Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

40. "Ένα μέρος του κόσμου."

   Υπάρχουν οι άνθρωποι που αρνούνται να δεχτούν την πεζότητα με την οποία αντιμετωπίζουν οι υπόλοιποι την ζωή, όμως δυστυχώς επιμένουν να την ακολουθούν μέχρι να τους απελευθερώσει η απελπισία και η απόγνωση. 
    Τέτοιοι είναι συνήθως οι θαμώνες μίας υπόγειας παμπ του Λονδίνου, η διεύθυνση της οποίας είναι ανύπαρκτη καθώς αποτελεί ένα από τα τελευταία πραγματικά μέρη του κόκκινου λαβυρίνθου. Είναι χτισμένη με μεγάλους κόκκινους πήλινους πλίνθους, και ο τρόπος που οι μακρότοξες καμάρες του χώρου μπλέκονται είναι αρχιτεκτονικά αξιοθαύμαστος. Στους τοίχους της σε μεγάλες κόγχες είναι χωμένα μεγάλα ξύλινα βαρέλια γεμάτα ζεστή μαύρη μπύρα που ο καθένας είναι ελεύθερος να γεμίσει το ποτήρι του από αυτά. Αναφορά για σερβιτόρους δεν υπάρχει.
    Το χρήμα είναι έννοια ανόητη εκεί, τα χαρτονομίσματα δεν υπάρχουν και τα νομίσματα αποκτούν τελείως διαφορετική χρήση. Οι θαμώνες μεθυσμένοι ως επί το πλείστον συζητούν αναμετάξυ τους για διάφορες έννοιες, πλάσματα και μέρη. Συνηθισμένα θέματα είναι οι άγγελοι του Σβεντενμποργκ - που όλοι έχουν δει έστω και έναν ή τη σκιά ενός -, το παζάρι της κόκκινης άμμου - που όλοι κάποτε αγόρασαν κάτι ξεχωριστό από εκεί αλλά το έχασαν - και οι Άρχοντες. Λίγοι τολμούν να πουν ψέματα για αυτούς, και έτσι όσα λέγονται είναι ενδιαφέροντα ψέματα, αν δεν είναι πολύ ενδιαφέρουσες αλήθειες.
    Καμιά φορά μεθυσμένοι πιάνουν να τραγουδήσουν και να χορέψουν το τραγούδι του τρελού Ιώκ.
    Οι πιο ενδιαφέρουσες ώρες για τον περίεργο επισκέπτη είναι οι πρωινές. Ή τουλάχιστον αυτό λένε όσοι θέλουν να έχουν ήσυχη την συνείδηση τους. Αν κάποιος μάθει από αυτούς, για την ύπαρξη αυτού του μέρους του κόσμου και παράτολμα το αναζητήσει, και μοιραία το βρει παραπατώντας σε κάποιο παλιό στενόδρομο του Λονδίνου.

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

39. "Ο οίκτος της μύγας"

    Μία μέρα των ημερών ο Θεός, μάλλον από πλήξη, αποφάσισε να σπάσει την μονοτονία της παντογνωσίας του δοκιμάζοντας την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Έριξε μία την πάνθωρη ματιά του στην γη και βρήκε έναν άνθρωπο που ξάπλωνε ένα ανοιξιάτικο απομεσήμερο να ξεκουραστεί από τους κόπους της ζωής του που τον βασάνιζαν από μικρό.
    Ο άνθρωπος μέσα στην μέθη του μεσημεριανού ύπνου του κρύωσε και το δέρμα του τσιτσίριασε καθώς ο Θεός συγκεντρώθηκε πάνω του, όμως δεν κατάλαβε την προειδοποίηση στην σάρκας του και αμέριμνος τράβηξε το σεντόνι πάνω του να ζεσταθεί κομμάτι.
    Μία μύγα επιστράτευσε όλη και όλη ο παντοδύναμος Θεός για την δοκιμασία του. Η μύγα πήγε και έπιασε να βουίζει πάνω από το κεφάλι του ανθρώπου. Πρώτα άλλαξε πλευρό, μετά σκεπάστηκε, κούνησε μια δυο φορές το χέρι του στον αέρα, ώσπου διαμαρτυρήθηκε για την κακή του τύχη φωνάζοντας. Με τη φωνή που έβαλε ξύπνησε τελείως και αποφάσισε να εκδικηθεί. Σηκώθηκε και άρχισε να κυνηγά να χτυπήσει την μύγα, ανάμεσα στα χέρια του που τα βαρούσε το ένα πάνω στο άλλο.
     Επιτέλους ακούστηκε και ο τελευταίος κρότος και η μύγα είχε χτυπηθεί. Όμως δεν είχε πεθάνει. Είχε πέσει στο πάτωμα και βουρλιζόταν, πασχίζοντας να πετάξει. Ο άνθρωπος λυπήθηκε το έντομο όπως βασανιζόταν και αποφάσισε να το ζουπήξει με το δάχτυλο του να την σώσει από το μαρτύριο της. Πρότεινε τον δείκτη του δεξιού του χεριού και πήγε να την πατήσει σαν κουμπί. Λίγο που σιχαινόταν όμως λίγο που και η μύγα δεν καθόταν ήσυχη όπως χτυπιόταν δεν τα κατάφερε. Ξαναπροσπάθησε. Μετά την πρώτη προσπάθεια όμως η μύγα πια έκανε μεγαλύτερες προσπάθησες να μπορέσει να πετάξει και να σωθεί. Ο άνθρωπος τότε είδε πόσο σκληρά η ζωή προσπαθεί να επιβιώσει στη φύση και αποφάσισε τα πράγματα να συνεχιστούν χωρίς την δική του παρέμβαση πια.
    Έτσι και ο Θεός αποφάσισε να μιμηθεί την κρίση του και να αφήσει τον άνθρωπο να ζήσει για πολλά χρόνια και να μην τον λυτρώσει με έναν εύσπλαχνο θάνατο όταν τα δικά του βάσανα γίνονταν αβάσταχτα και απέλπιδα.
   
    Αυτή η ιστορία ονομάζεται "Ο οίκτος της μύγας" και χρησιμοποιούταν από το Τάγμα των Δαύκων για να δείξουν πόσο κακή επιρροή είναι ο άνθρωπος για τον Θεό.
    

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

38. "Η προσευχή για τον τεμπέλη"

   
    Κάποτε έζησε ένας πολύ μεγάλος τεμπέλης. Η διάθεση σου για δουλειά ήταν ανύπαρκτη και καθόλου προκοπή δεν είχε. Για χρόνια πολλά αποτελούσε βάρος στην τσέπη αλλά και στην έγνοια των γονιών του που τον έτρεφαν και αναρωτιόντουσαν πότε θα αποφάσιζε να πάει να δουλέψει να βγάζει μόνος το ψωμί που έτρωγε. Παρακαλούσαν νυχθημερόν οι κακόμοιροι τον Θεό να φωτίσει τον κανακάρη τους και να τους βοηθήσει.
     Ώσπου κάποια μέρα κάποιοι άνθρωποι ντυμένοι πλούσια μα και παράξενα, έφτασαν στην πλατεία της πόλης και πλησίασαν τον τεμπέλη να του μιλήσουν. Εκείνος καθόταν κάτω από τον πλάτανο. Σαν του είπαν πως του έχουν μία επαγγελματική πρόταση εκείνος δυσανασχέτησε και δυσφόρησε αλλά προσποιήθηκε  πως τον ενδιέφερε για να μην του κολλήσουν την ρετσινιά του τεμπέλη.
     Κανείς όμως δεν το περίμενε πως η πρόταση των ξένων θα ήταν τόσο ενδιαφέρουσα. Του υποσχέθηκαν πως αν πάει μαζί τους και μείνει στο σπίτι τους σε μέρος ασφαλές και ζεστό για ένα χρόνο, θα τον ταΐζουν παραπάνω από όσο τραβάει η όρεξη του και δεν θα του ζητούσαν να κάνει τίποτε. Όλα θα τα έκαναν αυτοί. Απλά για έναν χρόνο θα τους ανήκε και για κάθε μέρα που περνούσε θα του χρωστούσαν στο τέλος και από ένα σελίνι.
     Καιροί αγνοί και απονήρευτοι τότε, για τριακόσια εξήντα έξι σελίνια, καθώς ο χρόνος ήταν και δίσεκτος, για να κάθεται και να τρώει και να πίνει κάποιος χωρίς να κάνει και τίποτε άλλο ήταν μία προσφορά που ακόμα και ένας τεμπέλης σαν και αυτόν δεν γινόταν να αρνηθεί. Περιχαρής δέχτηκε.
     Σηκώθηκε από την σκιά του , έδωσε τα χέρια με τους ξένους και πήγε σπίτι να πει τα νέα στους γονείς τους, να τους ευχαριστήσει με τα νέα και να του ετοιμάσουν τα πράγματα να φύγει. Χαρούμενοι και αυτοί του ετοίμασαν τα ρούχα του σε ένα μπόγο μαζί με κάποια άλλα πράγματα, και τον έστειλαν στην ευχή του Θεού.
     Πράγματι τα πράγματα ήταν όπως του τα είχαν πει. Το μέρος που τον πήγαν δεν ήταν κανένα παλάτι, αλλά τον τάιζαν, τον πότιζαν και τον πρόσεχαν χωρίς να του ζητάν τίποτα παρά να κάθεται. Οι μήνες περνούσαν και ο τεμπέλης ευλογούσε την καλή του τύχη. Επιτέλους η εξάσκηση τόσων χρόνων είχε επιτέλους ευοδώσει. Κοιμόταν και ξυπνούσε με χαμόγελο και ξενοιασιά. Τα πέρναγε πολύ όμορφά. Από την καλοπέραση είχε παχύνει και φαρδύνει. Κάπου κάπου στεναχωριόταν όμως που ο χρόνος θα τελείωνε και θα έπρεπε να επιστρέψει στο φτωχικό των γονιών του. Άραγε θα έβρισκε πάλι μία τόσο καλή δουλειά που να την είχε σπουδάσει και τώρα πια την είχε δουλέψει κιόλας; Παρηγορούταν τουλάχιστον με την αμοιβή του.
     Όταν το πλήρωμα του χρόνου ήρθε. Την τελευταία μέρα οι αφεντάδες του τεμπέλη μπήκαν στο μέρος που κοιμόταν. Το ύφος τους δεν του άρεσε του τεμπέλη και πιο πολύ αυτά που κρατούσαν στα χέρια τους. Ο καθένας τους είχε από μία κοφτερή λεπίδα. Παχύς και δυσκίνητος όπως είχε καταντήσει δυσκολεύτηκε να σηκωθεί και να ζητήσει τον λόγο. Θα τον έσφαζαν. Τους ανήκε και το σφάξιμο θα το έκαναν αυτοί όπως όλα τα άλλα.
      Ο τεμπέλης σφάχτηκε ανήμπορος σαν ένα γουρούνι που το καλό-έθρεβαν τόσο καιρό για να το φάνε. Και αυτό έκαναν οι παράξενοι άντρες. Μετά το δείπνο έστειλαν τριακόσια εξήντα έξι σελήνια στους γονείς του τεμπέλη, μετά των ευχαριστιών τους.
      Θα μπορούσε να πει κανείς πως οι προσευχές τους εισακούστηκαν.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

37. "Ο άνθρωπος και ο παπαγάλος"

    Κάποτε στην Ανατολή ένα ζεστό μεσημέρι ένας άντρας μετέφερε ένα κλουβί με έναν παπαγάλο. Για κακή του τύχη του άντρα, του ήρθε ζάλη από την ζέστη και την δίψα, παραπάτησε και σκόνταψε. Για να προστατευτεί ο κακομοίρης από την πτώση άφησε του κλουβί από τα χέρια του και τα έβαλε μπροστά. Το κλουβί έπεσε και άνοιξε. Ο παπαγάλος που και αυτός υπέφερε από την πολύ ζέστη πέταξε και βρήκε λίγη δροσιά στα φύλλα μιας χουρμαδιάς, όπου και στάθηκε σε ένα κλαδί της.
    Ο κακότυχος άντρας αφού σηκώθηκε και ξεσκονίστηκε από τη σκόνη του δρόμου κοίταξε δεξιά και αριστερά να βρει τον παπαγάλο. Όταν τον εντόπισε, ανακουφίστηκε που δεν είχε φύγει μακρυά και δεν τον είχε χάσει. Πως όμως θα τον έβαζε πάλι μέσα στο κλουβί του; Φοβούμενος πως αν αρχίζει να σκαρφαλώνει στη χουρμαδιά ο παπαγάλος θα πετάξει μακρυά, με το φτωχό του το μυαλό αποφάσισε να τον πείσει να μπει στο κλουβί του οικειοθελώς. Ή έστω να πλησιάσει και να τον πιάσει  για να τον βάλει στο κλουβί του με την βία.
    Ο άτυχος ο άνθρωπος ξεκίνησε τα καλοπιάσματα και τις καλολογίες μα ο παπαγάλος δεν έμοιαζε να πείθεται. Δεν κουνιόταν ρούπι από το κλαδί. Ο άντρας τότε άρχισε να κουνά τα χέρια του και του και να κάνει νοήματα. Μιμούταν πως το χέρι του ήταν πουλί και πετούσε μέσα στο κλουβί. Επανέλαβε πολλές φορές αυτή τη μίμηση χωρίς αποτέλεσμα. Ύστερα προσπάθησε να τον δελεάσει κουνώντας καρπούς και φρούτα για να τα λαχταρίσει ο παπαγάλος, και όταν νόμιζε πως έχει τραβήξει την προσοχή του τα έριχνε μέσα στο κλουβί.
    Ο δόλιος μη βλέποντας τον παπαγάλο να πείθεται με κανέναν τρόπο, βάλθηκε να βελτιώσει τις μιμήσεις του τελικά. Μιμήθηκε την φωνή του παπαγάλου και προσπάθησε να του μιλήσει στην γλώσσα των πτηνών και των ανθρώπων. Συνέχισε αν τον παρακαλά και να του υπόσχεται χίλια και ένα καλά. Μάτια όμως.
    Τέλος αποφάσισε την ύστατη προσπάθεια και μίμηση που μπορούσε να κάνει, και που του την είχε μάθει κάποιος μάγος μία νύχτα στο Αλγέρι. Έγινε ο ίδιος παπαγάλος και μπήκε μέσα στο κλουβί. Ήλπισε πως ο παπαγάλος θα παραδειγματιστεί έτσι και θα τον ακολουθήσει, και νόμισε πως το πέτυχε. Ο παπαγάλος ενδιαφέρθηκε για αυτή την προσπάθεια περισσότερο από όλες τις προηγούμενες του ανθρώπου. Γύρισε και κοίταξε με ενδιαφέρον το κλουβί. Άνοιξε τα φτερά του και πέταξε προς σε αυτό.  Μόλις πλησίασε έκλεισε την πόρτα και έγινε εκείνο άνθρωπος. Σήκωσε το κλουβί και άρχισε να προχωρά.
    Και έτσι ο άνθρωπος συνέχισε τον δρόμο του εκείνο το μεσημέρι με ένα κλουβί που είχε μέσα έναν παπαγάλο. 

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

36 "Το Αλ Μπαλάσγουατ"


  Χρόνια πριν ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας γονατίσει μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Χαλίφη και του ζητήσει ταπεινά χρυσό να αγοράσει μάρμαρα και μαλάματα για να αποτελειώσει τον πύργο που του είχε παραγγείλει είχε αποτελειώσει ένα άλλο εξωφρενικό κτίριο έξω από την πόλη. Είχε χτίσει την πυραμιδωτό Αλ Μπάλάσγουατ.
   Το Αλ Μπαλάσγουατ παραγγέλθηκε ως το τελειότερο θησαυροφυλάκιο από όπου δεν θα μπορέσει να κλαπεί ποτέ τίποτα. Ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας σχεδίασε για χρόνια το εσωτερικό του κτίσματος δοκιμάζοντας δεκάδες συνδυασμούς λαβυρινθικών σχημάτων και εν τέλει κατέληξε σε δύο κυκλικούς λαβυρίνθους τις κατόψεις των οποίων διασταύρωσε και ύστερα χώρισε με ένα διαγώνιο διάδρομο. Για να μην προδώσει όμως το σχήμα του κτιρίου, που παραδόξως θυμίζει το σημερινό σύμβολο του απείρου, επέλεξε το εξωτερικό του να είναι γραμμικό και να μοιάζει με πυραμίδα.
     Με τις κατάλληλες συμβουλές στους μαστόρους και τους βοηθούς τους, αλλά και την στενή επιτήρηση τους το έργο τελείωσε σύμφωνα με τα σχέδια. Οι εργάτες έχτιζαν την πυραμίδα από την βάση της και προχωρούσαν επίπεδο επίπεδο ως την κορυφή της, την οποία της σφράγισαν με μία βαριά στρογγυλή λαξευμένη πέτρα από γρανίτη. Ο ίδιος ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας διηύθυνε το γερανό. Ύστερα διέταξε να απομακρύνουν όσο πιο γρήγορα γίνονταν τα μηχανημάτα και τον εξοπλισμό που υπήρχε πάνω στο κτίσμα και κάλεσε 10.000 σκλάβους να μεταφέρουν σάκους με άμμο σκαρφαλώνοντας από την μία πλευρά και αδειάζοντας τους από την άλλη. 2.500 σκλάβοι από κάθε πλευρά. Και επειδή δούλευαν ταυτόχρονα πολλοί σκεπάστηκαν από την άμμο. Με τον τρόπο αυτό ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας βεβαιώθηκε πως ούτε σκαθάρι δεν θα μπορεί να περάσει ανάμεσα από τους τοίχους του κτίσματος και να ξεφύγει αφού θα το έπνιγε η τόση άμμος που είχε ρίξει στο κτίσμα. Το μόνο μέρος που μπορούσε να μπει κάποιος ήταν η είσοδος, την οποία με σκέπαστρα είχε προστατέψει να μην κλείσει από την άμμο που έπεφτε.
    Όταν τελείωσε κάλεσε τους πλούσιους ανθρώπους της πόλης να φέρουν ότι πιο πολύτιμο είχαν και ήθελαν να το φυλάξουν για πάντα, επιμένοντας όμως να το κουβαλήσουν οι υπηρέτες τους μέσα στο θησαυροφυλάκιο και όχι εκείνοι.
    Είναι περιττό να πούμε πως ποτέ τίποτα από τα πλούτη των πλουσίων της χώρας δεν βγήκε μέσα από το Αλ Μπαλάσγουατ, και φυσικά ούτε και οι άτυχοι υπηρέτες που τα κουβάλησαν μέχρι τα σκοτεινά άδυτα του. Ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας είχε φροντίσει έτσι ώστε κανένας άρχοντας να μην τον κατηγορήσει για τον χαμό κάποιου μέλους της οικογένειας του, και όταν παραπονέθηκαν για τα πλούτη τους εκείνος αποκρίθηκε πολύ έξυπνα πως δεν είχαν χαθεί, απλά δεν μπορούσαν να ξοδευτούν. Είχε εξασφαλίσει με το μαγικό του δημιούργημα να είναι πλούσιοι αιώνια ακόμα και αν κάποτε πάψουν να έχουν έστω και ένα χρυσό νόμισμα την κατοχή τους.
    Οι άρχοντες κοιτάχτηκαν πονηρά και συμφώνησαν. Πλέον το όνομα τους θα ίσχυε πιότερο από την τσέπη τους, και αυτό θα κρατούσε για πολλά πολλά χρόνια. Μέχρι ο Αλλάχ να ξεχαστεί και μέχρι να τον ξαναθυμηθεί ο κόσμος.
    Έτσι άρχισε η λαμπρή καριέρα του  αρχιμάγιστρου και αρχιμάστορα.

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

35. "Οι Στερητές των Χαμόγελων"

    Υπάρχει λένε ένα τσιγγάνικο ανδρόγυνο εξίσου μαγεμένο όσο και καταραμμένο που γυρνά τους δρόμους της Ευρώπης εδώ και μερικούς αιώνες.
    Η τελευταία περιγραφή τους θέλει να ζουν σε ένα γραφικό κάρο και να περιπλανιούνται με αυτό ζητιανεύοντας και παίζοντας χαρούμενη μουσική με το βιολί του ο άντρας και με το ντέφι της η γυναίκα, τραγουδόντας εύθυμα λόγια.
    Κάθε κακορίζικος που θα τους συναντήσει καλό είναι να χαμογελάσει και να χαρεί με την παρουσία τους αλλιώς κινδυνεύει να πέσει θύμα στα μάγια του ενός ή της άλλης. Σε κάθε περίπτωση δεν θα ξαναχαμογελάσει ποτέ. Μόνο αν κάποιος χαμογελάει όσο τον κοιτάνε και τραγουδούν και παίζουν την μουσική τους θα προφυλάξει το χαμόγελο του από το να του το κλέψουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο.
    Η γυναίκα αρπάζει, λένε, και αδειάζει για πάντα από κάθε χαμόγελο τους δυστυχείς που δεν θα προστατευτούν και ποτέ τους δεν πρόκειται να ξαναγέλασουν. Αφήνοντας τους μόνο με τα χαμόγελα που είχαν στο παρελθόν.
     Ενώ ο άντρας από την άλλη τους γεμίζει με χαμόγελα που έχει κλέψει η γυναίκα του, αλλά μαζί τους δίνει στα χαμόγελα την απληστία των τσιγγούνηδων που κάνουν τα χρήματα μασούρι, και έτσι δεν χαμογελούν ποτέ γιατί φοβούνται μην αδειάσουν από χαμόγελα στο μέλλον.
     Σε κάθε περίπτωση κανένα από τα θύματα ποτέ του δεν θα χαμογελάσει, παρά μόνο αν καταφέρει και προστατευτεί γελώντας όταν τους δει. Δηλαδή στο παρόν.
 

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

34. "Οι λίγοι και οι πολλοί της Σεφκίμ"

    Στα δάση του Αμαζονίου υπάρχει λένε, μία αρχαία και έρημη πόλη φτιαγμένη από δεκατρείς ομόκεντρους κυκλικούς τοίχους, με κάθε έναν από αυτούς να απέχει από τον άλλο πεντακόσια έως και τα οχτακόσια πενήντα μέτρα, με την απόσταση να μεγαλώνει όσο κανείς προχωρά προς το κέντρο της πόλης. Φημολογείται μάλιστα πως κάθε χώρος ανάμεσα στα τείχη είναι πραγματικά ίσος με όλους τους άλλους, εκτός από τον τελευταίο που είναι εξαιρετικά μικρότερος από τους άλλους. Η κυκλική αυτή πόλη έχει το όνομα Σεφκίμ και η διάμετρος της ξεπερνά συνολικά τα εφτά χιλιόμετρα, ενώ τα τείχη της ξεπερνούν τα τριάντα μέτρα ύψος. Οι εσωτερικοί τοίχοι ψηλώνουν όσο πάει και φτάνουν τα πενήντα, με εξαίρεση τον τελευταίο που είναι χαμηλότερος του προηγούμενου του.
     Ερευνητές και αρχαιολόγοι μέχρι σήμερα δεν έχουν καταφέρει να ανακαλύψουν ποιος την έφτιαξε ή ποιος την κατοίκησε, αλλά ούτε και να την χρονολογήσουν. Πολλοί μάλιστα υποστηρίζουν πώς δεν είναι ανθρώπινο αλλά φυσικό κατασκεύασμα, αφού τα τείχη της δεν θα ξεχώριζαν από οποιοδήποτε βράχο αν δεν είχαν το σχήμα ομόκεντρων κύκλων, οι οποίοι μάλιστα δεν είναι τέλειοι. Κάτι που ενισχύει την τελευταία θεωρία. Το σίγουρο είναι πως κάποτε η πόλη Σεφκίμ κατοικήθηκε και η ιστορία της είναι η παρακάτω.
    Η ομάδα ανθρώπων που πρωτοκατοίκησαν μέσα στο πρώτο εξωτερικό τοίχος, προφανώς για να προστατευτούν από τα θηρία της ζούγκλας, λέγεται πως συνάντησαν ένα πολύ πλούσιο και έφορο έδαφος όπου ήδη υπήρχαν πολλά καρποφόρα δέντρα και έτσι αποφάσισαν να εγκατασταθούν εκεί. Όλοι άρχισαν να ζουν εύρωστα και χαρούμενα στο όμορφο αυτό μέρος, και ευχαριστούσαν τους θεούς για την ευλογία να βρουν αυτό το μέρος. Ήταν τόσο ικανοποιημένοι με τη τροφή που είχαν εκεί που δεν ενδιαφέρονταν και αγνοούσαν πως κάποιοι λίγοι είχαν εγκατασταθεί πίσω από τον δεύτερο εξωτερικό τοίχο, όπου οι φήμες λέγαν πως ήταν ακόμα περισσότερη η τροφή, και έτρωγαν μέχρι σκασμού μα δεν επέτρεπαν στους πολλούς να πάνε και να μπουν, ούτε μοιράζονταν το φαγητό με αυτούς στον εξωτερικό κύκλο.
    Μα οι πολλοί τους άφηναν χωρίς παράπονο ή διαμαρτυρία. Μέχρι, που τα δέντρα δεν είχαν άλλους καρπούς για να τραφούν, και στον εξωτερικό κύκλο άρχισαν να πεινάνε. Τότε και μόνον τότε θέλησαν και διεκδίκησαν να μπουν στον δεύτερο κύκλο όπου υπήρχε τροφή. Οι λίγοι αντιστάθηκαν σθεναρά για να κρατήσουν τους λιμοκτονούντες μακρυά από την πλεονέστερη περιοχή τους. Όμως καθώς η πείνα κάνει τον άνθρωπο ισχυρότερο θεριό από ότι τον κάνει η πλεονεξία οι λίγοι δεν τα κατάφεραν και οι πολλοί μπήκαν και στον δεύτερο κύκλο που πράγματι αν και ισομεγέθης με τον προηγούμενο του ήταν πιο πλούσιος σε φαγητό από τον πρώτο. Πάλι όμως κάποιοι λίγοι κατάφεραν και μπήκαν στον τρίτο κατά σειρά κύκλο και άρχισαν να απολαμβάνουν μόνοι τους το πλεονάζον φαγητό των δέντρων του, που ήταν ακόμα πιο πλούσια από τον δεύτερο και πολύ περισσότερο από του αρχικού.
    Η ιστορία συνεχίζει με τους καρπούς των δέντρων του δεύτερου κύκλου να τελεύουν και εκείνοι. Με τους πολλούς να διεκδικούν πάλι τότε τη θέση τους στον τρίτο και με κάποιους λίγους - όχι πάντα  τους ίδιους, μα πάντα λίγους- να πηγαίνουν στον επόμενο. Με το αυτό να επαναλαμβάνεται οχτώ φορές ακόμα, ώσπου φτάνουν οι πολλοί στον δωδέκατο και κάποιοι λίγοι στον δέκατο τρίτο κύκλο. Μα και τότε το φαγί στον δωδέκατο κύκλο σώθηκε και οι πολλοί θέλησαν να μπουν στον τελευταίο κύκλο, τον μικρότερο όλων και όχι τόσο γεμάτο με καρπούς. Οι λίγοι εκείνη τη φορά επέδειξαν την μεγαλύτερη αντίσταση που είχαν επιδείξει ποτέ, μα πάλι δεν κατάφεραν τελικά να αποτρέψουν τους πολλούς από το να μπουν μέσα. Πράγματι οι πολλοί μπήκαν. Μπήκαν και χόρτασαν με καρπούς αλλά και με κρέας αυτή τη φορά, αφού το φαγητό δεν ήταν αρκετό...