Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία
μάγισσα που κοιτώντας στο μαγικό της γυαλί προέβλεψε ότι ένας άντρας θα την
αγαπούσε και έτσι θα έχανε όλες της τις δυνάμεις. Φοβήθηκε πολύ για αυτό, γιατί
ισχυριζόταν πως αγαπούσε τις δυνάμεις της, χωρίς όμως στα αλήθεια να ξέρει τι
θα πει αγάπη, και αποφάσισε να βρει ένα ξόρκι για να εμποδίσει τα
προκαθορισμένα. Όντας μάγισσα, και όχι θνητή, ήξερε πως μπορούσε να επέμβει και
να αλλάξει την αμετάκλητη μοίρα. Κάτι αδύνατο για εμάς τους ανθρώπους.
Ψάχνοντας στα κιτάπια της βρήκε
ένα ξόρκι που έκρινε αρκετά κατάλληλο για να πετύχει αυτό που ήθελε, και
χρειαζόταν πολλές *πάρα πολλές) βελόνες λεπτοσκαντζόχοιρων. Λίγο από την βιασύνη
της να προλάβει, λίγο που συνέβη να έχει τρία τσουβάλια βελόνες λεπτοσκαντζόχοιρου
στην αποθήκη της, δεν συνέχισε να ψάξει κάποιο άλλο ξόρκι, ίσως πιο κατάλληλο. Έτσι
έπιασε δουλειά.
Οι βελόνες από λεπτοσκαντζόχοιρο
δεν διαφέρουν πολύ από του κανονικού σκαντζόχοιρου, παρά μόνο είναι πιο λεπτές
και λίγο πιο εύκαμπτες. Μοιάζουν πολύ με ανθρώπινες τρίχες. Η μάγισσα είχε εκατομμύριά
από δαύτες. Αν ήξερε ποιος ήταν αυτός ο άντρας θα χρειαζόταν μόνο μία, αλλά αν
περίμενε να τον συναντήσει φοβόταν θα ήταν αργά. Έτσι τις μάγεψε όλες και τις έδωσε
σε έναν μαγεμένο άνεμο να τις σκορπίσει σε κάθε πόλη και χωριό. Φύλαξε μόνο μία, μήπως και ο μαγεμένος άνεμος δεν έβρισκε τον άντρα που επρόκειτο να την αγαπήσει.
Το ξόρκι που είχε διαλέξει ήταν
άκρως θανατηφόρο. Αν μία βελόνα τσιμπούσε κάποιον, έμπαινε κάτω από το δέρμα
του και ύστερα με τρόπο μαγικό έφτανε στην καρδιά του. Εκεί, καθώς η καρδιά
παλλόταν, η βελόνα θα αγκυλωνόταν και θα τρύπαγε την καρδιά σκοτώνοντας τον. Δεν
την ένοιαζε πόσοι άνθρωποι θα πέθαιναν από το ξόρκι της, αρκεί ανάμεσα τους να
ήταν ο άντρας που είχε δει στο μαγικό γυαλί της.
Η μάγισσα όμως είχε κάνει ένα
λάθος. Οι βελόνες που είχε στείλει ήταν λεπτές και εύκαμπτες. Δεν μπορούσαν να
τρυπήσουν ούτε τις μαλακές και καλοσυνάτες καρδιές των ανθρώπων, ούτε τις τραχιές
και κάπως σκληρότερες. Μονάχα αν μία καρδιά σκλήραινε πάρα πολύ (γινόταν όσο
σκληρή η καρδιά της μάγισσας) τότε η παρουσία της βελόνας την έκανε να σπάσει.
Με την ιστορία αυτή ο αφηγητής της μας προειδοποιεί και μας προτρέπει
να προσπαθούμε να κρατάμε μαλακές τις καρδιές μας, γιατί ειδάλλως – βέβαιος πως
και εμείς έχουμε μία από τις βελόνες – θα σπάσουν.
Για όσους αναγνώστες ενδιαφέρονται για το τι απέγινε η μάγισσα και ο
άντρας της ιστορίας η συνέχεια της μας δίνεται από έναν δεύτερο αφηγητή.
Όταν η μάγισσα συνάντησε τον
άντρα που την αγάπησε και αυτός άρχισε να την ζητά, προσπάθησε να τον αποθαρρύνει,
και με διάφορους τρόπους και τεχνάσματα να σκληρύνει την καρδιά του για να
απαλλαγεί από τον κίνδυνο να χάσει τις δυνάμεις της. Δεν ήταν εύκολο καθώς ο
άντρας είχε από γεννησιμιού του μαλακή καρδιά και η αγάπη του για εκείνη την
είχε μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Παρόλα αυτά η μάγισσα σιγά σιγά τα κατάφερνε.
Μόνο που όσο η καρδιά του άντρα σκλήραινε από τα καμώματα της, τόσο η δική της σκληρή
καρδιά μαλάκωνε από την επιμονή της αγάπης του.
Θα ήταν ωραίο στο τέλος της ιστορίας
οι δύο καρδιές να συναντιόντουσαν κάπου στην μέση καθώς η μία μαλάκωνε και η
άλλη σκλήραινε και το φινάλε να ήταν αίσιο. Μα αυτό δεν έγινε. Ο δεύτερος
αφηγητής διαφωνεί με την μετριοπάθεια ενός τέτοιου τέλους, κι ακόμα δεν
πιστεύει πως οι μάγισσες διαφέρουν από τους θνητούς.
Λίγο πριν το τέλος, η μάγισσα
προειδοποίησε τον άντρα πως η καρδιά του έχει αρχίσει να γίνεται σκληραίνει
επικίνδυνα και πως αν συνέχιζε να την ζητά, θα έσπαγε. Εκείνος - αποδεικνύοντας
ότι μία σκληρή καρδιά μπορεί να αγαπήσει το ίδιο δυνατά με μία μαλακή – αντέτεινε
πως δεν τον ένοιαζε. Ήταν ένα ρίσκο που επροτίθετο να πάρει. Ήλπιζε πως η
μάγισσα θα ενέδιδε στην αγάπη τους πριν γίνει αυτό. Η μάγισσα με όση σκληρότητα
είχε απομείνει στην καρδιά της διέτεινε πως δεν την ένοιαζε καθόλου αν θα πέθαινε,
και δεν ήξερε γιατί του είχε δείξει ευσπλαχνία προειδοποιώντας τον.
Λίγο καιρό μετά η καρδιά του
άντρα σκλήραινε απότομα και εντελώς, σπάζοντας σε χίλια δυο κομμάτια. Ο μαγεμένος
άνεμος διάλεξε εκείνη την στιγμή να επιστρέψει και να πληρωθεί για τις υπηρεσίες
του, φέρνοντας μαζί του τον ήχο της σπασμένης καρδιάς του άντρα και τον
τελευταίο της χτύπο. Στο άκουσμα τους η καρδιά της μάγισσας μαλάκωσε. Μαζί οι
δυνάμεις της σκόρπισαν και ο μαγεμένος
άνεμος της πήρε μαζί του ως την Πράγα. Η μάγισσα δεν νοιάστηκε καθόλου για τις δυνάμεις
της. Θλιμμένη, συνειδητοποιώντας πως πια ήξερε τι θα πει αγάπη, σκέφτηκε πως ο
μόνος άντρας που θα άξιζε να αγαπήσει ήταν νεκρός.
Είχε φυλαγμένη μία βελόνα που θα
μπορούσε να την χρησιμοποιήσει για να πεθάνει, αλλά η καρδιά της ήταν ήδη
μαλακωμένη.