Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

65. Η λάθος σειρά των λογικών.

Μια φορά και έναν καιρό σε έναν κόσμο πολύ κοινό με αυτόν που γνωρίζουμε και ζούμε υπήρξε ένας άνθρωπος λογικός. Αναγνώριζε με τον νου του το αληθινό και το ψεύτικο μέρος όσων άκουγε, διέκρινε το ωφέλιμο και το επιζήμιο των πράξεων και των γεγονότων και το έκρινε με την ηθική, κατανοούσε το καλό και το κακό των σκοπών και έτσι ζύγιζε το δίκαιο και το άδικο. Τον χαρακτήριζαν οι αρετές του Αριστοτέλη και του Θεού και είχε κάθε προσόν για να είναι ευτυχισμένος. Όπως και ήταν, και εμείς χαιρόμαστε για αυτό.
Παρά την ευτυχία του όμως υπήρχε κάτι που τον βασάνιζε και δεν τον άφηνε να απολαύσει την ευτυχία εφήσυχος και εφησυχασμένος. Οι άνθρωποι τριγύρω του ήταν παράλογοι. Αναγνώριζαν την αλήθεια στο ψέμα άλλοτε επειδή ήταν όμορφο και άλλοτε επειδή τους τρόμαζε, ενώ απέρριπταν την αλήθεια σαν ψέμα από συνήθεια ή ανάλογα με τις διαθέσεις τους. Στο μυαλό τους είχαν συγκεχυμένα το καλό με το καλό το δικό τους, και δεν τα διαχώριζαν αντί να τα έχουν σαν ένα, με τρόπο τέτοιο που έκριναν και έπρατταν λάθος. Ομοίως κτητικοί ήταν και με το δίκιο. Άλλοτε ήταν δικό τους και ήταν πολύ βαρύ και ιερό και άλλοτε ήταν των άλλων και τους ήταν αδιάφορο.
Ο λογικός άνθρωπος δεν άντεχε στην ιδέα ενός παράλογου κόσμου. Κάπως έπρεπε να αποδείξει στον εαυτό του πως ο κόσμος δεν ήταν παράλογος. Ότι τον διέπε κάποια λογική. Και μα τον Αριστοτέλη προσπάθησε να την βρει. Προσπάθησε αν δικαιολογήσει όλα τα παράλογα γύρω του, αλλά και όλα τα παράλογα των γύρω του. Όπως και το κατάφερε. Έγινε παράλογος όπως όλοι οι άλλοι, και εμείς λυπόμαστε για αυτόν.
Λυπόμαστε ακόμα πιο πολύ γιατί λίγο καιρό αργότερα συνέβη να εμφανιστεί ένας ακόμα λογικός άνθρωπος. Και εκείνος όπως ο προηγούμενος δεν άντεχε να περιβάλλεται από παραλογία. Ούτε μία στιγμή όμως δεν προσπάθησε να δικαιολογήσει το οτιδήποτε εναντιωνόταν στην λογική. Η δική του μέθοδος ήταν ο θάνατος του παράλογου. Έτσι ο πρώτος λογικός της σύντομης ιστορίας μας, όντας παράλογος, σκοτώθηκε από τον επόμενο, κι εμείς λέμε πως ήταν κρίμα.
Είναι κρίμα γιατί ο λογικός που επέλεξε τη θανάτωση του παράλογου εμφανίστηκε πριν τον λογικό εκείνον που θα ερχόταν που με υπομονή θα δίδασκε την λογική στους παράλογους.
Μένουμε έτσι με το δίδαγμα να βάζουμε πάντα την λογική μας σε σωστή σειρά.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

64.Ένα χριστουγεννιάτικο «outdoor installation» που εξελίχθηκε κάπως καλύτερα.

Μια φορά και τούτον τον καιρό, μέρες γιορτινές, των Χριστουγέννων εορτές, ένας αναγνωρισμένος εικαστικών που από καιρό ζούσε στην Νέα Υόρκη βάλθηκε να στήσει ένα «outdoor installation» σε όλη την πόλη. Η ιδέα του ήταν η παρακάτω.
Ήθελε να ντύσει όλους τους άστεγους και ζητιάνους της πόλης με ρούχα ακριβά και γιορτινά, όπως αυτά που θα φορούσαν οι πλούσιοι στα διάφορα ρεβεγιόν και τις δεξιώσεις. Σκοπός του ήταν να θίξει το θέμα της φτώχειας και της ανέχειας. Η ενδυματολογική εξίσωση της πλέον κατώτερης τάξης με εκείνης που λέγεται ανώτερη, θα συμβόλιζε την πραγματική εξίσωση πώς όλοι είναι άνθρωποι. Αυτό θα ήταν το σχόλιο του για την αδικία και την υποκρισία των ημερών.
Ο καλλιτέχνης της χριστουγεννιάτικης αυτής ιστορίας, ξόδεψε πολλά χρήματα (δικά του, φίλων του, του δήμου του μεγάλου μήλου, και διάφορων άλλων πρόθυμων χορηγών με γεμάτα πορτοφόλια) και αγόρασε επώνυμα και ακριβά ρούχα, τα οποία και μοιράστηκαν με εντολή του στους επαίτες της πόλης. Σε μερικούς, παρουσία τηλεοπτικής κάλυψης, τα μοίρασε ο ίδιος.
Ενημέρωσε όλα τα μέσα - δικτυακά και παλαιότερα- για το εγχείρημα του και όταν έκλεισαν κάμερες και μικρόφωνα, και έμεινε μόνος με το εγώ του, ευχαριστήθηκε πολύ για την προβολή της ιδέας του, σίγουρος πως είχε πετύχει ότι είχε σχεδιάσει. Κοιμήθηκε ικανοποιημένος.
Όπως συμβαίνει όμως συνήθως η μέρα φέρνει άλλα από ότι η νύχτα πριν τον ύπνο υπόσχεται. Οι φτωχοί της πόλης είχαν άλλα σχέδια. Πεινούσαν και κρύωναν. Πρώτα πεινούσαν και μετά κρύωναν. Τα ακριβά ρούχα που τους είχαν δοθεί τους ζέσταιναν και αυτό ήταν κάτι. Πώς όμως μπορούσαν να τους χορτάσουν; Μονάχα αν τα αντάλλασσαν με φτηνά ρούχα και χρήματα θα χόρταιναν. Μιας και τα φτηνά ρούχα ζεσταίνουν το ίδιο με τα ακριβά - ίσως και περισσότερο - ήξεραν τι να κάνουν.
Εκείνες τις Χριστουγεννιάτικες μέρες, και μέχρι και τις πρώτες μέρες του νέου χρόνου οι φτωχοί της Νέας Υόρκης ήταν ντυμένοι ζεστά και με γεμάτα στομάχια, έστω και αν γυρνούσαν από εδώ και από εκεί στους κρύους δρόμους της πόλης. Πολλοί μόνοι και άλλοι πολύ μόνοι.
Τα ακριβά ρούχα είχαν πουληθεί από τους άστεγους σε μαγαζιά που ήξεραν τι να τα κάνουν. Τα έσπρωξαν σε μία εμπορική διαδρομή που μόνο οι έμποροι αυτού του είδους ξέρουν την αρχή της, και έτσι τα ρούχα έφτασαν στις γκαρνταρόμπες των διάφορων πλούσιων ρεβεγιόν και δεξιώσεων.
Οι πλούσιοι ήταν ντυμένοι μετά ρούχα των φτωχών!

«Τι επιτυχία!» λέμε εμείς που ξέρουμε όλη την ιστορία.
Και μακάρι να την ήξερε και ο καλλιτέχνης, που ευθύνεται για αυτό το εμπνευσμένο «outdoor installation», που κατέληξε ακόμα πιο επιτυχημένο από ότι το είχε σχεδιάσει.
Ο ίδιος όμως είχε μείνει με την εντύπωση πως είχε αποτύχει. Σε όλη τη διαδρομή από το σπίτι του μέχρι την αίθουσα δεξιώσεων του ξενοδοχείου που ήταν καλεσμένος, δεν είχε δει ούτε έναν άστεγο με ρούχα το ίδιο καλά σαν τα δικά του. Ήταν απογοητευμένος.
Μακάρι να ήξερε τι είχε συμβεί, όταν έδινε το μπλε του μοντγκόμερι στην υπάλληλο της γκαρνταρόμπας στην είσοδο. Το ίδιο εκείνο μοντγκόμερι που τον είχαν φωτογραφίσει να δίνει σε εκείνον τον φαλακρό γέρο με τα λιγδιασμένα μούσια που διασχίζει καθημερινά την Allen Street από το πρώτο νούμερο μέχρι το τελευταίο και πάλι πίσω. Μόνο και μόνο γιατί δεν έχει κάτι άλλο να κάνει ή κάπου αλλού να πάει. Δεν το αναγνώρισε όταν το αγόρασε μερικές μέρες μετά από ένα μαγαζί σε κεντρική οδό. Ούτε αυτό ούτε τα υπόλοιπα ρούχα του.
Αν ήξερε ίσως αισθανόταν καλύτερα. Ίσως πάλι να αισθανόταν ηλίθιος. Ίσως ακόμα να μην του ήταν αρκετό αν οι υπόλοιποι δεν ήξεραν.
Αυτή είναι η καλή χριστουγεννιάτικη πράξη του αφηγητή για φέτος. Να μαθευτεί αυτή η ιστορία.

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

63. Υπέρ Ανάστασης νεκρών.

     Στο βασίλειο των ζωντανών αποτελεί νομοτέλεια οι πιο αδικημένοι να είναι οι νεκροί. Είναι καταδικασμένοι στο θάνατο, τον ανούσιο. Ζηλεύουν την ουσία της ζωής, και φθονούν τους ζωντανούς για τις ανάσες τους.
     Η παρακάτω ιστορία έχει συμβεί, θα συμβεί, και ίσως συμβαίνει και τώρα. Όμως πιστοί στον Κύριο χρόνο των αφηγήσεων και λάτρεις της αισιοδοξίας θα την αποδώσουμε σαν να έχει μονάχα συμβεί μία φορά.
   
     Κάποτε ήρθε ο καιρός που οι νεκροί πλήθυναν. Η φύση φρόντισε για αυτό. οι άνθρωποι βοήθησαν να συμβεί. Η ανυπόφορη αλήθεια αποκάλυψε την πραγματικότητα σε νεκρούς που ως τότε νόμιζαν πως ήταν ζωντανοί. Και διάφορα ψέματα κάθε λογιών, έπεισαν δυσαρεστημένους ζωντανούς για την αψυχιά τους.
     Ο αριθμός των νεκρών είχε αυξηθεί επικίνδυνα.
     «Τι στρατός!» σκέφτηκε κάποιος.
     Ένας τέτοιος στρατός θα μπορούσε να τον κάνει βασιλιά. Κι ήταν αυτές του οι σκέψεις, που δεν έμειναν άπρακτες και ανυποστήρικτες, που έβαλαν σε κίνηση ένα πανάρχαιο ξόρκι.
     Ο Κάποιος έγινε βασιλιάς. Κυβερνών των ζωντανών και των νεκρών. Αν ήταν καλός ή κακός αυτό το ξέρουμε, μα είναι νωρίς για να το νιώσουμε. Θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει σαν δίκαιο βασιλιά, καθώς κυβερνούσε ως ίσους τους ζωντανούς, με τους ως τότε αδικημένους νεκρούς.
     Τέτοιων ειδών εξισώσεις βέβαια γίνονται προς τα κάτω. Έτσι ούτε οι ζωντανοί ήσανταν ευχαριστημένοι, ούτε οι νεκρού βρέθηκαν να χαίρονται. Αλλιώς τα είχαν ονειρευτεί σαν πέθαιναν δεύτερη φορά, και τρίτη, και τέταρτη μερικοί, για να ανεβάσουν στο θρόνο του βασιλείου εκείνο τον Κάποιο.
     Κακός δυνάστης ήταν λοιπόν για όλους. Δεν πέρασε πολλής καιρός κι άρχισαν τα στόματα να μιλάνε για επαναστάσεις, και χέρια έφτιαχναν ρολόγια που μετρούσαν αντίστροφα το χρόνο του.
     Κάθε χτύπος καθενός ρολογιού μετρούσε και άλλο λεπτό προς την δικαιοσύνη. Όχι το ίδιο με τα άλλα. Ήταν μία αντίστροφη μέτρηση αθροιστική και όχι παράλληλη. «Ζητούνται και άλλα ρολόγια», γραφόταν στους τοίχους τα βράδια.
     Αργά - πάντα αργά – ο χρόνος του Κάποιου τελείωσε. Τα ρολόγια την ώρα την είχαν μετρήσει κι είχε φτάσει.
     Η ώρα οι ζωντανοί να ζήσουν.
     Η ώρα οι ξεγελασμένοι να ελπίσουν την όμορφη αλήθεια, πως ήταν και είναι ακόμη ζωντανοί.
     Μα οι νεκροί; Τι ώρα ήταν εκείνη για τους νεκρούς; Θα γύριζαν σάμπως στους τάφους τους; Ή μήπως θα επέστρεφαν στο ψέμα πως είναι τάχα ζωντανοί; Καταδικασμένοι να ζήσουν μονάχα την αποκάλυψη της ανυπόφορης αλήθειας πως είναι νεκροί, και τίποτα άλλο.
     Ένα πανάρχαιο ξόρκι κινούταν για αυτούς και η ώρα του ήταν εκείνη.
     Όσοι από τους νεκρούς κατάλαβαν τις προδομένες, από την αρχή, υποσχέσεις που τους είχαν δοθεί επήραν το σώμα του έκπτωτου βασιλιά και το έφαγαν σαν να ήταν θεία κοινωνία. Αυτό τους ζωντάνεψε.
     Έτσι οι νεκροί λιγόστεψαν κι η ιστορία τελειώνει.

     Το ξόρκι αυτό υπάρχει και θα υπάρχει. Μα είναι καλύτερα, λένε οι γραφές, οι ζωντανοί να φροντίζουν να μην γεννάνε νεκρούς.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

62. Η πρώτη συμφωνία της Τίχτα (ή πώς κατοικήθηκε).

     Περιοχή της Τίχτα ήταν από πάντα ένας τόπος άγονος και αφιλόξενος. Συναντώντας την περιοχή αυτή κάποιος, του κάνει εντύπωση πως είναι κατοικημενοι, και μάλιστα εδώ και αιώνες. Η έκπληξη του μεγαλώνει περισσότερο όταν μαθαίνει πως κάποτε υπήρξε μία έντονη διαμάχη μεταξύ δύο νομαδικών φυλών για να το ποια από τις δύο θα κατοικούσε εκεί.
     Οι δύο νομαδικές ομάδες έφτασαν στην Τίχτα την ίδια μέρα, η μία από την ανατολή και η άλλη από την δύση. Λένε μάλιστα πως καθώς και οι δύο φυλές ανήκαν στο ίδιο έθνος και έμοιαζαν πολύ στα χαρακτηριστικά και τις φορεσιές τους. Τόσο που στην αρχή νόμιζαν πως στον ορίζοντα τους υπήρχε ένας μεγάλος καθρέφτης έργο του θεού εκείνου που στο μέλλον οι απόγονοι τους θα αναγνώριζαν στο όνομα του Αλλάχ.
     Όσο πλησίαζαν όμως οι από εδώ τους από εκεί, άρχισαν να καταλαβαίνουν πως μπροστά τους δεν βρισκόταν ο καθρέφτης που είχαν πιστέψει και οι φιγούρες που μεγάλωναν καθώς πλησίαζαν δεν ήταν, όπως είχαν νομίσει τα γυάλινα είδωλα των σωμάτων τους, αλλά κάποια σάρκινα είδωλα κάποιου άλλου καθρέφτη. Τα μάτια τους και ο νους τους έβλεπαν ξένους.
     Ο ουρανός ξεγελάστηκε για μια στιγμή και νόμιζε πως στα χέρια των ανδρών άστραψαν από το φως του ήλιου καθρέφτες. Και εκείνος καθώς πλησίασε να κοιτάξει καλύτερα, κάνοντας τον παράδεισο να πλησιάζει πιο πολύ την κόλαση, είδε την αλήθεια. Στα χέρια των αντρών υπήρχαν χατζάρια και σπαθιά, που έλαμπαν όλο και λιγότερο καθώς το στιλπνό σίδερο και ατσάλι τους βαφόταν με αίμα ξένο.
    Αρέστηκε λένε η Ιστορία σε αυτές τις περιγραφές και ζήτησε η μάχη μεταξύ των δύο φυλών να διαρκέσει καιρό πολύ. Με μεσολάβηση της Ειρωνείας, που πάντα ψηλώνει όσο γης χωρίς αξία ποτίζεται με το νερό της καρδιάς των ανθρώπων, το χατίρι της δεν χαλάστηκε. Η Νίκη και η Ήττα και όσα δίνουν και παίρνουν λόγο από τους Άρχοντες παρέμεναν άπραγα αφήνοντας τις δύο φυλές να αποδεκατίζονται, στο σημείο που κόντευαν στον αφανισμό τους.
    Μα μέσα στην απραγία των ανωτέρων του Ορισμών είναι που ο άνθρωπος βρίσκει ευκαιρία και γίνεται κύριος του εαυτού του και της Μοίρας του κόσμου. Έτσι ένα βράδυ καίγοντας τα άψυχα σώματα των νεκρών τους οι δυο φυλές είδαν η μια στην ανατολή και η άλλη στη δύση καπνούς να ανεβαίνουν στον χαμηλομένο ουρανό. Καπνούς που μαρτυρούσαν τον πόνου και των δύο πλευρών και έδωσαν το σημάδι πως οι δύο φυλές δεν διέφεραν όπως νόμιζαν. Την ίδια αυγή με στάχτες που είχαν την αρμύρα των δακρύων κολλημένες στα μάγουλα τους οι αρχηγοί και οι γέροι των φυλών συνθηκολόγησαν. Συμφώνησαν να ζήσουν μαζί στον τόπο εκείνο που ήταν η αιτία της έχθρας τους.
     Έτσι κατοικήθηκε η περιοχή Τίχτα. Ένα μικρό χωριό από δύο διαφορετικές φυλές φτιάχτηκε εκεί, που η φτωχή γη της περιοχής (αλλά και άλλα περιστατικά) δεν επέτρεψαν να γίνει ποτέ κάποια ξακουστή πόλη. Ακούγεται όμως από την ιστορία αυτή που να εξυπηρετεί σαν παράδειγμα για την ειρήνη και την ομόνοια.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

61. Η επίσκεψη ενός νεαρού μάγου σε μία παραλία.

     Μια φορά και έναν καλό καιρό, ήταν ένας νεαρός και ισχυρός μάγος που αποφάσισε να πάει μία βόλτα στη θάλασσα.
     Έβαλε στο σάκο του τα μπανιερά του και πήγε σε μία απόμερη παραλία ενός μικρού κολπίσκου. Ομπρέλα δεν χρειαζόταν γιατί η παραλία είχε μεγάλα και πυκνά αρμυρίκια που έκαναν καλή σκιά. Ξάπλωσε κάτω από ένα και άπλωσε το βλέμμα του μπροστά. Η θάλασσα είχε ένα βαθύ μπλε χρώμα που ως τον ορίζοντα γινόταν πράσινο, τόσο που ο νεαρός μάγος ένιωθε πως αν έπαιρνε κάποιο καράβι ως εκεί θα έφτανε σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Στο δεξί του χέρι υπήρχε μία μικρή βραχονησίδα. Πάνω της θαύμασε τους χαμηλούς θάμνους που φύονταν εκεί, και με έκπληξη παρατήρησε γκρίζους λαγούς με μακριά αυτιά να τρέχουν ανάμεσα στα φυλλώματα τους.
     Ο ουρανός ήταν καταγάλανος, σχεδόν όσο τα νερά στο μικρό κόλπο που γυάλιζαν στον ζεστό ήλιο. Ολόλευκα σύννεφα ταξίδευαν με ταχύτητα από το βορρά προς το νότο λες και ήταν χελιδόνια. Ο μάγος ένιωσε ευτυχισμένος στο γαλήνιο αυτό τόπο, που ήταν θαρρείς, ένα κομμάτι του παραδείσου στη γη των εξόριστων.
     Μόνο ένα πράγμα χαλούσε την διάθεση του νεαρού μάγου. Ο αέρας φυσούσε δυνατά και σήκωνε κύμα στον μικρό κόλπο. Δεν του άρεσε να κολυμπά όταν είχε κύματα η θάλασσα. Άλλωστε δεν ήραν πολύ καλός κολυμβητής.
     Έτσι πριν βουτήξει στο νερό έκανε ένα ξόρκι. Έκανε τον άνεμο να πάψει. Ο κόλπος έγινε απάνεμος. Τα νερά ησύχασαν. Ούτε ένα μικρό κυματάκι δεν ακουγόταν στην ακροθαλασσιά. Μονάχα το κελάηδημα κάποιων πουλιών που κοιτούσαν κρυμμένα στα αρμυρίκια , στα οποία είχαν βρει καταφύγιο από τον ήλιο, ακουγόταν.
     Ο νεαρός μάγος μπήκε στα κρυστάλλινα νερά και κολύμπησε απολαμβάνοντας την ηρεμία και την ομορφιά του τοπίου. Από το χαμόγελο του, μία σκέψη βρήκε άνοιγμα και μπήκε στο κεφάλι του. Να πάει μέχρι την βραχονησίδα να δει από το κοντά τους λαγούς.
     Την βρήκε πολύ ωραία σκέψη.
     Όμως ο μάγος δεν ήταν πολύ καλός κολυμβητής, και η βραχονησίδα ήταν μακρύτερα από ότι νόμισε. Δεν εκτίμησε καλά τις αντοχές του και πνίγηκε ο δύστυχος.
     Το ξόρκι που είχε κάνει έτσι, δεν λύθηκε ποτέ. Αέρας ποτέ δεν δρόσισε ποτέ εκείνον τον κόλπο. Κύμα δεν χτύπησε ποτέ στις άκρες των νερών του. Έτσι ο ζεστός ήλιος ξέρανε τα αρμυρίκια και τους θάμνους στη βραχονησίδα. Έτσι τα νέα έμειναν στάσιμα και βρώμισαν. Οι λαγοί δεν είχαν να φάνε και λιμοκτόνησαν. Τα πουλιά πέταξαν μακριά παίρνοντας μαζί τους τα όμορφα τραγούδια τους αφήνοντας το τοπίο ολότελα βουβό. Το μόνο αξιοθέατο στον κόλπο αυτό πια είναι που από εκεί βλέπει κανείς το μοναδικό νεκροταφείο λαγών στο κόσμο.
     Βλέπετε καμιά φορά η ευτυχία δεν ανέχεται παρεμβάσεις.
     Συνιστάται λοιπόν προσοχή.

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

60. Οι Στρατηγοί του Βόροδη.


Σαν έφτασε φιρμάνι στον βασιλιά Βόροδη πώς οι λεγεώνες ξεκίνησαν να κατακτήσουν το βασίλειο του, διέταξε τους επτά στρατηγούς του σε πολεμικό συμβούλιο. Χωρίς πολλές κουβέντες οι στρατηγοί συμφώνησαν να στείλουν τον στρατηγό Σουρένα με την στρατιά του να υποδεχτεί τον εχθρό στα σύνορα της χώρας, κοντά στο μεγάλο ποταμό.

Ο Σουρένας επιδεικνύοντας ψυχραιμία και δυνατό στρατηγικό νου κατάφερε να κυκλώσει το αντίπαλο στράτευμα που υπερείχε πέντε φορές σε αριθμό από την στρατιά του και πέτυχε μία θριαμβευτική νίκη. Ο θρίαμβος του Σουρένας έφτασε από την μία άκρη της χώρας ως την άλλη. Σε τέσσερις μέρες έφτασε και στα αυτιά του βασιλιά.

Ο Βόροδης φοβούμενος πως μετά την νίκη του ο Σουρένας θα αποκτούσε μεγάλη εξουσία και φήμη και τέλος θα του έπαιρνε τον θρόνο, διέταξε να σκοτώσουν τον στρατηγό του. Βλέποντας το αυτό οι υπόλοιποι στρατηγοί ανήσυχοι συσκέφτηκαν μυστικά. Με τον πόλεμο μόλις να έχει αρχίσει ήξεραν πως δεν ήταν η ώρα να ανατρέψουν τον βασιλιά. Έπρεπε αλλιώς να προστατευτούν. Σαν λύση σκέφτηκαν πώς για να αποφύγουν τη μοίρα του Σουρένα έπρεπε να μην προκαλέσουν τον βασιλιά με τα ανδραγαθήματα τους στη μάχη. Έτσι εκείνος δεν θα φοβόταν πώς απειλούν την εξουσία του όπως ο Σουρένας και δεν θα διέταζε το θάνατο τους. Στις επόμενες μάχες όλοι τους συμφώνησαν να πράξουν κάτω των δυνατοτήτων τους. Πράγμα όχι και τόσο δύσκολο για κάποιον.

Έτσι, οι μάχες για την υπεράσπιση της χώρας χάνονταν όλες η μία μετά την άλλη. Σε κάποια από αυτές ο Άνατος, ένας από τους πιο ικανούς στρατηγούς, λίγο πριν η λόγχη ενός ελαφρού πεζού σκίσει το πέπλο της όρασης του, συνειδητοποίησε πόσο λανθασμένη ήταν η απόφαση που είχαν πάρει. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την σκέψη του, και έπεσε νεκρός μη μπορώντας να προειδοποιήσει τους άλλους για τη λάθος απόφαση τους.

Όλοι οι στρατηγοί του Βόροδη πέθαναν στη μάχη και τελευταία τους σκέψη ήταν πως παρότι έπραξαν έτσι ώστε να αποφύγουν την μοίρα του Σουρένα, θα την προτιμούσαν χίλιες φορές από τον δικό τους θάνατο. Έτσι ή αλλιώς κατέληγαν νεκροί. Νεκροί και ηττημένοι. Αντίθετα με τους ίδιους το όνομα του Σουρένα δεν θα ξεχνιόταν ποτέ.

Τα φαντάσματα των στρατηγών, λένε, στοιχειώθηκαν από την αδικία του κόσμου αυτού, οι άξιοι να φοβούνται τους ανάξιους της εξουσίας. Στον μεταθανάτιο βίο τους οι οι ψυχές τους έμεναν ταραγμένες από τον άδικο τέλος της ζωής τους που είχε αδικηθεί τόσο από τους ίδιους όσους και από άλλους. Δεν πήρε καιρό όμως πριν γαληνεύσουν, αφού δεν άργησε το βασίλειο, όπως ήταν φυσικό μετά από αλλεπάλληλες ήττες στα πεδία των μαχών, να κυριευτεί από τον εχθρό. Ο Βόροδης έτσι (και όχι αλλιώς) έχασε το θρόνο του και την ζωή του.

Ας είναι ευλογημένος ο κόσμος αυτός για την δικαιοσύνη με την οποία αντιμετωπίζει τους ανάξιους.

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

59. Τα σκαθάρια της Σιάμ


Κάποτε σε κάποια πόλη που χτίστηκε σε μια χερσόνησο κοντά στα σύνορα της γης του κόσμου των ονείρων, αλλά για κάποιο λόγο ερήμωσε και ξεχάστηκε, υπήρχαν οι έμποροι των ονείρων. Οι άνθρωποι αυτοί, που αργότερα κατηγορήθηκαν για ανείπωτη ανηθικότητα, πουλούσαν όνειρα στους ανθρώπους. Κάποιοι από αυτούς πουλούσαν και εφιάλτες χρησιμοποιώντας τα σκαθάρια της Σιάμ.

Αυτά τα έντομα από τον κόσμο των ονείρων, μαύρα σαν το έρεβος και με σκληρές αρθρώσεις σαν δόντια που τρίζουν, έρχονται και χώνονται στα σκεπάσματα όσων κοιμούνται την στιγμή που ονειρεύονται. Αφού περπατήσουν σε όλο το σώμα με τρόπο που είναι σαν να μετράνε την μάζα του καταλήγουν στο λαιμό ή στον ώμο. Εκεί τσιμπάνε τον ονειρευόμενο. Το τσίμπημα είναι τόσο δυνατό που ο ονειρευόμενος ξυπνάει. Ένα κόκκινο σημάδι μένει στο δέρμα του σαν έκζεμα, και μια αναστάτωση μένει μέσα του σαν ταραχή προμήνυας.

Η συνέχεια του ύπνου είναι άσχημη και ανήσυχη, συνοδευόμενοι από σύντομες εικόνες σαν κοφτούς εφιάλτες. Κάθε τέτοια εικόνα γίνεται ένα νέο σκαθάρι της Σιάμ λένε, και το πλάσμα αυτό απαλλάσσεται από κάθε κακοβουλία για τις πράξεις του μιας και ότι κάνει το κάνει για να αναπαραχθεί.

Όταν το εμπόριο των ονείρων καταργήθηκε με την βία, όσοι εμπορεύονταν εφιάλτες είχαν την ίδια τύχη με τους εμπόρους των ονείρων. Οι πράξεις τους αν και διαφορετικές ζυγίστηκαν το ίδιο. Από κάποιους θεωρήθηκαν ελαφρύτερες. Οι βαρύτερες τιμωρίες αποδόθηκαν σε αυτούς που καλλιεργούσαν σε υπόγειες πέτρινες αίθουσες με άνετα και μαλακά κρεβάτια τα σκαθάρια της Σιάμ και τα έδιναν στο εμπόριο.

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

58. "Οι κόκκινες Πορφύρες"

    Μια μέρα οι αφεντάδες συναντήθηκαν όλοι στο ποτάμι. Ο καθένας είναι από μαζί του από δύο σκλάβους για να του πλύνουν και να του κουβαλήσουν τα πλουμιστά του ρούχα.

    Γυμνοί στάθηκαν κάτω από τις μυρτιές και άρχισαν να συζητούν, ενώ οι σκλάβοι τους μούσκευαν και έτριβαν τα ρούχα των αφεντών τους. Κεντρικό θέμα συζήτησης ήταν η όλο και πιο συχνή ανυπακοή των υπηκόων τους που παρά τον βούρδουλα, την πείνα και την αγχόνη δεν το έπαιρναν απόφαση να συνετιστούν. Ο λόγος που είχαν βρεθεί όλοι στο ποτάμι άλλωστε ήταν γιατί όλα τους τα ρούχα είχαν λερωθεί από τομάτες και λοιπά οπωροκηπευτικά που τους είχαν πετάξει ενώ έβγαιναν στο δρόμο.

    «Ανυπόφορο!» ξεστόμισε με κατακριτικό ύφος μία πλαδαρή ηλικιωμένη που ο άντρας της εμπορευόταν αλάτι και πιπέρι.

    Ξαφνικά κάποια άλλη, που κατείχε τεσσαράκοντα εκτάρια γης, σηκώθηκε από την πέτρα που καθόταν. Στάθηκε όρθια, με το ένα χέρι να καλύπτει το γυμνό της στήθος και με το άλλος να πιάνει το μάγουλο της, και κοιτάζοντας τους υπόλοιπους αφεντάδες μοιράστηκε την διαπίστωση της. Όλοι τους εκεί!

    «Αλίμονο!» αναφώνησε κάποιος και η στρογγυλή του κοιλιά ταράχτηκε. Όλοι έκαναν την ίδια σκέψη με εκείνη. Ποιος ήταν στην πόλη να φυλάει την αρχοντιά τους;

    «Τι κι αν ενώ είμαστε όλοι μαζεμένοι εδώ, αυτοί επαναστατήσουν και χάσουμε όσα με κόπο κατέκτησαν οι παππούδες μας και με περισσή γενναιοδωρία μας τα κληροδότησαν;»

    «Ηρεμήστε.» αποκρίθηκε κάποιος πιο ψύχραιμος και πονηρός «Αν είναι να το επαναστατήσουν τελικά, δεν θα το κάνουν όσο είμαστε στο ποτάμι, εκτεθειμένοι από όλες τις απόψεις. Το θέμα είναι να τους ξεγελάσουμε.» 

    Έκατσαν τότε όλοι και σκαρφίστηκαν την εξής πανουργία. Αποφάσισαν να δώσουν την ελευθερία σε όλους τους σκλάβους τους και να αρχίζουν να τους πληρώνουν για τις δουλειές τους. Θα φρόντιζαν βέβαια όλα τα χρήματα που θα τους έδιναν να τα παίρνουν πίσω, πουλώντας τους τρόφιμα και πράγματα, νοικιάζοντας τους τα χαμόσπιτα που έμεναν, και βάζοντας τους να πληρώνουν φόρους πως σαν σκλάβοι πια δεν πλήρωναν. Τίποτα για τους αφέντες δεν θα άλλαζε. Μονάχα οι σκλάβοι πια δεν θα ήταν χρεωμένοι στα οικόσημα τους με τις ζωές τους, αλλά με τα χρήματα τους.

    Μόνο ένα σφάλμα είχε το τέλειο σχέδιο των αφεντάδων. Όλα αυτά τα είχαν συζητήσει μπροστά στους σκλάβους ενώ τους έπλεναν τα ρούχα. Γυμνοί άρπαξαν τα όπλα τους και ξεχύθηκαν στο ποτάμι. Το νερό έγινε κόκκινο.

    Ύστερα οι αφεντάδες φορώντας κόκκινες πορφύρες γύρισαν πίσω και ανακοίνωσαν με περισσή γενναιοδωρία πώς χαρίζουν σε όλους την ελευθερία τους.





Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

57. Ένας άλλος κόσμος αδικίας

     Όταν ο κόσμος ενός άλλου θεού ωρίμασε, και καρποφόρησε την αδικία του και αυτός σαν τον δικό μας, εκείνος κοιτώντας τους πεινασμένους και τους χορτάτους αποφάσισε να διορθώσει το λάθος που έβλεπε. Φύτεψε ένα σπόρο και τον άφησε να φυτρώσει, να βλαστήσει και να καρπίσει.
     Ο καρπός του φυτού αυτού είχε δύο μέρη, το ένα μέσα στο άλλο. Τα δύο αυτά μέρη χωρίζονταν από ένα σκληρό κέλυφος. Το μέσα μέρος του που ήταν πολύ νόστιμο ήταν το μικρότερο και δεν έφτανε να χορτάσει ένα μικρό κλωσόπουλο, ενώ το απέξω είχε αρκετή σάρκα για να ξεγελάσει ένα αγρίμι.
     Είχε στο νου του ο θεός με αυτό τον καρπό, οι χορτάτοι τόσο πολύ να ορέγονται το μέσα μέρος που να βάζουν τους φτωχούς πεινασμένους να καλλιεργούν το φυτό και να τους το δίνουν, διαχωρίζοντας το από το απέξω. Έτσι το απέξω που δεν θα το νοστιμεύονταν οι χορτασμένοι χορτάτοι θα έμενε να τρέφονται οι ως τότε πεινασμένοι. Μα η αδικία – και η ανοησία - στον κόσμο ήταν τέτοια που το απέξω πετιόταν και αφήνονταν να σαπίσει. Δεν δινόταν στους πεινασμένους για να χορτάσουν.
     Ο θεός απογοητεύτηκε. Με λύπη έκτοτε κοιτάει εκείνο τον κόσμο και απορεί. Μένει έτσι γιατί μέσα στην δική του σοφία δεν μπόρεσε α κατανοήσει την σοφία των χορτασμένων, αλλά ούτε και μπορεί να αναγνωρίσει στο δικό του λάθος τα λάθη των πεινασμένων.
     Όλα αυτά γιατί η αβάσταχτη αδικία δεν είναι κομμάτι του κόσμου αλλά κομμάτι του ανθρώπου.

 

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

56. Ο υφαντουργός του Κάιρου


     Στο Κάιρο της Αιγύπτου ζούσε κάποτε ένα σπουδαίος υφαντουργός. Γεννημένος από πλούσια οικογένεια, όταν οι γονείς του πεθάνανε είχε δεχτεί από την κληρονομιά να κρατήσει μόνο το πατρικό σπίτι, και τα υπόλοιπα τα άφησε να τα πάρουν τα αδέρφια του. Όλη η υπόλοιπη περιουσία του ήταν φτιαγμένη από τη δουλειά του. Δεν ήταν πλούσιος, μα είχε χρήματα να ζει και να δουλεύει όπως ήθελε και όπως ήξερε.     

     Ήταν φημισμένος για τα βαμβακερά σεντόνια που ύφαινε. Όλη η καλή κοινωνία κοιμόταν σε αυτά. Κάθε χρόνο με το πορτοφόλι γεμάτο, λίγες μέρες πριν την συγκομιδή πήγαινε στην κοιλάδα του Νείλου και διάλεγε τα χωράφια από τα οποία θα αγόραζε το βαρβαδεινό βαμβάκι που θα χρησιμοποιούσε για την ύφανση. Έδινε το καπάρο και ύστερα έστελνε δικούς του εργάτες να κάνουν τη συγκομιδή. Τις μονές μέρες τους έβαζε να τραγουδούν και τις ζυγές τους πλήρωνε διπλά.

      Ήταν γνωστός ο έρωτας του με μία αρωματοποιό που ζούσε στην Αλεξάνδρεια. Ο κόσμος σχολίαζε που δεν είχαν παντρευτεί. Ταξίδευαν, πότε εκείνος και κάποτε εκείνη, για να βλέπονται και να κοιμούνται μαζί. Την αγαπούσε τόσο λένε που κάποτε για χάρη της έβαλε σε εφαρμογή ένα από τα πιο πρόσφατα σχέδια των μάγων-τεχνητών. Για να την βοηθήσει στις δουλείες της άρχισε να φτιάχνει σεντόνια που μάθαιναν και αναγνώριζαν τον ιδιοκτήτη τους από την μυρωδιά.

      Τα σεντόνια αυτά όταν αναγνώριζαν την μυρωδιά αυτού που ξάπλωνε πάνω τους γινόντουσαν μαλακά και δρόσιζαν. Σαν όμως δεν αναγνώριζαν την μυρωδιά του, τσιμπούσαν, ίδρωναν και κολλούσαν πάνω στο δέρμα, μπλέκονταν στα άκρα και στο λαιμό του προκαλώντας του ύπνο ανήσυχο και ανυπόφορο.

      Με αυτό τον τρόπο ο υφαντουργός πίστευε πως όσοι αγόραζαν το άρωμα της αγαπημένης του θα αναγκάζονταν να το ξανά-αγοράσουν και έτσι εκείνη θα γινόταν ευτυχισμένη από την ξενοιασιά του πλούτου της. Ενώ ήλπιζε να συναντιούνται συχνότερα.

      Πολλά είναι τα σημεία που μπορούμε να σκεφτούμε πως είχε υπολογίσει λάθος ο υφαντουργός και που θα έκαναν το σχέδιο του να καταρρεύσει, όμως καθώς ήταν μύστης της μαγικής υφαντουργίας όλα λειτούργησαν όπως τα ήθελε. Μονάχα ένα φάνηκε να του ξέφυγε, πώς οι μόδες στα αρώματα ξεθυμαίνουν όπως οι μυρωδιές τους, και - μα τον δύστυχο - όπως οι αγάπες στις καρδιές ορισμένων γυναικών.

          Η ερωμένη του τον εγκατέλειψε στη βαθιά της απουσίας της την απελπισία, και λάνσαρε ένα καινούριο άρωμα για τους πελάτες της που την νύχτα καθώς τα σεντόνια όσων το φορούσαν δεν το αναγνώρισαν, από το Κάιρο μέχρι την Αλεξάνδρεια ο κόσμος έμεινε ξάγρυπνος, από τις φωνές όσων στριφογύριζαν στο άβολο τους κρεβάτι, όσων ξυπνούσαν από εφιάλτες κολασμένους και όσων έβρισκαν στραγγαλισμένους με τα σεντόνια τους ορισμένους.

 

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

55. Το Γκόαν


                Μια φορά και έναν καιρό λένε, άνθρωποι αποίκησαν στη χερσόνησο εκείνη της γης που οι ακτές της συνορεύουν με την Σιάμ, την χώρα του μυθικών πλασμάτων του ύπνου. Οι νέοι άποικοι έγιναν ψαράδες, κτηνοτρόφοι και εργάτες της γης. Έφτιαξαν μία όμορφη πέτρινη πόλη, με πέτρινους δρόμους και πέτρινα σπίτια. Ζούσαν ήρεμα και ευτυχισμένα και κοιμόντουσαν ύπνο πλούσιο και βαθύ.
                Κάποτε ανέπτυξαν τόσο την γνώση των θαυμάτων της Σιάμ και την τέχνη του ύπνου τόσο, που ορισμένοι άφησαν τα δίχτυα τους, τις ταΐστρες τους και τα δρεπάνια τους και έγιναν έμποροι ονείρων. Επάγγελμα προσοδοφόρο, αλλά ανήθικο. Εκείνη την εποχή δε, χαρακτηρίστηκε τόσο πολύ ανήθικο, τόσο για το περιεχόμενο του όσο και για την απληστία που συνόδευε τους εμπόρους των ονείρων, που απαγορεύτηκε διά ροπάλου και οι έμποροι τιμωρήθηκαν με εφιαλτικό θάνατο.
                Το μίσος και η προκατάληψη των κατοίκων μάλιστα για τους εμπόρους των ονείρων ήταν τόσο μεγάλο που διήρκησε χρόνια. Ακόμα και πολύ αργότερα της εξάλειψης τους, κάποιοι τους θεωρούσαν υπεύθυνους για την εμφάνιση του Γκόαν που λυμαινόταν την πόλη δεκαετίες αργότερα.
Το Γκόαν που το μέγεθος του ήταν τέτοιο ώστε βασάνιζε ολόκληρη την πόλη, πήγαινε την τρίτη φορά που κάποιος κοιμόταν και αποφάσιζε να μην σηκωθεί αλλά να συνεχίσει τον πρωινό του ύπνο για λίγο ακόμα, και του επέβαλε να σηκωθεί. Οι κάτοικοι της πόλης σηκώνονταν με κεφάλι βαρύ, αχόρταγο από την ομορφιά του όμορφου ύπνου που είχαν συνηθίσει ως τότε.
Απελπισμένοι από την παρατεταμένη κατάσταση στην οποία τους είχε υποβάλει το Γκόαν έψαχναν λύση. Κάποιος έπρεπε να σκότωνε το Γκόαν. Κάποιος ξένος όμως, καθώς φοβόντουσαν να το κάνουν οι ίδιοι μήπως και προκαλέσουν το μένος των πλασμάτων της Σιάμ.
Με την εξαφάνιση των εμπόρων των ονείρων η πόλη δεν είχε αρκετό πλούτο για να δώσει αρκετή αμοιβή σε όποιον το έκανε. Οι κάτοικοι της πια ήταν όλοι φτωχοί βιοπαλεστές. Έτσι σκαρφίστηκαν να σπείρουν μία φήμη. Διέδωσαν στις ξένες χώρες πως στην πόλη τους  μία βασιλοπούλα βασανίζεται από το φρικτό τέρας Γκόαν, που την ξυπνά πριν χορτάσει τον ύπνο της. Μια γυναίκα τόσο όμορφη που κανείς αν την έβλεπε θα έχανε τον ύπνο του. Αυτή τη φήμη διέρρευσαν και περίμεναν έναν γενναίο πολεμιστή να φτάσει στη χερσόνησο και να σφάξει το Γκόαν, ελπίζοντας πως θα κερδίσει την αγάπη της πανωραίας πριγκίπισσας.
Έτσι και έγινε. Μάλιστα όλα ήρθαν ιδιαίτερα καλά για τους κατοίκους της χερσονήσου. Ο γενναίος άντρας πληγώθηκε θανάσιμα στη μάχη με το Γκόαν, και δεν πρόλαβε να αναζητήσει το έπαθλο του. Ήσυχοι και απαλλαγμένοι οι κάτοικοι της πόλης έπεσαν να κοιμηθούν ανενόχλητοι. Δεν ξύπνησαν ποτέ. Η πόλη ρήμαξε και χάθηκε.


Ο αφηγητής αυτής της ιστορίας ισχυρίζεται πως άντλησε την παρούσα ιστορία από μία αντίστροφη εκδοχή της «ωραίας κοιμωμένης». Έχουμε λόγους να πιστεύουμε πως απλά στην κρεβατοκάμαρα του, στην δεξιά γωνία του ταβανιού του προσκέφαλου του, ζει ένα μικρό Γκόαν που τον βασανίζει.

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

54. Το πρόβλημα του Ερμέναου

                
     Όταν ο Βλαντιμίρ Βερνάντσκι (Vladimir Vernadsky) μίλησε για τη νοόσφαιρα, κάποιοι αναλύτες έσπευσαν να βρουν την λύση στο πρόβλημα που έθεσε ο Ερμέναος τον 2ο αιώνα προ χριστού.
     Ο Ερμέναος, συνταξιδιώτης του Αντίπατρου του Σιδώνιου, μέσα στις πολλές εντυπώσεις των ταξιδιών του συμπεριέλαβε και τους σκάλιθους.
     Τα ζώα αυτά ανήκουν στην μεγάλη οικογένεια των φανταστικών όντων των κυναίλουρων. Των ζώων δηλαδή που είναι αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς αν είναι σκύλοι ή γάτες ή και τα δύο. Ο Ερμέναος πέρα των άλλων αναφέρει πως το μέγεθος των σκάλιθων κατά κύριο λόγο δεν είναι μικρότερο από αυτό μίας γάτας και δεν ξεπερνά αυτό δύο σκύλων. Σημειώνει ωστόσο πως υπάρχουν μαρτυρίες Αιγυπτίων και άλλων φυλών της Αφρικής που μιλάνε για σκάλιθους μεγάλους όσο ένας νεαρός ελέφαντας.
    Οι σκάλιθοι, παρότι ακίνδυνοι για τον άνθρωπο - ποτέ δεν α επιτεθούν σε κάποιον - δείχνουν μεγάλη εχθρότητα για τα κατασκευάσματα του. Όποτε μπορούν ορμούν και με τα νύχια τους γδέρνουν και ζητούν να διαλύσουν τοίχους κτιρίων, μέρη μηχανημάτων και άλλα δημιουργήματα ανθρώπων.
     Τη βλαβερή αυτή συμπεριφορά αυτών των ζώων κατέγραψε ο Ερμέναος στα γραπτά του, σχολιάζοντας πως τα πλάσματα αυτά προκαλούν περισσότερη ζημία στα επιτεύγματα του ανθρώπου από την ίδια την πάροδο του χρόνου.
    Πιστεύοντας πολύ σε αυτή την άποψη του Ερμέναου ορισμένοι αναλύτες, αψηφώντας την αρχή της νοόσφαιρας, πως δηλαδή συνεχώς αυξάνεται και δεν είναι δυνατό κάποιο μέρος της να χαθεί, θεώρησαν πως οι σκάλιθοι προέρχονται από ένα μέρος της το οποίο όχι μονάχα μικραίνει, αλλά κινδυνεύει να εξαφανιστεί υπό την πίεση ενός άλλου ολοένα αυξανόμενου μέρους της νοόσφαιρας, αυτό των ιδεών των κατασκευών του ανθρώπου.
      Έτσι και τα ζώα αυτά αναγκάστηκαν να αφήσουν το φυσικό τους περιβάλλον και να περάσουν στον πραγματικό κόσμο, και για αυτό νιώθουν μίσος για τα όσα φτιάχνει ο άνθρωπος, και τους επιτίθενται να τα καταστρέψουν.
      Ως λύση προτείνουν την αύξηση του μέρους εκείνου της νοόσφαιρας στο οποίο ανήκουν οι σκάλιθοι, ώστε να επιστρέψουν και να πάψει η επιζήμια παραμονή τους στον κόσμο μας.
     Για να γίνει αυτό οι αναλύτες υποστηρίζουν πως όλοι πρέπει να γνωρίζουμε για αυτά τα φανταστικά πλάσματα, να σκεφτόμαστε και να διαδίδουμε την ύπαρξη τους.

Καθώς λοιπόν και εμείς πολύ τους πιστεύουμε περιλαμβάνουμε στην παρούσα συλλογή το παρόν, συμβάλλοντας έτσι στην λύση του προβλήματος του Ερμέναου.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

53. "Τα καλοτάξιδα"


Κάποτε ένας δημιουργός χωρίς τσιγγάνικο αίμα έδωσε σε μυστουργό χωρίς τσιγγάνικη καρδιά ένα δώρο. Αυτό δεν ήταν τίποτα παραπάνω - ή κάτι πιο λίγο - από ένα αλευροζημωτό χειροτέχνημα μιας απλής και ευρέως γνωστής συνταγής: 2 μέρη αλεύρι, 1 αλλάτι, 1 μέρος νερό.
Καθώς τίποτα δεν είναι τυχαίο και τίποτα δεν είναι απλό, και κανείς άλλος δεν ήταν παρόν στη δοσοληψία αυτή, και ο μυστουργός αρεσκόταν μόνο να δέχεται μοναδικά δώρα, και ο δημιουργός ήταν άξιος με τις τέχνες που καταπιανόταν, και μια γυναίκα είχε ονομάσει το χειροτέχνημα "καλοτάξιδο", και το όνομα αυτό ειπώθηκε και ακούστηκε με τρόπο βραχμανικό, γεννήθηκε μία τέχνη τσιγγάνικη. Η τέχνη των "καλοτάξιδων".
Τα φιλευχητήρια αυτά αν τα φτιάξει και τα δώσει κάποιος σε άνθρωπο τον οποίο συμπαθεί και που δεν γνωρίζει τις βαθύτερες του έννοιες, επιθυμίες, αγωνίες και προσευχές, που όμως με τρόπο ανθρώπινο και φιλικό τις συμμερίζεται και τις συμπάσχει και ας μην τις ξέρει, μία από αυτές θα συνδεθεί με το "καλοτάξιδο" και θα μείνει με αυτό μέχρι να χαλάσει.
Κανείς δεν ξέρει ποιο καλό ή ποιο κακό που απασχολεί τον παραλήπτη, και του συμβαίνει ή έτσι νομίζει, ή που εύχεται ή που φοβάται πως θα του συμβεί έχει συνδεθεί με το "καλοτάξιδο". Ούτε μπορεί να ξέρει αν αυτό πρόκειται να ξεκινήσει ή να σταματήσει όταν αυτό χαλάσει. Μπορεί κάτι ευτυχές να σταματήσει ή κάτι δυστυχές να τελειώσει, ή μπορεί μία ελπίδα ή κάποια απελπισία να εμφανιστεί όταν αυτό φθαρεί, θρυμματιστεί, ή σπάσει. Τα "καλοτάξιδα" έχουν την δύναμη να διατηρούν κάτι (καλό ή κακό) από το παρόν ή να συγκρατούν κάτι από το μέλλον. Μόνο αν αυτό χαλάσει ο κάτοχος του καταλαβαίνει ανάλογα με το τι θα πάψει ή θα συμβεί το φορτίο του "καλοτάξιδου". Έτσι τα "καλοτάξιδα" στην διπλή διττή τους φύση είναι ταυτόχρονα και φιλευχητήρια και φυλαχτά.
Σε κάθε περίπτωση είναι καλό ο παρασκευαστής τους να μην προσπαθήσει να τα κάνει περισσότερο γερά ή λιγότερο ανθεκτικά γιατί δεν ξέρει ποτέ για το τι θα είναι υπεύθυνος να παραμείνει ή να χαθεί, ή να έρθει. Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί άλλωστε να ισχυριστεί πως γνωρίζει το πλήρωμα του χρόνου του οτιδήποτε. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο και ο παραλήπτης δεν πρέπει να το βάλει σε μέρος τέτοιο ή να το μεταχειριστεί με τρόπο που το "καλοτάξιδο" του θα χαλάσει γρηγορότερα ή θα διατηρηθεί πιο πολύ.
Τα "καλοτάξιδα" - αν μπορεί κανείς διαβάζοντας τα παραπάνω να μάθει την τέχνη τους και να τα φτιάξει - καλό είναι να φτιάχνονται και να δίνονται με καλές προθέσεις και με πολλή άγνοια.
Αυτό τουλάχιστον συμβουλεύει ένας μυστουργός χωρίς τσιγγάνικη καρδιά που περηφανεύεται πως του δώσαν δώρο το πρώτο "καλοτάξιδο" που φτιάχτηκε ποτέ, ενώ σημειώνει πως κανείς δεν μπορεί να τα εμπορευτεί, καθώς "μόλις ο ήχος του νομίσματος ακουστεί αδυνατίζει η φρενική δύναμη τους".

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

52. Ο παππούς βάτραχος του Σαββατοκύριακου


Ακόμα το φως της μέρας δεν είχε χαθεί από τον ουρανό του δάσους των περιμυθιασμάτων. Ο μεγάλη κουκουβάγια είχε ανοίξει ήδη τα μάτια της. Πεινούσε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί άλλο. Δεν μπορούσε να περιμένει. Το σοφό αρπαχτικό δεν είχε καταφέρει να πιάσει τίποτε τις τελευταίες μέρες. Τον τελευταίο καιρό οι εξορμήσεις της τις καθημερινές ήταν ατελέσφορες. Νηστική επέστρεφε με το φως της αυγής στα πυκνά φυλλώματα και πριν κοιμηθεί αναθεμάτιζε το βατράχι, που ήταν υπεύθυνο για τη λίμα της.
Εδώ και καιρό, τον τελευταίο καιρό, τις καθημερινές ένα νέο βατράχι πρωτοστατούσε στη χορωδία των βατράχων που κάθε βράδυ νανούριζαν το δάσος και ξυπνούσαν τα όνειρα από τα βάθη της λίμνης. Άπειρο, και ίσως ατάλαντο το νέο βατράχι παρέσερνε τα άλλα σε ένα κακόηχο κρώξιμο από τότε που ο παππούς βάτραχος δήλωσε πως νιώθει κουρασμένος τις καθημερινές μέρες και θα τραγουδούσε μόνο Σαββατοκύριακα.
Τι όμορφα που ήταν όταν ο παππούς βάτραχος διεύθυνε. Τα ζώα που κοιμόντουσαν τη νύχτα κοιμόντουσαν βαθιά, και τα νυκτόβια αφαιρούνταν με τις  ωραίες ωδές των βατράχων. Εύκολα η κουκουβάγια τα άρπαζε στον ύπνο και στην αφηρημάδα τους και χόρταινε την πείνα της. Ακόμα και την λιγούρα της ικανοποιούσε τότε. Αυτά κάποτε και τώρα πια μόνο το τρίβραδο του Σαββατοκύριακου που τραγουδούσε ο παππούς βάτραχος. Τις καθημερινές που το τραγούδι των βατράχων ήταν κακοφορμισμένο στα αυτιά των ζώων, τα ζώα έκαναν ύπνο ελαφρύ και τα νυκτόβια είχαν συνέχεια το νου τους στην άνοστη ζωή τους, και το στομάχι της κουκουβάγιας έμενε ανοστίμευτο.
Απόψε όμως νύχτωνε Παρασκευής βράδυ, και μετά Σαββάτου, και ύστερα Κυριακής. Σαν να λέμε ύπνος βαθύς και ονειρεμένος για τα ζώα, νύχτες πλανεμένες για τα νυκτόβια, και κυνήγι προσοδοφόρο για την κουκουβάγια.
Τα βατράχια άρχισαν να ακούγονται που είχαν ανέβει στα νούφαρα της λίμνης. Ζέσταιναν τις φωνές τους. Έτοιμα να αρχίσουν. Σαν είδαν τα μάτια της κουκουβάγιας την νύχτα να πέφτει, τα φτερά της χτύπησαν και πέταξε. Σαν πέταξε και το κυνήγι της άρχισε, λιγουρεύτηκε να έβρισκε έναν καλοζωισμένο λαγό. Μέρα του ήταν .* Πέταξε λίγο ονειροπολώντας. Παρά την επιτακτική πείνα της, ήξερε πως είχε όλο το βράδυ μπροστά της, όλο το Σαββατοκύριακο. Μπορούσε να κάνει λίγη υπομονή για να ονειρευτεί.
Μα δυστυχώς και πάλι του νέου βατραχιού η φωνή ακούστηκε μέσα στο βράδυ. Όλα τα ζώα αναστατώθηκαν και δυσαρεστήθηκαν. Μα πιο πολύ το στομάχι της κουκουβάγιας έδειξε κάνοντας έναν ήχο την αντίδραση του. Περίμεναν τόσο αυτή τη βραδιά. Τι είχε απογίνει άραγε ο παππούς βάτραχος;
Το τραγούδι των βατράχων δεν ήταν λυπηρό, άρα δεν συνέβη θάνατος. Ήταν κάτι το ασχημότερο. Η κούραση που είχε αποτραβήξει τον παππού βάτραχο από τα καθημερινά νυχτερινά κονσέρτα ήταν μονάχα συνώνυμο της κούρασης που όλοι νόμιζαν –μαζί και εκείνος - , ήταν ένα χτικιό της ζωής από τα πολλά και ποικίλα που κυκλοφορούν στο δάσος των περιμυθιασμάτων, και που τώρα τον είχε πιάσει για τα καλά και θα του στερούσε και τα Σαββατοκύριακα.
Προσοχή λοιπόν σε τέτοιες συνήθειες “κούρασης” αν νομίζετε πως κάπως ταυτίζεστε (ή σας ταυτίζουν) με τον παππού βάτραχο, και μαζί με άλλους αναστεναγμούς, παρακαλούμε αφήστε και έναν για την λιμασμένη κουκουβάγια.


* Οι λαγοί στο δάσος των περιμυθιασμάτων πεθαίνουν πάντα ξημέρωμα Σαββάτου.