Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

66. Μία γάτα και ένας ποντικός

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία γάτα. Η γενιά της κρατούσε από τα αρχαία χρόνια. Από γάτες που λατρεύονταν πλάι στα παράνερα του Νείλου.
Στο σπίτι που βρισκόταν, ένα λιαστό απόγευμα που θύμιζε συννεφιασμένο πρωινό, πίσω από τη γυάλινη βιτρίνα της πόρτας είδε έναν ποντικό απάνω στο τραπέζι της κουζίνας να παραπατάει το αλεύρι και να νοστιμεύεται τα αποζύμαρα. Τον κοίταξε καλά καλά – ήταν καλοθρεμμένος – και έβαλε εμπρός το κυνήγι της.
Χώρεσε το κεφάλι της από τη χαραμάδα της πόρτας και πέρασε στο χώρο της κουζίνας. Ο ποντικός που την είχε δει από πριν από πριν, ταράχτηκε. Κουνήθηκε δεξιά, έκανε δύο μικρά δικά του βήματα αριστερά, ψάχνοντας να βρει από ποια μεριά θα κατέβει από το τραπέζι, και να ξεφύγει τρέχοντας.
Όταν η γάτα πλησίασε, μια σπασμωδική κίνηση τον έκανε να ρίξει το σώμα του στα δεξιά και πάνω σε ένα σκουπόξυλο που ήταν ακουμπισμένο στο τραπέζι. Δεν το έκανε εσκεμμένα, θα το ορκιζόμουν αν είχε θεό να πιστεύει. Το ξύλο της σκούπας είχε πέσει ευθέως στο κεφάλι της γάτας, αφήνοντας την στον τόπο.
Χωρίς θεό πώς να νιώσει και τύψεις όμως ο ποντικός; Ωστόσο ευχαρίστησε την καλή του τύχη.
Ελευθερία! Μπορούσε να κάνει πια ότι ήθελε μακριά από το φόβο της γάτας, να προσέχει και να έχει το νου του συνέχεια μη χάσει τη ζωή του. Τέτοια ευτυχία, το δίχως άλλο, ήθελε συντροφιά. Ευθύς πήγε κι έριξε το κλουβί του καναρινιού για να το ελευθερώσει, κι ύστερα έσπευσε να κάνει ειρήνη με όλα τα ζωύφια του σπιτιού. Τι όρεξη τα είχε πια, με τραπέζι και ντουλάπια γεμάτα και ακίνδυνα στο πλησίασμα. Το καναρίνι φτερούγησε ως το παράθυρο και φώναξε τα σπουργίτια, που μια και δυο αποδέχτηκαν την πρόσκληση να μπουν μέσα.
Γλέντι μεγάλο ξεκίνησε. Ένα οργιώδες φαγοπότι. Στην κουζίνα επικρατούσε ένας μικρός χαμός. Ντουλάπια ορθάνοιχτα, πεσμένα φαγητά κάτω, φασαρία και κακό! Μέσα σε αυτό το χάος εμφανίστηκε κάπως – άγνωστο πώς - και ένας κούνελος, που στα αλήθεια δεν πρέπει να λείπει από μία τέτοια παράξενη ιστορία.
Η κατάσταση αίφνης αναστάτωσε τον ποντικό. Αλίμονο, αυτή η φρένη θα γινόταν σίγουρα αντιληπτή από τους ανθρώπους. Όλα ήταν άνω κάτω. Πώς είχε ξεχάσει τους ανθρώπους; Ξάφνου απελπίστηκε.
Με έναν πήδο κατέβηκε από το μεγάλο κεφάλι του τυριού που είχε σπρώξει έξω από το ντουλάπι του και πλησίασε το άψυχο πτώμα της γάτας.
«Αχ και να ζούσε.» ευχήθηκε από μέσα του ο ποντικός.
Το άγρυπνο βλέμμα της, ο κίνδυνος της παρουσίας της, η υπόσχεση στην απουσία της πως θα εμφανιστεί, τους έκανε όλους – και πιο πολύ εκείνον – τόσο προσεκτικούς που έκρυβαν χωρίς να θέλουν τις πράξεις τους από τους ανθρώπους. Τώρα, ποια θα ήταν η τύχη του; Φάκες και φαρμάκι.
«Αχ και να μη σκότωνα τη γάτα. Δεν θα γίνονταν όλα αυτά» ευχήθηκε με φωνή αυτή τη φορά.
Στη δεύτερη ευχή. Την πιο απελπισμένη. Παραδομένος απόλυτα όπως ήταν στην άσχημη του θέση, η γάτα άρπαξε με τα νύχια της τον ποντικό πιάνοντας τον στον ύπνο. Και σκότωσε αυτόν.
Δεν είναι που έπιασε η ευχή του ποντικού. Ούτε πως η γάτα προσποιούταν την νεκρή και τον ξεγέλασε. Η γάτα από αρχαία γενιά, ήξερε και έστειλε όνειρο στον ποντικό όλη αυτή την ιστορία.
Αυτό ήταν το κυνήγι της. Έτσι τον έπιασε.
Σαν όνειρο ήρθε και στον αφηγητή, που λίγο αφότου ξύπνησε βάλθηκε να την γράψει και να την παραδώσει σε τούτη αυτή τη συλλογή.

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

65. Η λάθος σειρά των λογικών.

Μια φορά και έναν καιρό σε έναν κόσμο πολύ κοινό με αυτόν που γνωρίζουμε και ζούμε υπήρξε ένας άνθρωπος λογικός. Αναγνώριζε με τον νου του το αληθινό και το ψεύτικο μέρος όσων άκουγε, διέκρινε το ωφέλιμο και το επιζήμιο των πράξεων και των γεγονότων και το έκρινε με την ηθική, κατανοούσε το καλό και το κακό των σκοπών και έτσι ζύγιζε το δίκαιο και το άδικο. Τον χαρακτήριζαν οι αρετές του Αριστοτέλη και του Θεού και είχε κάθε προσόν για να είναι ευτυχισμένος. Όπως και ήταν, και εμείς χαιρόμαστε για αυτό.
Παρά την ευτυχία του όμως υπήρχε κάτι που τον βασάνιζε και δεν τον άφηνε να απολαύσει την ευτυχία εφήσυχος και εφησυχασμένος. Οι άνθρωποι τριγύρω του ήταν παράλογοι. Αναγνώριζαν την αλήθεια στο ψέμα άλλοτε επειδή ήταν όμορφο και άλλοτε επειδή τους τρόμαζε, ενώ απέρριπταν την αλήθεια σαν ψέμα από συνήθεια ή ανάλογα με τις διαθέσεις τους. Στο μυαλό τους είχαν συγκεχυμένα το καλό με το καλό το δικό τους, και δεν τα διαχώριζαν αντί να τα έχουν σαν ένα, με τρόπο τέτοιο που έκριναν και έπρατταν λάθος. Ομοίως κτητικοί ήταν και με το δίκιο. Άλλοτε ήταν δικό τους και ήταν πολύ βαρύ και ιερό και άλλοτε ήταν των άλλων και τους ήταν αδιάφορο.
Ο λογικός άνθρωπος δεν άντεχε στην ιδέα ενός παράλογου κόσμου. Κάπως έπρεπε να αποδείξει στον εαυτό του πως ο κόσμος δεν ήταν παράλογος. Ότι τον διέπε κάποια λογική. Και μα τον Αριστοτέλη προσπάθησε να την βρει. Προσπάθησε αν δικαιολογήσει όλα τα παράλογα γύρω του, αλλά και όλα τα παράλογα των γύρω του. Όπως και το κατάφερε. Έγινε παράλογος όπως όλοι οι άλλοι, και εμείς λυπόμαστε για αυτόν.
Λυπόμαστε ακόμα πιο πολύ γιατί λίγο καιρό αργότερα συνέβη να εμφανιστεί ένας ακόμα λογικός άνθρωπος. Και εκείνος όπως ο προηγούμενος δεν άντεχε να περιβάλλεται από παραλογία. Ούτε μία στιγμή όμως δεν προσπάθησε να δικαιολογήσει το οτιδήποτε εναντιωνόταν στην λογική. Η δική του μέθοδος ήταν ο θάνατος του παράλογου. Έτσι ο πρώτος λογικός της σύντομης ιστορίας μας, όντας παράλογος, σκοτώθηκε από τον επόμενο, κι εμείς λέμε πως ήταν κρίμα.
Είναι κρίμα γιατί ο λογικός που επέλεξε τη θανάτωση του παράλογου εμφανίστηκε πριν τον λογικό εκείνον που θα ερχόταν που με υπομονή θα δίδασκε την λογική στους παράλογους.
Μένουμε έτσι με το δίδαγμα να βάζουμε πάντα την λογική μας σε σωστή σειρά.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

64.Ένα χριστουγεννιάτικο «outdoor installation» που εξελίχθηκε κάπως καλύτερα.

Μια φορά και τούτον τον καιρό, μέρες γιορτινές, των Χριστουγέννων εορτές, ένας αναγνωρισμένος εικαστικών που από καιρό ζούσε στην Νέα Υόρκη βάλθηκε να στήσει ένα «outdoor installation» σε όλη την πόλη. Η ιδέα του ήταν η παρακάτω.
Ήθελε να ντύσει όλους τους άστεγους και ζητιάνους της πόλης με ρούχα ακριβά και γιορτινά, όπως αυτά που θα φορούσαν οι πλούσιοι στα διάφορα ρεβεγιόν και τις δεξιώσεις. Σκοπός του ήταν να θίξει το θέμα της φτώχειας και της ανέχειας. Η ενδυματολογική εξίσωση της πλέον κατώτερης τάξης με εκείνης που λέγεται ανώτερη, θα συμβόλιζε την πραγματική εξίσωση πώς όλοι είναι άνθρωποι. Αυτό θα ήταν το σχόλιο του για την αδικία και την υποκρισία των ημερών.
Ο καλλιτέχνης της χριστουγεννιάτικης αυτής ιστορίας, ξόδεψε πολλά χρήματα (δικά του, φίλων του, του δήμου του μεγάλου μήλου, και διάφορων άλλων πρόθυμων χορηγών με γεμάτα πορτοφόλια) και αγόρασε επώνυμα και ακριβά ρούχα, τα οποία και μοιράστηκαν με εντολή του στους επαίτες της πόλης. Σε μερικούς, παρουσία τηλεοπτικής κάλυψης, τα μοίρασε ο ίδιος.
Ενημέρωσε όλα τα μέσα - δικτυακά και παλαιότερα- για το εγχείρημα του και όταν έκλεισαν κάμερες και μικρόφωνα, και έμεινε μόνος με το εγώ του, ευχαριστήθηκε πολύ για την προβολή της ιδέας του, σίγουρος πως είχε πετύχει ότι είχε σχεδιάσει. Κοιμήθηκε ικανοποιημένος.
Όπως συμβαίνει όμως συνήθως η μέρα φέρνει άλλα από ότι η νύχτα πριν τον ύπνο υπόσχεται. Οι φτωχοί της πόλης είχαν άλλα σχέδια. Πεινούσαν και κρύωναν. Πρώτα πεινούσαν και μετά κρύωναν. Τα ακριβά ρούχα που τους είχαν δοθεί τους ζέσταιναν και αυτό ήταν κάτι. Πώς όμως μπορούσαν να τους χορτάσουν; Μονάχα αν τα αντάλλασσαν με φτηνά ρούχα και χρήματα θα χόρταιναν. Μιας και τα φτηνά ρούχα ζεσταίνουν το ίδιο με τα ακριβά - ίσως και περισσότερο - ήξεραν τι να κάνουν.
Εκείνες τις Χριστουγεννιάτικες μέρες, και μέχρι και τις πρώτες μέρες του νέου χρόνου οι φτωχοί της Νέας Υόρκης ήταν ντυμένοι ζεστά και με γεμάτα στομάχια, έστω και αν γυρνούσαν από εδώ και από εκεί στους κρύους δρόμους της πόλης. Πολλοί μόνοι και άλλοι πολύ μόνοι.
Τα ακριβά ρούχα είχαν πουληθεί από τους άστεγους σε μαγαζιά που ήξεραν τι να τα κάνουν. Τα έσπρωξαν σε μία εμπορική διαδρομή που μόνο οι έμποροι αυτού του είδους ξέρουν την αρχή της, και έτσι τα ρούχα έφτασαν στις γκαρνταρόμπες των διάφορων πλούσιων ρεβεγιόν και δεξιώσεων.
Οι πλούσιοι ήταν ντυμένοι μετά ρούχα των φτωχών!

«Τι επιτυχία!» λέμε εμείς που ξέρουμε όλη την ιστορία.
Και μακάρι να την ήξερε και ο καλλιτέχνης, που ευθύνεται για αυτό το εμπνευσμένο «outdoor installation», που κατέληξε ακόμα πιο επιτυχημένο από ότι το είχε σχεδιάσει.
Ο ίδιος όμως είχε μείνει με την εντύπωση πως είχε αποτύχει. Σε όλη τη διαδρομή από το σπίτι του μέχρι την αίθουσα δεξιώσεων του ξενοδοχείου που ήταν καλεσμένος, δεν είχε δει ούτε έναν άστεγο με ρούχα το ίδιο καλά σαν τα δικά του. Ήταν απογοητευμένος.
Μακάρι να ήξερε τι είχε συμβεί, όταν έδινε το μπλε του μοντγκόμερι στην υπάλληλο της γκαρνταρόμπας στην είσοδο. Το ίδιο εκείνο μοντγκόμερι που τον είχαν φωτογραφίσει να δίνει σε εκείνον τον φαλακρό γέρο με τα λιγδιασμένα μούσια που διασχίζει καθημερινά την Allen Street από το πρώτο νούμερο μέχρι το τελευταίο και πάλι πίσω. Μόνο και μόνο γιατί δεν έχει κάτι άλλο να κάνει ή κάπου αλλού να πάει. Δεν το αναγνώρισε όταν το αγόρασε μερικές μέρες μετά από ένα μαγαζί σε κεντρική οδό. Ούτε αυτό ούτε τα υπόλοιπα ρούχα του.
Αν ήξερε ίσως αισθανόταν καλύτερα. Ίσως πάλι να αισθανόταν ηλίθιος. Ίσως ακόμα να μην του ήταν αρκετό αν οι υπόλοιποι δεν ήξεραν.
Αυτή είναι η καλή χριστουγεννιάτικη πράξη του αφηγητή για φέτος. Να μαθευτεί αυτή η ιστορία.

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

63. Υπέρ Ανάστασης νεκρών.

     Στο βασίλειο των ζωντανών αποτελεί νομοτέλεια οι πιο αδικημένοι να είναι οι νεκροί. Είναι καταδικασμένοι στο θάνατο, τον ανούσιο. Ζηλεύουν την ουσία της ζωής, και φθονούν τους ζωντανούς για τις ανάσες τους.
     Η παρακάτω ιστορία έχει συμβεί, θα συμβεί, και ίσως συμβαίνει και τώρα. Όμως πιστοί στον Κύριο χρόνο των αφηγήσεων και λάτρεις της αισιοδοξίας θα την αποδώσουμε σαν να έχει μονάχα συμβεί μία φορά.
   
     Κάποτε ήρθε ο καιρός που οι νεκροί πλήθυναν. Η φύση φρόντισε για αυτό. οι άνθρωποι βοήθησαν να συμβεί. Η ανυπόφορη αλήθεια αποκάλυψε την πραγματικότητα σε νεκρούς που ως τότε νόμιζαν πως ήταν ζωντανοί. Και διάφορα ψέματα κάθε λογιών, έπεισαν δυσαρεστημένους ζωντανούς για την αψυχιά τους.
     Ο αριθμός των νεκρών είχε αυξηθεί επικίνδυνα.
     «Τι στρατός!» σκέφτηκε κάποιος.
     Ένας τέτοιος στρατός θα μπορούσε να τον κάνει βασιλιά. Κι ήταν αυτές του οι σκέψεις, που δεν έμειναν άπρακτες και ανυποστήρικτες, που έβαλαν σε κίνηση ένα πανάρχαιο ξόρκι.
     Ο Κάποιος έγινε βασιλιάς. Κυβερνών των ζωντανών και των νεκρών. Αν ήταν καλός ή κακός αυτό το ξέρουμε, μα είναι νωρίς για να το νιώσουμε. Θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει σαν δίκαιο βασιλιά, καθώς κυβερνούσε ως ίσους τους ζωντανούς, με τους ως τότε αδικημένους νεκρούς.
     Τέτοιων ειδών εξισώσεις βέβαια γίνονται προς τα κάτω. Έτσι ούτε οι ζωντανοί ήσανταν ευχαριστημένοι, ούτε οι νεκρού βρέθηκαν να χαίρονται. Αλλιώς τα είχαν ονειρευτεί σαν πέθαιναν δεύτερη φορά, και τρίτη, και τέταρτη μερικοί, για να ανεβάσουν στο θρόνο του βασιλείου εκείνο τον Κάποιο.
     Κακός δυνάστης ήταν λοιπόν για όλους. Δεν πέρασε πολλής καιρός κι άρχισαν τα στόματα να μιλάνε για επαναστάσεις, και χέρια έφτιαχναν ρολόγια που μετρούσαν αντίστροφα το χρόνο του.
     Κάθε χτύπος καθενός ρολογιού μετρούσε και άλλο λεπτό προς την δικαιοσύνη. Όχι το ίδιο με τα άλλα. Ήταν μία αντίστροφη μέτρηση αθροιστική και όχι παράλληλη. «Ζητούνται και άλλα ρολόγια», γραφόταν στους τοίχους τα βράδια.
     Αργά - πάντα αργά – ο χρόνος του Κάποιου τελείωσε. Τα ρολόγια την ώρα την είχαν μετρήσει κι είχε φτάσει.
     Η ώρα οι ζωντανοί να ζήσουν.
     Η ώρα οι ξεγελασμένοι να ελπίσουν την όμορφη αλήθεια, πως ήταν και είναι ακόμη ζωντανοί.
     Μα οι νεκροί; Τι ώρα ήταν εκείνη για τους νεκρούς; Θα γύριζαν σάμπως στους τάφους τους; Ή μήπως θα επέστρεφαν στο ψέμα πως είναι τάχα ζωντανοί; Καταδικασμένοι να ζήσουν μονάχα την αποκάλυψη της ανυπόφορης αλήθειας πως είναι νεκροί, και τίποτα άλλο.
     Ένα πανάρχαιο ξόρκι κινούταν για αυτούς και η ώρα του ήταν εκείνη.
     Όσοι από τους νεκρούς κατάλαβαν τις προδομένες, από την αρχή, υποσχέσεις που τους είχαν δοθεί επήραν το σώμα του έκπτωτου βασιλιά και το έφαγαν σαν να ήταν θεία κοινωνία. Αυτό τους ζωντάνεψε.
     Έτσι οι νεκροί λιγόστεψαν κι η ιστορία τελειώνει.

     Το ξόρκι αυτό υπάρχει και θα υπάρχει. Μα είναι καλύτερα, λένε οι γραφές, οι ζωντανοί να φροντίζουν να μην γεννάνε νεκρούς.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

62. Η πρώτη συμφωνία της Τίχτα (ή πώς κατοικήθηκε).

     Περιοχή της Τίχτα ήταν από πάντα ένας τόπος άγονος και αφιλόξενος. Συναντώντας την περιοχή αυτή κάποιος, του κάνει εντύπωση πως είναι κατοικημενοι, και μάλιστα εδώ και αιώνες. Η έκπληξη του μεγαλώνει περισσότερο όταν μαθαίνει πως κάποτε υπήρξε μία έντονη διαμάχη μεταξύ δύο νομαδικών φυλών για να το ποια από τις δύο θα κατοικούσε εκεί.
     Οι δύο νομαδικές ομάδες έφτασαν στην Τίχτα την ίδια μέρα, η μία από την ανατολή και η άλλη από την δύση. Λένε μάλιστα πως καθώς και οι δύο φυλές ανήκαν στο ίδιο έθνος και έμοιαζαν πολύ στα χαρακτηριστικά και τις φορεσιές τους. Τόσο που στην αρχή νόμιζαν πως στον ορίζοντα τους υπήρχε ένας μεγάλος καθρέφτης έργο του θεού εκείνου που στο μέλλον οι απόγονοι τους θα αναγνώριζαν στο όνομα του Αλλάχ.
     Όσο πλησίαζαν όμως οι από εδώ τους από εκεί, άρχισαν να καταλαβαίνουν πως μπροστά τους δεν βρισκόταν ο καθρέφτης που είχαν πιστέψει και οι φιγούρες που μεγάλωναν καθώς πλησίαζαν δεν ήταν, όπως είχαν νομίσει τα γυάλινα είδωλα των σωμάτων τους, αλλά κάποια σάρκινα είδωλα κάποιου άλλου καθρέφτη. Τα μάτια τους και ο νους τους έβλεπαν ξένους.
     Ο ουρανός ξεγελάστηκε για μια στιγμή και νόμιζε πως στα χέρια των ανδρών άστραψαν από το φως του ήλιου καθρέφτες. Και εκείνος καθώς πλησίασε να κοιτάξει καλύτερα, κάνοντας τον παράδεισο να πλησιάζει πιο πολύ την κόλαση, είδε την αλήθεια. Στα χέρια των αντρών υπήρχαν χατζάρια και σπαθιά, που έλαμπαν όλο και λιγότερο καθώς το στιλπνό σίδερο και ατσάλι τους βαφόταν με αίμα ξένο.
    Αρέστηκε λένε η Ιστορία σε αυτές τις περιγραφές και ζήτησε η μάχη μεταξύ των δύο φυλών να διαρκέσει καιρό πολύ. Με μεσολάβηση της Ειρωνείας, που πάντα ψηλώνει όσο γης χωρίς αξία ποτίζεται με το νερό της καρδιάς των ανθρώπων, το χατίρι της δεν χαλάστηκε. Η Νίκη και η Ήττα και όσα δίνουν και παίρνουν λόγο από τους Άρχοντες παρέμεναν άπραγα αφήνοντας τις δύο φυλές να αποδεκατίζονται, στο σημείο που κόντευαν στον αφανισμό τους.
    Μα μέσα στην απραγία των ανωτέρων του Ορισμών είναι που ο άνθρωπος βρίσκει ευκαιρία και γίνεται κύριος του εαυτού του και της Μοίρας του κόσμου. Έτσι ένα βράδυ καίγοντας τα άψυχα σώματα των νεκρών τους οι δυο φυλές είδαν η μια στην ανατολή και η άλλη στη δύση καπνούς να ανεβαίνουν στον χαμηλομένο ουρανό. Καπνούς που μαρτυρούσαν τον πόνου και των δύο πλευρών και έδωσαν το σημάδι πως οι δύο φυλές δεν διέφεραν όπως νόμιζαν. Την ίδια αυγή με στάχτες που είχαν την αρμύρα των δακρύων κολλημένες στα μάγουλα τους οι αρχηγοί και οι γέροι των φυλών συνθηκολόγησαν. Συμφώνησαν να ζήσουν μαζί στον τόπο εκείνο που ήταν η αιτία της έχθρας τους.
     Έτσι κατοικήθηκε η περιοχή Τίχτα. Ένα μικρό χωριό από δύο διαφορετικές φυλές φτιάχτηκε εκεί, που η φτωχή γη της περιοχής (αλλά και άλλα περιστατικά) δεν επέτρεψαν να γίνει ποτέ κάποια ξακουστή πόλη. Ακούγεται όμως από την ιστορία αυτή που να εξυπηρετεί σαν παράδειγμα για την ειρήνη και την ομόνοια.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

61. Η επίσκεψη ενός νεαρού μάγου σε μία παραλία.

     Μια φορά και έναν καλό καιρό, ήταν ένας νεαρός και ισχυρός μάγος που αποφάσισε να πάει μία βόλτα στη θάλασσα.
     Έβαλε στο σάκο του τα μπανιερά του και πήγε σε μία απόμερη παραλία ενός μικρού κολπίσκου. Ομπρέλα δεν χρειαζόταν γιατί η παραλία είχε μεγάλα και πυκνά αρμυρίκια που έκαναν καλή σκιά. Ξάπλωσε κάτω από ένα και άπλωσε το βλέμμα του μπροστά. Η θάλασσα είχε ένα βαθύ μπλε χρώμα που ως τον ορίζοντα γινόταν πράσινο, τόσο που ο νεαρός μάγος ένιωθε πως αν έπαιρνε κάποιο καράβι ως εκεί θα έφτανε σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Στο δεξί του χέρι υπήρχε μία μικρή βραχονησίδα. Πάνω της θαύμασε τους χαμηλούς θάμνους που φύονταν εκεί, και με έκπληξη παρατήρησε γκρίζους λαγούς με μακριά αυτιά να τρέχουν ανάμεσα στα φυλλώματα τους.
     Ο ουρανός ήταν καταγάλανος, σχεδόν όσο τα νερά στο μικρό κόλπο που γυάλιζαν στον ζεστό ήλιο. Ολόλευκα σύννεφα ταξίδευαν με ταχύτητα από το βορρά προς το νότο λες και ήταν χελιδόνια. Ο μάγος ένιωσε ευτυχισμένος στο γαλήνιο αυτό τόπο, που ήταν θαρρείς, ένα κομμάτι του παραδείσου στη γη των εξόριστων.
     Μόνο ένα πράγμα χαλούσε την διάθεση του νεαρού μάγου. Ο αέρας φυσούσε δυνατά και σήκωνε κύμα στον μικρό κόλπο. Δεν του άρεσε να κολυμπά όταν είχε κύματα η θάλασσα. Άλλωστε δεν ήραν πολύ καλός κολυμβητής.
     Έτσι πριν βουτήξει στο νερό έκανε ένα ξόρκι. Έκανε τον άνεμο να πάψει. Ο κόλπος έγινε απάνεμος. Τα νερά ησύχασαν. Ούτε ένα μικρό κυματάκι δεν ακουγόταν στην ακροθαλασσιά. Μονάχα το κελάηδημα κάποιων πουλιών που κοιτούσαν κρυμμένα στα αρμυρίκια , στα οποία είχαν βρει καταφύγιο από τον ήλιο, ακουγόταν.
     Ο νεαρός μάγος μπήκε στα κρυστάλλινα νερά και κολύμπησε απολαμβάνοντας την ηρεμία και την ομορφιά του τοπίου. Από το χαμόγελο του, μία σκέψη βρήκε άνοιγμα και μπήκε στο κεφάλι του. Να πάει μέχρι την βραχονησίδα να δει από το κοντά τους λαγούς.
     Την βρήκε πολύ ωραία σκέψη.
     Όμως ο μάγος δεν ήταν πολύ καλός κολυμβητής, και η βραχονησίδα ήταν μακρύτερα από ότι νόμισε. Δεν εκτίμησε καλά τις αντοχές του και πνίγηκε ο δύστυχος.
     Το ξόρκι που είχε κάνει έτσι, δεν λύθηκε ποτέ. Αέρας ποτέ δεν δρόσισε ποτέ εκείνον τον κόλπο. Κύμα δεν χτύπησε ποτέ στις άκρες των νερών του. Έτσι ο ζεστός ήλιος ξέρανε τα αρμυρίκια και τους θάμνους στη βραχονησίδα. Έτσι τα νέα έμειναν στάσιμα και βρώμισαν. Οι λαγοί δεν είχαν να φάνε και λιμοκτόνησαν. Τα πουλιά πέταξαν μακριά παίρνοντας μαζί τους τα όμορφα τραγούδια τους αφήνοντας το τοπίο ολότελα βουβό. Το μόνο αξιοθέατο στον κόλπο αυτό πια είναι που από εκεί βλέπει κανείς το μοναδικό νεκροταφείο λαγών στο κόσμο.
     Βλέπετε καμιά φορά η ευτυχία δεν ανέχεται παρεμβάσεις.
     Συνιστάται λοιπόν προσοχή.

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

60. Οι Στρατηγοί του Βόροδη.


Σαν έφτασε φιρμάνι στον βασιλιά Βόροδη πώς οι λεγεώνες ξεκίνησαν να κατακτήσουν το βασίλειο του, διέταξε τους επτά στρατηγούς του σε πολεμικό συμβούλιο. Χωρίς πολλές κουβέντες οι στρατηγοί συμφώνησαν να στείλουν τον στρατηγό Σουρένα με την στρατιά του να υποδεχτεί τον εχθρό στα σύνορα της χώρας, κοντά στο μεγάλο ποταμό.

Ο Σουρένας επιδεικνύοντας ψυχραιμία και δυνατό στρατηγικό νου κατάφερε να κυκλώσει το αντίπαλο στράτευμα που υπερείχε πέντε φορές σε αριθμό από την στρατιά του και πέτυχε μία θριαμβευτική νίκη. Ο θρίαμβος του Σουρένας έφτασε από την μία άκρη της χώρας ως την άλλη. Σε τέσσερις μέρες έφτασε και στα αυτιά του βασιλιά.

Ο Βόροδης φοβούμενος πως μετά την νίκη του ο Σουρένας θα αποκτούσε μεγάλη εξουσία και φήμη και τέλος θα του έπαιρνε τον θρόνο, διέταξε να σκοτώσουν τον στρατηγό του. Βλέποντας το αυτό οι υπόλοιποι στρατηγοί ανήσυχοι συσκέφτηκαν μυστικά. Με τον πόλεμο μόλις να έχει αρχίσει ήξεραν πως δεν ήταν η ώρα να ανατρέψουν τον βασιλιά. Έπρεπε αλλιώς να προστατευτούν. Σαν λύση σκέφτηκαν πώς για να αποφύγουν τη μοίρα του Σουρένα έπρεπε να μην προκαλέσουν τον βασιλιά με τα ανδραγαθήματα τους στη μάχη. Έτσι εκείνος δεν θα φοβόταν πώς απειλούν την εξουσία του όπως ο Σουρένας και δεν θα διέταζε το θάνατο τους. Στις επόμενες μάχες όλοι τους συμφώνησαν να πράξουν κάτω των δυνατοτήτων τους. Πράγμα όχι και τόσο δύσκολο για κάποιον.

Έτσι, οι μάχες για την υπεράσπιση της χώρας χάνονταν όλες η μία μετά την άλλη. Σε κάποια από αυτές ο Άνατος, ένας από τους πιο ικανούς στρατηγούς, λίγο πριν η λόγχη ενός ελαφρού πεζού σκίσει το πέπλο της όρασης του, συνειδητοποίησε πόσο λανθασμένη ήταν η απόφαση που είχαν πάρει. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την σκέψη του, και έπεσε νεκρός μη μπορώντας να προειδοποιήσει τους άλλους για τη λάθος απόφαση τους.

Όλοι οι στρατηγοί του Βόροδη πέθαναν στη μάχη και τελευταία τους σκέψη ήταν πως παρότι έπραξαν έτσι ώστε να αποφύγουν την μοίρα του Σουρένα, θα την προτιμούσαν χίλιες φορές από τον δικό τους θάνατο. Έτσι ή αλλιώς κατέληγαν νεκροί. Νεκροί και ηττημένοι. Αντίθετα με τους ίδιους το όνομα του Σουρένα δεν θα ξεχνιόταν ποτέ.

Τα φαντάσματα των στρατηγών, λένε, στοιχειώθηκαν από την αδικία του κόσμου αυτού, οι άξιοι να φοβούνται τους ανάξιους της εξουσίας. Στον μεταθανάτιο βίο τους οι οι ψυχές τους έμεναν ταραγμένες από τον άδικο τέλος της ζωής τους που είχε αδικηθεί τόσο από τους ίδιους όσους και από άλλους. Δεν πήρε καιρό όμως πριν γαληνεύσουν, αφού δεν άργησε το βασίλειο, όπως ήταν φυσικό μετά από αλλεπάλληλες ήττες στα πεδία των μαχών, να κυριευτεί από τον εχθρό. Ο Βόροδης έτσι (και όχι αλλιώς) έχασε το θρόνο του και την ζωή του.

Ας είναι ευλογημένος ο κόσμος αυτός για την δικαιοσύνη με την οποία αντιμετωπίζει τους ανάξιους.