Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

57. Ένας άλλος κόσμος αδικίας

     Όταν ο κόσμος ενός άλλου θεού ωρίμασε, και καρποφόρησε την αδικία του και αυτός σαν τον δικό μας, εκείνος κοιτώντας τους πεινασμένους και τους χορτάτους αποφάσισε να διορθώσει το λάθος που έβλεπε. Φύτεψε ένα σπόρο και τον άφησε να φυτρώσει, να βλαστήσει και να καρπίσει.
     Ο καρπός του φυτού αυτού είχε δύο μέρη, το ένα μέσα στο άλλο. Τα δύο αυτά μέρη χωρίζονταν από ένα σκληρό κέλυφος. Το μέσα μέρος του που ήταν πολύ νόστιμο ήταν το μικρότερο και δεν έφτανε να χορτάσει ένα μικρό κλωσόπουλο, ενώ το απέξω είχε αρκετή σάρκα για να ξεγελάσει ένα αγρίμι.
     Είχε στο νου του ο θεός με αυτό τον καρπό, οι χορτάτοι τόσο πολύ να ορέγονται το μέσα μέρος που να βάζουν τους φτωχούς πεινασμένους να καλλιεργούν το φυτό και να τους το δίνουν, διαχωρίζοντας το από το απέξω. Έτσι το απέξω που δεν θα το νοστιμεύονταν οι χορτασμένοι χορτάτοι θα έμενε να τρέφονται οι ως τότε πεινασμένοι. Μα η αδικία – και η ανοησία - στον κόσμο ήταν τέτοια που το απέξω πετιόταν και αφήνονταν να σαπίσει. Δεν δινόταν στους πεινασμένους για να χορτάσουν.
     Ο θεός απογοητεύτηκε. Με λύπη έκτοτε κοιτάει εκείνο τον κόσμο και απορεί. Μένει έτσι γιατί μέσα στην δική του σοφία δεν μπόρεσε α κατανοήσει την σοφία των χορτασμένων, αλλά ούτε και μπορεί να αναγνωρίσει στο δικό του λάθος τα λάθη των πεινασμένων.
     Όλα αυτά γιατί η αβάσταχτη αδικία δεν είναι κομμάτι του κόσμου αλλά κομμάτι του ανθρώπου.

 

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

56. Ο υφαντουργός του Κάιρου


     Στο Κάιρο της Αιγύπτου ζούσε κάποτε ένα σπουδαίος υφαντουργός. Γεννημένος από πλούσια οικογένεια, όταν οι γονείς του πεθάνανε είχε δεχτεί από την κληρονομιά να κρατήσει μόνο το πατρικό σπίτι, και τα υπόλοιπα τα άφησε να τα πάρουν τα αδέρφια του. Όλη η υπόλοιπη περιουσία του ήταν φτιαγμένη από τη δουλειά του. Δεν ήταν πλούσιος, μα είχε χρήματα να ζει και να δουλεύει όπως ήθελε και όπως ήξερε.     

     Ήταν φημισμένος για τα βαμβακερά σεντόνια που ύφαινε. Όλη η καλή κοινωνία κοιμόταν σε αυτά. Κάθε χρόνο με το πορτοφόλι γεμάτο, λίγες μέρες πριν την συγκομιδή πήγαινε στην κοιλάδα του Νείλου και διάλεγε τα χωράφια από τα οποία θα αγόραζε το βαρβαδεινό βαμβάκι που θα χρησιμοποιούσε για την ύφανση. Έδινε το καπάρο και ύστερα έστελνε δικούς του εργάτες να κάνουν τη συγκομιδή. Τις μονές μέρες τους έβαζε να τραγουδούν και τις ζυγές τους πλήρωνε διπλά.

      Ήταν γνωστός ο έρωτας του με μία αρωματοποιό που ζούσε στην Αλεξάνδρεια. Ο κόσμος σχολίαζε που δεν είχαν παντρευτεί. Ταξίδευαν, πότε εκείνος και κάποτε εκείνη, για να βλέπονται και να κοιμούνται μαζί. Την αγαπούσε τόσο λένε που κάποτε για χάρη της έβαλε σε εφαρμογή ένα από τα πιο πρόσφατα σχέδια των μάγων-τεχνητών. Για να την βοηθήσει στις δουλείες της άρχισε να φτιάχνει σεντόνια που μάθαιναν και αναγνώριζαν τον ιδιοκτήτη τους από την μυρωδιά.

      Τα σεντόνια αυτά όταν αναγνώριζαν την μυρωδιά αυτού που ξάπλωνε πάνω τους γινόντουσαν μαλακά και δρόσιζαν. Σαν όμως δεν αναγνώριζαν την μυρωδιά του, τσιμπούσαν, ίδρωναν και κολλούσαν πάνω στο δέρμα, μπλέκονταν στα άκρα και στο λαιμό του προκαλώντας του ύπνο ανήσυχο και ανυπόφορο.

      Με αυτό τον τρόπο ο υφαντουργός πίστευε πως όσοι αγόραζαν το άρωμα της αγαπημένης του θα αναγκάζονταν να το ξανά-αγοράσουν και έτσι εκείνη θα γινόταν ευτυχισμένη από την ξενοιασιά του πλούτου της. Ενώ ήλπιζε να συναντιούνται συχνότερα.

      Πολλά είναι τα σημεία που μπορούμε να σκεφτούμε πως είχε υπολογίσει λάθος ο υφαντουργός και που θα έκαναν το σχέδιο του να καταρρεύσει, όμως καθώς ήταν μύστης της μαγικής υφαντουργίας όλα λειτούργησαν όπως τα ήθελε. Μονάχα ένα φάνηκε να του ξέφυγε, πώς οι μόδες στα αρώματα ξεθυμαίνουν όπως οι μυρωδιές τους, και - μα τον δύστυχο - όπως οι αγάπες στις καρδιές ορισμένων γυναικών.

          Η ερωμένη του τον εγκατέλειψε στη βαθιά της απουσίας της την απελπισία, και λάνσαρε ένα καινούριο άρωμα για τους πελάτες της που την νύχτα καθώς τα σεντόνια όσων το φορούσαν δεν το αναγνώρισαν, από το Κάιρο μέχρι την Αλεξάνδρεια ο κόσμος έμεινε ξάγρυπνος, από τις φωνές όσων στριφογύριζαν στο άβολο τους κρεβάτι, όσων ξυπνούσαν από εφιάλτες κολασμένους και όσων έβρισκαν στραγγαλισμένους με τα σεντόνια τους ορισμένους.

 

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

55. Το Γκόαν


                Μια φορά και έναν καιρό λένε, άνθρωποι αποίκησαν στη χερσόνησο εκείνη της γης που οι ακτές της συνορεύουν με την Σιάμ, την χώρα του μυθικών πλασμάτων του ύπνου. Οι νέοι άποικοι έγιναν ψαράδες, κτηνοτρόφοι και εργάτες της γης. Έφτιαξαν μία όμορφη πέτρινη πόλη, με πέτρινους δρόμους και πέτρινα σπίτια. Ζούσαν ήρεμα και ευτυχισμένα και κοιμόντουσαν ύπνο πλούσιο και βαθύ.
                Κάποτε ανέπτυξαν τόσο την γνώση των θαυμάτων της Σιάμ και την τέχνη του ύπνου τόσο, που ορισμένοι άφησαν τα δίχτυα τους, τις ταΐστρες τους και τα δρεπάνια τους και έγιναν έμποροι ονείρων. Επάγγελμα προσοδοφόρο, αλλά ανήθικο. Εκείνη την εποχή δε, χαρακτηρίστηκε τόσο πολύ ανήθικο, τόσο για το περιεχόμενο του όσο και για την απληστία που συνόδευε τους εμπόρους των ονείρων, που απαγορεύτηκε διά ροπάλου και οι έμποροι τιμωρήθηκαν με εφιαλτικό θάνατο.
                Το μίσος και η προκατάληψη των κατοίκων μάλιστα για τους εμπόρους των ονείρων ήταν τόσο μεγάλο που διήρκησε χρόνια. Ακόμα και πολύ αργότερα της εξάλειψης τους, κάποιοι τους θεωρούσαν υπεύθυνους για την εμφάνιση του Γκόαν που λυμαινόταν την πόλη δεκαετίες αργότερα.
Το Γκόαν που το μέγεθος του ήταν τέτοιο ώστε βασάνιζε ολόκληρη την πόλη, πήγαινε την τρίτη φορά που κάποιος κοιμόταν και αποφάσιζε να μην σηκωθεί αλλά να συνεχίσει τον πρωινό του ύπνο για λίγο ακόμα, και του επέβαλε να σηκωθεί. Οι κάτοικοι της πόλης σηκώνονταν με κεφάλι βαρύ, αχόρταγο από την ομορφιά του όμορφου ύπνου που είχαν συνηθίσει ως τότε.
Απελπισμένοι από την παρατεταμένη κατάσταση στην οποία τους είχε υποβάλει το Γκόαν έψαχναν λύση. Κάποιος έπρεπε να σκότωνε το Γκόαν. Κάποιος ξένος όμως, καθώς φοβόντουσαν να το κάνουν οι ίδιοι μήπως και προκαλέσουν το μένος των πλασμάτων της Σιάμ.
Με την εξαφάνιση των εμπόρων των ονείρων η πόλη δεν είχε αρκετό πλούτο για να δώσει αρκετή αμοιβή σε όποιον το έκανε. Οι κάτοικοι της πια ήταν όλοι φτωχοί βιοπαλεστές. Έτσι σκαρφίστηκαν να σπείρουν μία φήμη. Διέδωσαν στις ξένες χώρες πως στην πόλη τους  μία βασιλοπούλα βασανίζεται από το φρικτό τέρας Γκόαν, που την ξυπνά πριν χορτάσει τον ύπνο της. Μια γυναίκα τόσο όμορφη που κανείς αν την έβλεπε θα έχανε τον ύπνο του. Αυτή τη φήμη διέρρευσαν και περίμεναν έναν γενναίο πολεμιστή να φτάσει στη χερσόνησο και να σφάξει το Γκόαν, ελπίζοντας πως θα κερδίσει την αγάπη της πανωραίας πριγκίπισσας.
Έτσι και έγινε. Μάλιστα όλα ήρθαν ιδιαίτερα καλά για τους κατοίκους της χερσονήσου. Ο γενναίος άντρας πληγώθηκε θανάσιμα στη μάχη με το Γκόαν, και δεν πρόλαβε να αναζητήσει το έπαθλο του. Ήσυχοι και απαλλαγμένοι οι κάτοικοι της πόλης έπεσαν να κοιμηθούν ανενόχλητοι. Δεν ξύπνησαν ποτέ. Η πόλη ρήμαξε και χάθηκε.


Ο αφηγητής αυτής της ιστορίας ισχυρίζεται πως άντλησε την παρούσα ιστορία από μία αντίστροφη εκδοχή της «ωραίας κοιμωμένης». Έχουμε λόγους να πιστεύουμε πως απλά στην κρεβατοκάμαρα του, στην δεξιά γωνία του ταβανιού του προσκέφαλου του, ζει ένα μικρό Γκόαν που τον βασανίζει.

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

54. Το πρόβλημα του Ερμέναου

                
     Όταν ο Βλαντιμίρ Βερνάντσκι (Vladimir Vernadsky) μίλησε για τη νοόσφαιρα, κάποιοι αναλύτες έσπευσαν να βρουν την λύση στο πρόβλημα που έθεσε ο Ερμέναος τον 2ο αιώνα προ χριστού.
     Ο Ερμέναος, συνταξιδιώτης του Αντίπατρου του Σιδώνιου, μέσα στις πολλές εντυπώσεις των ταξιδιών του συμπεριέλαβε και τους σκάλιθους.
     Τα ζώα αυτά ανήκουν στην μεγάλη οικογένεια των φανταστικών όντων των κυναίλουρων. Των ζώων δηλαδή που είναι αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς αν είναι σκύλοι ή γάτες ή και τα δύο. Ο Ερμέναος πέρα των άλλων αναφέρει πως το μέγεθος των σκάλιθων κατά κύριο λόγο δεν είναι μικρότερο από αυτό μίας γάτας και δεν ξεπερνά αυτό δύο σκύλων. Σημειώνει ωστόσο πως υπάρχουν μαρτυρίες Αιγυπτίων και άλλων φυλών της Αφρικής που μιλάνε για σκάλιθους μεγάλους όσο ένας νεαρός ελέφαντας.
    Οι σκάλιθοι, παρότι ακίνδυνοι για τον άνθρωπο - ποτέ δεν α επιτεθούν σε κάποιον - δείχνουν μεγάλη εχθρότητα για τα κατασκευάσματα του. Όποτε μπορούν ορμούν και με τα νύχια τους γδέρνουν και ζητούν να διαλύσουν τοίχους κτιρίων, μέρη μηχανημάτων και άλλα δημιουργήματα ανθρώπων.
     Τη βλαβερή αυτή συμπεριφορά αυτών των ζώων κατέγραψε ο Ερμέναος στα γραπτά του, σχολιάζοντας πως τα πλάσματα αυτά προκαλούν περισσότερη ζημία στα επιτεύγματα του ανθρώπου από την ίδια την πάροδο του χρόνου.
    Πιστεύοντας πολύ σε αυτή την άποψη του Ερμέναου ορισμένοι αναλύτες, αψηφώντας την αρχή της νοόσφαιρας, πως δηλαδή συνεχώς αυξάνεται και δεν είναι δυνατό κάποιο μέρος της να χαθεί, θεώρησαν πως οι σκάλιθοι προέρχονται από ένα μέρος της το οποίο όχι μονάχα μικραίνει, αλλά κινδυνεύει να εξαφανιστεί υπό την πίεση ενός άλλου ολοένα αυξανόμενου μέρους της νοόσφαιρας, αυτό των ιδεών των κατασκευών του ανθρώπου.
      Έτσι και τα ζώα αυτά αναγκάστηκαν να αφήσουν το φυσικό τους περιβάλλον και να περάσουν στον πραγματικό κόσμο, και για αυτό νιώθουν μίσος για τα όσα φτιάχνει ο άνθρωπος, και τους επιτίθενται να τα καταστρέψουν.
      Ως λύση προτείνουν την αύξηση του μέρους εκείνου της νοόσφαιρας στο οποίο ανήκουν οι σκάλιθοι, ώστε να επιστρέψουν και να πάψει η επιζήμια παραμονή τους στον κόσμο μας.
     Για να γίνει αυτό οι αναλύτες υποστηρίζουν πως όλοι πρέπει να γνωρίζουμε για αυτά τα φανταστικά πλάσματα, να σκεφτόμαστε και να διαδίδουμε την ύπαρξη τους.

Καθώς λοιπόν και εμείς πολύ τους πιστεύουμε περιλαμβάνουμε στην παρούσα συλλογή το παρόν, συμβάλλοντας έτσι στην λύση του προβλήματος του Ερμέναου.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

53. "Τα καλοτάξιδα"


Κάποτε ένας δημιουργός χωρίς τσιγγάνικο αίμα έδωσε σε μυστουργό χωρίς τσιγγάνικη καρδιά ένα δώρο. Αυτό δεν ήταν τίποτα παραπάνω - ή κάτι πιο λίγο - από ένα αλευροζημωτό χειροτέχνημα μιας απλής και ευρέως γνωστής συνταγής: 2 μέρη αλεύρι, 1 αλλάτι, 1 μέρος νερό.
Καθώς τίποτα δεν είναι τυχαίο και τίποτα δεν είναι απλό, και κανείς άλλος δεν ήταν παρόν στη δοσοληψία αυτή, και ο μυστουργός αρεσκόταν μόνο να δέχεται μοναδικά δώρα, και ο δημιουργός ήταν άξιος με τις τέχνες που καταπιανόταν, και μια γυναίκα είχε ονομάσει το χειροτέχνημα "καλοτάξιδο", και το όνομα αυτό ειπώθηκε και ακούστηκε με τρόπο βραχμανικό, γεννήθηκε μία τέχνη τσιγγάνικη. Η τέχνη των "καλοτάξιδων".
Τα φιλευχητήρια αυτά αν τα φτιάξει και τα δώσει κάποιος σε άνθρωπο τον οποίο συμπαθεί και που δεν γνωρίζει τις βαθύτερες του έννοιες, επιθυμίες, αγωνίες και προσευχές, που όμως με τρόπο ανθρώπινο και φιλικό τις συμμερίζεται και τις συμπάσχει και ας μην τις ξέρει, μία από αυτές θα συνδεθεί με το "καλοτάξιδο" και θα μείνει με αυτό μέχρι να χαλάσει.
Κανείς δεν ξέρει ποιο καλό ή ποιο κακό που απασχολεί τον παραλήπτη, και του συμβαίνει ή έτσι νομίζει, ή που εύχεται ή που φοβάται πως θα του συμβεί έχει συνδεθεί με το "καλοτάξιδο". Ούτε μπορεί να ξέρει αν αυτό πρόκειται να ξεκινήσει ή να σταματήσει όταν αυτό χαλάσει. Μπορεί κάτι ευτυχές να σταματήσει ή κάτι δυστυχές να τελειώσει, ή μπορεί μία ελπίδα ή κάποια απελπισία να εμφανιστεί όταν αυτό φθαρεί, θρυμματιστεί, ή σπάσει. Τα "καλοτάξιδα" έχουν την δύναμη να διατηρούν κάτι (καλό ή κακό) από το παρόν ή να συγκρατούν κάτι από το μέλλον. Μόνο αν αυτό χαλάσει ο κάτοχος του καταλαβαίνει ανάλογα με το τι θα πάψει ή θα συμβεί το φορτίο του "καλοτάξιδου". Έτσι τα "καλοτάξιδα" στην διπλή διττή τους φύση είναι ταυτόχρονα και φιλευχητήρια και φυλαχτά.
Σε κάθε περίπτωση είναι καλό ο παρασκευαστής τους να μην προσπαθήσει να τα κάνει περισσότερο γερά ή λιγότερο ανθεκτικά γιατί δεν ξέρει ποτέ για το τι θα είναι υπεύθυνος να παραμείνει ή να χαθεί, ή να έρθει. Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί άλλωστε να ισχυριστεί πως γνωρίζει το πλήρωμα του χρόνου του οτιδήποτε. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο και ο παραλήπτης δεν πρέπει να το βάλει σε μέρος τέτοιο ή να το μεταχειριστεί με τρόπο που το "καλοτάξιδο" του θα χαλάσει γρηγορότερα ή θα διατηρηθεί πιο πολύ.
Τα "καλοτάξιδα" - αν μπορεί κανείς διαβάζοντας τα παραπάνω να μάθει την τέχνη τους και να τα φτιάξει - καλό είναι να φτιάχνονται και να δίνονται με καλές προθέσεις και με πολλή άγνοια.
Αυτό τουλάχιστον συμβουλεύει ένας μυστουργός χωρίς τσιγγάνικη καρδιά που περηφανεύεται πως του δώσαν δώρο το πρώτο "καλοτάξιδο" που φτιάχτηκε ποτέ, ενώ σημειώνει πως κανείς δεν μπορεί να τα εμπορευτεί, καθώς "μόλις ο ήχος του νομίσματος ακουστεί αδυνατίζει η φρενική δύναμη τους".

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

52. Ο παππούς βάτραχος του Σαββατοκύριακου


Ακόμα το φως της μέρας δεν είχε χαθεί από τον ουρανό του δάσους των περιμυθιασμάτων. Ο μεγάλη κουκουβάγια είχε ανοίξει ήδη τα μάτια της. Πεινούσε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί άλλο. Δεν μπορούσε να περιμένει. Το σοφό αρπαχτικό δεν είχε καταφέρει να πιάσει τίποτε τις τελευταίες μέρες. Τον τελευταίο καιρό οι εξορμήσεις της τις καθημερινές ήταν ατελέσφορες. Νηστική επέστρεφε με το φως της αυγής στα πυκνά φυλλώματα και πριν κοιμηθεί αναθεμάτιζε το βατράχι, που ήταν υπεύθυνο για τη λίμα της.
Εδώ και καιρό, τον τελευταίο καιρό, τις καθημερινές ένα νέο βατράχι πρωτοστατούσε στη χορωδία των βατράχων που κάθε βράδυ νανούριζαν το δάσος και ξυπνούσαν τα όνειρα από τα βάθη της λίμνης. Άπειρο, και ίσως ατάλαντο το νέο βατράχι παρέσερνε τα άλλα σε ένα κακόηχο κρώξιμο από τότε που ο παππούς βάτραχος δήλωσε πως νιώθει κουρασμένος τις καθημερινές μέρες και θα τραγουδούσε μόνο Σαββατοκύριακα.
Τι όμορφα που ήταν όταν ο παππούς βάτραχος διεύθυνε. Τα ζώα που κοιμόντουσαν τη νύχτα κοιμόντουσαν βαθιά, και τα νυκτόβια αφαιρούνταν με τις  ωραίες ωδές των βατράχων. Εύκολα η κουκουβάγια τα άρπαζε στον ύπνο και στην αφηρημάδα τους και χόρταινε την πείνα της. Ακόμα και την λιγούρα της ικανοποιούσε τότε. Αυτά κάποτε και τώρα πια μόνο το τρίβραδο του Σαββατοκύριακου που τραγουδούσε ο παππούς βάτραχος. Τις καθημερινές που το τραγούδι των βατράχων ήταν κακοφορμισμένο στα αυτιά των ζώων, τα ζώα έκαναν ύπνο ελαφρύ και τα νυκτόβια είχαν συνέχεια το νου τους στην άνοστη ζωή τους, και το στομάχι της κουκουβάγιας έμενε ανοστίμευτο.
Απόψε όμως νύχτωνε Παρασκευής βράδυ, και μετά Σαββάτου, και ύστερα Κυριακής. Σαν να λέμε ύπνος βαθύς και ονειρεμένος για τα ζώα, νύχτες πλανεμένες για τα νυκτόβια, και κυνήγι προσοδοφόρο για την κουκουβάγια.
Τα βατράχια άρχισαν να ακούγονται που είχαν ανέβει στα νούφαρα της λίμνης. Ζέσταιναν τις φωνές τους. Έτοιμα να αρχίσουν. Σαν είδαν τα μάτια της κουκουβάγιας την νύχτα να πέφτει, τα φτερά της χτύπησαν και πέταξε. Σαν πέταξε και το κυνήγι της άρχισε, λιγουρεύτηκε να έβρισκε έναν καλοζωισμένο λαγό. Μέρα του ήταν .* Πέταξε λίγο ονειροπολώντας. Παρά την επιτακτική πείνα της, ήξερε πως είχε όλο το βράδυ μπροστά της, όλο το Σαββατοκύριακο. Μπορούσε να κάνει λίγη υπομονή για να ονειρευτεί.
Μα δυστυχώς και πάλι του νέου βατραχιού η φωνή ακούστηκε μέσα στο βράδυ. Όλα τα ζώα αναστατώθηκαν και δυσαρεστήθηκαν. Μα πιο πολύ το στομάχι της κουκουβάγιας έδειξε κάνοντας έναν ήχο την αντίδραση του. Περίμεναν τόσο αυτή τη βραδιά. Τι είχε απογίνει άραγε ο παππούς βάτραχος;
Το τραγούδι των βατράχων δεν ήταν λυπηρό, άρα δεν συνέβη θάνατος. Ήταν κάτι το ασχημότερο. Η κούραση που είχε αποτραβήξει τον παππού βάτραχο από τα καθημερινά νυχτερινά κονσέρτα ήταν μονάχα συνώνυμο της κούρασης που όλοι νόμιζαν –μαζί και εκείνος - , ήταν ένα χτικιό της ζωής από τα πολλά και ποικίλα που κυκλοφορούν στο δάσος των περιμυθιασμάτων, και που τώρα τον είχε πιάσει για τα καλά και θα του στερούσε και τα Σαββατοκύριακα.
Προσοχή λοιπόν σε τέτοιες συνήθειες “κούρασης” αν νομίζετε πως κάπως ταυτίζεστε (ή σας ταυτίζουν) με τον παππού βάτραχο, και μαζί με άλλους αναστεναγμούς, παρακαλούμε αφήστε και έναν για την λιμασμένη κουκουβάγια.


* Οι λαγοί στο δάσος των περιμυθιασμάτων πεθαίνουν πάντα ξημέρωμα Σαββάτου.

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

51. Ιβάνς Πουγκατσιόφ

     Ο Ιβάνς Πουγκατσιόφ νόθος γιος του αταμανού Εμελιάν Ιβάνοβιτς Πουγκατσιόφ και μπάσταρδος  μιας κόρης αλευρά, μεγάλωσε δίχως την πατρική στοργή ή το μητρικό χάδι.
      Στα δεκαπέντε του χρόνια παρουσιάστηκε στον πατέρα του, προσφερόμενος να πολεμήσει για εκείνον στην εξέγερση εναντίον της Τσαρίνας Αικατερίνης της Μεγάλης της Ρωσίας και θαρραλέα προσέφερε στην μάχη μια ζωή που δεν την ήθελε και δεν τον ένοιαζε να χάσει. Σαν μετά από μάχες πολλές, ο χάρος δεν τον διάλεξε να τον πάρει, ή ίσως δεν τον είδε, ή πάλι τον άφησε στην κακή του μοίρα που δεν είχε τελειώσει ακόμα μαζί του, ο πατέρας του θεώρησε πως άξιζε το επίθετο του και του το έδωσε, αναγνωρίζοντας τον σαν γιο του πια.
     Με τη φήμη του γενναίου να θαμπώνει τα μάτια των άλλων, και το όνομα του πατέρα του ο Ιβάνς έβρισκε πια περίοπτες θέσεις σε τραπέζια καπηλειών. Γλεντούσε τρώγοντας γλυκά φρούτα και καυτερό μπορς, και με γυναίκες που ήταν και τα δύο χωρίς να νοιάζεται για τα άλλα και για τα αργότερα. Μα πιο πολύ ήταν το όπιο αυτό που τον  ξεγελούσε, και χαιρόταν και ξεχνιόταν.
     Οι δάφνες των ηρώων ποτέ δεν κρατάνε πολύ, και αυτές σαν τους ίδιους ξεφτίζουν γρήγορα αν δεν τους χαρίσει ο θάνατος την αιωνιότητα των ηρωικών στιγμών τους, και έτσι και για τον Ιβάνς δεν άργησε ο καιρός που από τα γεμάτα τραπέζια κατέληξε στα αδειανά μπουκάλια, να ζητιανεύει να βρέξει το στόμα του με βότκα ή κρασί. Επέστρεψε εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε, στους δρόμους και στην κακή του την μοίρα που τον είχε βάλει στο μάτι από τις φασκιές του.
     Μαζί, λένε, η μοίρα του χάρισε και την αθανασία, και ίσως ήταν το μόνο στοργικό πράγμα που του έδωκε.
     Αν λοιπόν κάποια μέρα, και ειδικά τις μέρες του χειμώνα,  δείτε έναν ζητιάνο να σας θυμίζει με κάποιο περίεργο τρόπο έναν κοζάκο του 18ου αιώνα, φυλαχτείτε και κοιτάξτε δυο φορές δεξιά και τρεις αριστερά. Ίσως η κακή μοίρα του Ιβάνς να είναι κάπου εκεί κοντά να τον κοιτάζει και να χαίρεται, και ίσως - ποιος μπορεί να ξέρει - να βάλει στο μάτι και εσάς και αλίμονο σας.
     Για όσους πάλι πιστεύουν πως η κακή η μοίρα ήδη τους έχει βάλει στο μάτι, μπορούν να παραδειγματιστούν από τον γενναίο 
Ιβάνς Πουγκατσιόφ που με το θάρρος του της ξέφυγε, αλλά τον δύστυχο από την φτωχομυαλιά του, εκείνη τον ξανασφιχταγκάλιασε μια και για πάντα.