Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

41. "Τα κλουβιά με τα κοράκια"

     Οι φυλακές των ανθρώπων μπορεί να γίνουν ιδιαίτερα ιδιότυπες. Ίσως η πιο ιδιότυπη από όλες να βρίσκεται στους βράχους της Λενέ, μιας επίπεδης κοιλάδας που σταματά απότομα στα ανατολικά της βρίσκοντας την άκρη ενός βραχώδους γκρεμού και κάτω από αυτόν, στα πεντακόσια μέτρα, σκάνε τα κύματα της θάλασσας. Από εκεί οι Αρχές κρεμάνε μεγάλα σιδερένια κλουβιά σε σχήμα κυλίνδρου, σκουριασμένα από την αλμύρα της θάλασσας και τους ανέμους.
     Τα κλουβιά δεν είναι περισσότερα από τέσσερα ή πέντε. Ποτέ δεν χρειάστηκε να είναι περισσότερα. Σπάνια τα δικαστήρια της Λενέ καταδικάζουν κάποιον σε αυτή την βαρυά φυλακή. Μας είναι άλλωστε άγνωστο αν υπήρχαν ποτέ παραπάνω από ένας κατάδικοι ταυτόχρονα. Τα αρχεία της φυλακής παραμένουν κρυφά.
      Η φυλάκιση γίνεται ως εξής. Ο κατάδικος μετά την δίκη υποχρεούται να πιει ένα ισχυρό υπνωτικό από τον ανθό ενός κάκτου που ευδοκιμεί στην κοιλάδα. Αυτό θα τον κρατήσει κοιμισμένο μέχρι να μεταφερθεί στην άκρη της κοιλάδας. Εκεί, ενώ ακόμα κοιμάται, θα τον βάλουν μέσα στο κλουβί και θα τον σκεπάσουν με ένα σκούρο καφέ ύφασμα, τόσο μεγάλο που καλύπτει όλο το πάτωμα του κλουβιού. Τέλος στο κλουβί θα βάλουν μέσα δεκάδες κοράκια, τα οποία θα πάνε και θα σταθούν στην κορυφή του κλουβιού, σε κάποια οριζόντια σίδερα που έχουν τοποθετηθεί για αυτό το σκοπό.
      Όταν ο κρατούμενος ξυπνάει την επόμενη μέρα, και ξεσκεπάζεται για να βρει το φαγητό και το γάλα κατσίκας που του κατεβάζουν οι φύλακες καθημερινά, οι αλλόζωοι συγκάτοικοι του αναστατώνονται και του επιτίθενται, ενώ προσπαθούν να αρπάξουν και το φαγητό του. Λίγοι είναι τόσο άτυχοι που θα τους κατασπαράξουν τα κοράκια. Άλλωστε δεν είναι αυτή η τιμωρία τους. Η ποινή τους είναι ισόβια και όχι θάνατος. Οι περισσότεροι μαθαίνουν πολύ γρήγορα να μοιράζονται το φαγητό τους μαζί τους. Όμως ακόμα και έτσι τα κοράκια ποτέ δεν παύουν να αναστατώνονται με τις κινήσεις του ανθρώπου στο κλουβί και να του επιτίθενται.
     Οι συχνές επιθέσεις σπάνε το ηθικό των κρατουμένων, και από νωρίς ψάχνουν τρόπο να ξεφορτωθούν τους αφόρητους συγκρατούμενους τους. Αρχικά προσπαθούν να σκοτώσουν τα επιθετικά πουλιά. Τα πιάνουν και τότε τους στρίβουν δυνατά το λαγκίρι. Η τελευταία κραυγή του κορακιού όμως αναστατώνει ακόμα πιο πολύ τα κοράκια που ορμούν με βία πάνω στον κρατούμενο. Αυτό τον αποθαρρύνει από το να τα σκοτώσει όλα. Αργά ή γρήγορα ο κάθε φυλακισμένος θα παρατηρήσει πως τα κοράκια με κλεισμένα τα φτερά τους χωράνε να περάσουν μέσα από τα κάγκελα του κλουβιού, έτσι όταν τα πιάνουν τα περνάνε ανάμεσα από τα σίδερα και με τον τρόπο αυτό απαλλάσονται από τις επιθέσεις τους χωρίς να ταράξουν τα άλλα. Το πέταγμα του πρώτου κορακιού χαρίζει ένα μεγάλο χαμόγελο στους φύλακες, οι οποίοι αρχίζουν τα στοιχήματα ποντάροντας σε πόσες μέρες ο κρατούμενος θα αδειάσει το κλουβί του.
      Όταν και το τελευταίο κοράκι πετάξει μακρυά οι φύλακες ξέρουν πως ο κρατούμενος θα ανακουφιστεί, θα ακουμπήσει ήρεμος πια στα κάγκελα του κλουβιού, κι ύστερα θα σηκωθεί και θα χοροποδήσει μέσα σε αυτό χαρούμενος για την ελευθερία του. Πλέον μπορεί να κινείται μέσα σε αυτό χωρίς τον φόβο των επιθέσεων. Λίγο αργότερα όμως συνειδητοποιεί πως από την πραγματική του φυλακή δεν πρόκειται να απαλλαγεί ή να ξεφύγει ποτέ. Θα μείνει για πάντα μέσα στο κλουβί. Η απελπισία του, που καθυστέρησε να νιώσει εξ αιτίας του επιθέσεων των κορακιών , εμφανίζεται ξαφνικά και είναι βαθύτερη από ότι θα μπορούσε να είναι.
     Με αυτό τον τρόπο ενισχύουν τις ισόβιες ποινές στην Λενέ.
    

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

40. "Ένα μέρος του κόσμου."

   Υπάρχουν οι άνθρωποι που αρνούνται να δεχτούν την πεζότητα με την οποία αντιμετωπίζουν οι υπόλοιποι την ζωή, όμως δυστυχώς επιμένουν να την ακολουθούν μέχρι να τους απελευθερώσει η απελπισία και η απόγνωση. 
    Τέτοιοι είναι συνήθως οι θαμώνες μίας υπόγειας παμπ του Λονδίνου, η διεύθυνση της οποίας είναι ανύπαρκτη καθώς αποτελεί ένα από τα τελευταία πραγματικά μέρη του κόκκινου λαβυρίνθου. Είναι χτισμένη με μεγάλους κόκκινους πήλινους πλίνθους, και ο τρόπος που οι μακρότοξες καμάρες του χώρου μπλέκονται είναι αρχιτεκτονικά αξιοθαύμαστος. Στους τοίχους της σε μεγάλες κόγχες είναι χωμένα μεγάλα ξύλινα βαρέλια γεμάτα ζεστή μαύρη μπύρα που ο καθένας είναι ελεύθερος να γεμίσει το ποτήρι του από αυτά. Αναφορά για σερβιτόρους δεν υπάρχει.
    Το χρήμα είναι έννοια ανόητη εκεί, τα χαρτονομίσματα δεν υπάρχουν και τα νομίσματα αποκτούν τελείως διαφορετική χρήση. Οι θαμώνες μεθυσμένοι ως επί το πλείστον συζητούν αναμετάξυ τους για διάφορες έννοιες, πλάσματα και μέρη. Συνηθισμένα θέματα είναι οι άγγελοι του Σβεντενμποργκ - που όλοι έχουν δει έστω και έναν ή τη σκιά ενός -, το παζάρι της κόκκινης άμμου - που όλοι κάποτε αγόρασαν κάτι ξεχωριστό από εκεί αλλά το έχασαν - και οι Άρχοντες. Λίγοι τολμούν να πουν ψέματα για αυτούς, και έτσι όσα λέγονται είναι ενδιαφέροντα ψέματα, αν δεν είναι πολύ ενδιαφέρουσες αλήθειες.
    Καμιά φορά μεθυσμένοι πιάνουν να τραγουδήσουν και να χορέψουν το τραγούδι του τρελού Ιώκ.
    Οι πιο ενδιαφέρουσες ώρες για τον περίεργο επισκέπτη είναι οι πρωινές. Ή τουλάχιστον αυτό λένε όσοι θέλουν να έχουν ήσυχη την συνείδηση τους. Αν κάποιος μάθει από αυτούς, για την ύπαρξη αυτού του μέρους του κόσμου και παράτολμα το αναζητήσει, και μοιραία το βρει παραπατώντας σε κάποιο παλιό στενόδρομο του Λονδίνου.

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

39. "Ο οίκτος της μύγας"

    Μία μέρα των ημερών ο Θεός, μάλλον από πλήξη, αποφάσισε να σπάσει την μονοτονία της παντογνωσίας του δοκιμάζοντας την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Έριξε μία την πάνθωρη ματιά του στην γη και βρήκε έναν άνθρωπο που ξάπλωνε ένα ανοιξιάτικο απομεσήμερο να ξεκουραστεί από τους κόπους της ζωής του που τον βασάνιζαν από μικρό.
    Ο άνθρωπος μέσα στην μέθη του μεσημεριανού ύπνου του κρύωσε και το δέρμα του τσιτσίριασε καθώς ο Θεός συγκεντρώθηκε πάνω του, όμως δεν κατάλαβε την προειδοποίηση στην σάρκας του και αμέριμνος τράβηξε το σεντόνι πάνω του να ζεσταθεί κομμάτι.
    Μία μύγα επιστράτευσε όλη και όλη ο παντοδύναμος Θεός για την δοκιμασία του. Η μύγα πήγε και έπιασε να βουίζει πάνω από το κεφάλι του ανθρώπου. Πρώτα άλλαξε πλευρό, μετά σκεπάστηκε, κούνησε μια δυο φορές το χέρι του στον αέρα, ώσπου διαμαρτυρήθηκε για την κακή του τύχη φωνάζοντας. Με τη φωνή που έβαλε ξύπνησε τελείως και αποφάσισε να εκδικηθεί. Σηκώθηκε και άρχισε να κυνηγά να χτυπήσει την μύγα, ανάμεσα στα χέρια του που τα βαρούσε το ένα πάνω στο άλλο.
     Επιτέλους ακούστηκε και ο τελευταίος κρότος και η μύγα είχε χτυπηθεί. Όμως δεν είχε πεθάνει. Είχε πέσει στο πάτωμα και βουρλιζόταν, πασχίζοντας να πετάξει. Ο άνθρωπος λυπήθηκε το έντομο όπως βασανιζόταν και αποφάσισε να το ζουπήξει με το δάχτυλο του να την σώσει από το μαρτύριο της. Πρότεινε τον δείκτη του δεξιού του χεριού και πήγε να την πατήσει σαν κουμπί. Λίγο που σιχαινόταν όμως λίγο που και η μύγα δεν καθόταν ήσυχη όπως χτυπιόταν δεν τα κατάφερε. Ξαναπροσπάθησε. Μετά την πρώτη προσπάθεια όμως η μύγα πια έκανε μεγαλύτερες προσπάθησες να μπορέσει να πετάξει και να σωθεί. Ο άνθρωπος τότε είδε πόσο σκληρά η ζωή προσπαθεί να επιβιώσει στη φύση και αποφάσισε τα πράγματα να συνεχιστούν χωρίς την δική του παρέμβαση πια.
    Έτσι και ο Θεός αποφάσισε να μιμηθεί την κρίση του και να αφήσει τον άνθρωπο να ζήσει για πολλά χρόνια και να μην τον λυτρώσει με έναν εύσπλαχνο θάνατο όταν τα δικά του βάσανα γίνονταν αβάσταχτα και απέλπιδα.
   
    Αυτή η ιστορία ονομάζεται "Ο οίκτος της μύγας" και χρησιμοποιούταν από το Τάγμα των Δαύκων για να δείξουν πόσο κακή επιρροή είναι ο άνθρωπος για τον Θεό.
    

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

38. "Η προσευχή για τον τεμπέλη"

   
    Κάποτε έζησε ένας πολύ μεγάλος τεμπέλης. Η διάθεση σου για δουλειά ήταν ανύπαρκτη και καθόλου προκοπή δεν είχε. Για χρόνια πολλά αποτελούσε βάρος στην τσέπη αλλά και στην έγνοια των γονιών του που τον έτρεφαν και αναρωτιόντουσαν πότε θα αποφάσιζε να πάει να δουλέψει να βγάζει μόνος το ψωμί που έτρωγε. Παρακαλούσαν νυχθημερόν οι κακόμοιροι τον Θεό να φωτίσει τον κανακάρη τους και να τους βοηθήσει.
     Ώσπου κάποια μέρα κάποιοι άνθρωποι ντυμένοι πλούσια μα και παράξενα, έφτασαν στην πλατεία της πόλης και πλησίασαν τον τεμπέλη να του μιλήσουν. Εκείνος καθόταν κάτω από τον πλάτανο. Σαν του είπαν πως του έχουν μία επαγγελματική πρόταση εκείνος δυσανασχέτησε και δυσφόρησε αλλά προσποιήθηκε  πως τον ενδιέφερε για να μην του κολλήσουν την ρετσινιά του τεμπέλη.
     Κανείς όμως δεν το περίμενε πως η πρόταση των ξένων θα ήταν τόσο ενδιαφέρουσα. Του υποσχέθηκαν πως αν πάει μαζί τους και μείνει στο σπίτι τους σε μέρος ασφαλές και ζεστό για ένα χρόνο, θα τον ταΐζουν παραπάνω από όσο τραβάει η όρεξη του και δεν θα του ζητούσαν να κάνει τίποτε. Όλα θα τα έκαναν αυτοί. Απλά για έναν χρόνο θα τους ανήκε και για κάθε μέρα που περνούσε θα του χρωστούσαν στο τέλος και από ένα σελίνι.
     Καιροί αγνοί και απονήρευτοι τότε, για τριακόσια εξήντα έξι σελίνια, καθώς ο χρόνος ήταν και δίσεκτος, για να κάθεται και να τρώει και να πίνει κάποιος χωρίς να κάνει και τίποτε άλλο ήταν μία προσφορά που ακόμα και ένας τεμπέλης σαν και αυτόν δεν γινόταν να αρνηθεί. Περιχαρής δέχτηκε.
     Σηκώθηκε από την σκιά του , έδωσε τα χέρια με τους ξένους και πήγε σπίτι να πει τα νέα στους γονείς τους, να τους ευχαριστήσει με τα νέα και να του ετοιμάσουν τα πράγματα να φύγει. Χαρούμενοι και αυτοί του ετοίμασαν τα ρούχα του σε ένα μπόγο μαζί με κάποια άλλα πράγματα, και τον έστειλαν στην ευχή του Θεού.
     Πράγματι τα πράγματα ήταν όπως του τα είχαν πει. Το μέρος που τον πήγαν δεν ήταν κανένα παλάτι, αλλά τον τάιζαν, τον πότιζαν και τον πρόσεχαν χωρίς να του ζητάν τίποτα παρά να κάθεται. Οι μήνες περνούσαν και ο τεμπέλης ευλογούσε την καλή του τύχη. Επιτέλους η εξάσκηση τόσων χρόνων είχε επιτέλους ευοδώσει. Κοιμόταν και ξυπνούσε με χαμόγελο και ξενοιασιά. Τα πέρναγε πολύ όμορφά. Από την καλοπέραση είχε παχύνει και φαρδύνει. Κάπου κάπου στεναχωριόταν όμως που ο χρόνος θα τελείωνε και θα έπρεπε να επιστρέψει στο φτωχικό των γονιών του. Άραγε θα έβρισκε πάλι μία τόσο καλή δουλειά που να την είχε σπουδάσει και τώρα πια την είχε δουλέψει κιόλας; Παρηγορούταν τουλάχιστον με την αμοιβή του.
     Όταν το πλήρωμα του χρόνου ήρθε. Την τελευταία μέρα οι αφεντάδες του τεμπέλη μπήκαν στο μέρος που κοιμόταν. Το ύφος τους δεν του άρεσε του τεμπέλη και πιο πολύ αυτά που κρατούσαν στα χέρια τους. Ο καθένας τους είχε από μία κοφτερή λεπίδα. Παχύς και δυσκίνητος όπως είχε καταντήσει δυσκολεύτηκε να σηκωθεί και να ζητήσει τον λόγο. Θα τον έσφαζαν. Τους ανήκε και το σφάξιμο θα το έκαναν αυτοί όπως όλα τα άλλα.
      Ο τεμπέλης σφάχτηκε ανήμπορος σαν ένα γουρούνι που το καλό-έθρεβαν τόσο καιρό για να το φάνε. Και αυτό έκαναν οι παράξενοι άντρες. Μετά το δείπνο έστειλαν τριακόσια εξήντα έξι σελήνια στους γονείς του τεμπέλη, μετά των ευχαριστιών τους.
      Θα μπορούσε να πει κανείς πως οι προσευχές τους εισακούστηκαν.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

37. "Ο άνθρωπος και ο παπαγάλος"

    Κάποτε στην Ανατολή ένα ζεστό μεσημέρι ένας άντρας μετέφερε ένα κλουβί με έναν παπαγάλο. Για κακή του τύχη του άντρα, του ήρθε ζάλη από την ζέστη και την δίψα, παραπάτησε και σκόνταψε. Για να προστατευτεί ο κακομοίρης από την πτώση άφησε του κλουβί από τα χέρια του και τα έβαλε μπροστά. Το κλουβί έπεσε και άνοιξε. Ο παπαγάλος που και αυτός υπέφερε από την πολύ ζέστη πέταξε και βρήκε λίγη δροσιά στα φύλλα μιας χουρμαδιάς, όπου και στάθηκε σε ένα κλαδί της.
    Ο κακότυχος άντρας αφού σηκώθηκε και ξεσκονίστηκε από τη σκόνη του δρόμου κοίταξε δεξιά και αριστερά να βρει τον παπαγάλο. Όταν τον εντόπισε, ανακουφίστηκε που δεν είχε φύγει μακρυά και δεν τον είχε χάσει. Πως όμως θα τον έβαζε πάλι μέσα στο κλουβί του; Φοβούμενος πως αν αρχίζει να σκαρφαλώνει στη χουρμαδιά ο παπαγάλος θα πετάξει μακρυά, με το φτωχό του το μυαλό αποφάσισε να τον πείσει να μπει στο κλουβί του οικειοθελώς. Ή έστω να πλησιάσει και να τον πιάσει  για να τον βάλει στο κλουβί του με την βία.
    Ο άτυχος ο άνθρωπος ξεκίνησε τα καλοπιάσματα και τις καλολογίες μα ο παπαγάλος δεν έμοιαζε να πείθεται. Δεν κουνιόταν ρούπι από το κλαδί. Ο άντρας τότε άρχισε να κουνά τα χέρια του και του και να κάνει νοήματα. Μιμούταν πως το χέρι του ήταν πουλί και πετούσε μέσα στο κλουβί. Επανέλαβε πολλές φορές αυτή τη μίμηση χωρίς αποτέλεσμα. Ύστερα προσπάθησε να τον δελεάσει κουνώντας καρπούς και φρούτα για να τα λαχταρίσει ο παπαγάλος, και όταν νόμιζε πως έχει τραβήξει την προσοχή του τα έριχνε μέσα στο κλουβί.
    Ο δόλιος μη βλέποντας τον παπαγάλο να πείθεται με κανέναν τρόπο, βάλθηκε να βελτιώσει τις μιμήσεις του τελικά. Μιμήθηκε την φωνή του παπαγάλου και προσπάθησε να του μιλήσει στην γλώσσα των πτηνών και των ανθρώπων. Συνέχισε αν τον παρακαλά και να του υπόσχεται χίλια και ένα καλά. Μάτια όμως.
    Τέλος αποφάσισε την ύστατη προσπάθεια και μίμηση που μπορούσε να κάνει, και που του την είχε μάθει κάποιος μάγος μία νύχτα στο Αλγέρι. Έγινε ο ίδιος παπαγάλος και μπήκε μέσα στο κλουβί. Ήλπισε πως ο παπαγάλος θα παραδειγματιστεί έτσι και θα τον ακολουθήσει, και νόμισε πως το πέτυχε. Ο παπαγάλος ενδιαφέρθηκε για αυτή την προσπάθεια περισσότερο από όλες τις προηγούμενες του ανθρώπου. Γύρισε και κοίταξε με ενδιαφέρον το κλουβί. Άνοιξε τα φτερά του και πέταξε προς σε αυτό.  Μόλις πλησίασε έκλεισε την πόρτα και έγινε εκείνο άνθρωπος. Σήκωσε το κλουβί και άρχισε να προχωρά.
    Και έτσι ο άνθρωπος συνέχισε τον δρόμο του εκείνο το μεσημέρι με ένα κλουβί που είχε μέσα έναν παπαγάλο. 

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

36 "Το Αλ Μπαλάσγουατ"


  Χρόνια πριν ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας γονατίσει μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Χαλίφη και του ζητήσει ταπεινά χρυσό να αγοράσει μάρμαρα και μαλάματα για να αποτελειώσει τον πύργο που του είχε παραγγείλει είχε αποτελειώσει ένα άλλο εξωφρενικό κτίριο έξω από την πόλη. Είχε χτίσει την πυραμιδωτό Αλ Μπάλάσγουατ.
   Το Αλ Μπαλάσγουατ παραγγέλθηκε ως το τελειότερο θησαυροφυλάκιο από όπου δεν θα μπορέσει να κλαπεί ποτέ τίποτα. Ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας σχεδίασε για χρόνια το εσωτερικό του κτίσματος δοκιμάζοντας δεκάδες συνδυασμούς λαβυρινθικών σχημάτων και εν τέλει κατέληξε σε δύο κυκλικούς λαβυρίνθους τις κατόψεις των οποίων διασταύρωσε και ύστερα χώρισε με ένα διαγώνιο διάδρομο. Για να μην προδώσει όμως το σχήμα του κτιρίου, που παραδόξως θυμίζει το σημερινό σύμβολο του απείρου, επέλεξε το εξωτερικό του να είναι γραμμικό και να μοιάζει με πυραμίδα.
     Με τις κατάλληλες συμβουλές στους μαστόρους και τους βοηθούς τους, αλλά και την στενή επιτήρηση τους το έργο τελείωσε σύμφωνα με τα σχέδια. Οι εργάτες έχτιζαν την πυραμίδα από την βάση της και προχωρούσαν επίπεδο επίπεδο ως την κορυφή της, την οποία της σφράγισαν με μία βαριά στρογγυλή λαξευμένη πέτρα από γρανίτη. Ο ίδιος ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας διηύθυνε το γερανό. Ύστερα διέταξε να απομακρύνουν όσο πιο γρήγορα γίνονταν τα μηχανημάτα και τον εξοπλισμό που υπήρχε πάνω στο κτίσμα και κάλεσε 10.000 σκλάβους να μεταφέρουν σάκους με άμμο σκαρφαλώνοντας από την μία πλευρά και αδειάζοντας τους από την άλλη. 2.500 σκλάβοι από κάθε πλευρά. Και επειδή δούλευαν ταυτόχρονα πολλοί σκεπάστηκαν από την άμμο. Με τον τρόπο αυτό ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας βεβαιώθηκε πως ούτε σκαθάρι δεν θα μπορεί να περάσει ανάμεσα από τους τοίχους του κτίσματος και να ξεφύγει αφού θα το έπνιγε η τόση άμμος που είχε ρίξει στο κτίσμα. Το μόνο μέρος που μπορούσε να μπει κάποιος ήταν η είσοδος, την οποία με σκέπαστρα είχε προστατέψει να μην κλείσει από την άμμο που έπεφτε.
    Όταν τελείωσε κάλεσε τους πλούσιους ανθρώπους της πόλης να φέρουν ότι πιο πολύτιμο είχαν και ήθελαν να το φυλάξουν για πάντα, επιμένοντας όμως να το κουβαλήσουν οι υπηρέτες τους μέσα στο θησαυροφυλάκιο και όχι εκείνοι.
    Είναι περιττό να πούμε πως ποτέ τίποτα από τα πλούτη των πλουσίων της χώρας δεν βγήκε μέσα από το Αλ Μπαλάσγουατ, και φυσικά ούτε και οι άτυχοι υπηρέτες που τα κουβάλησαν μέχρι τα σκοτεινά άδυτα του. Ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας είχε φροντίσει έτσι ώστε κανένας άρχοντας να μην τον κατηγορήσει για τον χαμό κάποιου μέλους της οικογένειας του, και όταν παραπονέθηκαν για τα πλούτη τους εκείνος αποκρίθηκε πολύ έξυπνα πως δεν είχαν χαθεί, απλά δεν μπορούσαν να ξοδευτούν. Είχε εξασφαλίσει με το μαγικό του δημιούργημα να είναι πλούσιοι αιώνια ακόμα και αν κάποτε πάψουν να έχουν έστω και ένα χρυσό νόμισμα την κατοχή τους.
    Οι άρχοντες κοιτάχτηκαν πονηρά και συμφώνησαν. Πλέον το όνομα τους θα ίσχυε πιότερο από την τσέπη τους, και αυτό θα κρατούσε για πολλά πολλά χρόνια. Μέχρι ο Αλλάχ να ξεχαστεί και μέχρι να τον ξαναθυμηθεί ο κόσμος.
    Έτσι άρχισε η λαμπρή καριέρα του  αρχιμάγιστρου και αρχιμάστορα.

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

35. "Οι Στερητές των Χαμόγελων"

    Υπάρχει λένε ένα τσιγγάνικο ανδρόγυνο εξίσου μαγεμένο όσο και καταραμμένο που γυρνά τους δρόμους της Ευρώπης εδώ και μερικούς αιώνες.
    Η τελευταία περιγραφή τους θέλει να ζουν σε ένα γραφικό κάρο και να περιπλανιούνται με αυτό ζητιανεύοντας και παίζοντας χαρούμενη μουσική με το βιολί του ο άντρας και με το ντέφι της η γυναίκα, τραγουδόντας εύθυμα λόγια.
    Κάθε κακορίζικος που θα τους συναντήσει καλό είναι να χαμογελάσει και να χαρεί με την παρουσία τους αλλιώς κινδυνεύει να πέσει θύμα στα μάγια του ενός ή της άλλης. Σε κάθε περίπτωση δεν θα ξαναχαμογελάσει ποτέ. Μόνο αν κάποιος χαμογελάει όσο τον κοιτάνε και τραγουδούν και παίζουν την μουσική τους θα προφυλάξει το χαμόγελο του από το να του το κλέψουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο.
    Η γυναίκα αρπάζει, λένε, και αδειάζει για πάντα από κάθε χαμόγελο τους δυστυχείς που δεν θα προστατευτούν και ποτέ τους δεν πρόκειται να ξαναγέλασουν. Αφήνοντας τους μόνο με τα χαμόγελα που είχαν στο παρελθόν.
     Ενώ ο άντρας από την άλλη τους γεμίζει με χαμόγελα που έχει κλέψει η γυναίκα του, αλλά μαζί τους δίνει στα χαμόγελα την απληστία των τσιγγούνηδων που κάνουν τα χρήματα μασούρι, και έτσι δεν χαμογελούν ποτέ γιατί φοβούνται μην αδειάσουν από χαμόγελα στο μέλλον.
     Σε κάθε περίπτωση κανένα από τα θύματα ποτέ του δεν θα χαμογελάσει, παρά μόνο αν καταφέρει και προστατευτεί γελώντας όταν τους δει. Δηλαδή στο παρόν.