Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

43. "Το Ερ Αάρ"

           Το Ερ Αάρ υπήρξε ένα από το πιο σπουδαία αρχιτεκτουργήματα της παλιάς Μέσης Ανατολής. Λέγεται πως χτίστηκε υπό την βασιλεία του αυτοκράτορα Ασουρμπανιπάλ όμως αυτό θεωρείται λάθος. Αποδίδεται είτε γιατί η μαρτυρία για το Ερ Αάρ βρέθηκε επιγεγραμμένη σε πλάκα στη βιβλιοθήκη του Ασουρμπανιπάλ, είτε γιατί υπάρχει μία διαστρεβλωμένη συσχέτιση με το όνομα του βασιλιά και τον χαρακτηρισμό του δημιουργού  του Ερ Αάρ (*).

          Πρόκειται για ένα ζιγκουράτ προς τιμή του Ένκι, του θεού των υδάτων και της γόνιμης γης, που όμως χτίστηκε σε μία πόλη που βρίσκονταν σε μία έρημη και ιδιαίτερα άγονη γη. Για αυτό ακριβώς το λόγο λέγεται πως το μεγαλύτερο μέρος των εγκαταστάσεων του Ερ Αάρ δεν στέγαζε θρησκευτικές εγκαταστάσεις, αλλά σχολεία, αποθήκες, διοικητικές υπηρεσίες, ιατρεία και άλλα.

            Η πόλη δημιουργήθηκε από την ανάγκη των διάφορων νομαδικών φυλών της περιοχής να ζήσουν αρμονικά και να επιτύχουν μαζί την ευημερία τους και δεν προέκυψε από την βίαιη ή οικονομική επικράτηση μίας φυλής έναντι των άλλων. Για αυτό ακριβώς η έννοια της κοινωνίας και του κράτους είχε ιδιαίτερη σημασία και αυτό γίνεται κατανοητό από τη μελέτη των προτάσεων του Εν-Ανουνακί του μοναδικού.

            Το Ερ Αάρ αποτέλεσε σύμβολο για τους κατοίκους της πόλης και οικοδομήθηκε έτσι, όχι μόνο για να στεγάζει τις δημόσιες λειτουργίες, αλλά και να εμπνέει τον λαό να μην ξεχάσει γιατί επέλεξαν να ζήσουν όλοι μαζί. Πίσω όμως από την ευεργεσία του δημιουργού του και την προσφορά του υπήρχε όμως και μία σκληρή θυσία την οποία επέβαλλε στην πόλη. Κάτω από τον λόφο πάνω στον οποίο χτίστηκε το Ερ Αάρ υπήρχε μία υπόγεια νεροπηγή που θα μπορούσε να κάνει εύφορη όλη την περιοχή και εν γνώσει του το κτίσμα κατασκευάστηκε εκεί. Μάλιστα το Ερ Αάρ ήταν χτισμένο με τέτοιο τρόπο που απέκλειε να διαφύγει από τον λόφο κάθε σταγόνα νερού και η πόλη έγινε η πιο άνυδρη πόλη της παλιάς Μέσης Ανατολής.

            Ο Σαρδανάπαλος, όποιο και αν ήταν το όνομα του, είχε βάλει τον λαό του σε μία τεράστια δοκιμασία, να επιλέξει ανάμεσα στο μνημειώδες Ερ Αάρ και το άφθονο νερό. Στις προτάσεις του Εν-Ανουνακί του μοναδικού αναφέρεται η φράση «πως στο Ερ Αάρ ένα πρόβατο μπορεί να χορτάσει ευκολότερα από ότι σε ένα λιβάδι, και το πρόβατο αυτό μπορεί να χορτάσει περισσότερους από ότι ένα κοπάδι».

            Ο λαός της πόλης άντεξε για πολλά χρόνια και πολλές ξηρασίες μέχρι κάποιος να προτείνει την καταστροφή του Ερ Αάρ χωρίς να του πάρουν το κεφάλι και διατήρησε το Ερ Αάρ όρθιο, παρότι όλοι γνώριζαν τις νεροπηγές που βρίσκονταν από κάτω του. Σε μία όμως περίοδο ξηρασίας – όχι την μεγαλύτερη – οι διψασμένοι εξαθλιώθηκαν και εξαγριώθηκαν, και γκρέμισαν το Ερ Αάρ. Είχαν κάνει την αμετάκλητη επιλογή από τις δύο που είχαν. Από τους τσακισμένους τοίχους του Ερ Αάρ και τα θριψαλιασμένα θεμέλια του βγήκε νερό πολύ, που όμως ήταν τόσο πολύ που έπνιξε όλη την πόλη. Λίγοι σώθηκαν και αυτοί για να συνεχίσουν τις κατηγόριες για τον δημιουργό του Ερ Αάρ και να τον πουν Σαρδανάπαλο.


* Ασουρμπανιπάλ = Σαρδανάπαλος.

Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

42. "Ο πλίνθος του Tσαρλατάνου"

     Δεν έχει πολύ καιρό που ένας σύγχρονος μάγος της συνομοταξίας των τσαρλατάνων, βρήκε στο δρόμο έναν άντρα και του έδωσε ένα πλίνθινο τούβλο.
     Οι πολλές εκδοχές της ιστορίας έχουν φθείρει την περιγραφή του άντρα. Άλλες μιλάν για έναν Κινέζο αγρότη σε έναν ορυζώνα που από εκεί το Σινικό τοίχος δεν φαινόταν, άλλοι μιλάνε για έναν Ρώσο δημόσιο υπάλληλο που κατοικούσε σε ένα υγρό ημιυπόγειο, άλλοι για έναν Ιταλό βοσκό στη Σικελία, άλλοι για έναν Αμερικάνο εργάτη του Ντιτρόιτ, κάποιοι για έναν μαύρο που οι γονείς του ήταν κάποτε δουλοπάροικοι και ελευθερώθηκαν σε κάποια παλιά γαλλική αποικία.
     Ακόμα και η όψη του μάγου αλλάζει σε κάθε εκδοχή. Άλλοτε είναι ένας καλοντυμένος λευκός, άλλοτε ένας ψιλόλιγνος μουσουλμάνος με ευρωπαϊκό ντύσιμο, ή ένας γέρος μεξικάνος με αραιό μουστάκι, κάποιος βαλκάνιος τσιγγάνος, ή ένας ψηλός μελαχρινός ξένος.
      Το μόνο που δεν αλλάζει στις εκδοχές της ιστορίας είναι οι ιδιότητες του πλίνθου, τα λόγια του μάγου. Σύμφωνα με αυτά σε αυτόν κρύβονται οι αλήθειες του κόσμου. Οποιαδήποτε σοφία του ανθρώπινου νου είναι μπολιασμένη μέσα του. Ο μάγος χαρίζει τον πλίνθο στον άντρα ως πολύτιμο δώρο και του λέει πως αν βρει τον τρόπο θα γίνει σπουδαίος και ευτυχισμένος.
      Ο άντρας σε όλες τις εκδοχές, παρά σε μία μόνο όχι, δέχεται τον πλίνθο, παραξενεμένος αλλά όχι δύσπιστος. Προσπαθεί αλλά, σε όλες εκτός από μία εκδοχή, αποτυγχάνει να βρει πως μέσα από το τούβλο θα μάθει τα όσα του έχει πει ο μάγος, για να γίνει σοφός και ευτυχισμένος. Εν τέλει βαριεστημένος παίρνει και χρησιμοποιεί τον πλίνθο σαν τούβλο, αγνοώντας τα μυστικιστικά του χαρακτηριστικά. Φτιάχνει το φράχτη του χωραφιού του, τον τοίχο του σπιτιού του, την στάνη του. Ο πλίνθος καταλήγει σε έναν τοίχο. Εκεί ξεχάστηκε και παραμένει ξεχασμένος ως τώρα, λένε.
      Η ιστορία ταξιδεύει εδώ και καιρό από στόμα σε στόμα, και έτσι έφτασε και στην παρούσα συλλογή. Αν και αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας κάποιοι δείχνουν να την πιστεύουν. Ορισμένοι μάλιστα δηλώνουν πως η ιστορία θα γίνει κάποτε πιστευτή από όλους, και οι άνθρωποι θα γκρεμίσουν όλα τα οικοδομήματα τους για να βρουν τον πλίνθο του Τσαρλατάνου, προκαλώντας μία απόλυτη καταστροφή. Γλαφυρές εικόνες συνοδεύουν αυτή την στιγμή. Ανθρώπινα νύχια να τρώνε τοίχους και ματωμένα χέρια να βγάζουν τούβλα από θεμέλια.
      Ύστερα λένε, οι άνθρωποι θα αναγκαστούμε να χτίσουμε τον κόσμο από την αρχή.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

41. "Τα κλουβιά με τα κοράκια"

     Οι φυλακές των ανθρώπων μπορεί να γίνουν ιδιαίτερα ιδιότυπες. Ίσως η πιο ιδιότυπη από όλες να βρίσκεται στους βράχους της Λενέ, μιας επίπεδης κοιλάδας που σταματά απότομα στα ανατολικά της βρίσκοντας την άκρη ενός βραχώδους γκρεμού και κάτω από αυτόν, στα πεντακόσια μέτρα, σκάνε τα κύματα της θάλασσας. Από εκεί οι Αρχές κρεμάνε μεγάλα σιδερένια κλουβιά σε σχήμα κυλίνδρου, σκουριασμένα από την αλμύρα της θάλασσας και τους ανέμους.
     Τα κλουβιά δεν είναι περισσότερα από τέσσερα ή πέντε. Ποτέ δεν χρειάστηκε να είναι περισσότερα. Σπάνια τα δικαστήρια της Λενέ καταδικάζουν κάποιον σε αυτή την βαρυά φυλακή. Μας είναι άλλωστε άγνωστο αν υπήρχαν ποτέ παραπάνω από ένας κατάδικοι ταυτόχρονα. Τα αρχεία της φυλακής παραμένουν κρυφά.
      Η φυλάκιση γίνεται ως εξής. Ο κατάδικος μετά την δίκη υποχρεούται να πιει ένα ισχυρό υπνωτικό από τον ανθό ενός κάκτου που ευδοκιμεί στην κοιλάδα. Αυτό θα τον κρατήσει κοιμισμένο μέχρι να μεταφερθεί στην άκρη της κοιλάδας. Εκεί, ενώ ακόμα κοιμάται, θα τον βάλουν μέσα στο κλουβί και θα τον σκεπάσουν με ένα σκούρο καφέ ύφασμα, τόσο μεγάλο που καλύπτει όλο το πάτωμα του κλουβιού. Τέλος στο κλουβί θα βάλουν μέσα δεκάδες κοράκια, τα οποία θα πάνε και θα σταθούν στην κορυφή του κλουβιού, σε κάποια οριζόντια σίδερα που έχουν τοποθετηθεί για αυτό το σκοπό.
      Όταν ο κρατούμενος ξυπνάει την επόμενη μέρα, και ξεσκεπάζεται για να βρει το φαγητό και το γάλα κατσίκας που του κατεβάζουν οι φύλακες καθημερινά, οι αλλόζωοι συγκάτοικοι του αναστατώνονται και του επιτίθενται, ενώ προσπαθούν να αρπάξουν και το φαγητό του. Λίγοι είναι τόσο άτυχοι που θα τους κατασπαράξουν τα κοράκια. Άλλωστε δεν είναι αυτή η τιμωρία τους. Η ποινή τους είναι ισόβια και όχι θάνατος. Οι περισσότεροι μαθαίνουν πολύ γρήγορα να μοιράζονται το φαγητό τους μαζί τους. Όμως ακόμα και έτσι τα κοράκια ποτέ δεν παύουν να αναστατώνονται με τις κινήσεις του ανθρώπου στο κλουβί και να του επιτίθενται.
     Οι συχνές επιθέσεις σπάνε το ηθικό των κρατουμένων, και από νωρίς ψάχνουν τρόπο να ξεφορτωθούν τους αφόρητους συγκρατούμενους τους. Αρχικά προσπαθούν να σκοτώσουν τα επιθετικά πουλιά. Τα πιάνουν και τότε τους στρίβουν δυνατά το λαγκίρι. Η τελευταία κραυγή του κορακιού όμως αναστατώνει ακόμα πιο πολύ τα κοράκια που ορμούν με βία πάνω στον κρατούμενο. Αυτό τον αποθαρρύνει από το να τα σκοτώσει όλα. Αργά ή γρήγορα ο κάθε φυλακισμένος θα παρατηρήσει πως τα κοράκια με κλεισμένα τα φτερά τους χωράνε να περάσουν μέσα από τα κάγκελα του κλουβιού, έτσι όταν τα πιάνουν τα περνάνε ανάμεσα από τα σίδερα και με τον τρόπο αυτό απαλλάσονται από τις επιθέσεις τους χωρίς να ταράξουν τα άλλα. Το πέταγμα του πρώτου κορακιού χαρίζει ένα μεγάλο χαμόγελο στους φύλακες, οι οποίοι αρχίζουν τα στοιχήματα ποντάροντας σε πόσες μέρες ο κρατούμενος θα αδειάσει το κλουβί του.
      Όταν και το τελευταίο κοράκι πετάξει μακρυά οι φύλακες ξέρουν πως ο κρατούμενος θα ανακουφιστεί, θα ακουμπήσει ήρεμος πια στα κάγκελα του κλουβιού, κι ύστερα θα σηκωθεί και θα χοροποδήσει μέσα σε αυτό χαρούμενος για την ελευθερία του. Πλέον μπορεί να κινείται μέσα σε αυτό χωρίς τον φόβο των επιθέσεων. Λίγο αργότερα όμως συνειδητοποιεί πως από την πραγματική του φυλακή δεν πρόκειται να απαλλαγεί ή να ξεφύγει ποτέ. Θα μείνει για πάντα μέσα στο κλουβί. Η απελπισία του, που καθυστέρησε να νιώσει εξ αιτίας του επιθέσεων των κορακιών , εμφανίζεται ξαφνικά και είναι βαθύτερη από ότι θα μπορούσε να είναι.
     Με αυτό τον τρόπο ενισχύουν τις ισόβιες ποινές στην Λενέ.
    

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

40. "Ένα μέρος του κόσμου."

   Υπάρχουν οι άνθρωποι που αρνούνται να δεχτούν την πεζότητα με την οποία αντιμετωπίζουν οι υπόλοιποι την ζωή, όμως δυστυχώς επιμένουν να την ακολουθούν μέχρι να τους απελευθερώσει η απελπισία και η απόγνωση. 
    Τέτοιοι είναι συνήθως οι θαμώνες μίας υπόγειας παμπ του Λονδίνου, η διεύθυνση της οποίας είναι ανύπαρκτη καθώς αποτελεί ένα από τα τελευταία πραγματικά μέρη του κόκκινου λαβυρίνθου. Είναι χτισμένη με μεγάλους κόκκινους πήλινους πλίνθους, και ο τρόπος που οι μακρότοξες καμάρες του χώρου μπλέκονται είναι αρχιτεκτονικά αξιοθαύμαστος. Στους τοίχους της σε μεγάλες κόγχες είναι χωμένα μεγάλα ξύλινα βαρέλια γεμάτα ζεστή μαύρη μπύρα που ο καθένας είναι ελεύθερος να γεμίσει το ποτήρι του από αυτά. Αναφορά για σερβιτόρους δεν υπάρχει.
    Το χρήμα είναι έννοια ανόητη εκεί, τα χαρτονομίσματα δεν υπάρχουν και τα νομίσματα αποκτούν τελείως διαφορετική χρήση. Οι θαμώνες μεθυσμένοι ως επί το πλείστον συζητούν αναμετάξυ τους για διάφορες έννοιες, πλάσματα και μέρη. Συνηθισμένα θέματα είναι οι άγγελοι του Σβεντενμποργκ - που όλοι έχουν δει έστω και έναν ή τη σκιά ενός -, το παζάρι της κόκκινης άμμου - που όλοι κάποτε αγόρασαν κάτι ξεχωριστό από εκεί αλλά το έχασαν - και οι Άρχοντες. Λίγοι τολμούν να πουν ψέματα για αυτούς, και έτσι όσα λέγονται είναι ενδιαφέροντα ψέματα, αν δεν είναι πολύ ενδιαφέρουσες αλήθειες.
    Καμιά φορά μεθυσμένοι πιάνουν να τραγουδήσουν και να χορέψουν το τραγούδι του τρελού Ιώκ.
    Οι πιο ενδιαφέρουσες ώρες για τον περίεργο επισκέπτη είναι οι πρωινές. Ή τουλάχιστον αυτό λένε όσοι θέλουν να έχουν ήσυχη την συνείδηση τους. Αν κάποιος μάθει από αυτούς, για την ύπαρξη αυτού του μέρους του κόσμου και παράτολμα το αναζητήσει, και μοιραία το βρει παραπατώντας σε κάποιο παλιό στενόδρομο του Λονδίνου.

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

39. "Ο οίκτος της μύγας"

    Μία μέρα των ημερών ο Θεός, μάλλον από πλήξη, αποφάσισε να σπάσει την μονοτονία της παντογνωσίας του δοκιμάζοντας την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Έριξε μία την πάνθωρη ματιά του στην γη και βρήκε έναν άνθρωπο που ξάπλωνε ένα ανοιξιάτικο απομεσήμερο να ξεκουραστεί από τους κόπους της ζωής του που τον βασάνιζαν από μικρό.
    Ο άνθρωπος μέσα στην μέθη του μεσημεριανού ύπνου του κρύωσε και το δέρμα του τσιτσίριασε καθώς ο Θεός συγκεντρώθηκε πάνω του, όμως δεν κατάλαβε την προειδοποίηση στην σάρκας του και αμέριμνος τράβηξε το σεντόνι πάνω του να ζεσταθεί κομμάτι.
    Μία μύγα επιστράτευσε όλη και όλη ο παντοδύναμος Θεός για την δοκιμασία του. Η μύγα πήγε και έπιασε να βουίζει πάνω από το κεφάλι του ανθρώπου. Πρώτα άλλαξε πλευρό, μετά σκεπάστηκε, κούνησε μια δυο φορές το χέρι του στον αέρα, ώσπου διαμαρτυρήθηκε για την κακή του τύχη φωνάζοντας. Με τη φωνή που έβαλε ξύπνησε τελείως και αποφάσισε να εκδικηθεί. Σηκώθηκε και άρχισε να κυνηγά να χτυπήσει την μύγα, ανάμεσα στα χέρια του που τα βαρούσε το ένα πάνω στο άλλο.
     Επιτέλους ακούστηκε και ο τελευταίος κρότος και η μύγα είχε χτυπηθεί. Όμως δεν είχε πεθάνει. Είχε πέσει στο πάτωμα και βουρλιζόταν, πασχίζοντας να πετάξει. Ο άνθρωπος λυπήθηκε το έντομο όπως βασανιζόταν και αποφάσισε να το ζουπήξει με το δάχτυλο του να την σώσει από το μαρτύριο της. Πρότεινε τον δείκτη του δεξιού του χεριού και πήγε να την πατήσει σαν κουμπί. Λίγο που σιχαινόταν όμως λίγο που και η μύγα δεν καθόταν ήσυχη όπως χτυπιόταν δεν τα κατάφερε. Ξαναπροσπάθησε. Μετά την πρώτη προσπάθεια όμως η μύγα πια έκανε μεγαλύτερες προσπάθησες να μπορέσει να πετάξει και να σωθεί. Ο άνθρωπος τότε είδε πόσο σκληρά η ζωή προσπαθεί να επιβιώσει στη φύση και αποφάσισε τα πράγματα να συνεχιστούν χωρίς την δική του παρέμβαση πια.
    Έτσι και ο Θεός αποφάσισε να μιμηθεί την κρίση του και να αφήσει τον άνθρωπο να ζήσει για πολλά χρόνια και να μην τον λυτρώσει με έναν εύσπλαχνο θάνατο όταν τα δικά του βάσανα γίνονταν αβάσταχτα και απέλπιδα.
   
    Αυτή η ιστορία ονομάζεται "Ο οίκτος της μύγας" και χρησιμοποιούταν από το Τάγμα των Δαύκων για να δείξουν πόσο κακή επιρροή είναι ο άνθρωπος για τον Θεό.
    

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

38. "Η προσευχή για τον τεμπέλη"

   
    Κάποτε έζησε ένας πολύ μεγάλος τεμπέλης. Η διάθεση σου για δουλειά ήταν ανύπαρκτη και καθόλου προκοπή δεν είχε. Για χρόνια πολλά αποτελούσε βάρος στην τσέπη αλλά και στην έγνοια των γονιών του που τον έτρεφαν και αναρωτιόντουσαν πότε θα αποφάσιζε να πάει να δουλέψει να βγάζει μόνος το ψωμί που έτρωγε. Παρακαλούσαν νυχθημερόν οι κακόμοιροι τον Θεό να φωτίσει τον κανακάρη τους και να τους βοηθήσει.
     Ώσπου κάποια μέρα κάποιοι άνθρωποι ντυμένοι πλούσια μα και παράξενα, έφτασαν στην πλατεία της πόλης και πλησίασαν τον τεμπέλη να του μιλήσουν. Εκείνος καθόταν κάτω από τον πλάτανο. Σαν του είπαν πως του έχουν μία επαγγελματική πρόταση εκείνος δυσανασχέτησε και δυσφόρησε αλλά προσποιήθηκε  πως τον ενδιέφερε για να μην του κολλήσουν την ρετσινιά του τεμπέλη.
     Κανείς όμως δεν το περίμενε πως η πρόταση των ξένων θα ήταν τόσο ενδιαφέρουσα. Του υποσχέθηκαν πως αν πάει μαζί τους και μείνει στο σπίτι τους σε μέρος ασφαλές και ζεστό για ένα χρόνο, θα τον ταΐζουν παραπάνω από όσο τραβάει η όρεξη του και δεν θα του ζητούσαν να κάνει τίποτε. Όλα θα τα έκαναν αυτοί. Απλά για έναν χρόνο θα τους ανήκε και για κάθε μέρα που περνούσε θα του χρωστούσαν στο τέλος και από ένα σελίνι.
     Καιροί αγνοί και απονήρευτοι τότε, για τριακόσια εξήντα έξι σελίνια, καθώς ο χρόνος ήταν και δίσεκτος, για να κάθεται και να τρώει και να πίνει κάποιος χωρίς να κάνει και τίποτε άλλο ήταν μία προσφορά που ακόμα και ένας τεμπέλης σαν και αυτόν δεν γινόταν να αρνηθεί. Περιχαρής δέχτηκε.
     Σηκώθηκε από την σκιά του , έδωσε τα χέρια με τους ξένους και πήγε σπίτι να πει τα νέα στους γονείς τους, να τους ευχαριστήσει με τα νέα και να του ετοιμάσουν τα πράγματα να φύγει. Χαρούμενοι και αυτοί του ετοίμασαν τα ρούχα του σε ένα μπόγο μαζί με κάποια άλλα πράγματα, και τον έστειλαν στην ευχή του Θεού.
     Πράγματι τα πράγματα ήταν όπως του τα είχαν πει. Το μέρος που τον πήγαν δεν ήταν κανένα παλάτι, αλλά τον τάιζαν, τον πότιζαν και τον πρόσεχαν χωρίς να του ζητάν τίποτα παρά να κάθεται. Οι μήνες περνούσαν και ο τεμπέλης ευλογούσε την καλή του τύχη. Επιτέλους η εξάσκηση τόσων χρόνων είχε επιτέλους ευοδώσει. Κοιμόταν και ξυπνούσε με χαμόγελο και ξενοιασιά. Τα πέρναγε πολύ όμορφά. Από την καλοπέραση είχε παχύνει και φαρδύνει. Κάπου κάπου στεναχωριόταν όμως που ο χρόνος θα τελείωνε και θα έπρεπε να επιστρέψει στο φτωχικό των γονιών του. Άραγε θα έβρισκε πάλι μία τόσο καλή δουλειά που να την είχε σπουδάσει και τώρα πια την είχε δουλέψει κιόλας; Παρηγορούταν τουλάχιστον με την αμοιβή του.
     Όταν το πλήρωμα του χρόνου ήρθε. Την τελευταία μέρα οι αφεντάδες του τεμπέλη μπήκαν στο μέρος που κοιμόταν. Το ύφος τους δεν του άρεσε του τεμπέλη και πιο πολύ αυτά που κρατούσαν στα χέρια τους. Ο καθένας τους είχε από μία κοφτερή λεπίδα. Παχύς και δυσκίνητος όπως είχε καταντήσει δυσκολεύτηκε να σηκωθεί και να ζητήσει τον λόγο. Θα τον έσφαζαν. Τους ανήκε και το σφάξιμο θα το έκαναν αυτοί όπως όλα τα άλλα.
      Ο τεμπέλης σφάχτηκε ανήμπορος σαν ένα γουρούνι που το καλό-έθρεβαν τόσο καιρό για να το φάνε. Και αυτό έκαναν οι παράξενοι άντρες. Μετά το δείπνο έστειλαν τριακόσια εξήντα έξι σελήνια στους γονείς του τεμπέλη, μετά των ευχαριστιών τους.
      Θα μπορούσε να πει κανείς πως οι προσευχές τους εισακούστηκαν.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

37. "Ο άνθρωπος και ο παπαγάλος"

    Κάποτε στην Ανατολή ένα ζεστό μεσημέρι ένας άντρας μετέφερε ένα κλουβί με έναν παπαγάλο. Για κακή του τύχη του άντρα, του ήρθε ζάλη από την ζέστη και την δίψα, παραπάτησε και σκόνταψε. Για να προστατευτεί ο κακομοίρης από την πτώση άφησε του κλουβί από τα χέρια του και τα έβαλε μπροστά. Το κλουβί έπεσε και άνοιξε. Ο παπαγάλος που και αυτός υπέφερε από την πολύ ζέστη πέταξε και βρήκε λίγη δροσιά στα φύλλα μιας χουρμαδιάς, όπου και στάθηκε σε ένα κλαδί της.
    Ο κακότυχος άντρας αφού σηκώθηκε και ξεσκονίστηκε από τη σκόνη του δρόμου κοίταξε δεξιά και αριστερά να βρει τον παπαγάλο. Όταν τον εντόπισε, ανακουφίστηκε που δεν είχε φύγει μακρυά και δεν τον είχε χάσει. Πως όμως θα τον έβαζε πάλι μέσα στο κλουβί του; Φοβούμενος πως αν αρχίζει να σκαρφαλώνει στη χουρμαδιά ο παπαγάλος θα πετάξει μακρυά, με το φτωχό του το μυαλό αποφάσισε να τον πείσει να μπει στο κλουβί του οικειοθελώς. Ή έστω να πλησιάσει και να τον πιάσει  για να τον βάλει στο κλουβί του με την βία.
    Ο άτυχος ο άνθρωπος ξεκίνησε τα καλοπιάσματα και τις καλολογίες μα ο παπαγάλος δεν έμοιαζε να πείθεται. Δεν κουνιόταν ρούπι από το κλαδί. Ο άντρας τότε άρχισε να κουνά τα χέρια του και του και να κάνει νοήματα. Μιμούταν πως το χέρι του ήταν πουλί και πετούσε μέσα στο κλουβί. Επανέλαβε πολλές φορές αυτή τη μίμηση χωρίς αποτέλεσμα. Ύστερα προσπάθησε να τον δελεάσει κουνώντας καρπούς και φρούτα για να τα λαχταρίσει ο παπαγάλος, και όταν νόμιζε πως έχει τραβήξει την προσοχή του τα έριχνε μέσα στο κλουβί.
    Ο δόλιος μη βλέποντας τον παπαγάλο να πείθεται με κανέναν τρόπο, βάλθηκε να βελτιώσει τις μιμήσεις του τελικά. Μιμήθηκε την φωνή του παπαγάλου και προσπάθησε να του μιλήσει στην γλώσσα των πτηνών και των ανθρώπων. Συνέχισε αν τον παρακαλά και να του υπόσχεται χίλια και ένα καλά. Μάτια όμως.
    Τέλος αποφάσισε την ύστατη προσπάθεια και μίμηση που μπορούσε να κάνει, και που του την είχε μάθει κάποιος μάγος μία νύχτα στο Αλγέρι. Έγινε ο ίδιος παπαγάλος και μπήκε μέσα στο κλουβί. Ήλπισε πως ο παπαγάλος θα παραδειγματιστεί έτσι και θα τον ακολουθήσει, και νόμισε πως το πέτυχε. Ο παπαγάλος ενδιαφέρθηκε για αυτή την προσπάθεια περισσότερο από όλες τις προηγούμενες του ανθρώπου. Γύρισε και κοίταξε με ενδιαφέρον το κλουβί. Άνοιξε τα φτερά του και πέταξε προς σε αυτό.  Μόλις πλησίασε έκλεισε την πόρτα και έγινε εκείνο άνθρωπος. Σήκωσε το κλουβί και άρχισε να προχωρά.
    Και έτσι ο άνθρωπος συνέχισε τον δρόμο του εκείνο το μεσημέρι με ένα κλουβί που είχε μέσα έναν παπαγάλο.