Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

90. Το manodasha που δεν έλεγε να μαραθεί.

Τα άνθη manodasha συναντώνται σε τρία μέρη της γης. Σε μία βραχώδη περιοχή του Περού, σε μία ορεινή περιοχή της Αργεντινής, και σε κάποια απόκρημνα οροπέδια του Θιβέτ. Διακρίνονται από τα μεγάλα πλατιά και σγουρά φύλλα και την μεγάλη ποικιλία χρωμάτων. Οι ντόπιοι – και των τριών χωρών – μιλάνε για λουλούδια που έχουν διάθεση, και μάλιστα την δείχνουν. Ένα manodasha μπορεί να ανθίσει και να μαραθεί μέσα στην ίδια μέρα πάνω από δέκα φορές ανάλογα με την διακύμανση της διάθεση του. Στο Περού οι γυναίκες τα φορούν σαν στολίδι στο κεφάλι, οι Αργεντινοί τα κάνουν τσάι, και στο Θιβέτ τα προσφέρουν στον Βούδα.
Κάποτε ένα manodasha, ίσως γιατί ήθελε πολύ να το θαυμάσουν, ίσως από πείσμα ή αναποδιά απέναντι στη φύση του, ίσως για κάποιο λόγο των ανθών που εμείς οι άνθρωποι δεν μπορούμε να καταλάβουμε, επέμενε να αντιστέκεται στις κακές του διαθέσεις και να μην μαραίνεται ποτέ. Έμενε πάντα να ανθεί και να μοσχομυρίζει. Τα άλλα manodasha τριγύρω του, αισθάνονταν πολύ αμήχανα με την συνεχή καλή του διάθεση, και ίσως κάπου παραξενεύονταν, και ίσως κάπου ζήλευαν. Είναι απορίας άξιο που έβρισκε αυτό το λουλούδι το χρώμα να μένει συνεχώς αμάραντο, και από πού στάλαζε το γιόμα να μένει ολάνθιστο.
Ο αναγνώστης ας μην ξεγελαστεί, το εν λόγω manodasha δεν ήταν ούτε ιδιαίτερα ωραίο και ίσως καθόλου δεν ξεχώριζε από τα υπόλοιπα. Κανείς δεν έτυχε να προσέξει το πείσμα του. Το μυστικό του ανακαλύφθηκε όταν κάποιος Αργεντίνος πήγε και το έκοψε για το τσάι του. Αφού το αποξήρανε, έβρασε τα σγουρά του φύλλα και ύστερα το σέρβιρε σε ένα ειδικό σκεύος φτιαγμένο από κολοκύθα. Τότε ανακάλυψε την πικρή γεύση του. Τα φύλλα του manodasha έμεναν ανοιχτά και ζωηρά εξαντλώντας κάθε νοστιμιά από τους χυμούς τους.
Δεν ξέρουμε ποιο θλιβερό νόημα ζητά να περάσει ο αφηγητής της ιστορίας παραδίδοντας την στην συλλογή αυτή. Ή αν θέλει να υπονοήσει για το τίμημα να επιμένει κανείς σε κάποια καλή διάθεση και να μην λυγάει στον πόνο. Εμείς καταλαβαίνουμε ότι αν το manadosha είχε φυτρώσει στο Περού θα στόλιζε πολύ όμορφα τα μαλλιά μιας γυναίκας, ή αν βλάσταινε στο Θιβέτ θα άγιαζε στα πόδια ενός Βούδα. Δυστυχώς για εκείνο ο σπόρος του έσκασε στη γη της Αργεντινής.

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

89. Ένα από όσα δεν βαστάει ο κόσμος.


Κάποτε ένας κυνηγός περπατούσε μόνος στο δάσος των Περιμυθιασμάτων, γοητευμένος από το φτερούγισμα ενός κύκνου. Μία νεράιδα κρυφοκοιτάζοντας ανάμεσα από τα φυλλώματα, είδε τον κυνηγό και τον πλησίασε. Καθώς τον έφτασε από πίσω άπλωσε τα καλεργασμένα δάχτυλα της στα μάτια του και τα έκλεισε.
«Αν με ακολουθήσεις, θα σε πάω στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου.» του είπε και τον έπιασε από το χέρι. Εκείνος βρίσκοντας την χροιά της φωνής της πιο όμορφη από τον ήχο των φτερών ενός κύκνου που ριγά στο άγγιγμα ενός αγγέλου, αφέθηκε να τον οδηγήσει με προθυμία.
Το μέρος που τον οδήγησε η νεράιδα, ήταν η καρδιά της. Όμως καθώς συνέχισε να του κρατά τα μάτια κλειστά, ο κυνηγός δεν μπορούσε να το ξέρει. Ένιωθε την ζεστασιά της, και αυτό το δίχως άλλο του χάριζε ένα ωραίο συναίσθημα, μα δεν ήταν αρκετό για να ξεπεράσει την αγωνία του για το που ήταν. Ζήτησε επανειλημμένα από τη νεράιδα να πάρει τα χέρια της από τα μάτια του, ή να του πει που ήταν. Εκείνη, σχεδόν διασκεδάζοντας, δεν του απαντούσε και γελούσε. Το γέλιο της αντηχούσε πολύ όμορφα μέσα στην καρδιά της, μα δεν ήταν αρκετό να καθησυχάσει ο κυνηγός. Είχε κυριευθεί από το άγχος, και κάθε ομορφιά που δέχονταν από τις άλλες του αισθήσεις χανόταν μέσα σε αυτό. Ούτε η ζεστασιά της καρδιάς της νεράιδας, ούτε το ωραίο της άγγιγμα, ούτε το άκουσμα της φωνής της και του γέλιου της, ή η μυρωδιά της... Τίποτε δεν ήταν αρκετό για να τον ηρεμήσει. Είχε ακούσει ιστορίες για επικίνδυνα δέντρα στο δάσος των Περιμυθιασμάτων, και κουφάλες που έκρυβαν το θάνατο.
Εντελώς φοβισμένος έβγαλε ένα κοντό τσεκούρι που είχε για να ανοίγει δρόμο μέσα στο δάσος κόβοντας κλαδιά που έκλειναν τα μονοπάτια, και άρχισε να χτυπά τα τοιχώματα της καρδιάς της νεράιδας, νομίζοντας πως βρισκόταν μέσα στον κορμό ενός τέτοιου δέντρου. Πριν καλά καλά η νεράιδα αποφασίσει να εγκαταλείψει το πείσμα της και να ελευθερώσει τα μάτια του κυνηγού, εκείνος είχε προλάβει να τσακίσει την καρδιά της.
Η νεράιδα έπεσε νεκρή. Τα χέρια της χύθηκαν από το πρόσωπο του κυνηγού και το σώμα της σωριάστηκε στο χώμα. Δεν έμεινε εκεί για πολύ. Το σώμα ενός τόσο όμορφου πλάσματος χάνεται μόλις ξεψυχήσει. Σκορπά σαν σκόνη, γιατί είναι ένα τόσο θλιβερό θέαμα που ο κόσμος δεν μπορεί να το βαστήξει (κι ας βαστάει τόσες πολλές άλλες άσχημες εικόνες). Ωστόσο ο κυνηγός πρόλαβε να δει για μια στιγμή την νεκρή νεράιδα να χάνεται, και μαζί με την θλίψη τον κυρίευσε και η αλήθεια. Ήταν η καρδιά της που είχε πελεκήσει και τσακίσει.

Δυστυχισμένος ο κυνηγός, με το μυαλό του να έχει αδειάσει, έμεινε εκεί χωρίς να μπορεί να σκεφτεί τίποτε. Ίσως να έγινε δέντρο. Μάλλον έγινε βράχος. Μπορεί όμως και να επέστρεψε στην αναζήτηση του φτερουγίσματος που κάποτε τον είχε γοητεύσει. Εμείς που μπορούμε να σκεφτούμε κομμάτι παραπάνω πάνω σε αυτή την ιστορία, ίσως μένουμε εδώ αναρωτώμενοι αν όλα ήταν λάθος της νεράιδας.

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

88. Οι λεπτοσκαντζοχοιροβελόνες & Η ιστορία μίας θλιμμένης μάγισσας.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία μάγισσα που κοιτώντας στο μαγικό της γυαλί προέβλεψε ότι ένας άντρας θα την αγαπούσε και έτσι θα έχανε όλες της τις δυνάμεις. Φοβήθηκε πολύ για αυτό, γιατί ισχυριζόταν πως αγαπούσε τις δυνάμεις της, χωρίς όμως στα αλήθεια να ξέρει τι θα πει αγάπη, και αποφάσισε να βρει ένα ξόρκι για να εμποδίσει τα προκαθορισμένα. Όντας μάγισσα, και όχι θνητή, ήξερε πως μπορούσε να επέμβει και να αλλάξει την αμετάκλητη μοίρα. Κάτι αδύνατο για εμάς τους ανθρώπους.
Ψάχνοντας στα κιτάπια της βρήκε ένα ξόρκι που έκρινε αρκετά κατάλληλο για να πετύχει αυτό που ήθελε, και χρειαζόταν πολλές *πάρα πολλές) βελόνες λεπτοσκαντζόχοιρων. Λίγο από την βιασύνη της να προλάβει, λίγο που συνέβη να έχει τρία τσουβάλια βελόνες λεπτοσκαντζόχοιρου στην αποθήκη της, δεν συνέχισε να ψάξει κάποιο άλλο ξόρκι, ίσως πιο κατάλληλο. Έτσι έπιασε δουλειά.
Οι βελόνες από λεπτοσκαντζόχοιρο δεν διαφέρουν πολύ από του κανονικού σκαντζόχοιρου, παρά μόνο είναι πιο λεπτές και λίγο πιο εύκαμπτες. Μοιάζουν πολύ με ανθρώπινες τρίχες. Η μάγισσα είχε εκατομμύριά από δαύτες. Αν ήξερε ποιος ήταν αυτός ο άντρας θα χρειαζόταν μόνο μία, αλλά αν περίμενε να τον συναντήσει φοβόταν θα ήταν αργά. Έτσι τις μάγεψε όλες και τις έδωσε σε έναν μαγεμένο άνεμο να τις σκορπίσει σε κάθε πόλη και χωριό. Φύλαξε μόνο μία, μήπως και ο μαγεμένος άνεμος δεν έβρισκε τον άντρα που επρόκειτο να την αγαπήσει.
Το ξόρκι που είχε διαλέξει ήταν άκρως θανατηφόρο. Αν μία βελόνα τσιμπούσε κάποιον, έμπαινε κάτω από το δέρμα του και ύστερα με τρόπο μαγικό έφτανε στην καρδιά του. Εκεί, καθώς η καρδιά παλλόταν, η βελόνα θα αγκυλωνόταν και θα τρύπαγε την καρδιά σκοτώνοντας τον. Δεν την ένοιαζε πόσοι άνθρωποι θα πέθαιναν από το ξόρκι της, αρκεί ανάμεσα τους να ήταν ο άντρας που είχε δει στο μαγικό γυαλί της.
Η μάγισσα όμως είχε κάνει ένα λάθος. Οι βελόνες που είχε στείλει ήταν λεπτές και εύκαμπτες. Δεν μπορούσαν να τρυπήσουν ούτε τις μαλακές και καλοσυνάτες καρδιές των ανθρώπων, ούτε τις τραχιές και κάπως σκληρότερες. Μονάχα αν μία καρδιά σκλήραινε πάρα πολύ (γινόταν όσο σκληρή η καρδιά της μάγισσας) τότε η παρουσία της βελόνας την έκανε να σπάσει.

Με την ιστορία αυτή ο αφηγητής της μας προειδοποιεί και μας προτρέπει να προσπαθούμε να κρατάμε μαλακές τις καρδιές μας, γιατί ειδάλλως – βέβαιος πως και εμείς έχουμε μία από τις βελόνες – θα σπάσουν.
Για όσους αναγνώστες ενδιαφέρονται για το τι απέγινε η μάγισσα και ο άντρας της ιστορίας η συνέχεια της μας δίνεται από έναν δεύτερο αφηγητή.

Όταν η μάγισσα συνάντησε τον άντρα που την αγάπησε και αυτός άρχισε να την ζητά, προσπάθησε να τον αποθαρρύνει, και με διάφορους τρόπους και τεχνάσματα να σκληρύνει την καρδιά του για να απαλλαγεί από τον κίνδυνο να χάσει τις δυνάμεις της. Δεν ήταν εύκολο καθώς ο άντρας είχε από γεννησιμιού του μαλακή καρδιά και η αγάπη του για εκείνη την είχε μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Παρόλα αυτά η μάγισσα σιγά σιγά τα κατάφερνε. Μόνο που όσο η καρδιά του άντρα σκλήραινε από τα καμώματα της, τόσο η δική της σκληρή καρδιά μαλάκωνε από την επιμονή της αγάπης του.
Θα ήταν ωραίο στο τέλος της ιστορίας οι δύο καρδιές να συναντιόντουσαν κάπου στην μέση καθώς η μία μαλάκωνε και η άλλη σκλήραινε και το φινάλε να ήταν αίσιο. Μα αυτό δεν έγινε. Ο δεύτερος αφηγητής διαφωνεί με την μετριοπάθεια ενός τέτοιου τέλους, κι ακόμα δεν πιστεύει πως οι μάγισσες διαφέρουν από τους θνητούς.
Λίγο πριν το τέλος, η μάγισσα προειδοποίησε τον άντρα πως η καρδιά του έχει αρχίσει να γίνεται σκληραίνει επικίνδυνα και πως αν συνέχιζε να την ζητά, θα έσπαγε. Εκείνος - αποδεικνύοντας ότι μία σκληρή καρδιά μπορεί να αγαπήσει το ίδιο δυνατά με μία μαλακή – αντέτεινε πως δεν τον ένοιαζε. Ήταν ένα ρίσκο που επροτίθετο να πάρει. Ήλπιζε πως η μάγισσα θα ενέδιδε στην αγάπη τους πριν γίνει αυτό. Η μάγισσα με όση σκληρότητα είχε απομείνει στην καρδιά της διέτεινε πως δεν την ένοιαζε καθόλου αν θα πέθαινε, και δεν ήξερε γιατί του είχε δείξει ευσπλαχνία προειδοποιώντας τον.
Λίγο καιρό μετά η καρδιά του άντρα σκλήραινε απότομα και εντελώς, σπάζοντας σε χίλια δυο κομμάτια. Ο μαγεμένος άνεμος διάλεξε εκείνη την στιγμή να επιστρέψει και να πληρωθεί για τις υπηρεσίες του, φέρνοντας μαζί του τον ήχο της σπασμένης καρδιάς του άντρα και τον τελευταίο της χτύπο. Στο άκουσμα τους η καρδιά της μάγισσας μαλάκωσε. Μαζί οι δυνάμεις της σκόρπισαν  και ο μαγεμένος άνεμος της πήρε μαζί του ως την Πράγα. Η μάγισσα δεν νοιάστηκε καθόλου για τις δυνάμεις της. Θλιμμένη, συνειδητοποιώντας πως πια ήξερε τι θα πει αγάπη, σκέφτηκε πως ο μόνος άντρας που θα άξιζε να αγαπήσει ήταν νεκρός.
Είχε φυλαγμένη μία βελόνα που θα μπορούσε να την χρησιμοποιήσει για να πεθάνει, αλλά η καρδιά της ήταν ήδη μαλακωμένη.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

87. Ανάμνηση σε λα μείζονα.

Κάποτε ένας άντρας σε ένα κέντρο – ας δανειστούμε για χάρη συντομίας την εικόνα εκείνου που διηύθυνε ο Μπόγκαρτ στην ταινία Καζαμπλάνκα - πλησίασε τον πιανίστα και βάζοντας ένα χαρτονόμισμα στην τσέπη στο πέτο του, του είπε:
«Μπορείς να μου παίξεις μία ανάμνηση;»
Ο πιανίστας χαμογέλασε και έριξε μία ματιά ολόγυρα. Από ώρα είχε προσέξει μία γυναίκα που καθόταν μόνη στο μπαρ. Επίτηδες κράτησε το βλέμμα του πάνω της, μέχρι και ο άντρας να κοιτάξει προς το μέρος της.
«Ξέρετε να χορεύετε;», ρώτησε ο πιανίστας τον άντρα.
Και είναι περιττό να πούμε πως δεν περίμενε απάντηση. Άρχισε να παίζει κατευθείαν, μία μουσική που είχε συνθέσει ο ίδιος και είχε σκοπό να παίξει για πρώτη φορά στην επέτειο του κέντρου για τα τρία χρόνια λειτουργίας του, σε δέκα μέρες από τότε. Ήταν μία ζωηρή μουσική που σε προδιάθετε για χορό. Ο άντρας κάπως ξαφνιασμένος, κοίταξε πολύ γρήγορα τα δάχτυλα του πιανίστα να εναλλάσσονται πάνω στα άσπρα και μαύρα πλήκτρα και ύστερα γύρισε το κεφάλι του προς το μπαρ. Ξανακοίταξε την γυναίκα. Πλέον και εκείνη κοιτούσε προς το μέρος του. Αναρωτήθηκε για λίγο αν κοιτούσε εκείνον, ή είχε τραβήξει την προσοχή της η μουσική του πιάνου. Δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιες σκέψεις. Ούτε χώρος καθώς έβρισκε την γυναίκα πολύ όμορφη.

Ο αναγνώστης καταλαβαίνει - καλύτερα από τον αφηγητή και τον άντρα της ιστορίας – πως η αφήγηση πρέπει να τελειώσει σε αυτό το σημείο, και κάθε άλλη φλυαρία ή περιγραφή είναι περιττή και αλλοιώνει το νόημα της ιστορίας.

Ο άντρας πλησίασε την γυναίκα και της ζήτησε να χορέψουν. Έτσι ο πιανίστας έπαιξε μία ανάμνηση όπως του ζήτησε ο πελάτης.