Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

94. Η κτηνώδης ανάγκη των ανθρώπων.

Όταν οι άνθρωποι πρωτοπερπάτησαν σε τούτον εδώ τον κόσμο και άπλωσαν τα βήματα τους στους κάμπους, τα βουνά, ανάμεσα στα δέντρα και πάνω στα χορτάρια, στις ακρογιαλιές αισθανόμενοι ανάμεσα στα δάχτυλα τους τους αφρούς της θάλασσας και το καρδιοχτύπι της γης όλα τα άλλα πλάσματα εντυπωσιάστηκαν. Ξωτικά, νύμφες, νεράιδες, και άλλα στοιχεία του φανταστικού κρυφοκοίταζαν πίσω από δέντρα, βράχια, και τις ηλιαχτίδες του ήλιου την γύμνια των ανθρώπων, και καθώς η ματιά τους είναι διαπεραστική έβλεπαν μέσα στα στήθη τους πόσο άδεια ήταν. Από καθαρή καλοσύνη και με κίνητρα πατρικά ενός καλού παιδιού στα μικρότερα αδέρφια τους πρόστρεξαν να γεμίσουν τα άδεια στήθη των ανθρώπων ενώσω εκείνοι περιεργάζονταν τον κόσμο που πρωτοαντίκριζαν.
Έσκυβαν και μάζευαν λουλούδια και τα έβαζαν δίπλα στις καρδιές τους. Σιγοτραγουδούσαν και άφηναν μελωδίες μπροστά από τα πνευμόνια τους. Έπαιρναν ευωδιές και τις απλώνανε κάτω από το δέρμα τους. Έβρισκαν ζεστασιά και την βάζανε πάνω από το στομάχι τους. Ξεκρεμούσαν τα στολίδια από πάνω τους και από τα σπίτια τους και τα κρεμούσαν στο λαρύγγι τους. Γέμιζαν το άδειο μέσα των ανθρώπων με ομορφιές και χαίρονταν, γιατί οι άνθρωποι χαμογελούσαν και ήσαν ευτυχισμένοι, και αυτό σήμαινε καλό για τον κόσμο.
 Αχ και να ήξεραν τα ξωτικά και όλα τα άλλα στοιχειά του φανταστικού το λάθος τους. Βιασύνη πάρα πονηρή! Η αιωνιότητα περιμένει τους ανθρώπους μετά τον θάνατο, πριν έχουν μόνο ζωή. Γρήγορα τα λουλούδια μαράθηκαν, οι μελωδίες σίγασαν, οι ευωδιές χαθήκανε, η ζεστασιά κρύωσε, τα στολίδια χάλασαν και οι άνθρωποι που είχαν γνωρίσει πρωτανασαίνοντας τόση ομορφιά αισθάνθηκαν μέσα τους την ασχήμια.
Αυτό τους γέννησε την μεγάλη ανάγκη για ομορφιά και ευτυχία, αλλά και το να μην βαστάνε την απουσία τους. Σαν τα γνώρισαν δεν μπορούσαν να τα αποχωριστούν, και τα είχαν γνωρίσει από την πρωταρχή τους. Ευθύς οι άνθρωποι άρχισαν να ψάχνουν τριγύρω τους να βρουν ότι μέσα τους χάθηκε. Πρώτα στράφηκαν ο ένας ενάντια στον άλλο, πιστεύοντας πως μέσα στα στήθη τους θα έβρισκαν ότι στα δικά τους είχε χαλάσει. Έτσι ξεκίνησαν οι πρώτοι θάνατοι, οι πρώτοι πόλεμοι. Ύστερα άρχισαν να ψάχνουν τριγύρω. Έτσι άρχισαν να ρημάζουν και να αλλάζουν το περιβάλλον γύρω τους.
Η κτηνωδία των ανθρώπινων πράξεων είναι γνωστή και δεν χρειάζεται περιγραφές. Από αυτή φοβήθηκαν όλα τα στοιχειά του φανταστικού και κρύφτηκαν έκτοτε μακριά από τους ανθρώπους, αφού πρώτα έσπειραν άθελα τους την κτηνώδη ανάγκη μέσα στο ανθρώπινο είδος.

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

93. Η μαζική διάλυση των μετρητών γυναικείου πάθους.

     Στο παζάρι της κόκκινης άμμου και στα καταστήματα περίεργων αντικειμένων κανείς μπορεί να βρει λογιών μεζούρες, ζυγαριές, βαθύμετρα, αστρολάβους, χαράκια και άλλα εργαλεία που μετράνε άλλα τον έρωτα, άλλα την αγάπη, αλλά τον πόθο, άλλα το μίσος, άλλα την οργή των γυναικών. Πουθενά όμως δεν μπορεί να βρει ένα που να μετράει το πάθος τους. Μπορούν να βρεθούν μονάχα συντρίμμια τέτοιων αντικειμένων, καθώς όλα τους έσπασαν με μιας και ταυτόχρονα μια μέρα. Αιτία φυσικά υπήρξε μία γυναίκα. Ή ένας τυχερός άντρας, που στάθηκε τυχερός από την άποψη ότι τον θέλησε τόσο μία γυναίκα. Ελάχιστοι άνθρωποι θα σκότωναν όπως εκείνη για να είναι με τον άνθρωπο που θέλουν.
     Η ιστορία αποτελείται από μία σειρά στυγερών εγκλημάτων, άλλοτε ψυχρών και άλλοτε θερμών, που ο αφηγητής της αποφεύγει – ή βαριέται – να αποκαλύψει. Θα προτιμούσε να περιγράψει τα κάλλη της γυναίκας, μα και αυτά τα κρίνει κάπως ανάξια αναφοράς. Βέβαια ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την γοητεία μίας παθιασμένης γυναίκας, που τάιζε τον Θάνατο θανάτους για να έχει αυτόν που ήθελε; Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται έντονα, πως οποιαδήποτε πληροφορία ή λεπτομέρεια της ιστορίας θα δημιουργούσε αχρείαστες εντυπώσεις, συμπάθειες ή αντιπάθειες στον αναγνώστη. Για αυτό και παραλείπονται. Η ουσία της ιστορίας κρύβεται στην όρεξη του Θανάτου, που όσο τρώει όλο και μεγαλώνει και ζητά νεκρούς.
     Έτσι μια μέρα ο Θάνατος νηστικός και πεινασμένος, συνηθισμένος να βρίσκει τροφή κοντά στην γυναίκα της ιστορίας, βρήκε τον αγαπημένο της πλάι της και τον πήρε μονάχος του. Ήταν όταν μάλιστα η γυναίκα ήταν πιο ευτυχισμένη δίπλα του παρά ποτέ.
     Όσοι ρομαντικοί δεν ξέρουν να ξεχωρίζουν το πάθος από την αγάπη και τον έρωτα αρέσκονται να πιστεύουν ότι η θλίψη της κατέκλυσε τον κόσμο και έκανε θρύψαλα τα αντικείμενα παντού. Οι παραμυθόφιλοι από την άλλη ισχυρίζονται πως ήταν το μίσος και η οργή της. Ούτε του έρωτα ή της αγάπης, ούτε του μίσους ή της οργής σπάσανε τα εργαλεία μετρήματος όμως. Ήταν αυτά που μετρούσαν το πάθος που γίνηκαν κομμάτια.
   Και αυτό και για μας φαντάζει κάπως περίεργο. Τι άραγε είναι το πάθος μίας γυναίκας; Θα απαντούσαμε αλλά δυστυχώς δεν υπάρχουν εργαλεία να το μετρήσουμε και να μάθουμε.

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

92. Δύο πάπιες σε έναν ανθρώπινο μόλο.

     Σε έναν μόλο, ερημωμένο εδώ και χρόνια από κάθε παρουσία ανθρώπινη, βρήκαν να ζήσουν δύο πάπιες.
     Το θαλασσινό νερό τους άρεσε. Κολυμπούσαν, έβρεχαν τα φτερά τους και έβρισκαν ψάρια που την νοστιμιά τους δεν την είχαν γνωρίσει ως τότε. Ο καιρός στο μόλο ήταν πάντα καλός και ποτέ δεν κρύωναν, παρά κάπου κάπου τα βράδια έπιανε μία ψύχρα που όμως δεν ήταν κρύο. Μονάχα δύο πράγματα δεν τους άρεσαν στο μόλο. Η απέραντη θάλασσα, που το μέγεθος της έμοιαζε μεγάλο άδικο για τον κόσμο, και το αλμυρό νερό που δεν πινόταν.
     Μπορούσαν να ξεδιψάσουν μόνο όταν έβρεχε. Έπιναν το νερό της βροχής που μαζευόταν σε μικρές ρηχές λακκούβες στο τσιμέντο και σε μία τρύπα στο κέντρο του, όπου παλιά οι άνθρωποι στερέωναν ένα κοντάρι σημαίας να κυματίζει η γενιά τους με τον άνεμο και να δείχνει ποιοι ήταν.
     Κάποτε έκανε καιρό να βρέξει. Οι δύο πάπιες κόντεψαν να πεθάνουν από τη δίψα. Όταν ο ουρανός κάποια στιγμή τις σπλαχνίστηκε με μια γρήγορη νεροποντή, μετά την μπόρα βγήκαν να πιουν νερό. Η μία από τις δύο όμως δεν άφηνε την άλλη να πιει. Την τσιμπούσε όταν πλησίαζε την τρύπα του κονταριού, που ήταν το μόνο μέρος που είχε μαζευτεί λίγο νερό να πιουν. Η άλλη με απελπισία χάιδευε το ράμφος της στα αναμμένα τσιμέντα, που μόλις και είχαν δροσίσει από την σύντομη βροχή, για λίγες σταγόνες. Όταν πάλι επιχειρούσε να πλησιάσει στην τρύπα του κονταριού με το νερό δεχόταν ένα άσπλαχνο τσίμπημα από την πρώτη που την έδιωχνε και ως το βράδυ είχε πιει όλο το νερό μόνης της αφήνοντας την διψασμένη.
     Η νύχτα έπεσε δροσερή μα η κάψα της δίψας δεν άφηνε την πάπια να ησυχάσει. Το ράμφος της ήταν στεγνό, το λαρύγγι της το ίδιο. Δεν είχε πιει καθόλου νερό. Έπρεπε να βρει νερό. Μα που υπήρχε πόσιμο νερό που το είχε πιει όλο η άλλη; Άρα το νερό υπήρχε στο στομάχι της.
     Καθώς κοιμόταν λοιπόν ξεδιψασμένη ήταν πολύ εύκολο με το ράμφος της να τρυπήσει το στομάχι της και να το πιει. Η διψασμένη πάπια ξεδίψασε με ένα νερό, που όπως με τα θαλασσινά ψάρια, που την γεύση του δεν είχε γνωρίσει ως τότε και μέσα στο σκοτάδι δεν φαινόταν πως είχε άλλο χρώμα.

     Άραγε το ίδιο συνέβη κάποτε και με τους ανθρώπους του μόλου;

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

91. Το πείσμα του Γιαράμ.

     
     Το πείσμα του Γιαράμ ήταν πιο μεγάλο από το κεφάλι του. Σύμφωνα τουλάχιστον με τους δεκάδες φίλους του που μαζεύτηκαν να οργανώσουν την κηδεία του. Αν άκουγε πως πέθανε ήταν ικανός να αναστηθεί συμφώνησαν όλοι και αποφάσισαν πριν και κατά την διάρκεια της τελετής να ψιθυρίζουν.

     Ο Γιαράμ δεν είχε μόνο πείσμα, είχε αγάπη για όλους και διάθεση να βοηθά και να συμπαραστέκεται. Απόδειξη ο αριθμός των φίλων του που συγκεντρώθηκαν για να τον αποχαιρετίσουν έστω και ψιθυριστά. Θα νεκρανασταινόταν μόνο και μόνο για αυτούς.

     Ακόμα και νεκρός ο Γιαράμ είχε πολύ καλή ακοή. Άκουσε τα σχόλια των φίλων του για το πείσμα του και πως συνεννοήθηκαν να ψιθυρίζουν για να μην αναστηθεί. Πείσμωσε και δεν αναστήθηκε.

     Στο τέλος της κηδείας οι φίλοι του αναστέναξαν φωναχτά (χωρίς ένα δάκρυ). Ήταν λες και κατά βάθος μέσα τους περίμεναν τον Γιαράμ να αναστηθεί και απογοητεύτηκαν που δεν το έκανε. Επέστρεψαν στις ζωές τους περίλυποι.

     Όσο για τον Γιαράμ;
     Εκείνος πέθανε.