Κάποτε
ένας άνθρωπος πολύ ευλαβικά γονάτισε
στη γη και άρχισε να προσεύχεται στον
ουρανό να του φέρει αυτό που επιθυμούσε.
Ύστερα από ουκ ολίγες προσευχές – τόσες
που ο άνθρωπος είχε αρχίσει να συνηθίζει
στην προσευχή και,αμαρτία από το Θεό,
αυτό είναι μία συνήθεια που δεν είναι
καθόλου σωστή – ένα σύννεφο ήρθε και
στάθηκε από πάνω του.
Ο
άνθρωπος νευριασμένος σηκώθηκε και
άρχισε να βλαστημά και να βρίζει το
σύννεφο, που τάχα εμπόδιζε τις προσευχές
του να φτάσουν ψηλά. Ήταν ο θυμός που
τον τύφλωνε, αλλά και ο ήλιος που τον
χτυπούσε στα μάτια, έτσι
που
ο άνθρωπος δεν είδε ότι το σύννεφο είχε
το σχήμα αυτού που επιθυμούσε.
Άλλοι
λένε την ιστορία με αυτό το τέλος:
πως
το σύννεφο έφυγε χωρίς
ο άνθρωπος να καταλάβει πως αυτό που
επιθυμούσε είχε έρθει, και συνέχισε
να προσεύχεται και
να ζητά δίχως
ελπίδα πια.
Άλλοι
λένε την ιστορία με αυτό το τέλος:
πως
το σύννεφο έμεινε χωρίς
ο άνθρωπος να καταλάβει
πως αυτό που επιθυμούσε είχε
έρθει,
και συνέχισε να βλαστημά και να βαρυγκωμά
δίχως ελπίδα πια.