Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

64.Ένα χριστουγεννιάτικο «outdoor installation» που εξελίχθηκε κάπως καλύτερα.

Μια φορά και τούτον τον καιρό, μέρες γιορτινές, των Χριστουγέννων εορτές, ένας αναγνωρισμένος εικαστικών που από καιρό ζούσε στην Νέα Υόρκη βάλθηκε να στήσει ένα «outdoor installation» σε όλη την πόλη. Η ιδέα του ήταν η παρακάτω.
Ήθελε να ντύσει όλους τους άστεγους και ζητιάνους της πόλης με ρούχα ακριβά και γιορτινά, όπως αυτά που θα φορούσαν οι πλούσιοι στα διάφορα ρεβεγιόν και τις δεξιώσεις. Σκοπός του ήταν να θίξει το θέμα της φτώχειας και της ανέχειας. Η ενδυματολογική εξίσωση της πλέον κατώτερης τάξης με εκείνης που λέγεται ανώτερη, θα συμβόλιζε την πραγματική εξίσωση πώς όλοι είναι άνθρωποι. Αυτό θα ήταν το σχόλιο του για την αδικία και την υποκρισία των ημερών.
Ο καλλιτέχνης της χριστουγεννιάτικης αυτής ιστορίας, ξόδεψε πολλά χρήματα (δικά του, φίλων του, του δήμου του μεγάλου μήλου, και διάφορων άλλων πρόθυμων χορηγών με γεμάτα πορτοφόλια) και αγόρασε επώνυμα και ακριβά ρούχα, τα οποία και μοιράστηκαν με εντολή του στους επαίτες της πόλης. Σε μερικούς, παρουσία τηλεοπτικής κάλυψης, τα μοίρασε ο ίδιος.
Ενημέρωσε όλα τα μέσα - δικτυακά και παλαιότερα- για το εγχείρημα του και όταν έκλεισαν κάμερες και μικρόφωνα, και έμεινε μόνος με το εγώ του, ευχαριστήθηκε πολύ για την προβολή της ιδέας του, σίγουρος πως είχε πετύχει ότι είχε σχεδιάσει. Κοιμήθηκε ικανοποιημένος.
Όπως συμβαίνει όμως συνήθως η μέρα φέρνει άλλα από ότι η νύχτα πριν τον ύπνο υπόσχεται. Οι φτωχοί της πόλης είχαν άλλα σχέδια. Πεινούσαν και κρύωναν. Πρώτα πεινούσαν και μετά κρύωναν. Τα ακριβά ρούχα που τους είχαν δοθεί τους ζέσταιναν και αυτό ήταν κάτι. Πώς όμως μπορούσαν να τους χορτάσουν; Μονάχα αν τα αντάλλασσαν με φτηνά ρούχα και χρήματα θα χόρταιναν. Μιας και τα φτηνά ρούχα ζεσταίνουν το ίδιο με τα ακριβά - ίσως και περισσότερο - ήξεραν τι να κάνουν.
Εκείνες τις Χριστουγεννιάτικες μέρες, και μέχρι και τις πρώτες μέρες του νέου χρόνου οι φτωχοί της Νέας Υόρκης ήταν ντυμένοι ζεστά και με γεμάτα στομάχια, έστω και αν γυρνούσαν από εδώ και από εκεί στους κρύους δρόμους της πόλης. Πολλοί μόνοι και άλλοι πολύ μόνοι.
Τα ακριβά ρούχα είχαν πουληθεί από τους άστεγους σε μαγαζιά που ήξεραν τι να τα κάνουν. Τα έσπρωξαν σε μία εμπορική διαδρομή που μόνο οι έμποροι αυτού του είδους ξέρουν την αρχή της, και έτσι τα ρούχα έφτασαν στις γκαρνταρόμπες των διάφορων πλούσιων ρεβεγιόν και δεξιώσεων.
Οι πλούσιοι ήταν ντυμένοι μετά ρούχα των φτωχών!

«Τι επιτυχία!» λέμε εμείς που ξέρουμε όλη την ιστορία.
Και μακάρι να την ήξερε και ο καλλιτέχνης, που ευθύνεται για αυτό το εμπνευσμένο «outdoor installation», που κατέληξε ακόμα πιο επιτυχημένο από ότι το είχε σχεδιάσει.
Ο ίδιος όμως είχε μείνει με την εντύπωση πως είχε αποτύχει. Σε όλη τη διαδρομή από το σπίτι του μέχρι την αίθουσα δεξιώσεων του ξενοδοχείου που ήταν καλεσμένος, δεν είχε δει ούτε έναν άστεγο με ρούχα το ίδιο καλά σαν τα δικά του. Ήταν απογοητευμένος.
Μακάρι να ήξερε τι είχε συμβεί, όταν έδινε το μπλε του μοντγκόμερι στην υπάλληλο της γκαρνταρόμπας στην είσοδο. Το ίδιο εκείνο μοντγκόμερι που τον είχαν φωτογραφίσει να δίνει σε εκείνον τον φαλακρό γέρο με τα λιγδιασμένα μούσια που διασχίζει καθημερινά την Allen Street από το πρώτο νούμερο μέχρι το τελευταίο και πάλι πίσω. Μόνο και μόνο γιατί δεν έχει κάτι άλλο να κάνει ή κάπου αλλού να πάει. Δεν το αναγνώρισε όταν το αγόρασε μερικές μέρες μετά από ένα μαγαζί σε κεντρική οδό. Ούτε αυτό ούτε τα υπόλοιπα ρούχα του.
Αν ήξερε ίσως αισθανόταν καλύτερα. Ίσως πάλι να αισθανόταν ηλίθιος. Ίσως ακόμα να μην του ήταν αρκετό αν οι υπόλοιποι δεν ήξεραν.
Αυτή είναι η καλή χριστουγεννιάτικη πράξη του αφηγητή για φέτος. Να μαθευτεί αυτή η ιστορία.

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

63. Υπέρ Ανάστασης νεκρών.

     Στο βασίλειο των ζωντανών αποτελεί νομοτέλεια οι πιο αδικημένοι να είναι οι νεκροί. Είναι καταδικασμένοι στο θάνατο, τον ανούσιο. Ζηλεύουν την ουσία της ζωής, και φθονούν τους ζωντανούς για τις ανάσες τους.
     Η παρακάτω ιστορία έχει συμβεί, θα συμβεί, και ίσως συμβαίνει και τώρα. Όμως πιστοί στον Κύριο χρόνο των αφηγήσεων και λάτρεις της αισιοδοξίας θα την αποδώσουμε σαν να έχει μονάχα συμβεί μία φορά.
   
     Κάποτε ήρθε ο καιρός που οι νεκροί πλήθυναν. Η φύση φρόντισε για αυτό. οι άνθρωποι βοήθησαν να συμβεί. Η ανυπόφορη αλήθεια αποκάλυψε την πραγματικότητα σε νεκρούς που ως τότε νόμιζαν πως ήταν ζωντανοί. Και διάφορα ψέματα κάθε λογιών, έπεισαν δυσαρεστημένους ζωντανούς για την αψυχιά τους.
     Ο αριθμός των νεκρών είχε αυξηθεί επικίνδυνα.
     «Τι στρατός!» σκέφτηκε κάποιος.
     Ένας τέτοιος στρατός θα μπορούσε να τον κάνει βασιλιά. Κι ήταν αυτές του οι σκέψεις, που δεν έμειναν άπρακτες και ανυποστήρικτες, που έβαλαν σε κίνηση ένα πανάρχαιο ξόρκι.
     Ο Κάποιος έγινε βασιλιάς. Κυβερνών των ζωντανών και των νεκρών. Αν ήταν καλός ή κακός αυτό το ξέρουμε, μα είναι νωρίς για να το νιώσουμε. Θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει σαν δίκαιο βασιλιά, καθώς κυβερνούσε ως ίσους τους ζωντανούς, με τους ως τότε αδικημένους νεκρούς.
     Τέτοιων ειδών εξισώσεις βέβαια γίνονται προς τα κάτω. Έτσι ούτε οι ζωντανοί ήσανταν ευχαριστημένοι, ούτε οι νεκρού βρέθηκαν να χαίρονται. Αλλιώς τα είχαν ονειρευτεί σαν πέθαιναν δεύτερη φορά, και τρίτη, και τέταρτη μερικοί, για να ανεβάσουν στο θρόνο του βασιλείου εκείνο τον Κάποιο.
     Κακός δυνάστης ήταν λοιπόν για όλους. Δεν πέρασε πολλής καιρός κι άρχισαν τα στόματα να μιλάνε για επαναστάσεις, και χέρια έφτιαχναν ρολόγια που μετρούσαν αντίστροφα το χρόνο του.
     Κάθε χτύπος καθενός ρολογιού μετρούσε και άλλο λεπτό προς την δικαιοσύνη. Όχι το ίδιο με τα άλλα. Ήταν μία αντίστροφη μέτρηση αθροιστική και όχι παράλληλη. «Ζητούνται και άλλα ρολόγια», γραφόταν στους τοίχους τα βράδια.
     Αργά - πάντα αργά – ο χρόνος του Κάποιου τελείωσε. Τα ρολόγια την ώρα την είχαν μετρήσει κι είχε φτάσει.
     Η ώρα οι ζωντανοί να ζήσουν.
     Η ώρα οι ξεγελασμένοι να ελπίσουν την όμορφη αλήθεια, πως ήταν και είναι ακόμη ζωντανοί.
     Μα οι νεκροί; Τι ώρα ήταν εκείνη για τους νεκρούς; Θα γύριζαν σάμπως στους τάφους τους; Ή μήπως θα επέστρεφαν στο ψέμα πως είναι τάχα ζωντανοί; Καταδικασμένοι να ζήσουν μονάχα την αποκάλυψη της ανυπόφορης αλήθειας πως είναι νεκροί, και τίποτα άλλο.
     Ένα πανάρχαιο ξόρκι κινούταν για αυτούς και η ώρα του ήταν εκείνη.
     Όσοι από τους νεκρούς κατάλαβαν τις προδομένες, από την αρχή, υποσχέσεις που τους είχαν δοθεί επήραν το σώμα του έκπτωτου βασιλιά και το έφαγαν σαν να ήταν θεία κοινωνία. Αυτό τους ζωντάνεψε.
     Έτσι οι νεκροί λιγόστεψαν κι η ιστορία τελειώνει.

     Το ξόρκι αυτό υπάρχει και θα υπάρχει. Μα είναι καλύτερα, λένε οι γραφές, οι ζωντανοί να φροντίζουν να μην γεννάνε νεκρούς.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

62. Η πρώτη συμφωνία της Τίχτα (ή πώς κατοικήθηκε).

     Περιοχή της Τίχτα ήταν από πάντα ένας τόπος άγονος και αφιλόξενος. Συναντώντας την περιοχή αυτή κάποιος, του κάνει εντύπωση πως είναι κατοικημενοι, και μάλιστα εδώ και αιώνες. Η έκπληξη του μεγαλώνει περισσότερο όταν μαθαίνει πως κάποτε υπήρξε μία έντονη διαμάχη μεταξύ δύο νομαδικών φυλών για να το ποια από τις δύο θα κατοικούσε εκεί.
     Οι δύο νομαδικές ομάδες έφτασαν στην Τίχτα την ίδια μέρα, η μία από την ανατολή και η άλλη από την δύση. Λένε μάλιστα πως καθώς και οι δύο φυλές ανήκαν στο ίδιο έθνος και έμοιαζαν πολύ στα χαρακτηριστικά και τις φορεσιές τους. Τόσο που στην αρχή νόμιζαν πως στον ορίζοντα τους υπήρχε ένας μεγάλος καθρέφτης έργο του θεού εκείνου που στο μέλλον οι απόγονοι τους θα αναγνώριζαν στο όνομα του Αλλάχ.
     Όσο πλησίαζαν όμως οι από εδώ τους από εκεί, άρχισαν να καταλαβαίνουν πως μπροστά τους δεν βρισκόταν ο καθρέφτης που είχαν πιστέψει και οι φιγούρες που μεγάλωναν καθώς πλησίαζαν δεν ήταν, όπως είχαν νομίσει τα γυάλινα είδωλα των σωμάτων τους, αλλά κάποια σάρκινα είδωλα κάποιου άλλου καθρέφτη. Τα μάτια τους και ο νους τους έβλεπαν ξένους.
     Ο ουρανός ξεγελάστηκε για μια στιγμή και νόμιζε πως στα χέρια των ανδρών άστραψαν από το φως του ήλιου καθρέφτες. Και εκείνος καθώς πλησίασε να κοιτάξει καλύτερα, κάνοντας τον παράδεισο να πλησιάζει πιο πολύ την κόλαση, είδε την αλήθεια. Στα χέρια των αντρών υπήρχαν χατζάρια και σπαθιά, που έλαμπαν όλο και λιγότερο καθώς το στιλπνό σίδερο και ατσάλι τους βαφόταν με αίμα ξένο.
    Αρέστηκε λένε η Ιστορία σε αυτές τις περιγραφές και ζήτησε η μάχη μεταξύ των δύο φυλών να διαρκέσει καιρό πολύ. Με μεσολάβηση της Ειρωνείας, που πάντα ψηλώνει όσο γης χωρίς αξία ποτίζεται με το νερό της καρδιάς των ανθρώπων, το χατίρι της δεν χαλάστηκε. Η Νίκη και η Ήττα και όσα δίνουν και παίρνουν λόγο από τους Άρχοντες παρέμεναν άπραγα αφήνοντας τις δύο φυλές να αποδεκατίζονται, στο σημείο που κόντευαν στον αφανισμό τους.
    Μα μέσα στην απραγία των ανωτέρων του Ορισμών είναι που ο άνθρωπος βρίσκει ευκαιρία και γίνεται κύριος του εαυτού του και της Μοίρας του κόσμου. Έτσι ένα βράδυ καίγοντας τα άψυχα σώματα των νεκρών τους οι δυο φυλές είδαν η μια στην ανατολή και η άλλη στη δύση καπνούς να ανεβαίνουν στον χαμηλομένο ουρανό. Καπνούς που μαρτυρούσαν τον πόνου και των δύο πλευρών και έδωσαν το σημάδι πως οι δύο φυλές δεν διέφεραν όπως νόμιζαν. Την ίδια αυγή με στάχτες που είχαν την αρμύρα των δακρύων κολλημένες στα μάγουλα τους οι αρχηγοί και οι γέροι των φυλών συνθηκολόγησαν. Συμφώνησαν να ζήσουν μαζί στον τόπο εκείνο που ήταν η αιτία της έχθρας τους.
     Έτσι κατοικήθηκε η περιοχή Τίχτα. Ένα μικρό χωριό από δύο διαφορετικές φυλές φτιάχτηκε εκεί, που η φτωχή γη της περιοχής (αλλά και άλλα περιστατικά) δεν επέτρεψαν να γίνει ποτέ κάποια ξακουστή πόλη. Ακούγεται όμως από την ιστορία αυτή που να εξυπηρετεί σαν παράδειγμα για την ειρήνη και την ομόνοια.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

61. Η επίσκεψη ενός νεαρού μάγου σε μία παραλία.

     Μια φορά και έναν καλό καιρό, ήταν ένας νεαρός και ισχυρός μάγος που αποφάσισε να πάει μία βόλτα στη θάλασσα.
     Έβαλε στο σάκο του τα μπανιερά του και πήγε σε μία απόμερη παραλία ενός μικρού κολπίσκου. Ομπρέλα δεν χρειαζόταν γιατί η παραλία είχε μεγάλα και πυκνά αρμυρίκια που έκαναν καλή σκιά. Ξάπλωσε κάτω από ένα και άπλωσε το βλέμμα του μπροστά. Η θάλασσα είχε ένα βαθύ μπλε χρώμα που ως τον ορίζοντα γινόταν πράσινο, τόσο που ο νεαρός μάγος ένιωθε πως αν έπαιρνε κάποιο καράβι ως εκεί θα έφτανε σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Στο δεξί του χέρι υπήρχε μία μικρή βραχονησίδα. Πάνω της θαύμασε τους χαμηλούς θάμνους που φύονταν εκεί, και με έκπληξη παρατήρησε γκρίζους λαγούς με μακριά αυτιά να τρέχουν ανάμεσα στα φυλλώματα τους.
     Ο ουρανός ήταν καταγάλανος, σχεδόν όσο τα νερά στο μικρό κόλπο που γυάλιζαν στον ζεστό ήλιο. Ολόλευκα σύννεφα ταξίδευαν με ταχύτητα από το βορρά προς το νότο λες και ήταν χελιδόνια. Ο μάγος ένιωσε ευτυχισμένος στο γαλήνιο αυτό τόπο, που ήταν θαρρείς, ένα κομμάτι του παραδείσου στη γη των εξόριστων.
     Μόνο ένα πράγμα χαλούσε την διάθεση του νεαρού μάγου. Ο αέρας φυσούσε δυνατά και σήκωνε κύμα στον μικρό κόλπο. Δεν του άρεσε να κολυμπά όταν είχε κύματα η θάλασσα. Άλλωστε δεν ήραν πολύ καλός κολυμβητής.
     Έτσι πριν βουτήξει στο νερό έκανε ένα ξόρκι. Έκανε τον άνεμο να πάψει. Ο κόλπος έγινε απάνεμος. Τα νερά ησύχασαν. Ούτε ένα μικρό κυματάκι δεν ακουγόταν στην ακροθαλασσιά. Μονάχα το κελάηδημα κάποιων πουλιών που κοιτούσαν κρυμμένα στα αρμυρίκια , στα οποία είχαν βρει καταφύγιο από τον ήλιο, ακουγόταν.
     Ο νεαρός μάγος μπήκε στα κρυστάλλινα νερά και κολύμπησε απολαμβάνοντας την ηρεμία και την ομορφιά του τοπίου. Από το χαμόγελο του, μία σκέψη βρήκε άνοιγμα και μπήκε στο κεφάλι του. Να πάει μέχρι την βραχονησίδα να δει από το κοντά τους λαγούς.
     Την βρήκε πολύ ωραία σκέψη.
     Όμως ο μάγος δεν ήταν πολύ καλός κολυμβητής, και η βραχονησίδα ήταν μακρύτερα από ότι νόμισε. Δεν εκτίμησε καλά τις αντοχές του και πνίγηκε ο δύστυχος.
     Το ξόρκι που είχε κάνει έτσι, δεν λύθηκε ποτέ. Αέρας ποτέ δεν δρόσισε ποτέ εκείνον τον κόλπο. Κύμα δεν χτύπησε ποτέ στις άκρες των νερών του. Έτσι ο ζεστός ήλιος ξέρανε τα αρμυρίκια και τους θάμνους στη βραχονησίδα. Έτσι τα νέα έμειναν στάσιμα και βρώμισαν. Οι λαγοί δεν είχαν να φάνε και λιμοκτόνησαν. Τα πουλιά πέταξαν μακριά παίρνοντας μαζί τους τα όμορφα τραγούδια τους αφήνοντας το τοπίο ολότελα βουβό. Το μόνο αξιοθέατο στον κόλπο αυτό πια είναι που από εκεί βλέπει κανείς το μοναδικό νεκροταφείο λαγών στο κόσμο.
     Βλέπετε καμιά φορά η ευτυχία δεν ανέχεται παρεμβάσεις.
     Συνιστάται λοιπόν προσοχή.

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

60. Οι Στρατηγοί του Βόροδη.


Σαν έφτασε φιρμάνι στον βασιλιά Βόροδη πώς οι λεγεώνες ξεκίνησαν να κατακτήσουν το βασίλειο του, διέταξε τους επτά στρατηγούς του σε πολεμικό συμβούλιο. Χωρίς πολλές κουβέντες οι στρατηγοί συμφώνησαν να στείλουν τον στρατηγό Σουρένα με την στρατιά του να υποδεχτεί τον εχθρό στα σύνορα της χώρας, κοντά στο μεγάλο ποταμό.

Ο Σουρένας επιδεικνύοντας ψυχραιμία και δυνατό στρατηγικό νου κατάφερε να κυκλώσει το αντίπαλο στράτευμα που υπερείχε πέντε φορές σε αριθμό από την στρατιά του και πέτυχε μία θριαμβευτική νίκη. Ο θρίαμβος του Σουρένας έφτασε από την μία άκρη της χώρας ως την άλλη. Σε τέσσερις μέρες έφτασε και στα αυτιά του βασιλιά.

Ο Βόροδης φοβούμενος πως μετά την νίκη του ο Σουρένας θα αποκτούσε μεγάλη εξουσία και φήμη και τέλος θα του έπαιρνε τον θρόνο, διέταξε να σκοτώσουν τον στρατηγό του. Βλέποντας το αυτό οι υπόλοιποι στρατηγοί ανήσυχοι συσκέφτηκαν μυστικά. Με τον πόλεμο μόλις να έχει αρχίσει ήξεραν πως δεν ήταν η ώρα να ανατρέψουν τον βασιλιά. Έπρεπε αλλιώς να προστατευτούν. Σαν λύση σκέφτηκαν πώς για να αποφύγουν τη μοίρα του Σουρένα έπρεπε να μην προκαλέσουν τον βασιλιά με τα ανδραγαθήματα τους στη μάχη. Έτσι εκείνος δεν θα φοβόταν πώς απειλούν την εξουσία του όπως ο Σουρένας και δεν θα διέταζε το θάνατο τους. Στις επόμενες μάχες όλοι τους συμφώνησαν να πράξουν κάτω των δυνατοτήτων τους. Πράγμα όχι και τόσο δύσκολο για κάποιον.

Έτσι, οι μάχες για την υπεράσπιση της χώρας χάνονταν όλες η μία μετά την άλλη. Σε κάποια από αυτές ο Άνατος, ένας από τους πιο ικανούς στρατηγούς, λίγο πριν η λόγχη ενός ελαφρού πεζού σκίσει το πέπλο της όρασης του, συνειδητοποίησε πόσο λανθασμένη ήταν η απόφαση που είχαν πάρει. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την σκέψη του, και έπεσε νεκρός μη μπορώντας να προειδοποιήσει τους άλλους για τη λάθος απόφαση τους.

Όλοι οι στρατηγοί του Βόροδη πέθαναν στη μάχη και τελευταία τους σκέψη ήταν πως παρότι έπραξαν έτσι ώστε να αποφύγουν την μοίρα του Σουρένα, θα την προτιμούσαν χίλιες φορές από τον δικό τους θάνατο. Έτσι ή αλλιώς κατέληγαν νεκροί. Νεκροί και ηττημένοι. Αντίθετα με τους ίδιους το όνομα του Σουρένα δεν θα ξεχνιόταν ποτέ.

Τα φαντάσματα των στρατηγών, λένε, στοιχειώθηκαν από την αδικία του κόσμου αυτού, οι άξιοι να φοβούνται τους ανάξιους της εξουσίας. Στον μεταθανάτιο βίο τους οι οι ψυχές τους έμεναν ταραγμένες από τον άδικο τέλος της ζωής τους που είχε αδικηθεί τόσο από τους ίδιους όσους και από άλλους. Δεν πήρε καιρό όμως πριν γαληνεύσουν, αφού δεν άργησε το βασίλειο, όπως ήταν φυσικό μετά από αλλεπάλληλες ήττες στα πεδία των μαχών, να κυριευτεί από τον εχθρό. Ο Βόροδης έτσι (και όχι αλλιώς) έχασε το θρόνο του και την ζωή του.

Ας είναι ευλογημένος ο κόσμος αυτός για την δικαιοσύνη με την οποία αντιμετωπίζει τους ανάξιους.

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

59. Τα σκαθάρια της Σιάμ


Κάποτε σε κάποια πόλη που χτίστηκε σε μια χερσόνησο κοντά στα σύνορα της γης του κόσμου των ονείρων, αλλά για κάποιο λόγο ερήμωσε και ξεχάστηκε, υπήρχαν οι έμποροι των ονείρων. Οι άνθρωποι αυτοί, που αργότερα κατηγορήθηκαν για ανείπωτη ανηθικότητα, πουλούσαν όνειρα στους ανθρώπους. Κάποιοι από αυτούς πουλούσαν και εφιάλτες χρησιμοποιώντας τα σκαθάρια της Σιάμ.

Αυτά τα έντομα από τον κόσμο των ονείρων, μαύρα σαν το έρεβος και με σκληρές αρθρώσεις σαν δόντια που τρίζουν, έρχονται και χώνονται στα σκεπάσματα όσων κοιμούνται την στιγμή που ονειρεύονται. Αφού περπατήσουν σε όλο το σώμα με τρόπο που είναι σαν να μετράνε την μάζα του καταλήγουν στο λαιμό ή στον ώμο. Εκεί τσιμπάνε τον ονειρευόμενο. Το τσίμπημα είναι τόσο δυνατό που ο ονειρευόμενος ξυπνάει. Ένα κόκκινο σημάδι μένει στο δέρμα του σαν έκζεμα, και μια αναστάτωση μένει μέσα του σαν ταραχή προμήνυας.

Η συνέχεια του ύπνου είναι άσχημη και ανήσυχη, συνοδευόμενοι από σύντομες εικόνες σαν κοφτούς εφιάλτες. Κάθε τέτοια εικόνα γίνεται ένα νέο σκαθάρι της Σιάμ λένε, και το πλάσμα αυτό απαλλάσσεται από κάθε κακοβουλία για τις πράξεις του μιας και ότι κάνει το κάνει για να αναπαραχθεί.

Όταν το εμπόριο των ονείρων καταργήθηκε με την βία, όσοι εμπορεύονταν εφιάλτες είχαν την ίδια τύχη με τους εμπόρους των ονείρων. Οι πράξεις τους αν και διαφορετικές ζυγίστηκαν το ίδιο. Από κάποιους θεωρήθηκαν ελαφρύτερες. Οι βαρύτερες τιμωρίες αποδόθηκαν σε αυτούς που καλλιεργούσαν σε υπόγειες πέτρινες αίθουσες με άνετα και μαλακά κρεβάτια τα σκαθάρια της Σιάμ και τα έδιναν στο εμπόριο.

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

58. "Οι κόκκινες Πορφύρες"

    Μια μέρα οι αφεντάδες συναντήθηκαν όλοι στο ποτάμι. Ο καθένας είναι από μαζί του από δύο σκλάβους για να του πλύνουν και να του κουβαλήσουν τα πλουμιστά του ρούχα.

    Γυμνοί στάθηκαν κάτω από τις μυρτιές και άρχισαν να συζητούν, ενώ οι σκλάβοι τους μούσκευαν και έτριβαν τα ρούχα των αφεντών τους. Κεντρικό θέμα συζήτησης ήταν η όλο και πιο συχνή ανυπακοή των υπηκόων τους που παρά τον βούρδουλα, την πείνα και την αγχόνη δεν το έπαιρναν απόφαση να συνετιστούν. Ο λόγος που είχαν βρεθεί όλοι στο ποτάμι άλλωστε ήταν γιατί όλα τους τα ρούχα είχαν λερωθεί από τομάτες και λοιπά οπωροκηπευτικά που τους είχαν πετάξει ενώ έβγαιναν στο δρόμο.

    «Ανυπόφορο!» ξεστόμισε με κατακριτικό ύφος μία πλαδαρή ηλικιωμένη που ο άντρας της εμπορευόταν αλάτι και πιπέρι.

    Ξαφνικά κάποια άλλη, που κατείχε τεσσαράκοντα εκτάρια γης, σηκώθηκε από την πέτρα που καθόταν. Στάθηκε όρθια, με το ένα χέρι να καλύπτει το γυμνό της στήθος και με το άλλος να πιάνει το μάγουλο της, και κοιτάζοντας τους υπόλοιπους αφεντάδες μοιράστηκε την διαπίστωση της. Όλοι τους εκεί!

    «Αλίμονο!» αναφώνησε κάποιος και η στρογγυλή του κοιλιά ταράχτηκε. Όλοι έκαναν την ίδια σκέψη με εκείνη. Ποιος ήταν στην πόλη να φυλάει την αρχοντιά τους;

    «Τι κι αν ενώ είμαστε όλοι μαζεμένοι εδώ, αυτοί επαναστατήσουν και χάσουμε όσα με κόπο κατέκτησαν οι παππούδες μας και με περισσή γενναιοδωρία μας τα κληροδότησαν;»

    «Ηρεμήστε.» αποκρίθηκε κάποιος πιο ψύχραιμος και πονηρός «Αν είναι να το επαναστατήσουν τελικά, δεν θα το κάνουν όσο είμαστε στο ποτάμι, εκτεθειμένοι από όλες τις απόψεις. Το θέμα είναι να τους ξεγελάσουμε.» 

    Έκατσαν τότε όλοι και σκαρφίστηκαν την εξής πανουργία. Αποφάσισαν να δώσουν την ελευθερία σε όλους τους σκλάβους τους και να αρχίζουν να τους πληρώνουν για τις δουλειές τους. Θα φρόντιζαν βέβαια όλα τα χρήματα που θα τους έδιναν να τα παίρνουν πίσω, πουλώντας τους τρόφιμα και πράγματα, νοικιάζοντας τους τα χαμόσπιτα που έμεναν, και βάζοντας τους να πληρώνουν φόρους πως σαν σκλάβοι πια δεν πλήρωναν. Τίποτα για τους αφέντες δεν θα άλλαζε. Μονάχα οι σκλάβοι πια δεν θα ήταν χρεωμένοι στα οικόσημα τους με τις ζωές τους, αλλά με τα χρήματα τους.

    Μόνο ένα σφάλμα είχε το τέλειο σχέδιο των αφεντάδων. Όλα αυτά τα είχαν συζητήσει μπροστά στους σκλάβους ενώ τους έπλεναν τα ρούχα. Γυμνοί άρπαξαν τα όπλα τους και ξεχύθηκαν στο ποτάμι. Το νερό έγινε κόκκινο.

    Ύστερα οι αφεντάδες φορώντας κόκκινες πορφύρες γύρισαν πίσω και ανακοίνωσαν με περισσή γενναιοδωρία πώς χαρίζουν σε όλους την ελευθερία τους.