Μια φορά και έναν καιρό λένε,
άνθρωποι αποίκησαν στη χερσόνησο εκείνη της γης που οι ακτές της συνορεύουν με
την Σιάμ, την χώρα του μυθικών πλασμάτων του ύπνου. Οι νέοι άποικοι έγιναν
ψαράδες, κτηνοτρόφοι και εργάτες της γης. Έφτιαξαν μία όμορφη πέτρινη πόλη, με
πέτρινους δρόμους και πέτρινα σπίτια. Ζούσαν ήρεμα και ευτυχισμένα και κοιμόντουσαν
ύπνο πλούσιο και βαθύ.
Κάποτε
ανέπτυξαν τόσο την γνώση των θαυμάτων της Σιάμ και την τέχνη του ύπνου τόσο, που
ορισμένοι άφησαν τα δίχτυα τους, τις ταΐστρες τους και τα δρεπάνια τους και
έγιναν έμποροι ονείρων. Επάγγελμα
προσοδοφόρο, αλλά ανήθικο. Εκείνη την εποχή δε, χαρακτηρίστηκε τόσο πολύ ανήθικο, τόσο
για το περιεχόμενο του όσο και για την απληστία που συνόδευε τους εμπόρους των
ονείρων, που απαγορεύτηκε διά ροπάλου και οι έμποροι τιμωρήθηκαν με εφιαλτικό θάνατο.
Το
μίσος και η προκατάληψη των κατοίκων μάλιστα για τους εμπόρους των ονείρων ήταν
τόσο μεγάλο που διήρκησε χρόνια. Ακόμα και πολύ αργότερα της εξάλειψης τους, κάποιοι τους θεωρούσαν
υπεύθυνους για την εμφάνιση του Γκόαν που λυμαινόταν την πόλη δεκαετίες
αργότερα.
Το Γκόαν που
το μέγεθος του ήταν τέτοιο ώστε βασάνιζε ολόκληρη την πόλη, πήγαινε την τρίτη φορά
που κάποιος κοιμόταν και αποφάσιζε να μην σηκωθεί αλλά να συνεχίσει τον πρωινό
του ύπνο για λίγο ακόμα, και του επέβαλε να σηκωθεί. Οι κάτοικοι της πόλης
σηκώνονταν με κεφάλι βαρύ, αχόρταγο από την ομορφιά του όμορφου ύπνου που είχαν
συνηθίσει ως τότε.
Απελπισμένοι
από την παρατεταμένη κατάσταση στην οποία τους είχε υποβάλει το Γκόαν έψαχναν λύση. Κάποιος έπρεπε να σκότωνε το Γκόαν.
Κάποιος ξένος όμως, καθώς φοβόντουσαν να το κάνουν οι ίδιοι μήπως και
προκαλέσουν το μένος των πλασμάτων της Σιάμ.
Με την
εξαφάνιση των εμπόρων των ονείρων η πόλη δεν είχε αρκετό πλούτο για να
δώσει αρκετή αμοιβή σε όποιον το έκανε. Οι κάτοικοι της πια ήταν όλοι φτωχοί βιοπαλεστές. Έτσι σκαρφίστηκαν να σπείρουν μία φήμη. Διέδωσαν στις ξένες χώρες
πως στην πόλη τους μία βασιλοπούλα
βασανίζεται από το φρικτό τέρας Γκόαν, που την ξυπνά πριν χορτάσει τον ύπνο της. Μια γυναίκα τόσο όμορφη που κανείς αν
την έβλεπε θα έχανε τον ύπνο του. Αυτή τη φήμη διέρρευσαν και περίμεναν έναν
γενναίο πολεμιστή να φτάσει στη χερσόνησο και να σφάξει το Γκόαν, ελπίζοντας πως θα κερδίσει
την αγάπη της πανωραίας πριγκίπισσας.
Έτσι και
έγινε. Μάλιστα όλα ήρθαν ιδιαίτερα καλά για τους κατοίκους της χερσονήσου. Ο γενναίος
άντρας πληγώθηκε θανάσιμα στη μάχη με το Γκόαν, και δεν πρόλαβε να αναζητήσει
το έπαθλο του. Ήσυχοι και απαλλαγμένοι οι κάτοικοι της πόλης έπεσαν να κοιμηθούν ανενόχλητοι.
Δεν ξύπνησαν ποτέ. Η πόλη ρήμαξε και χάθηκε.
Ο αφηγητής αυτής
της ιστορίας ισχυρίζεται πως άντλησε την παρούσα ιστορία από μία αντίστροφη
εκδοχή της «ωραίας κοιμωμένης». Έχουμε λόγους να πιστεύουμε πως απλά στην κρεβατοκάμαρα
του, στην δεξιά γωνία του ταβανιού του προσκέφαλου του, ζει ένα μικρό Γκόαν που
τον βασανίζει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου