Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

72. Επτά ευχές αδερφάδες.

Επτά ευχές είχαν καθίσει πάνω από το κεφάλι ενός ανθρώπου, κόρες της ψυχής του και θρέμματα του νου του. Καιρό τώρα γυρόφερναν στο τριχωτό της κεφαλής του προκαλώντας του έναν ελαφρύ και γλυκό πονοκέφαλο, αφού με όνειρα προσπαθούσαν, πότε η μια και πότε ή άλλη, να τον κάνουν να θέλει να πραγματοποιηθεί τη μία η μια και την άλλη η άλλη.
Τώρα, κάτω από μία τρίχα, είχαν βρει ένα πούπουλο ενός αγγέλου. Απόδειξη πώς ο Θεός είχε δώσει υπόσχεση να κάνει κάποτε χατίρι στον άνθρωπο αυτό. Πιάσανε οι επτά ευχές να τσακώνονται ποια ήταν η καλύτερη. Ζυγίστηκαν, μετρήθηκαν, συγκρίθηκαν ποια θα μπορούσε να τον κάνει πιο ευτυχισμένο. Ήταν πολλές όμως, και ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει κάποια απέναντι στις άλλες έξι. Ούτε ο άνθρωπος είχε κάποια πραγματική προτίμηση. Αφού είδαν και αποείδαν ζήτησαν εκλιπαρώντας να παρουσιαστεί ο άγγελος στον οποίο και ανήκε το πούπουλο. Εκείνος ίσως θα μπορούσε να αποφασίσει
Ο άγγελος κατέβηκε. Πήρε το πούπουλο στα χέρια του και προσπάθησε να κρίνει εκείνος καλύτερα. Και αλήθεια, παρότι είχε καλύτερη κρίση, δεν μπορούσε να αποφασίσει.
Εν τω μεταξύ οι ευχές άρχισαν να δυσανασχετούν. Το ίδιο και ο άνθρωπος που αγνοούσε τι γινόταν πάνω από το κεφάλι του. Να έχουν το πούπουλο ενός αγγέλου, να έχει υποσχεθεί ο Θεός πώς η μία τους θα γίνει πραγματικότητα και εκείνες να περιμένουν. Αν μη τι άλλο ήταν κόρες καλές και καλοαναθρεμμένες. Αγαπούσαν τον πατέρα τους και μία από αυτές ήταν ο καιρός να τον κάνει ευτυχισμένο.
«Αχ, αν δεν ήμασταν τόσες πολλές.» είπε η μία και οι άλλες συμφώνησαν με έναν αναστεναγμό.
«Η απόφαση θα ήταν πιο εύκολη.» συμπλήρωσε η δεύτερη.
«Έτσι κινδυνεύουμε να μείνουμε όλες στο ράφι.» έκανε την τρομερή διαπίστωση η τρίτη.
«Να πραγματοποιούσουν τουλάχιστον εσύ.» είπε η τέταρτη στη διπλανή της.
«Ναι! Εσύ θα μπορούσες να πραγματοποιηθείς ακόμα και τώρα.» είπε η έκτη και την ακούμπησε στον ώμο με συμπάθεια.
«Το ξέρω, μα θα ήμουν καλύτερη αργότερα. Ή αν ήταν αλλιώς τα πράγματα.» παραπονέθηκε η πέμπτη.
«Αργότερα και αργότερα. Αυτό το αργότερα θα μας φάει.» γρίνιαξε η έβδομη και όλες συμφώνησαν με έναν άλλο αναστεναγμό.
           Ο άγγελος αρκέστηκε στο να κουνήσει συγκαταβατικά το κεφάλι του. Ήξερε όμως πως ο Θεός είχε κάνει την επιλογή του. Αλλιώς δεν θα είχε βάλει το πούπουλο του κάτω από την τρίχα του ανθρώπου. Δεν ήταν μόνο που οι ευχές του ανθρώπου ήταν πολλές και θα πραγματοποιούσε μία, και έπρεπε να γίνει σε καιρό σωστό και με μέσα που θα ταίριαζαν, έπρεπε και οι ευχές να μονιάσουν.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

71. Ο δαίμονας και ο σταυροφόρος.

Κάποτε ένας σταυροφόρος ζητούσε από το Θεό να του στείλει έναν άγγελο. Κάθε βράδυ προσευχόταν για αυτό. Ώσπου ο Θεός κουράστηκε, καθώς όπως η επανάληψη κουράζει την πίστη. Έτσι ο ακούραστος διάβολος βρήκε ευκαιρία και έστειλε μπροστά στον σταυροφόρο έναν δαίμονα.
Η επιθυμία του σταυροφόρου να δεχτεί έναν άγγελο ήταν τέτοια όμως, που δεν αναγνώρισε το δαίμονα. Με τη φαντασία του έπλασε ένα φάντασμα, και με αυτό έντυσε την φρικαλέα όψη αυτού που στεκόταν εμπρός του, ώστε να μην μπορεί να καταλάβει ότι δεν ήταν άγγελος Θεού, αλλά ένας δαίμονας. Το ρούχο της φαντασίας του σταυροφόρου άλλωστε έκανε το δαίμονα ομορφότερο από κάθε άλλον άγγελο, κι έτσι ο σταυροφόρος όχι μόνο δεν έφριξε στη θέα του δαιμονίου αλλά το κράτησε κοντά του.
Όσο και αν αρεζόταν ο δαίμονας με την αγγελική όψη που του είχε χαρίσει η φαντασματική φορεσιά που του έδωσε ο σταυροφόρος, δεν μπορούσε και να ξεχάσει τι ήταν, και δεν έπαψε να συμπεριφέρεται σαν ένας πραγματικός δαίμονας. Βασάνιζε τον σταυροφόρο, κάνοντας τον όλο και πιο δυστυχισμένο και ξένο με το καλό και τον καλό εαυτό του.
Ο άνθρωπος όμως, όπως τον δημιούργησε ο Θεός, αποστρέφεται από τη φύση του πιότερο από όλα - και από το ίδιο το κακό ακόμα – τη δυστυχία. Κατά τον ίδιο τρόπο η κρίση του δεν μένει για καιρό θαμμένη κάτω από την επιθυμία όταν αυτή δεν έχει τη βοήθεια της ευτυχίας ξεγελά και να θάβει το ορθό. Ο σταυροφόρος αντιλήφθηκε πώς κοντά του δεν είχε κρατήσει έναν άγγελο αλλά ένα δαιμόνιο, και πάνω του διέκρινε το φάντασμα με το οποίο είχε ντύσει ο ίδιος τον δαίμονα. Άρπαξε τότε το σπαθί του και πήρε να πολεμήσει το δαιμονικό τύραννο του.
Στα χέρια του το σπαθί βάραινε να σηκωθεί ενάντια σε ένα πλάσμα με όψη αγγελική, κι έτσι ο σταυροφόρος άπλωνε συνεχώς το χέρι του για να γδύσει το δαίμονα τραβώντας το φάντασμα από πάνω του. Χτύπαγε όπου η βλογιοκομμένη σάρκα φαινόταν, και μαύρο αίμα έβαφε το σπαθί του. Με κάθε χτύπημα άκουγε τον δαίμονα να γελά αντί να σφαδάζει. Μα παρά τα γέλια του με αγωνία τραβούσε να ξαναφορέσει την αγγελική περιβολή του.
Ο σταυροφόρος δεν άργησε να καταλάβει πώς δεν μπορούσε να νικήσει το δαίμονα. Μα και ο ίδιος δεν θα έχανε. Για μια τελευταία φορά άρπαξε και πάλι το φάντασμα από το δαίμονα και το τράβηξε από πάνω του. Ο δαίμονας τραβούσε με δύναμη από την άλλη. Το σπαθί του σταυροφόρου τότε έπεσε πάνω στο φάντασμα και το ξέσκισε. Ο δαίμονας έμεινε γυμνός και ολότελα άσχημος. Αποτροπιασμένος ο σταυροφόρος τον κοίταξε. Για μία πολύ μικρή στιγμή ευχήθηκε να ο δαίμονας να είχε ακόμα την όψη που του έδινε το φάντασμα. Ύστερα τον έδιωξε από κοντά του.

Η ιστορία αυτή μας δείχνει την συνήθεια των ανθρώπων να ξεγελούν τους εαυτούς τους δίνοντας στους δαίμονες τους όψη αγγελική, και η λύση της συμβαδίζει με τη θεολογική άποψη πως τα ανθρώπινα δημιουργήματα πεθαίνουν ευκολότερα - αν δεν είναι τα μόνα ικανά να πεθάνουν - από τα δημιουργήματα του Θεού.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

70. Ένας Αθάνατος

Όταν οι άνθρωποι νιώσουν πως ο χρόνος τους τελεύει, και πλησιάζει το τέλος της ζωής τους, μεγεθύνεται η επιθυμία τους να ήταν αθάνατοι.
Η αλήθεια αυτή συναντάται δύο φορές στον Κατάλογο των Αληθειών. Μία στην κατηγορία των Μεγάλων Αληθειών και άλλη μία στην κατηγορία των Θανατικών.
Η επιθυμία της αθανασίας είναι λιγότερη έντονη για όσους η ζωή τους είναι γεμάτη με βάσανα - γιατί αυτοί επιζητούν το Θάνατο Λυτρωτή – ή όταν έχουν ζήσει καλά και νιώθουν πλήρεις. Για όσους η ζωή υπήρξε ανιαρή, άδεια, και την έζησαν σαν μία διαρκή αναμονή κάποιου νοήματος ή αυτού που λένε ευτυχία, η επιθυμία της αθανασίας αποκτά τεράστιες διαστάσεις.
Μία τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του πρωταγωνιστή της ιστορίας αυτής. Ο αφηγητής της οποίας, για προφύλαξη του, ορκίζεται στη ζωή του πως δεν ξέρει τίποτα παραπάνω από όσα εδώ γράφονται για τον μυστηριώδη πρωταγωνιστή του.
Πρόκειται για έναν άντρα που ζούσε στην Αγγλία πριν πολλά χρόνια. Ήταν νέος και έτσι δεν μπορούσε να νιώσει πως ο θάνατος του ήταν κοντά, αλλά και αρκετά μεγάλος για να αισθανθεί την τελεσίδικη εγκατάλειψη της νιότης. Μια μέρα φοβήθηκε πως δεν είχε ζήσει τίποτα, και ούτε θα προλάβαινε να ζήσει. Έτσι επιθύμησε με τρόπο τρομερό την αθανασία.
Οι πολύ μεγάλες επιθυμίες είναι ικανές να πραγματοποιήσουν ευχές. Για αυτό και οι λέξεις επιθυμία και ευχή συνωνομούν.
«Μακάρι να μην πέθαινα ποτέ» γλώσσιαζε κάθε τόσο ο νους του άντρα και μέσα στο στόμα του η γλώσσα του σφίγγονταν στέρεη πιέζοντας τον ουρανίσκο πίσω από τα μπροστινά του δόντια.
Μια μέρα, στους περιπάτους του και ενώ o κόσμος τον χαιρετούσε ευγενικά, ο δύσμοιρος άντρας ανταπέδιδε με ένα ευγενικό νεύμα αγγίζοντας το γείσο του καπέλου του. Το στόμα του έμενε κλειστό. Ένα ελαφρύ μειδίαμα, υποκριτής χαράς, χάρισμα στην ευγένεια, έσπαζε τις στενές γραμμές των χειλιών του. Τα δόντια του έμεναν σφιχτά, και η γλώσσα του πίεζε ασταμάτητα τον ουρανίσκο του. «Μακάρι να μην πέθαινα ποτέ» όμως δεν έλεγε ο νους του. Με βρισιές ανταπέδιδε στο μυαλό του τις καλημέρες και τις καλησπέρες των άλλων.
Μία στιγμή, είδε τον πιο αγαθό και αγαπητό άντρα στην πόλη να στέκεται μπροστά σε έναν πάγκο ενός ιχθυοπώλη. Τον άκουσε να λέει πώς ήθελε να αγοράσει ψάρια για να τα παστώσει. Τα λόγια του αντήχησαν την γαλήνη και την ηρεμία αυτού που λένε ευτυχία. Εκείνη τη στιγμή, όπως στεκόταν και τον κοίταζε από την απέναντι πλευρά του δρόμου, ζήλεψε και μίσησε εκείνον τον ευτυχισμένο άνθρωπο περισσότερο από όλους τους άλλους. Και με τον ίδιο τον διάβολο θα έβαζε ακόμα στοίχημα πώς το χαμόγελο εκείνου του άντρα δεν θα έσβηνε από το πρόσωπο του ακόμα και όταν το πρόσωπο του θα σάπιζε μέσα στο φέρετρο. Θα στοιχημάτιζε ακόμα και τη ζωή του στο Θεό, πως ο άντρας αυτός δεν θα έκανε κακό ποτέ σε κανέναν.
«Δεν θα πεθάνω ποτέ, αν δεν με σκοτώσεις εσύ.» γλώσσιασε ο νους του και η γλώσσα του ήταν τόσο σφιγμένη μέσα στο στόμα του που τα δόντια του θα σπάγαβε το ένα πάνω στο άλλο.
Η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε. Έγινε αθάνατος, μέχρι εκείνος ο άντρας – που το όνομα του ήταν Ιώκ - να τον σκοτώσει.
Ο Ιώκ πια είναι ένα φάντασμα. Ένα δολοφονικό πνεύμα καταδικασμένο να υπάρχει στον κόσμο μας μέχρι να εκπληρώσει την ευχή του υπεύθυνου της κατάρας του. Ως τότε - Αλίμονο! - το βασανισμένο πνεύμα το περιπαίζουν κάποιοι παράτολμοι μεθύστακες για να διασκεδάσουν. Κι ελεεί ο τρελός Ιώκ τους δειλούς αυτόχειρες που τον καλούν ζητώντας την βοήθεια του, αυτός δεν βρίσκει κανένα έλεος.
Εμείς ας ευχηθούμε να μην βρει ποτέ το έλεος κανενός, παρά να βρει τον άντρα αυτής της ιστορίας.