοι μαζεμένοι εδώ, αυτοί επαναστατήσουν και χάσουμε όσα με κόπο κατέκτησαν οι παππούδες μας και με περισσή γενναιοδωρία μας τα κληροδότησαν;»

    «Ηρεμήστε.» αποκρίθηκε κάποιος πιο ψύχραιμος και πονηρός «Αν είναι να το επαναστατήσουν τελικά, δεν θα το κάνουν όσο είμαστε στο ποτάμι, εκτεθειμένοι από όλες τις απόψεις. Το θέμα είναι να τους ξεγελάσουμε.» 

    Έκατσαν τότε όλοι και σκαρφίστηκαν την εξής πανουργία. Αποφάσισαν να δώσουν την ελευθερία σε όλους τους σκλάβους τους και να αρχίζουν να τους πληρώνουν για τις δουλειές τους. Θα φρόντιζαν βέβαια όλα τα χρήματα που θα τους έδιναν να τα παίρνουν πίσω, πουλώντας τους τρόφιμα και πράγματα, νοικιάζοντας τους τα χαμόσπιτα που έμεναν, και βάζοντας τους να πληρώνουν φόρους πως σαν σκλάβοι πια δεν πλήρωναν. Τίποτα για τους αφέντες δεν θα άλλαζε. Μονάχα οι σκλάβοι πια δεν θα ήταν χρεωμένοι στα οικόσημα τους με τις ζωές τους, αλλά με τα χρήματα τους.

    Μόνο ένα σφάλμα είχε το τέλειο σχέδιο των αφεντάδων. Όλα αυτά τα είχαν συζητήσει μπροστά στους σκλάβους ενώ τους έπλεναν τα ρούχα. Γυμνοί άρπαξαν τα όπλα τους και ξεχύθηκαν στο ποτάμι. Το νερό έγινε κόκκινο.

    Ύστερα οι αφεντάδες φορώντας κόκκινες πορφύρες γύρισαν πίσω και ανακοίνωσαν με περισσή γενναιοδωρία πώς χαρίζουν σε όλους την ελευθερία τους.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου